Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Σαν μακρινό απείκασμα

Μα­ρι­λέ­να Πα­παϊωάν­νου
«Κα­τε­βαί­νει ο Κα­μου­ζάς στους Φούρ­νους»
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρ. 2016

Τα χα­λε­πά χρό­νια της κρί­σης, κά­νουν την παρ­θε­νι­κή τους εμ­φά­νι­ση στο εκ­δο­τι­κό πε­δίο συγ­γρα­φείς γεν­νη­μέ­νοι κα­τά την πρώ­τη πα­σο­κι­κή πε­ρίο­δο, που συ­νι­στά με­τα­πο­λε­μι­κά την κα­τ' ε­ξο­χήν πε­ρίο­δο των πα­χιών α­γε­λά­δων. Συ­μπτω­μα­τι­κά, και η ο­μά­δα των συγ­γρα­φέων, που πρω­το­εμ­φα­νί­ζο­νται πριν 100 χρό­νια, τη δύ­σκο­λη, ε­μπό­λε­μη πε­ρίο­δο, Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων – Α΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, εί­χαν γεν­νη­θεί ε­πί Χα­ρι­λά­ου Τρι­κού­πη, δη­λα­δή σε χρό­νια εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής άν­θη­σης. Εκεί­νων, ό­μως, τα βι­βλία δεί­χνουν θε­μα­τι­κά ε­πι­κε­ντρω­μέ­να, σε α­ντί­θε­ση με τον πο­λυε­στια­κό χα­ρα­κτή­ρα των ση­με­ρι­νών. Ίσως, για­τί, τό­τε, λει­τουρ­γού­σαν ως κα­τευ­θυ­ντή­ριες δυ­νά­μεις οι ι­δε­ο­λο­γι­κο-κοι­νω­νι­κές τά­σεις, που, σή­με­ρα, έ­χουν υ­πο­κα­τα­στα­θεί α­πό κυ­ρίαρ­χες μό­δες. Τό­σο οι πα­λαιό­τε­ροι ό­σο και οι νεό­τε­ροι ε­πι­δί­δο­νται στο διή­γη­μα. Μό­νο που ε­κεί­νοι οι πρώ­τοι α­πο­τέ­λε­σαν μία ο­μά­δα μάλ­λον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νων διη­γη­μα­το­γρά­φων, έ­να­ντι της πρό­σφα­της, εμ­φα­νώς υ­περ­τι­μη­μέ­νης α­πό το ξε­κί­νη­μά της. Γε­γο­νός,  που θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται, του­λά­χι­στον εν μέ­ρει, στην τά­ση φι­λο­νεϊσμού των τε­λευ­ταίων χρό­νων, αλ­λά και στην θε­τι­κής  προ­διά­θε­σης κρι­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει.
Η νε­ο­πα­γής ο­μά­δα των γεν­νη­θέ­ντων μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του  1980 δια­τη­ρεί την ο­μοιο­γε­νή μορ­φω­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία των παι­διών της  με­τα­πο­λί­τευ­σης, ό­που οι θε­τι­κές ε­πι­στή­μες τεί­νουν να ε­κτο­πί­σουν τις φι­λο­λο­γι­κές, ε­νώ, κα­τά κα­νό­να,  συ­μπλη­ρώ­νο­νται με με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές σε πα­νε­πι­στή­μια του ε­ξω­τε­ρι­κού. Αντί­στοι­χου ε­πι­πέ­δου εί­ναι η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή πο­ρεία τους, ό­που η ε­να­σχό­λη­ση με την λο­γο­τε­χνία έρ­χε­ται ως διάν­θι­σμα. Ξε­κι­νώ­ντας αυ­τοί με έ­να πρω­το­κλα­σά­το, σύμ­φω­να με τα ε­πι­κρα­τού­ντα μέ­τρα και σταθ­μά, βιο­γρα­φι­κό, την τρέ­χου­σα κρί­ση, εί­τε την πα­ρα­βλέ­πουν εί­τε την α­ντι­με­τω­πί­ζουν, οι λί­γοι, που κα­τα­πιά­νο­νται με αυ­τήν, ως πα­ρα­τη­ρη­τές εξ α­πο­στά­σεως. Τα θέ­μα­τα, που προ­τι­μούν, εί­ναι ευ­ρύ­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος, υ­παρ­ξια­κά και κοι­νω­νι­κά, το­πο­θε­τη­μέ­να σε έ­να πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό πλαί­σιο.
Με βά­ση τις προ­σώ­ρας εμ­φα­νί­σεις, το δί­δυ­μο των ο­μη­λί­κων (γ. 1982), Δημ. Πα­πα­μάρ­κου – Μα­ρι­λέ­νας Πα­παϊωάν­νου, με τα δυο βι­βλία, που έ­κα­στος εκ­δί­δει σε μι­κρή α­πό­στα­ση δυο - τριών ε­τών α­να­με­τα­ξύ τους, συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση, κα­θώς στρέ­φε­ται στο πε­δίο της Ιστο­ρίας. Και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, σε δυο κομ­βι­κά ση­μεία του 20ου αιώ­να, το  '22 και την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του '40, που α­πα­σχο­λούν τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες τους ι­στο­ρι­κούς, κα­θώς και ση­μα­ντι­κούς συγ­γρα­φείς πα­λαιό­τε­ρων γε­νιών. Ο Πα­πα­μάρ­κου ε­ντάσ­σε­ται στο ί­διο με ε­κεί­νους με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό πνεύ­μα α­να­θεώ­ρη­σης του τρό­που α­ντι­με­τώ­πι­σης των ι­στο­ρι­κών συμ­βά­ντων. Αντι­θέ­τως, η Πα­παϊωάν­νου πα­ρα­μέ­νει σε έ­να μάλ­λον γε­νι­κό­λο­γο ι­δε­ο­λο­γι­κό πλαί­σιο, δα­νει­ζό­με­νη σκη­νές και δια­λό­γους α­πό την πλη­θώ­ρα μαρ­τυ­ριών, που εκ­δό­θη­καν στην πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή πε­ρίο­δο. Μό­νο που δια­σκε­δά­ζει τη βα­ριά α­τμό­σφαι­ρα ε­κεί­νων με έ­ναν πα­ρα­μυ­θι­κής υ­φής η­ρωι­σμό, δί­νο­ντας πα­ράλ­λη­λα έμ­φα­ση στο ε­ρω­τι­κό στοι­χείο, ό­που η ι­δε­ο­λο­γι­κή φόρ­τι­ση των πα­λαιό­τε­ρων μαρ­τυ­ριών, που στη­ρί­ζο­νταν σε προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες, α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή   συ­γκί­νη­ση. Όπως και να έ­χει, αμ­φό­τε­ροι έ­τυ­χαν ι­διαί­τε­ρα ευ­με­νούς α­ντι­με­τώ­πι­σης α­πό την κρι­τι­κή, προ­βο­λή α­πό τον Τύ­πο, α­πο­σπώ­ντας βρα­βεύ­σεις στο χώ­ρο της διη­γη­μα­το­γρα­φίας.
Στην τε­λευ­ταία δε­ξιά σε­λί­δα του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της Πα­παϊωάν­νου, πριν ε­κεί­νης του κο­λο­φώ­να, υ­πάρ­χει ση­μείω­μα της συγ­γρα­φέως, που προσ­διο­ρί­ζει τα ό­ρια με­τα­ξύ πραγ­μα­τι­κού και μυ­θο­πλα­σίας. Σε αυ­τό, ε­πι­ση­μαί­νει, πως “το βι­βλίο βα­σί­στη­κε σε έ­να συμ­βάν, που δια­δρα­μα­τί­στη­κε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην Ασφά­λεια Θεσ­σα­λο­νί­κης”. Ενώ, η ό­λη α­φη­γη­μα­τι­κή σκη­νο­θε­σία λαμ­βά­νει χώ­ρα στον πε­ρί­κλει­στο, ή σω­στό­τε­ρα, α­σφυ­κτι­κό χώ­ρο των φυ­λα­κών των Βούρ­λων του Πει­ραιά. Κι αυ­τό προς ε­ξυ­πη­ρέ­τη­ση  της α­φη­γη­μα­τι­κής πλο­κής, χω­ρίς να την α­πα­σχο­λεί η δια­φο­ρά των συν­θη­κών κρά­τη­σης στους δυο τό­πους ε­γκλει­σμού. Μάλ­λον θεω­ρεί, πως ο α­να­γνώ­στης θα  α­ντι­λη­φθεί για ποιο α­πό τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά συμ­βά­ντα πρό­κει­ται. Ωστό­σο, η πλο­κή ε­πι­στρα­τεύει του­λά­χι­στον δυο ευ­ρη­μα­τι­κά συμ­βά­ντα, που γέρ­νουν μάλ­λον σε η­ρωι­κές πε­ρι­πέ­τειες τύ­που “Μι­κρού ή­ρωα” πα­ρά σε μαρ­τυ­ρίες. Το πρώ­το πα­ρα­μέ­νει στα ό­ρια του πι­θα­νού:   Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει ως κε­ντρι­κό ή­ρωα έ­ναν δε­σμο­φύ­λα­κα, που βο­η­θά­ει συ­νω­μο­τι­κά τους φυ­λα­κι­σμέ­νους. Αρχι­κά, πε­ρι­γρά­φε­ται βά­ναυ­σος, δια­πνεό­με­νος α­πό σφο­δρό α­ντι­κομ­μου­νι­στι­κό μέ­νος. Ο πρω­το­πρό­σω­πος υ­βρι­στι­κός λό­γος του θυ­μί­ζει μαρ­τυ­ρίες σει­ράς βι­βλίων, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, την «Αχτί­να Θ΄» του Βα­σί­λη Νε­φε­λού­δη ή το «.. Κα­λά, ε­σύ σκο­τώ­θη­κες νω­ρίς» του Χρό­νη Μίσ­σιου. Σε τρία α­πό τα συ­νο­λι­κά 24 κε­φά­λαια, πε­ρι­γρά­φε­ται ο τρό­πος που ε­κεί­νος συ­νεν­νο­εί­ται μα­ζί τους με ρα­βα­σά­κια δι­πλω­μέ­να σε έ­να χα­λί­κι, το ο­ποίο ρί­χνει α­πό τον αυ­λό­γυ­ρο στο κε­λί τους την ώ­ρα που τους τρο­φο­δο­τεί με φρέ­σκο νε­ρό. Ήδη, α­πό το πρώ­το κε­φά­λαιο, α­πο­κα­λύ­πτε­ται, πως πρό­κει­ται για βα­σα­νι­στή-μαϊμού, ε­νώ θα μπο­ρού­σε η α­φή­γη­ση να κω­λυ­σιερ­γή­σει, καλ­λιερ­γώ­ντας σα­σπέ­νς γύ­ρω α­πό την ταυ­τό­τη­τά του.
Το δεύ­τε­ρο συμ­βάν δεί­χνει ά­κρως ευ­φά­ντα­στο: Τον εν λό­γω δε­σμο­φύ­λα­κα, στη διάρ­κεια α­σθέ­νειάς του, τον α­ντι­κα­θι­στά η κό­ρη του, χω­ρίς κα­νείς α­πό το λοι­πό προ­σω­πι­κό της φυ­λα­κής να το α­ντι­λη­φθεί. Σε δυο άλ­λα κε­φά­λαια, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται η ί­δια σκη­νή, αυ­τή τη φο­ρά, με την με­ταμ­φιε­σμέ­νη κό­ρη, ό­που τις αλ­λα­γές σε φω­νή και περ­πά­τη­μα φαί­νε­ται να τις α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μό­νο οι φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Όπως και να έ­χει, στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, η σκη­νή α­πο­γειώ­νε­ται με τη θυ­σία της κό­ρης, ω­θη­μέ­νη α­πό έ­ρω­τα και ό­χι α­πό την α­ρι­στε­ρή της ι­δε­ο­λο­γία. Βε­βαίως, ο ρο­μα­ντι­κός έ­ρω­τας για τον άρ­ρω­στο, φθι­σι­κό, που κα­τα­γρά­φει τις ι­δέες του στα χαρ­τά­κια, που ε­κεί­νη και ο πα­τέ­ρας της του προ­μη­θεύουν, ο­φεί­λε­ται εν πολ­λοίς στο η­ρωι­κό προ­φίλ του σχε­δόν ε­τοι­μο­θά­να­του κομ­μου­νι­στή. Υψη­λή η συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τις μαρ­τυ­ρίες, θυ­μί­ζο­ντας α­τμό­σφαι­ρα α­πό ται­νίες τύ­που «Υπο­λο­χα­γός Να­τά­σα». Άλλω­στε, ο τίτ­λος «Δε­σμο­φύ­λα­κας Λευ­κή» θα έ­δι­νε πο­λύ πιο α­κρι­βή ει­κό­να. Ανε­ξάρ­τη­τα αν θα δη­μιουρ­γού­σε α­νε­πι­θύ­μη­τες πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κές προϊδεά­σεις.  Πά­ντως, η η­ρωί­δα της Πα­παϊωάν­νου πε­ρι­γρά­φε­ται  ά­σχη­μη και α­σου­λού­πω­τη για να φέρ­νει του πα­τρός της και να γί­νε­ται πει­στι­κό­τε­ρη η υ­πο­κα­τά­στα­ση. Εί­ναι η τολ­μη­ρή στά­ση της, που κερ­δί­ζει την καρ­διά του φυ­λα­κι­σμέ­νου, ο ο­ποίος και α­πο­δει­κνύε­ται το ί­διο με ε­κεί­νη ρο­μα­ντι­κός. Χω­ρίς να την έ­χει καν α­ντι­κρί­σει, δη­λώ­νει στους συ­ντρό­φους του, πως ό­ταν κά­πο­τε τε­λειώ­σουν τα βά­σα­νά τους, “θα της ζη­τή­σει να γί­νει γυ­ναί­κα του”. Μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο υ­πάρ­χει αλ­λη­γο­ρι­κή στό­χευ­ση στην ε­πι­λο­γή των ο­νο­μά­τω­ν: Λευ­κή η κό­ρη, Άρης ο πα­τέ­ρας. Επί­σης, μέ­νει ζη­τού­με­νο, σε ποιο βαθ­μό, το πραγ­μα­τι­κό συμ­βάν, το α­να­φε­ρό­με­νο στη ση­μείω­ση, έ­χει προ­σαρ­μο­στεί στη μυ­θο­πλα­σία. Υπό ι­στο­ρι­κό πρί­σμα, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ε­νώ, υ­πό λο­γο­τε­χνι­κό, εί­ναι α­διά­φο­ρο. 
Στα υ­πό­λοι­πα κε­φά­λαια, πα­ρου­σιά­ζε­ται έ­τε­ρος δε­σμο­φύ­λα­κας, με το πα­ρω­νύ­μιο γο­ρί­λας, που πε­ρι­γρά­φε­ται ως έ­νας γνή­σιος βα­σα­νι­στής. Έτσι του­λά­χι­στον α­φή­νε­ται να εν­νο­η­θεί, κα­θώς η α­φή­γη­ση μέ­νει μα­κράν πα­ρό­μοιων πε­ρι­γρα­φών. Μό­νο, δυο – τρεις φο­ρές, γί­νε­ται λό­γος για σο­βα­ρές σω­μα­τι­κές κα­κώ­σεις, που θα μπο­ρού­σαν να σπρώ­ξουν σε δή­λω­ση με­τα­νοίας. Αν και το κυ­ρίως θέ­μα των συ­ζη­τή­σεων, α­πό το έ­κτο κε­φά­λαιο και ύ­στε­ρα, ό­πως προοιω­νί­ζε­ται και α­πό τον τίτ­λο του βι­βλίου, α­πο­τε­λεί η φή­μη, που κυ­κλο­φο­ρεί, ό­τι κα­τε­βαί­νει ο Κα­μου­ζάς στους Φούρ­νους. Όπως ε­ξη­γεί ο πιο η­λι­κιω­μέ­νος της ο­μά­δας, δη­λα­δή μίας δω­δε­κά­δας στο έ­να κε­λί, και τριών του δι­πλα­νού, που α­να­φέ­ρο­νται ο­νο­μα­στι­κά, εί­ναι μάλ­λον πα­ρω­νύ­μιο “του πρώην Επι­θεω­ρη­τή Χω­ρο­φυ­λα­κής Κυ­κλά­δων, που έρ­χε­ται να α­να­λά­βει διευ­θυ­ντής Στρα­τιω­τι­κών Φυ­λα­κών Αθή­νας”. Ο α­φη­γη­τής δια­βε­βαιώ­νει για την σκλη­ρό­τη­τά του, κα­θώς και για α­κραίες νοο­τρο­πίες και πρα­κτι­κές. Όλα αυ­τά δη­λώ­νο­νται, τί­πο­τα δεν δεί­χνε­ται. Το ί­διο ι­σχύει και για τις φυ­λα­κές, που α­πο­κα­λού­νται Φούρ­νοι και πα­ρο­μοιά­ζο­νται με το χει­ρό­τε­ρο Κο­λα­στή­ριο. Ενώ, η δια­βίω­ση της ο­μά­δας δεί­χνει σχε­δόν ά­νε­τη. Ο ε­πι­κε­φα­λής, που α­πο­κα­λεί­ται Δά­σκα­λος, τους κρα­τά­ει σε κα­λή πνευ­μα­τι­κή και σω­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση, με γυ­μνα­στι­κή και μα­θή­μα­τα. Όπως και να έ­χει, το εύ­ρη­μα του τίτ­λου θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μία τρί­τη εκ­δο­χή για το α­να­φε­ρό­με­νο συμ­βάν της κα­τα­λη­κτι­κής ση­μείω­σης. Και α­λη­θο­φα­νές και συ­χνά α­πα­ντά­ται στις μαρ­τυ­ρίες, ό­ταν ση­μειώ­νο­νται τά­σεις α­πει­θαρ­χίας και διά­θε­ση α­ντί­στα­σης. 
Εκτός α­πό τον Δά­σκα­λο, α­κο­λου­θώ­ντας τις μαρ­τυ­ρίες, υ­πάρ­χει ο για­τρός, ο κα­θη­γη­τής Φι­λο­σο­φίας, αλ­λά και οι πιο σκλη­ροί, τα “βρω­μο­κομ­μού­νια”, ό­πως τους α­πο­κα­λούν, που θα με­τα­φερ­θούν σε άλ­λες αυ­στη­ρό­τε­ρες φυ­λα­κές, ό­πως ε­κεί­νες του Επτα­πυρ­γίου. Όλοι τους, μό­λις που σκια­γρα­φού­νται. Στις σχε­τι­κές α­να­δρο­μι­κές μνείες, δεν α­να­φέ­ρε­ται η δρά­ση τους, πα­ρά μό­νο οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κές σχέ­σεις τους, με α­γα­πη­μέ­νες γυ­ναί­κες - μη­τέ­ρα, α­δελ­φή, κά­ποιον έ­ρω­τα, τη σύ­ζυ­γο - ή και τέ­κνα που γνώ­ρι­σαν μό­νο α­πό φω­το­γρα­φία. Επί­σης, τα μα­θή­μα­τα συ­νί­στα­νται σε α­νά­γνω­ση πε­ρι­κο­πών α­πό τον Ερω­τό­κρι­το, γύ­ρω, κυ­ρίως, α­πό τον α­κα­τα­νί­κη­του έ­ρω­τα  της Αρε­τού­σας, και λί­γους στί­χους Κάλ­βου, τους πλέ­ον γνω­στούς, χά­ρις στη με­λο­ποίη­ση Θε­ο­δω­ρά­κη. Ου­δε­μία ι­δε­ο­λο­γι­κή ή κομ­μα­τι­κή ή έ­στω πο­λι­τι­κή νύ­ξη υ­πάρ­χει στις συ­ζη­τή­σεις τους. Ού­τε α­να­φο­ρές σε κά­ποια πο­λε­μι­κή ε­μπλο­κή ή άλ­λη α­ντι­στα­σια­κή ε­νέρ­γεια. Ακό­μη και ο ι­δε­ο­λό­γος φυ­λα­κι­σμέ­νος, που γρά­φει τις ι­δέες του, τις ο­ποίες και θα εκ­δώ­σει ο Τά­σος Βουρ­νάς, ό­πως του υ­πό­σχε­ται  η Λευ­κή ξε­ψυ­χώ­ντας, ι­στο­ρίες γρά­φει. Η μία που τους δια­βά­ζει, δεί­χνει σαν πα­ρα­μυ­θι­κή α­φή­γη­ση, υ­περ­ρε­α­λί­ζο­ντα χα­ρα­κτή­ρα, πλεγ­μέ­νη με γνω­στά μο­τί­βα α­πό Οδύσ­σεια και Πα­λαιά Δια­θή­κη, ό­που το ο­ποίο αλ­λη­γο­ρι­κό πε­ριε­χό­με­νο, εάν αυ­τό υ­πάρ­χει, πα­ρα­μέ­νει θο­λό. Μό­νο ο φε­ρό­με­νος ως για­τρός δη­λώ­νει ο­δύ­νη για  το αί­μα που συ­νε­χί­ζει να κυ­λά­ει, για χρό­νια, α­τε­λείω­το, και για σκο­τω­μό α­δελ­φι­κό. Τό­σο αό­ρι­στα και α­κρο­θι­γώς. 
Αν στη­ρι­χτού­με στην πλη­ρο­φο­ρία πως τις ι­στο­ρίες του Φώ­τη θα τις εκ­δώ­σει ο Βουρ­νάς,  ο ο­ποίος συ­νερ­γα­ζό­ταν με τις εκ­δό­σεις του Ρι­ζο­σπά­στη, που έ­κλει­σε τέ­λος 1947, έ­χουν α­πό τό­τε πα­ρέλ­θει ε­βδο­μή­ντα χρό­νια. Στο βι­βλίο, ο Εμφύ­λιος πα­ρου­σιά­ζε­ται α­πο­λε­πι­σμέ­νος α­πό ί­χνη ε­ντο­πιό­τη­τας, ό­πως τον α­ντι­λαμ­βά­νο­νται οι νέ­οι ι­στο­ρι­κοί υ­πό το πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο θεω­ρη­τι­κό τους πρί­σμα. Δεν υ­πάρ­χουν, θύ­μα­τα και θύ­τες, ού­τε νι­κη­τές και ητ­τη­μέ­νοι, σύμ­φω­να με τη γραμ­μή της άλ­λο­τε ε­θνι­κής συμ­φι­λίω­σης. Ωστό­σο, προ­βάλ­λε­ται ο κα­λός βα­σα­νι­στής, που τον ώ­θη­σε η κα­λο­σύ­νη του, ό­πως ει­κά­ζουν οι φυ­λα­κι­σμέ­νοι, οι ο­ποίοι και δη­λώ­νουν πως α­γνοούν τα κί­νη­τρά του. Πά­ντως, ού­τε στιγ­μή δεν υ­πο­ψιά­ζο­νται πι­θα­νούς εκ­βια­σμούς ή άλ­λες ί­ντρι­γκες. Εκεί­νο, ό­μως, που, κυ­ρίως, προ­βάλ­λε­ται, εί­ναι το πνεύ­μα ητ­το­πά­θειας των φυ­λα­κι­σμέ­νων. Οι στί­χοι του Κάλ­βου δεν τους ε­γκαρ­διώ­νουν. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Δά­σκα­λος νιώ­θει “βα­ρύ το τί­μη­μα της ε­λευ­θε­ρίας”. Αυ­τά στον Εμφύ­λιο, που ε­κεί­νοι ο­μο­λο­γούν, ό­τι χά­θη­κε η συ­ντρο­φι­κό­τη­τα της Αντί­στα­σης. Δεν υ­πο­γρά­φουν μεν, αλ­λά συλ­λο­γί­ζο­νται κα­τά πό­σο α­ξί­ζει τον κό­πο. “Η ε­λευ­θε­ρία εί­ναι για τους ζω­ντα­νούς, ό­χι για τους πε­θα­μέ­νους”, α­πο­φαί­νο­νται. Στη γε­νιά του 21ου, το καλ­βι­κό, “Αφ' υ­ψη­λά ό­μως έ­πε­σε, και α­πέ­θα­νεν ε­λεύ­θε­ρος”, έ­χα­σε κά­θε α­πή­χη­ση, ο­μού με τα συλ­λο­γι­κά ο­ρά­μα­τα, α­φή­νο­ντας θέ­ση  στον α­το­μι­κι­σμό.         
Τέ­λος, ό­σο α­φο­ρά τη γλωσ­σι­κή διεκ­πε­ραίω­ση, ο τρι­το­πρό­σω­πος λό­γος του α­φη­γη­τή πα­ρα­παίει με­τα­ξύ λαϊκό­τρο­πων και λο­γίων εκ­φρά­σεων, με α­δό­κι­μα εκ­φρα­στι­κά σχή­μα­τα, ε­πα­να­λή­ψεις εμ­φα­τι­κών λέ­ξεων και πλη­θώ­ρα θαυ­μα­στι­κών. Τό­σο τα λε­κτι­κά, ό­σο και τα ι­δε­ο­λο­γι­κά στοι­χεία του βι­βλίου α­ντα­να­κλούν αι­σθη­τι­κές και ι­δε­ο­λο­γι­κές πτυ­χές του πα­ρό­ντος. Ο Εμφύ­λιος φαί­νε­ται να μοιά­ζει σαν μα­κρι­νό α­πεί­κα­σμα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΗ: Η ε­πι­με­λού­με­νη και γρά­φου­σα την πα­ρού­σα λο­γο­τε­χνι­κή σε­λί­δα α­πό το 1990 ε­γκα­τέ­λει­ψε α­δό­κη­τα τα ε­γκό­σμια, την Τρί­τη, 9 Αυ­γού­στου. Σε­λί­δα Ex Libris ΤΕ­ΛΟΣ.

ΛΕ­ΖΑ­ΝΤΑ: Εξω­τε­ρι­κή ό­ψη της ει­σό­δου στις φυ­λα­κές Βούρ­λων. Έγι­ναν πα­σί­γνω­στες για την με­γά­λη α­πό­δρα­ση 27 πο­λι­τι­κών κρα­του­μέ­νων, Κυ­ρια­κή, 17 Ιού­λιου 1955. Εκτός α­πό τον με­γά­λο α­ριθ­μό, ε­ντυ­πω­σια­κός, σω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός, στά­θη­κε και ο τρό­πος ορ­γά­νω­σης της α­πό­δρα­σης. 

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Καντακουζηνοί

«Δυο πρί­γκι­πες 
στην Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση
«Επι­στο­λές αυ­τό­πτη
μάρ­τυ­ρα και έ­να υ­πό­μνη­μα
του πρί­γκι­πα
Γεωρ­γίου Κα­ντα­κου­ζη­νού
για την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση»
Χάλ­λη της Σα­ξο­νία 1824
Με­τά­φρα­ση: Χρί­στος
Μ. Οι­κο­νό­μου
Ει­σα­γω­γή - σχό­λια – ε­πι­μέ­λεια
Βα­σί­λης Πα­να­γιω­τό­που­λος 
Ινστι­τού­το Ιστο­ρι­κών Ερευ­νών
Εκδ. Ασί­νη, 2015

Η συ­νέ­χεια α­πό την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, με τον τίτ­λο του βι­βλίου του Βα­σί­λη Πα­να­γιω­τό­που­λου. Να θυ­μί­σου­με, πως η Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση έ­χει ή­δη δυο γνω­στούς πρί­γκι­πες, τους Υψη­λά­ντη­δες, Αλέ­ξαν­δρο και Δη­μή­τριο. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι οι εν λό­γω Κα­ντα­κου­ζη­νοί α­νή­κουν, το πι­θα­νό­τε­ρο, σε κλά­δο της οι­κο­γέ­νειας των Κα­ντα­κου­ζη­νών, που α­πα­ντά­ται κα­τά τον 16ο αι. στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, μέ­λη του ο­ποίου κα­τέ­λα­βαν η­γε­τι­κές  θέ­σεις σε Βλα­χία και Μολ­δα­βία, θα ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, ο γερ­μα­νι­κός τίτ­λος furst”, με umlaut στο φω­νήεν, να α­πο­δο­θεί ως η­γε­μό­νας, που, στα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής, εί­ναι ο υ­ψη­λό­τε­ρος τίτ­λος στη Μολ­δο­βλα­χία. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι, κα­θώς και ό­σοι ε­πι­λέ­γο­νταν να ε­παν­δρώ­σουν τις α­νώ­τα­τες στρα­τιω­τι­κές και διοι­κη­τι­κές θέ­σεις, έρ­χο­νταν α­πό την τά­ξη των βο­γιά­ρων. Όπως α­να­φέ­ρει ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, στην πρώ­το μέ­ρος της “ει­σα­γω­γής στις ε­πι­στο­λές”, οι α­δελ­φοί Κα­ντα­κου­ζη­νοί εί­ναι υιοί του Ματ­θαίου Ιωάν­νου Κα­ντα­κου­ζη­νού, βο­γιά­ρου, και της Ραλ­λούς Καλ­λι­μά­χη του Γρη­γο­ρίου. Πα­ρα­λεί­πει την πλη­ρο­φο­ρία πως ο Ματ­θαίος Ιωάν­νου Κα­ντα­κου­ζη­νός εί­χε τον τίτ­λο του Μέ­γα Βορ­νί­κου, τον ο­ποίο ό­φει­λε στην τά­ξη του, ό­πως και ό­τι το γέ­νος εκ μη­τρός της Ραλ­λούς ή­ταν Μαυ­ρο­κορ­δά­του. 
Ενώ, φαί­νε­ται να κά­νει μια ε­πί τρο­χά­δην βι­βλιο­γρα­φι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, κα­τά την α­να­διά­τα­ξη των δι­κών του στοι­χείων, ο­ρί­ζει ως κά­πως με­γα­λύ­τε­ρο σε η­λι­κία τον Αλέ­ξαν­δρο, με έ­τος γεν­νή­σεως το 1781, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σης του Γεωρ­γίου. Κι ό­μως, τα βιο­γρα­φι­κά της Familia Cantacuzino εί­ναι γνω­στά. Κα­τά τους λημ­μα­το­γρά­φους των πα­λαιών ε­γκυ­κλο­παι­δειών, αλ­λά και τους νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς ξε­νό­γλωσ­σων συγ­γραμ­μά­των, με­γα­λύ­τε­ρος εί­ναι ο Γεώρ­γιος, που α­να­φέ­ρε­ται ως Egor, με έ­να έ­τος δια­φο­ρά α­πό τον Αλέ­ξαν­δρο. Γεν­νη­θέ­ντες, α­ντί­στοι­χα, το 1786 και το 1787, και α­πο­θα­νό­ντες, ο πρε­σβύ­τε­ρος στην Οδησ­σό το 1841 και ο νεό­τε­ρος στο Κισ­νό­βι το 1857 και ό­χι το 1851. Κα­τά τα άλ­λα, δε­δο­μέ­νης της δο­μής που ε­πέ­λε­ξε ο Πα­να­γιω­τό­που­λος για το βι­βλίο του, προ­η­γεί­ται η πε­ρι­γρα­φή του ντο­κου­μέ­ντου. 

Το ντο­κου­μέ­ντο

Σύμ­φω­να με τον εκ­δό­τη του γερ­μα­νι­κού βι­βλίου, οι ε­πι­στο­λές “γρά­φτη­καν α­πό έ­ναν κα­λά πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νο Έλλη­να ως α­πά­ντη­ση ε­νός ε­μπο­ρι­κού φί­λου στη Γερ­μα­νία και φτά­σα­νε, α­πό μία ευ­τυ­χή σύ­μπτω­ση, ως ε­μπι­στευ­τι­κές πλη­ρο­φο­ρίες στα χέ­ρια ε­νός τρί­του. Αυ­τός ξαφ­νιά­στη­κε ευ­χά­ρι­στα α­πό τον α­ναμ­φι­σβή­τη­το χα­ρα­κτή­ρα της α­λή­θειας και της α­ξιο­πι­στίας στην πε­ρι­γρα­φή των κα­τα­στά­σεων και των γε­γο­νό­των, για τα ο­ποία το γερ­μα­νι­κό κοι­νό ή­ταν, μέ­χρι τώ­ρα, εί­τε πο­λύ λί­γο ή κα­θό­λου ε­νη­με­ρω­μέ­νο, ώ­στε να τους ή­τα­νε πο­λύ ευ­πρόσ­δε­κτη μια ε­πί­ση­μη πλη­ρο­φό­ρη­ση.” Πρό­κει­ται για 33 ε­πι­στο­λές, ό­που ο α­πο­στο­λέ­ας,  στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή του, πα­ρα­θέ­τει πλη­ρο­φο­ρίες “για ό,τι προ­η­γή­θη­κε πριν α­πό την ί­δρυ­ση της Εται­ρείας”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πό “το αρ­χι­κό σχέ­διο της Εται­ρείας που ή­ταν αυ­τό του Ρή­γα”, δια­ψεύ­δο­ντας την ά­πο­ψη “ό­τι η Εται­ρεία έ­χει δε­σμό με τον Τε­κτο­νι­σμό, τον Καρ­μπο­να­ρι­σμό ή με ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη μυ­στι­κή Εται­ρεία.” Στη δεύ­τε­ρη ε­πι­στο­λή, ε­ξι­στο­ρεί το τρα­γι­κό τέ­λος του Ρή­γα, ε­πι­κρί­νο­ντας τη Ρω­σία, που, στους πο­λέ­μους ε­να­ντίον της Τουρ­κίας, εκ­με­ταλ­λευό­ταν τον ζή­λο των Ελλή­νων και με­τά τους ε­γκα­τέ­λει­πε. Στην τρί­τη ε­πι­στο­λή, α­να­φέ­ρε­ται στην ει­κο­σα­ε­τία με­τά τον θά­να­το του Ρή­γα, 1757 – 1815, ό­ταν οι Έλλη­νες ε­πε­κτεί­νουν το ε­μπό­ριο προς τη Δύ­ση, α­πο­κτούν πλοία, διευ­ρύ­νουν ση­μα­ντι­κά την πε­ριου­σια­κή τους κα­τά­στα­ση και φρο­ντί­ζουν για τη μόρ­φω­ση του λα­ού. 
Στη συ­νέ­χεια, α­πο­κα­λύ­πτει έ­να πρώ­το δι­κό του ί­χνος: “Μό­λις το έ­τος 1815 σκέ­φτη­καν με­ρι­κοί Έλλη­νες, που ζού­σαν στη Ρω­σία, να ι­δρύ­σουν την Εται­ρεία. Εφτά απ’ αυ­τούς, με­τα­ξύ των ο­ποίων και ε­γώ... μα­ζεύ­τη­καν στη Μό­σχα... έ­βα­λαν τα πρώ­τα θε­μέ­λια και α­φού ό­ρι­σαν και κά­ποιους Κα­νο­νι­σμούς, τα­ξί­δε­ψαν στην Οδησ­σό” Ονο­μα­στι­κά α­να­φέ­ρει μό­νο τους δυο α­πο­θα­νό­ντες, τον Σκου­φά (1818) και τον Γα­λά­τη (1819), α­νι­στο­ρώ­ντας τη δρά­ση του δεύ­τε­ρου, που κα­τέ­λη­ξε στη δο­λο­φο­νία του. Τέ­λος, συ­νο­ψί­ζει: “Οι υ­πό­λοι­ποι έ­ξι Έλλη­νες, με­τά α­πό  σύ­ντο­μη πα­ρα­μο­νή στην Οδησ­σό, χώ­ρι­σαν και τα­ξί­δε­ψαν προς διά­φο­ρες κα­τευ­θύν­σεις...”  
Στην ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή, α­να­φέ­ρε­ται στην Εται­ρεία, τη δο­μή και τον Κα­νο­νι­σμό της. Μό­νο, στην τε­λευ­ταία πα­ρά­γρα­φο, μνη­μο­νεύει για πρώ­τη φο­ρά, τον Αλέ­ξαν­δρο Κα­ντα­κου­ζη­νό, τον, κα­τά Πα­να­γιω­τό­που­λο, συγ­γρα­φέα των ε­πι­στο­λώ­ν: “Αφού πέ­ρα­σε α­πό τη Βιέν­νη και την Τερ­γέ­στη τον Απρί­λιο του 1821, ο Πρί­γκι­πας Αλέ­ξαν­δρος Κα­ντα­κου­ζη­νός, έ­μα­θαν οι Έλλη­νες αυ­τής της χώ­ρας, που εί­χαν ή­δη πά­ρει α­πό τον Αλέ­ξαν­δρο Υψη­λά­ντη τα πρώ­τα μη­νύ­μα­τα, τι α­κρι­βώς συ­νέ­βαι­νε.” Στην ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για την ε­κλο­γή του Πρί­γκι­πα Υψη­λά­ντη... στην κο­ρυ­φή της ε­πι­χει­ρή­σεως. Εδώ, μνη­μο­νεύει και τον Γεώρ­γιο Κα­ντα­κου­ζη­νό: “Στα­μα­τώ ε­δώ τη συ­νέ­χεια της διη­γή­σεώς μου, για­τί ο Πρί­γκι­πας Γεώρ­γιος Κα­ντα­κου­ζι­νός γρά­φει στο Υπό­μνη­μά του για τους λό­γους που ο­δή­γη­σαν τον Υψη­λά­ντη να α­πο­δε­χτεί την πρό­τα­ση και α­να­φέ­ρει προ­η­γου­μέ­νως τα γε­γο­νό­τα που συ­νέ­βη­σαν τον ί­διο και­ρό στη Μολ­δα­βία και την Βλα­χία. Έτσι θα σας α­να­φέ­ρω μό­νο τα γε­γο­νό­τα ε­κεί­να που, σύμ­φω­να με τις δι­κές μου πλη­ρο­φο­ρίες, του διέ­φυ­γαν. Προ­πα­ντός ό­μως δια­βά­στε το Υπό­μνη­μά του. Σας το στέλ­νω μα­ζί και σας δί­νω τη βε­βαιό­τη­τα ό­τι ό­λα ό­σα γρά­φει α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα”.
Αυ­τό και πράτ­τει, ό­πως δεί­χνει η ε­πό­με­νη ε­πι­στο­λή: “Αφού, χω­ρίς αμ­φι­βο­λία, θα έ­χε­τε δια­βά­σει το Υπό­μνη­μα... ε­γώ συ­νε­χί­ζω α­πό ε­κεί τη διή­γη­σή μου.”  Τον Γεώρ­γιο Κα­ντα­κου­ζη­νό τον α­να­φέ­ρει εν πα­ρό­δω σε δυο α­κό­μη ε­πι­στο­λές. Στην έ­βδο­μη, ό­που ο­νο­μα­τί­ζει τη συ­νο­δεία του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη, ό­ταν πέ­ρα­σε τον Πρού­θο και έ­φτα­σε στις 22 Φε­βρ. στο Ιά­σιο, και στην ε­νά­τη, ό­που πα­ρα­πέ­μπει στο Υπό­μνη­μά του για ό­σα συ­νέ­βη­σαν στις δυο τε­λευ­ταίες μά­χες στο Σκου­λέ­νι της Μολ­δα­βίας. Σε αυ­τήν την ε­πι­στο­λή, φτά­νει μέ­χρι την 1η Αυγ., ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας την ε­ξι­στό­ρη­ση της ε­πι­χεί­ρη­σης του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη στη Μολ­δα­βία και τη Βλα­χία, την ο­ποία, ευ­θύς εξ αρ­χής, χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως ά­και­ρη.
Αντι­θέ­τως, πολ­λα­πλώς α­να­φέ­ρε­ται στον Αλέ­ξαν­δρο Κα­ντα­κου­ζη­νό, κα­θώς, α­πό την δε­κά­τη ε­πι­στο­λή και ύ­στε­ρα, α­φη­γεί­ται την κά­θο­δό του στον Μο­ριά, ό­που προ­η­γή­θη­κε του Δη­μή­τρη Υψη­λά­ντη. Εδώ, η α­φή­γη­ση γί­νε­ται αυ­το­βιο­γρα­φι­κή, α­φού ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος πλη­ρο­φο­ρεί πως συ­νό­δευε τον Κα­ντα­κου­ζη­νό σε Μο­νεμ­βα­σιά και Τρι­πο­λι­τσά. Στην 29η ε­πι­στο­λή, φαί­νε­ται πως οι δρό­μοι Υψη­λά­ντη-Κα­ντα­κου­ζη­νού χώ­ρι­σαν, με τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο να α­κο­λου­θεί τον Κα­ντα­κου­ζη­νό: “Ο Πρί­γκι­πας ε­γκα­τέ­λει­ψε την Τρί­πο­λη στις 2 (14) Σε­πτεμ­βρίου, με συ­νο­δεία Μαυ­ρο­κορ­δά­το... ”. “Στις 8 (20) Σε­πτεμ­βρίου φτά­σα­με στα Σά­λω­να..”. Ο Κα­ντα­κου­ζη­νός και ο Μαυ­ρο­κορ­δά­τος θα πή­γαι­ναν στο Βρα­χώ­ρι ή το Πέ­τα... Σύμ­φω­να με την 31η ε­πι­στο­λή: “Πή­ρα­με το δρό­μο για το Με­σο­λόγ­γι...δια­σχί­σα­με την ο­ρο­σει­ρά της Πίν­δου...” Σύμ­φω­να με την 32η ε­πι­στο­λή: “Από την ώ­ρα που ήρ­θα­με στο Με­σο­λόγ­γι α­σχο­λού­μα­στε με το να ο­χυ­ρώ­σου­με την πό­λη... ”
Μα­κρη­γο­ρή­σα­με με τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά ί­χνη στην α­φή­γη­ση, για­τί δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση πως  θα μπο­ρού­σε να α­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεί η ταυ­τό­τη­τα του ε­πι­στο­λέα. Ή και το α­ντί­θε­το, να α­πο­κλει­σθεί η ύ­παρ­ξη ε­νός πα­ρό­μοιου προ­σώ­που, ο­πό­τε θα α­πο­κτού­σε βά­ση η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή του Πα­να­γιω­τό­που­λου. Εκεί­νος, ό­μως, ε­λέγ­χει ως μη ευ­στα­θού­σα μό­νο την ει­κα­σία, ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος να εί­ναι ο Κερ­κυ­ραίος γραμ­μα­τέ­ας του Κα­πο­δί­στρια Κων­στα­ντί­νος Κα­ντιώ­της,  ε­κτί­μη­ση την ο­ποία εί­χε δια­τυ­πώ­σει ο Ευ­βοέ­ας ε­ρευ­νη­τής Γεώρ­γιος Λάιος, ο πρώ­τος που α­σχο­λή­θη­κε με το ντο­κου­μέ­ντο. 

Οι τύ­χες του ντο­κου­μέ­ντου

Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος πλη­ρο­φο­ρεί πως το εν λό­γω βι­βλίο πα­ρέ­μει­νε στη βι­βλιο­γρα­φία α­πό το 1834, έ­τος έκ­δο­σής του, α­νώ­νυ­μο, και σχε­δόν α­ζή­τη­το, ως το 1958, που το α­νέ­συ­ρε ο Λάιος. Προ­φα­νώς, εν­νο­εί 1824, ό­σο για το 1958, τό­τε, ο Λάιος μό­λις εί­χε ε­πι­στρέ­ψει α­πό τη Βιέν­νη, ό­που για χρό­νια ε­ρευ­νού­σε σε αρ­χεία και βι­βλιο­θή­κες. Για την α­να­ζή­τη­ση της ταυ­τό­τη­τας του ε­πι­στο­λο­γρά­φου, στη­ρί­χτη­κε σε δι­κή του με­τά­φρα­ση του βι­βλίου. Άλλη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, σύμ­φω­να πά­ντο­τε με τον Πα­να­γιω­τό­που­λο, πα­ρήγ­γει­λε ο Βλα­χο­γιάν­νης. Ο ί­διος δεν ε­ρεύ­νη­σε σε ποιόν, ού­τε την πι­θα­νή χρή­ση της. Την ί­δια έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος δεί­χνει για τις σχε­τι­κές έ­ρευ­νες των δια­δό­χων του Βλα­χο­γιάν­νη στα ΓΑΚ. Το μό­νο που βρί­σκει ά­ξιο μνη­μό­νευ­σης εί­ναι, ό­τι, α­φού ε­κεί­νοι το χρη­σι­μο­ποίη­σαν, δεν το  ε­πα­να­το­πο­θέ­τη­σαν. Την ί­δια ε­πί τρο­χά­δην α­να­φο­ρά ε­πι­φυ­λάσ­σει στον με­τα­φρα­στή, του ο­ποίου τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία πα­ρα­τί­θε­νται ως υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση στο ση­μείω­μα του με­τα­φρα­στή, που ε­πέ­χει θέ­ση προ­λό­γου της με­τά­φρα­σης, στο Μέ­ρος Β΄. Τό­σο συ­νο­πτι­κά, που κα­τα­λή­γουν α­σα­φή. Κα­τά τα άλ­λα, πλη­ρο­φο­ρεί πως ο με­τα­φρα­στής εί­χε προ­σω­πι­κή ά­πο­ψη για τον τρό­πο έκ­δο­σης, αλ­λά δέ­χτη­κε ευ­γε­νι­κά την πρό­τα­ση Δη­μη­τρό­που­λου-Πα­να­γιω­τό­που­λου.
Με­τα­φρα­στής εί­ναι ο Χρί­στος Μ. Οι­κο­νό­μου, ό­που το μι­κρό ό­νο­μα με γιώ­τα και αρ­χι­κό πα­τρώ­νυ­μου, ώ­στε να μην δη­μιουρ­γη­θεί σύγ­χυ­ση με τον συ­νο­νό­μα­τό του νεό­τε­ρο πε­ζο­γρά­φο, με τον ο­ποίο συ­μπί­πτει να έ­χουν αμ­φό­τε­ροι τρία βι­βλία στο ε­νερ­γη­τι­κό τους, ό­που τα δυο τε­λευ­ταία, με τα ο­ποία έ­γι­ναν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στοί, κυ­κλο­φό­ρη­σαν τις ί­διες χρο­νιές 2010, 2014-2015. Ο με­τα­φρα­στής Οι­κο­νό­μου εί­ναι πο­λι­τι­κός μη­χα­νι­κός, α­πό­φοι­τος του Ε­ΜΠ, με με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη Ζυ­ρί­χη, κα­θη­γη­τής στο Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης. Εξ ου η κα­λή γνώ­ση της αρ­χαΐζου­σας  γερ­μα­νι­κής και της γοτ­θι­κής γρα­φής, ναι μεν σή­με­ρα εν α­χρη­σία αλ­λά σε έ­να ό­χι και τό­σο μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν η ε­πί­ση­μη. Με την α­πο­δέ­σμευ­ση α­πό τις δι­δα­κτι­κές υ­πο­χρεώ­σεις του, ε­γκα­τα­λεί­πει την τε­χνο­λο­γία για την Ιστο­ρία. Ως “ε­θε­λο­ντή της φι­λελ­λη­νι­κής ι­δέ­ας” τον συ­στή­νει ο Ι. Κ. Μα­ζα­ρά­κης-Αι­νιάν, στον πρό­λο­γο του δεύ­τε­ρου βι­βλίου του, «Το τάγ­μα των Φι­λελ­λή­νων, η ί­δρυ­ση, η εκ­στρα­τεία και η κα­τα­στρο­φή του, α­πό το η­με­ρο­λό­γιο του Johann Daniel Elster τέως ια­τρού-συ­νταγ­μα­τάρ­χη του τάγ­μα­τος», γερ­μα­νι­κή έκ­δο­ση του 1828, που εκ­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά το 2010. 
Εί­χε  προ­η­γη­θεί το 2008, «Τρα­γού­δια για την Ελλά­δα και τους Έλλη­νες» του γνω­στού φι­λέλ­λη­να Γου­λιέλ­μου Μίλ­λερ. Γεν­νη­θείς το 1794 ο Μίλ­λε­ρ, α­πε­βίω­σε 33 ε­τών, μη προ­λα­βαί­νο­ντας να έρ­θει στην Ελλά­δα, αλ­λά έ­χο­ντας δη­μο­σιεύ­σει πε­ρί τα 77 “griechenlieder”. Ο Οι­κο­νό­μου, πι­στεύο­ντας πως η α­ξία τους εί­ναι κα­τά βά­ση ι­στο­ρι­κή, τα με­τέ­φρα­σε σε πε­ζό λό­γο και για πρώ­τη φο­ρά, στο σύ­νο­λό τους, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, με πρό­λο­γο ε­πί­σης του Μα­ζα­ρά­κη πε­ρί γερ­μα­νι­κού φι­λελ­λη­νι­σμού. Το τρί­το με­τά­φρα­σμά του εί­ναι και αυ­τό έ­να η­με­ρο­λό­γιο, “Ημε­ρο­λό­γιο α­πό το τα­ξί­δι μου στην Ελλά­δα, Τουρ­κία, Αί­γυ­πτο και Συ­ρία κα­τά τα έ­τη 1834-1835 του dr Jacob Roeser, Συμ­βού­λου και προ­σω­πι­κού ια­τρού Γερ­μα­νών η­γε­μό­νων», το 2015. Ως για­τρός εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός ο α­δελ­φός του, κα­θό­σον προ­σω­πι­κός θε­ρά­πων του Όθω­να. 
Σχό­λια για το δεύ­τε­ρο βι­βλίο δη­μο­σίευ­σε ο Δη­μη­τρό­που­λος. Αφού πα­ρου­σιά­ζει τους φι­λέλ­λη­νες, που βρή­καν “στέ­γη στον Αγώ­να των Ελλή­νω­ν”, και το τάγ­μα που συ­γκρό­τη­σαν τον Μάιο του 1822, ε­ξι­στο­ρεί τον βίο και την πο­λι­τεία του Έλστε­ρ, υ­πο­γραμ­μί­ζο­ντας  την α­ξία του Ημε­ρο­λο­γίου του. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι η κα­τά­λη­ξη της κρι­τι­κής του: “Όπως ση­μειώ­νει ο με­τα­φρα­στής του βι­βλίου Χρ. Οι­κο­νό­μου, το κεί­με­νο, λό­γω γλώσ­σας και τυ­πο­γρα­φι­κών στοι­χείων, πα­ρου­σία­ζε δυ­σκο­λίες α­νά­γνω­σης α­κό­μη και για τον ει­δι­κό που θα το α­να­ζη­τού­σε σε κά­ποια βι­βλιο­θή­κη. Ίσως αυ­τός ή­ταν και ο κύ­ριος λό­γος για τον ο­ποίο εί­χε πα­ρα­με­λη­θεί α­πό την ελ­λη­νι­κή ι­στο­ριο­γρα­φία.” 
Ει­κά­ζου­με πως, κά­πως έ­τσι προέ­κυ­ψε η ι­δέα της με­τά­φρα­σης του πα­ρό­ντος ντο­κου­μέ­ντου, χρο­νι­κά συ­νο­μή­λι­κου και γλωσ­σι­κά το ί­διο δυσ­πρό­σι­του. Όσο για την ά­πο­ψη του Οι­κο­νό­μου σχε­τι­κά με την έκ­δο­ση, με βά­ση τα τρία βι­βλία που κα­τήρ­τι­σε, εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νής. Να α­να­δεί­ξει την ι­στο­ρι­κή του α­ξία. Μία πα­ρό­μοια έκ­δο­ση ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, κα­θώς το ντο­κου­μέ­ντο, έ­τσι ό­πως χω­νεύε­ται στο βι­βλίο του Πα­να­γιω­τό­που­λου, α­πο­λύει, α­κρι­βώς αυ­τό, την ι­στο­ρι­κή του α­ξία. Ύστε­ρα, ο ί­διος ο Πα­να­γιω­τό­που­λος μι­λά­ει α­νοι­χτά για “φω­το­γρα­φι­κή α­πο­τύ­πω­ση της έ­ρευ­νας αυ­τή τη στιγ­μή, η ο­ποία α­να­πό­φευ­κτα θα α­να­τρα­πεί”. Ενώ, η ι­στο­ρι­κή α­ξία του ντο­κου­μέ­ντου πα­ρα­μέ­νει δε­δο­μέ­νη. Ο Πα­να­γιω­τό­που­λος κα­λεί τους νεό­τε­ρους ε­ρευ­νη­τές να ε­ντρυ­φή­σουν πε­ραι­τέ­ρω. Αυ­τός, έ­τσι κι αλ­λιώς, έ­κα­νε το με­ρά­κι του.    

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/7/2016.

Το διπλό βιβλίο

«Δυο πρί­γκι­πες 
στην Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση»
«Επι­στο­λές αυ­τό­πτη μά­ρ­τυ­ρα
και έ­να υ­πό­μνη­μα του πρί­γκι­πα
Γεω­ρ­γίου Κα­ντα­κου­ζη­νού
για την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση»
Χά­λ­λη της Σα­ξο­νία 1824
Με­τά­φρα­ση: Χρί­στος Μ. Οι­κο­νό­μου
Ει­σα­γω­γή - σχό­λια – ε­πι­μέ­λεια
Βα­σί­λης Πα­να­γιω­τό­που­λος 
Ινστι­τού­το Ιστο­ρι­κών Ερευ­νών
Εκδ. Ασί­νη, 2015

Ορι­σμέ­νοι δί­νουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στις συ­μπτώ­σεις, προ πά­ντων ε­κεί­νες που κα­θο­ρί­ζουν ευαί­σθη­τες κα­τα­στά­σεις ή ο­δη­γούν σε μεί­ζο­νος ση­μα­σίας συ­μ­βά­ντα. Οι πε­ρι­σ­σό­τε­ροι, βε­βαίως, τις προ­σπε­ρ­νούν, χω­ρίς να δια­βλέ­πουν σε αυ­τές τί­πο­τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρο α­πό τον τυ­χαίο χα­ρα­κτή­ρα τους. Να ό­μως, δί­κην πα­ρα­δεί­γ­μα­τος, που μία, προ δε­κα­ε­τιών, σύ­μπτω­ση δια­μο­ρ­φώ­νει, κα­τά τα φαι­νό­με­να, το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο σή­με­ρα ι­στο­ριο­γρα­φι­κό πρί­σμα για την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση. Στο πρώ­το ή­μι­συ της δε­κα­ε­τίας του ’30, γε­ν­νή­θη­καν τέ­σ­σε­ρις χα­ρι­σμα­τι­κοί ά­ν­θρω­ποι που ε­πέ­λε­ξαν το ί­διο α­ντι­κεί­με­νο σπου­δών και ε­πι­στη­μο­νι­κής ε­να­σχό­λη­σης, την Ιστο­ρία και α­κο­λού­θη­σαν, εν πο­λ­λοίς,  συ­μπί­πτου­σες βιο­γρα­φι­κές τρο­χιές. Ένας κα­τ’ έ­τος, γε­ν­νή­θη­καν οι τέ­σ­σε­ρις ι­στο­ρι­κοί που θα πρω­το­στα­τού­σαν στην μο­ντέ­ρ­να ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση ή κα­τ’ ο­ρι­σμέ­νους, με­τα­μο­ντέ­ρ­να α­ξιο­λό­γη­ση, προς κα­θα­ρ­μό α­πό τους ε­θνι­κο­θρη­σκευ­τι­κούς μύ­θους. Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά: 1931 Φί­λι­π­πος Ηλιού, 1932 Βα­σί­λης Πα­να­γιω­τό­που­λος, 1933 Σπύ­ρος Ασδρα­χάς, 1935 Βα­σί­λης Κρε­μ­μυ­δάς. 
Δυο α­πό αυ­τούς, συ­μπτω­μα­τι­κά οι μέ­χρι σή­με­ρα πρω­το­στα­τού­ντες, δεν εί­ναι μό­νο Πε­λο­πο­ν­νή­σιοι α­λ­λά και α­πό την ί­δια πό­λη, την Με­σ­σή­νη της Με­σ­ση­νίας: ο Πα­να­γιω­τό­που­λος κι ο Κρε­μ­μυ­δάς. Η υ­πό­λοι­πη η­πει­ρω­τι­κή χώ­ρα δεν ε­κ­προ­σω­πεί­ται, ε­νώ οι δυο νη­σιώ­τες α­πο­χώ­ρη­σαν νω­ρίς α­πό το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο, ό­ταν ά­ρ­χι­σε να μο­ρ­φο­ποιεί­ται η ση­με­ρι­νή ε­πα­νε­κτί­μη­ση. Το 2004, ο Ηλιού α­πε­βίω­σε, και την ί­δια ε­πο­χή, ο Ασδρα­χάς α­πο­σύ­ρ­θη­κε α­πό την ε­νε­ρ­γό έ­ρευ­να. Εφέ­τος, την 25η Μα­ρ­τίου 2016, που θεω­ρή­θη­κε πως μπαί­νου­με “στην τε­λι­κή ευ­θεία για τον ε­ο­ρ­τα­σμό της δεύ­τε­ρης ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας α­πό την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση”, στις σε­λί­δες και τα έ­ν­θε­τα βι­βλίου των ε­φη­με­ρί­δων έ­γι­νε λό­γος για “σει­ρά νέων βι­βλίω­ν”, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν τις α­πό­ψεις της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας των ι­στο­ρι­κών, η ο­ποία ο­μο­νο­εί ως προς τις α­ξιο­λο­γή­σεις της. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια ο­μά­δα νεό­τε­ρων ι­στο­ρι­κών, που, λί­γο πο­λύ, συ­μπα­ρα­τά­χθη­καν ε­ξα­ρ­χής με τους εν λό­γω πρε­σβύ­τε­ρους. Πι­θα­νώς και για­τί, ή­δη α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να, ε­ντά­χθη­καν στα ε­ρευ­νη­τι­κά προ­γρά­μ­μα­τα ε­κεί­νων. Αυ­τό εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα να δη­μιου­ρ­γη­θεί μία α­ρ­ρα­γής ο­μά­δα, της ο­ποίας οι θέ­σεις και οι α­πό­ψεις χαί­ρουν με­γα­λύ­τε­ρης α­πή­χη­σης α­πό ε­κεί­νης των υ­πο­λοί­πων, με­μο­νω­μέ­νων ε­ρευ­νη­τών. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δει­γ­μα συ­νι­στά η σχέ­ση Πα­να­γιω­τό­που­λου και Δημ. Δη­μη­τρό­που­λου, ό­πως δια­φαί­νε­ται μέ­σα α­πό την έ­κ­δο­ση ε­νός α­πό “τα νέα βι­βλία” της ε­φε­τι­νής 25ης Μα­ρ­τίου.
Εφέ­τος, ε­αν ε­ξαι­ρέ­σου­με δυο τρεις ι­στο­ρι­κούς, που προ­βλή­θη­καν στον Τύ­πο, χά­ρις στις διοι­κη­τι­κής φύ­σεως θέ­σεις, που α­πέ­κτη­σαν στην τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, και οι ο­ποίοι φρό­ντι­σαν να προω­θή­σουν “τα νέα βι­βλία” συ­γ­γε­νών και μα­θη­τών, κα­τά τα ά­λ­λα, το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό ε­ν­δια­φέ­ρον ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε “στα νέα βι­βλία” των δύο Με­σ­σή­νιων. Αμφό­τε­ροι, ε­πω­φε­λού­με­νοι α­πό το κύ­ρος του “ο­μό­τι­μου” που α­πο­λα­μ­βά­νουν, πρω­το­τύ­πη­σαν, α­πο­τυ­πώ­νο­ντας στα βι­βλία τους τα πο­ρί­σμα­τα και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς   τρέ­χου­σας ε­ρευ­νη­τι­κής ε­ρ­γα­σίας. Από τον Πα­να­γιω­τό­που­λο, α­να­με­νό­ταν, ό­πως του ζη­τή­θη­κε, ο σχο­λια­σμός ε­νός ε­πι­στο­λι­κού ντο­κου­μέ­ντου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­νός βι­βλίου σε α­ρ­χαϊζου­σα γε­ρ­μα­νι­κή και γο­τ­θι­κή γρα­φή, που ε­κ­δό­θη­κε το 1824 στη Χά­λ­λη της Σα­ξο­νίας. Και ε­κεί­νος, α­ντί να προ­σ­διο­ρί­σει την κά­πως αι­νι­γ­μα­τι­κή ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου και πρω­τί­στως, να α­να­ζη­τή­σει τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο, δη­λα­δή τον “αυ­τό­πτη μά­ρ­τυ­ρα” των ε­πι­στο­λών, ι­σχυ­ρί­ζε­ται “α­φο­ρι­στι­κά και δο­γ­μα­τι­κά”, πως δεν πρό­κει­ται για πρα­γ­μα­τι­κές ε­πι­στο­λές, α­λ­λά πε­ρί ε­νός ε­πι­στο­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. 
Εμπνεό­με­νος, μά­λι­στα, α­πό την διεί­σ­δυ­ση της λο­γο­τε­χνίας στην Ιστο­ρία, που τό­σο ε­ν­θου­σιά­ζει τους ι­στο­ρι­κούς, ό­χι μό­νο προ­τεί­νει συ­γκε­κρι­μέ­νο συ­γ­γρα­φέα, α­λ­λά α­πο­τι­μά και το εν λό­γω έ­ρ­γο του ως “μέ­τριο” και “πρώι­μο ση­μά­δι του ε­λ­λη­νι­κού Ρο­μα­ντι­σμού”, υ­πο­δει­κνύο­ντας σαν πι­θα­νό πρό­τυ­πο το νε­α­νι­κό του Ού­γου Φώ­σκο­λου «Τε­λευ­ταίες ε­πι­στο­λές του Γιά­κο­πο Όρτις». Όσο για τον τυ­χό­ντα “φι­λο­λο­γι­κό ή ι­στο­ριο­δι­φι­κό” φω­τι­σμό, που ή­θε­λε προ­κύ­ψει α­πό ά­λ­λους ε­ρευ­νη­τές, τον θεω­ρεί ευ­πρό­σ­δε­κτο μεν, α­λ­λά, εκ προοι­μίου, α­διά­φο­ρο ό­σο α­φο­ρά την ι­σχύ των δι­κών του πο­ρι­σμά­των. Πά­λι κα­λά, που, με­τά τη λέ­ξη δο­γ­μα­τι­κά, ε­ντός πα­ρε­ν­θέ­σεως, βά­ζει θαυ­μα­στι­κό. Αυ­τό δεί­χνει, πως, πι­θα­νώς, να έ­χει ε­πί­γνω­ση, ό­τι ρέ­πει και ο ί­διος προς την μυ­θο­πλα­σία, πα­ρό­λο που η μέ­χρι σή­με­ρα ι­στο­ριο­γρα­φία του δεν προϊδέ­α­ζε για πα­ρό­μοιο α­ντι­συ­μ­βα­τι­κό χει­ρι­σμό. 
Αντι­θέ­τως, α­πό τον Κρε­μ­μυ­δά, με­τά α­πό τρία τέ­σ­σε­ρα πα­ρα­μύ­θια, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που ε­ξέ­δω­σε ψευ­δω­νύ­μως, και σει­ρά  ι­στο­ρι­κών συ­γ­γρα­μ­μά­των για α­γω­νι­στές και πο­λι­τι­κούς ά­ντρες του Ει­κο­σιέ­να, ό­πως ο Σπυ­ρο­μί­λιος και ο Κω­λέ­τ­της, ό­που, ό­μως, χω­ρά­νε και Αρκά­δες το­κο­γλύ­φοι και “τρα­πε­ζί­τες”, πε­ρί­με­νε κα­νείς ε­κ­πλή­ξεις. Τε­λι­κά, πα­ρα­μέ­νο­ντας πι­στός στην ε­ρευ­νη­τι­κή του δια­δρο­μή, που, ή­δη α­πό τις α­ρ­χι­κές δια­τρι­βές του για δι­δα­κτο­ρι­κό και υ­φη­γε­σία, εί­χε  ως στα­θε­ρό ση­μείο, την “προ­ε­πα­να­στα­τι­κή Πε­λο­πό­ν­νη­σο και τις οι­κο­νο­μι­κές της συ­να­λ­λα­γές”, δια­τεί­νε­ται πως γρά­φει το “α­φή­γη­μα της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης”, ε­στιά­ζο­ντας, ό­πως και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, στους θρη­σκευ­τι­κούς και το­πι­κι­στι­κούς μύ­θους. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η Επα­νά­στα­ση στη Με­σ­ση­νία ξε­κί­νη­σε δυο μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα α­πό την φη­μο­λο­γού­με­νη η­με­ρο­μη­νία στην Αγία Λαύ­ρα. Το πρωί της 23ης Μα­ρ­τίου, ο Αγάς πα­ρέ­δω­σε την Κα­λα­μά­τα στους ε­πα­να­στά­τες. Ωστό­σο, αν οι δυο ι­στο­ρι­κοί ζη­τού­σαν να α­λ­λά­ξει η η­μέ­ρα του ε­ο­ρ­τα­σμού, προ­φα­νώς δεν θα τους πα­ρα­κι­νού­σαν το­πι­κι­στι­κοί λό­γοι. Στό­χος γε­νι­κό­τε­ρος εί­ναι η μη σύ­μπτω­ση του ε­ο­ρ­τα­σμού της Επα­νά­στα­σης με ε­κεί­νον του Ευα­γ­γε­λι­σμού της Θε­ο­τό­κου. Το Λά­βα­ρο της Επα­νά­στα­σης να θρια­μ­βεύει ως ε­θνι­κό σύ­μ­βο­λο και ό­χι ως Λά­βα­ρο της Αγίας Λαύ­ρας, με τις ευ­λο­γίες του Πα­λαιών Πα­τρών Γε­ρ­μα­νού.  
Ξε­κι­νά­με α­πό το βι­βλίο του πρε­σβύ­τε­ρου Με­σ­σή­νιου. Το βι­βλίο του Πα­να­γιω­τό­που­λου θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί, «Δι­πλό βι­βλίο», κα­θώς έ­χει δυο τί­τ­λους και ου­σια­στι­κά, δυο συ­γ­γρα­φείς, αν το δά­νειο α­πό τον Δη­μή­τρη Χα­τ­ζή ως τί­τ­λο δεν τον εί­χε χρη­σι­μο­ποιή­σει, το 2003, η Τα­σού­λα Βε­ρ­βε­νιώ­τη, συ­στε­γά­ζο­ντας έ­να ντο­κου­μέ­ντο, “την α­φή­γη­ση της Στα­μα­τίας Μπα­ρ­μπά­τση”, με τη δι­κή της “ι­στο­ρι­κή α­νά­γνω­ση”. Πα­ρα­τη­ρού­με, μά­λι­στα, πως η α­ντι­με­τώ­πι­ση α­πό τον Τύ­πο, τό­τε και τώ­ρα, εί­ναι πα­ρα­πλή­σια. Στην πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του Πα­να­γιω­τό­που­λου, πα­ρα­κά­μπτε­ται η ε­σω­τε­ρι­κή σε­λί­δα τί­τ­λου, ό­που προ­τά­σ­σο­νται τα στοι­χεία του ντο­κου­μέ­ντου, με α­να­φο­ρά στον με­τα­φρα­στή α­πό την γε­ρ­μα­νι­κή, και μό­νο στο κά­τω μέ­ρος της σε­λί­δας μνη­μό­νευ­ση του ε­πι­με­λη­τή και συ­ντά­κτη ει­σα­γω­γής και σχο­λίων. Αντ’ αυ­τών, η θέ­ση του συ­γ­γρα­φέα πα­ρα­χω­ρεί­ται στον ε­πι­με­λη­τή, ε­νώ τί­τ­λος του ντο­κου­μέ­ντου και με­τα­φρα­στής α­πα­λεί­φο­νται α­πό την ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου. Τον τί­τ­λο του βι­βλίου τον δί­νει ο ε­πι­με­λη­τής. Έτσι συ­νέ­βη και στην πε­ρί­πτω­ση της Βε­ρ­βε­νιώ­τη, στην ο­ποία, ως ε­πι­με­λή­τρια και σχο­λια­στής της μα­ρ­τυ­ρίας της Μπα­ρ­μπά­τση, α­πο­νε­μή­θη­κε το Βρα­βείο Χρο­νι­κού-Μα­ρ­τυ­ρία. Επαι­νέ­θη­κε, μά­λι­στα, η χει­ρο­νο­μία της να μοι­ρα­στεί το χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο με την νο­ση­λευό­με­νη τό­τε συ­γ­γρα­φέα της μα­ρ­τυ­ρίας.    
Ένας πα­ρό­μοιος τί­τ­λος, ό­μως, θα α­δι­κού­σε τη συ­γ­γρα­φι­κή σύ­λ­λη­ψη του Πα­να­γιω­τό­που­λου. Για­τί μά­λ­λον πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο δι­κής του έ­μπνευ­σης, πα­ρά τον ι­σχυ­ρι­σμό, στον «Πρό­λο­γο του ε­πι­με­λη­τή», πως πρό­θυ­μα δέ­χτη­κε την πρό­τα­ση του Δη­μη­τρό­που­λου για μια σχο­λια­σμέ­νη έ­κ­δο­ση του εν λό­γω ντο­κου­μέ­ντου. Μπο­ρεί σή­με­ρα ο Δη­μη­τρό­που­λος να κα­τέ­χει τη θέ­ση του “διευ­θυ­ντή” και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος του “ο­μό­τι­μου διευ­θυ­ντή”, η σχέ­ση, ό­μως, δά­σκα­λου και μα­θη­τή πα­ρα­μέ­νει. Από­φοι­τος του Ιστο­ρι­κού Τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής Αθη­νών ο δεύ­τε­ρος, τριά­ντα έ­τη με­τά τον Δά­σκα­λο, συ­μπί­πτει να ξε­κι­νά­ει τις με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δές, ό­ταν ε­κεί­νος ε­πα­νέ­ρ­χε­ται α­πό το Πα­ρί­σι και α­να­λα­μ­βά­νει ε­πι­κε­φα­λής του Ινστι­τού­του Νε­ο­ε­λ­λη­νι­κών Ερευ­νών. Ως στε­νός συ­νε­ρ­γά­της, συ­μ­με­τέ­χει και στα τρία μεί­ζο­να ε­ρευ­νη­τι­κά προ­γρά­μ­μα­τα του Πα­να­γιω­τό­που­λου: «Ιστο­ρία των Οι­κι­σμών της Ελλά­δος 15ος-20ος αι.», ό­που ε­ντά­σ­σε­ται και η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, το συ­λ­λο­γι­κό έ­ρ­γο «Ιστο­ρία του Νέ­ου Ελλη­νι­σμού 1770-2000», με την συ­νο­δευ­τι­κή σει­ρά βιο­γρα­φιών προ­σώ­πων του Αγώ­να, ό­που ε­κεί­νος α­να­λα­μ­βά­νει τον Κο­λο­κο­τρώ­νη, και πρό­σφα­τα, την έ­κ­δο­ση του Αρχείου του Αλή Πα­σά. 
Σε αυ­τές τις βιο­γρα­φι­κές διευ­κρι­νί­σεις, στη­ρί­ζου­με την ει­κα­σία, πως τα τρία τέ­τα­ρ­τα του βι­βλίου, δη­λα­δή το βι­βλίο του Πα­να­γιω­τό­που­λου, ως “α­φή­γη­μα” α­πο­σπα­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νου σε ε­πι­μέ­ρους θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, χω­ρίς να κα­τα­λή­γει σε κά­ποιο ε­ρ­μη­νευ­τι­κό μο­ντέ­λο, θα πρέ­πει να προϋπή­ρ­ξε του ε­ναύ­σμα­τος της έ­κ­δο­σης, που στά­θη­κε το ντο­κου­μέ­ντο και το ο­ποίο ε­πέ­βα­λε την α­λ­λα­γή της δο­μής του συ­γκε­ντρω­μέ­νου ε­ρευ­νη­τι­κού υ­λι­κού. Αντί ε­νός “δι­πλού βι­βλίου”, το ντο­κου­μέ­ντο, δη­λα­δή το βι­βλίο του 1824, με τί­τ­λο, «Επι­στο­λές αυ­τό­πτη μά­ρ­τυ­ρα και έ­να υ­πό­μνη­μα...» α­πο­τε­λεί το Μέ­ρος Β΄, ε­νώ  δυο ει­σα­γω­γές, α­ντί­στοι­χες προς τον δι­με­ρή χα­ρα­κτή­ρα του, α­πο­τε­λούν το Μέ­ρος Α΄ και δυο ε­νό­τη­τες σχο­λίων, το Μέ­ρος Γ΄. Ανα­λα­μ­βά­νο­ντας ο Πα­να­γιω­τό­που­λος να συ­γ­γρά­ψει τα δυο Μέ­ρη, συν τις σε­λί­δες που α­ντι­στοι­χούν στον ε­πι­με­λη­τή, δη­λα­δή α­πό τις 414 του τό­μου τις 290, μέ­νουν μό­λις 124 σε­λί­δες, α­ραιής τυ­πο­γρα­φι­κής μο­ρ­φής, για το ντο­κου­μέ­ντο. 
Με αυ­τήν τη διευ­θέ­τη­ση, τό­σο το “α­φή­γη­μα”, που, έ­στω και η­μι­τε­λές, πα­ρου­σιά­ζει ε­ν­δια­φέ­ρον, ό­σο και το ντο­κου­μέ­ντο, ό­χι μό­νο α­δι­κού­νται, α­λ­λά, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, η συ­στέ­γα­σή τους δη­μιου­ρ­γεί σύ­γ­χυ­ση. Πα­ρά­δει­γ­μα, οι συ­νε­χείς α­να­φο­ρές του ε­πι­με­λη­τή στον μυ­θο­πλα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα του ντο­κου­μέ­ντου, που μέ­νουν α­στή­ρι­κτες. Κά­πο­τε, μέ­χρι και λα­ν­θα­σμέ­νες, ό­πως η δια­βε­βαίω­ση, ή­δη στον «Πρό­λο­γο του ε­πι­με­λη­τή», πως δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­κ­δό­της του ντο­κου­μέ­ντου. Κι ό­μως, α­κό­μη κι αν α­γνοή­σου­με, ως μυ­θο­πλα­στι­κό τέ­χνα­σμα, τον «Πρό­λο­γο του ε­κ­δό­τη» στο Μέ­ρος Β΄, υ­πά­ρ­χει το ε­ξώ­φυ­λ­λο ε­κεί­νου του βι­βλίου, του ο­ποίου η φω­το­γρα­φι­κή α­να­τύ­πω­ση πα­ρα­τί­θε­ται ει­σα­γω­γι­κά, ό­που κα­τα­λη­κτι­κά α­να­φέ­ρε­ται ο ε­κ­δο­τι­κός οί­κος, “die Rengerschen Verlagsbuchhandlung”. Μέ­χρι τον κα­τά­λο­γο των βι­βλίων, που ο εν λό­γω ε­κ­δο­τι­κός οί­κος ε­ξέ­δω­σε το 1824, γνω­ρί­ζου­με. Στοι­χείο βο­η­θη­τι­κό στην έ­ρευ­να για την ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου.
Όπως και να έ­χει, ο τί­τ­λος αυ­τού του “δι­πλού βι­βλίου” α­να­φέ­ρε­ται στους πρω­τα­γω­νι­στές του ντο­κου­μέ­ντου, τους δυο α­δε­λ­φούς Κα­ντα­κου­ζη­νούς, Αλέ­ξα­ν­δρο και Γεώ­ρ­γιο. Όπου, κα­τά την ε­κ­δο­χή του Πα­να­γιω­τό­που­λου, ο πρώ­τος εί­ναι ο συ­γ­γρα­φέ­ας του ε­πι­στο­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος, ως συ­γ­γρα­φέ­ας του υ­πο­μνή­μα­τος, δεν δη­μιου­ρ­γεί προ­βλή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κά, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί, πλην της γλώ­σ­σας στην ο­ποία γρά­φτη­κε. Για την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι γρά­φτη­κε στα γα­λ­λι­κά και πως το γε­ρ­μα­νι­κό κεί­με­νο α­πο­τε­λεί συ­μπυ­κνω­μέ­νη μο­ρ­φή του πρω­τό­τυ­που, πα­ρα­πέ­μπει στις α­ρ­χεια­κές έ­ρευ­νες του ρώ­σου ι­στο­ρι­κού Γρι­γκό­ρι Αρς. Το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, που ε­κ­δό­θη­κε στα ε­λ­λη­νι­κά, «Ο Ιωά­ν­νης Κα­πο­δί­στριας στη Ρω­σία», με πρό­λο­γο του Πα­να­γιώ­τα­που­λου και α­πό τον ί­διο ε­κ­δό­τη, συ­γκα­τα­λέ­χτη­κε στα νέα βι­βλία της ε­φε­τι­νής 25ης Μα­ρ­τίου.
Στο βι­βλίο, πα­ρα­τί­θε­ται ε­κτε­νής βι­βλιο­γρα­φία του Αρς, ό­που α­που­σιά­ζει η α­νέ­κ­δο­τη α­λ­λη­λο­γρα­φία του Αλέξ. Υψη­λά­ντη (1816-1828), έ­κ­δο­ση του 1999, α­πό κοι­νού με τον Κων. Σβο­λό­που­λο. Επί­σης, δεν μνη­μο­νεύε­ται η α­να­γό­ρευ­ση του Αρς, προ δε­κα­ε­τίας (15/12/2005), σε ε­πί­τι­μο δι­δά­κτο­ρα του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών, στην ο­ποία, το έ­ρ­γο του τι­μώ­με­νου εί­χε πα­ρου­σιά­σει ο Σβο­λό­που­λος. Στον πρό­λο­γό του, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει  “την τε­λευ­ταία ι­σο­ρ­ρο­πη­μέ­νη βιο­γρα­φία του Κα­πο­δί­στρια” α­πό τον Χρ. Λού­κο, στη δι­κή του σει­ρά βιο­γρα­φιών για πρό­σω­πα της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης. Οι τρό­ποι, που πα­νε­πι­στη­μια­κοί, α­κα­δη­μαϊκοί και ά­λ­λοι ε­ξέ­χο­ντες α­λ­λη­λου­πο­νο­μεύο­νται και α­λ­λη­λοϋπο­στη­ρί­ζο­νται, θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό υ­λι­κό. 
Θα ε­πα­νέ­λ­θου­με την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2016.

Η παρέα του Λουμίδη

Σε έ­να το­μί­διο για τον Αλέ­ξαν­δρο Αργυ­ρίου, το δεύ­τε­ρο στη νεό­τευ­κτη σει­ρά, «Τι­μής έ­νε­κεν», της Βι­βλιο­θή­κης του Μου­σείου Μπε­νά­κη, η ο­ποία συ­νι­στά το έ­ντυ­πο ί­χνος α­ντί­στοι­χων εκ­δη­λώ­σεων (το πρώ­το το­μί­διο ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στον Χα­ρά­λα­μπο Μπού­ρα), δη­μο­σιεύο­νται οι ε­πτά ο­μι­λίες της εκ­δή­λω­σης και συ­νο­πτι­κά τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά του. Και τα δυο το­μί­δια εί­ναι εκ­δό­σεις του 2009, με τις εκ­δη­λώ­σεις ε­ντός του 2008. Αρχι­τέ­κτο­νας ο Μπού­ρας, πο­λι­τι­κός μη­χα­νι­κός ο Αργυ­ρίου, αλ­λά τι­μή­θη­κε ως λο­γο­τε­χνι­κός κρι­τι­κός. Για­τί, α­λή­θεια, το 1939, ο Αλέ­κος Κου­μπής, χω­ρίς πα­τρι­κή πίε­ση, α­φού ο κα­πε­τά­νιος Στα­μά­της Κου­μπής εί­χε α­να­χω­ρή­σει νω­ρίς, ε­πέ­λε­ξε το Ε­ΜΠ; Στην  τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση πά­ντως, στις 11 Μαρ. 2008, τε­λείω­σε τον σύ­ντο­μο χαι­ρε­τι­σμό του με έ­να πε­ρι­στα­τι­κό του 1931. Δε­κα­ε­τής τό­τε, τον α­νέ­βα­σε ο πα­τέ­ρας του στην Ακρό­πο­λη, για μία πρώ­τη ε­πί­σκε­ψη, κα­θώς την ί­δια χρο­νιά εί­χαν με­τοι­κή­σει α­πό τον Πει­ραιά στην Αθή­να. Ο πα­τέ­ρας του, σε στιγ­μή έ­ξα­ψης, εί­χε α­νε­βεί σε έ­να μάρ­μα­ρο και α­πήγ­γελ­λε στί­χους του Σπυ­ρί­δω­νος Βα­σι­λειά­δη. Αυ­τό ε­ντυ­πώ­θη­κε στην παι­δι­κή μνή­μη και  υ­πό μία έν­νοια, μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί α­φε­τη­ρια­κό συμ­βάν μύη­σης στη λο­γο­τε­χνία. 
Ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ξε­κι­νώ­ντας με κα­θυ­στέ­ρη­ση και συ­νε­χί­ζο­ντας με αρ­γούς ρυθ­μούς τη συ­γκέ­ντρω­ση των ο­μοιο­γε­νών κει­μέ­νων του, δη­μο­σιευ­μέ­νων α­πό το 1947, έ­φθα­σε τα εν­νέα βι­βλία, με πρώ­το το 1983 και τε­λευ­ταίο το 2009, δί­πλα στους ο­κτώ τό­μους της Ιστο­ρίας του 2001-2007,  και τους άλ­λους ο­κτώ, με δι­κές του ει­σα­γω­γές. Η πρώ­τη ει­σα­γω­γή ε­ντο­πί­ζε­ται σε αν­θο­λο­γία του 1957. Σε τρεις α­πό αυ­τές α­να­λαμ­βά­νει και την αν­θο­λό­γη­ση προ­σώ­πων και ποιη­μά­των. Στην τε­λευ­ταία, το 2000, στη σει­ρά «Ανθο­λό­γος Ερμής», ε­πι­λέ­γει να πα­ρου­σιά­σει τον Δημ. Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, φί­λο του Βα­σι­λειά­δη και το άλ­λο μι­σό του ρο­μα­ντι­κού δι­δύ­μου της  πρώ­της Αθη­ναϊκής Σχο­λής.    
Σχε­τι­κά μι­κρή η συ­γκο­μι­δή, λό­γω της ε­στία­σης κα­τά την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία στη συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας. Αντι­στοί­χως, δεν α­πή­λαυ­σε και πολ­λές δια­κρί­σεις. Μό­λις το 1999 α­να­γο­ρεύ­θη­κε ε­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου. Με­τρη­μέ­νες και οι βρα­βεύ­σεις, το 1984, Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Δο­κι­μίου και το 1998, Με­γά­λο Κρα­τι­κό Βρα­βείο. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, θα τρί­τω­ναν οι βρα­βεύ­σεις, εάν η Ακα­δη­μία Αθη­νών του α­πέ­νει­με το Εθνι­κό Αρι­στείο. Έναν αιώ­να τώ­ρα, α­πό το 1926 που ι­δρύ­θη­κε η Ακα­δη­μία, το Εθνι­κόν Αρι­στείον, πρώην Βα­σι­λι­κόν Με­τάλ­λιον των Γραμ­μά­των και των Κα­λών Τε­χνών, δί­νε­ται α­πό αυ­τήν α­νά τε­τρα­ε­τία: θε­τι­κές  ε­πι­στή­μες, γράμ­μα­τα, ι­στο­ρι­κές και κοι­νω­νι­κές ε­πι­στή­μες, κα­λές τέ­χνες. Οι βρα­βεύ­σεις των Γραμ­μά­των συ­μπί­πτουν με τα δί­σε­κτα έ­τη. Ως εί­θι­σται, ε­φέ­τος, κα­τά την πα­νη­γυ­ρι­κή συ­νε­δρία της 25ης Μαρ­τίου, προ­κη­ρύ­χτη­κε το ε­πό­με­νο Αρι­στείο, που θα α­πο­νε­μη­θεί την 25η Μαρ­τίου 2017. Ο Αργυ­ρίου προ­τά­θη­κε το δί­σε­κτο 2008 και αν εί­χε προ­κρι­θεί, μό­λις που θα προ­λά­βαι­νε την α­πο­νο­μή. Κρί­μα, για­τί ο συ­νυ­πο­ψή­φιος, 16 χρό­νια μι­κρό­τε­ρος, εί­χε ό­λο το χρό­νο μπρο­στά του, αλ­λά και λι­γό­τε­ρο έρ­γο στον α­μι­γή χώ­ρο των Γραμ­μά­των.
Όπως και να έ­χει, αυ­τός ο συ­νυ­πο­ψή­φιος για το Αρι­στείο 2008, το ο­ποίο τε­λι­κά δεν α­πο­νε­μή­θη­κε, ή­ταν ο μό­νος με αρ­κε­τά μα­κριά μνή­μη, ώ­στε να θυ­μη­θεί, νε­κρο­λο­γώ­ντας τον Αργυ­ρίου, “την πο­λύ­τι­μη Ανθο­λο­γία των Με­τα­πο­λε­μι­κών Ποιη­τών των Γεν­να­τά-Γεωρ­γού­δη, στην ο­ποία ο Αργυ­ρίου εί­χε γρά­ψει προ­δρο­μι­κό ε­μπε­ρί­στα­το πρό­λο­γο – τον πρώ­το γι’ αυ­τή τη γε­νιά”. Αυ­τά, σύμ­φω­να με τον δι­κό του σχο­λια­σμό, ό­που συ­μπλή­ρω­νε: “Έχουν πε­ρά­σει ή­δη, φευ, 55 χρό­νια.” Όσο για τη νε­κρο­λο­γία, την κλεί­νει με στί­χο Κάλ­βου. Με­τα­θα­να­τίως, η γεν­ναιο­δω­ρία πε­ρισ­σεύει, ό­πως και οι πα­ρα­δρο­μές της μνή­μης. Δεν ή­ταν πριν 55 χρό­νια, αλ­λά το 1957, και αν­θο­λό­γοι ή­ταν οι Γιωρ­γού­δης - Γεν­να­τάς. Ερχό­με­νος, ό­μως, α­πό το χώ­ρο του θεά­τρου ο συ­νυ­πο­ψή­φιος, πρό­τα­ξε τον η­θο­ποιό Κώ­στα Γεν­να­τά, πα­τέ­ρα του η­θο­ποιού Γε­ρά­σι­μου Γεν­να­τά. Ο έ­τε­ρος εί­ναι Ντί­νος Γιωρ­γού­δης και ό­χι Γεωρ­γού­δης.
Οι κρι­τι­κοί λο­γο­τε­χνίας, συ­νή­θως, προ­κύ­πτουν υ­πό ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­στά­σεις και α­πό αυ­τές, στη συ­νέ­χεια της πο­ρείας τους, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται. Έτσι υ­πάρ­χουν πα­νε­πι­στη­μια­κοί κρι­τι­κοί ή και λο­γο­τέ­χνες κρι­τι­κοί, ό­που, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, με την κρι­τι­κο­γρα­φία ε­πι­ζη­τούν να διευ­ρύ­νουν το κύ­ρος τους. Ακό­μη, κρι­τι­κοί ταυ­τι­σμέ­νοι με έ­ναν συγ­γρα­φέα, κα­θώς  το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα του έρ­γου τους ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε αυ­τόν. Κα­τά κα­νό­να, πρό­κει­ται για κά­ποιον πρε­σβύ­τε­ρο, του ο­ποίου ε­πω­μί­στη­καν τη φρο­ντί­δα των κα­τά­λοι­πών του, ό­πως, λ.χ., ο Κ. Στερ­γιό­που­λος του Τέλ­λου Άγρα. Επί­σης, μπο­ρεί ε­ξαρ­χής να έ­χουν συν­δε­θεί με έ­να έ­ντυ­πο, εί­τε ε­παγ­γελ­μα­τι­κά με μία ε­φη­με­ρί­δα εί­τε στο ξε­κί­νη­μά τους με έ­να λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που ση­μαί­νει κυο­φο­ρία στο λε­γό­με­νο πα­λαιό­τε­ρα, φυ­τώ­ριο του πε­ριο­δι­κού. Κρι­τι­κός που να προέ­κυ­ψε α­πό μια συ­ντρο­φιά, άλ­λος α­πό τον Αλέξ. Αργυ­ρίου δεν μας έρ­χε­ται στο νου. Πι­θα­νώς, για­τί μία πα­ρέα έ­χει χα­λα­ρό χα­ρα­κτή­ρα, χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο. 
Η πα­ρέα, ό­μως, α­πό την ο­ποία ξε­κί­νη­σε ο Αργυ­ρίου εί­χε δια­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν συ­γκε­ντρώ­νο­νταν στο  στέ­κι ε­νός γνω­στού προ­σώ­που, συ­μπα­ρα­σύ­ρο­ντας ο φί­λος τον φί­λο, ό­πως συ­νέ­βαι­νε με κα­φε­νεία και τα­βέρ­νες τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Τό­τε, στα φοι­τη­τι­κά χρό­νια του Αργυ­ρίου, μέ­σα δε­κα­ε­τίας του ’40, υ­πήρ­χαν οι νε­ο­λαίες των πο­λι­τι­κών πα­ρα­τά­ξεων, που έ­παιρ­ναν πα­ρό­μοιες πρω­το­βου­λίες. Βέ­βαια, οι πλέ­ον δρα­στή­ριες και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, ι­διαί­τε­ρα στους πα­νε­πι­στη­μια­κούς χώ­ρους, ή­ταν ε­κεί­νες της Αρι­στε­ράς. Επρό­κει­το για τα­κτι­κή διεύ­ρυν­σης του κύ­κλου ε­πιρ­ροής τους, η ο­ποία συ­νε­χί­στη­κε στις με­τέ­πει­τα ει­ρη­νι­κές πε­ριό­δους, πι­θα­νώς πιο συ­στη­μα­τι­κά αλ­λά με μι­κρό­τε­ρο ζή­λο. 
Σε μία, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, αυ­το­σχέ­δια φοι­τη­τι­κή λέ­σχη, δη­λα­δή ο­μά­δα φοι­τη­τών, με λο­γο­τε­χνι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα ή και α­πλώς φι­λο­δο­ξίες, α­ρι­στε­ρής ι­δε­ο­λο­γίας ή και μό­νο, λό­γω ε­πο­χής, ευε­πί­φο­ροι μιας κο­μου­νι­στι­κής πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κής προ­πα­γάν­δας, ο, έ­τσι και αλ­λιώς, φα­να­τι­κός της α­νά­γνω­σης φοι­τη­τής του Ε­ΜΠ Αλέ­κος Κου­μπής εκ­δή­λω­σε την έ­φε­σή του στο γρά­ψι­μο  και κυ­ρίως, την κρι­τι­κή του διά­θε­ση. Οι πιο μα­νιώ­δεις πε­ρί τη λο­γο­τε­χνία ε­κεί­νης της ο­μά­δας συ­νέ­πτυ­ξαν μία στε­νό­τε­ρη πα­ρέα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν κά­ποια έ­ντυ­πα, τα ο­ποία μνη­μο­νεύο­νται ως πε­ριο­δι­κά του ε­νός, το πο­λύ δυο τευ­χών. Στην Ιστο­ρία του, ο Αργυ­ρίου α­να­φέ­ρει ά­τυ­πες ο­μά­δες σε Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη “νέων λο­γο­τε­χνών της Αρι­στε­ράς, που κρα­τού­σαν α­πο­στά­σεις α­πό τον σο­σια­λι­στι­κό ρε­α­λι­σμό”. Ανά­με­σα σε αυ­τούς ο Κου­μπής, που με­τα­φυ­τεύ­θη­κε α­πό τους πρώ­τους στο φοι­τη­τι­κό πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο έ­στη­σε η ο­μά­δα. Επρό­κει­το για την ε­βδο­μα­διαία «Φοι­τη­τι­κή Φω­νή», συ­νω­μο­τι­κά «Φι­φή», που ξε­κί­νη­σε μέ­σα στο 1945 και συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι το 1948. Πα­ρό­λο που ε­πρό­κει­το για έ­ντυ­πο της Αρι­στε­ράς, ό­πως, λ.χ., τα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα», δεν εί­χε κομ­μα­τι­κές ε­ξαρ­τή­σεις, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην ι­σχύ­σει γι’ αυ­τό η α­πα­γό­ρευ­ση κυ­κλο­φο­ρίας, με την ο­ποία έ­κλει­σαν, 19 Οκτ. 1947, τις ε­φη­με­ρί­δες «Ρι­ζο­σπά­στη» και «Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα».
Όντας ο Κου­μπής, ή­δη α­πό δευ­τε­ρο­ε­τής φοι­τη­τής ορ­γα­νω­μέ­νος στη νε­ο­λαία, τον τε­λευ­ταίο χρό­νο της «Φι­φής», α­νέ­λα­βε υ­πεύ­θυ­νος των λο­γο­τε­χνι­κών σε­λί­δων. Από τα δι­κά του κρι­τι­κά ση­μειώ­μα­τα, με την υ­πο­γρα­φή Αλέ­κος Ευ­στα­θίου, στην Ιστο­ρία του  α­να­φέ­ρει μό­νο δυο, για τον Βρετ­τά­κο (7/2/1947) και τον Ανα­γνω­στά­κη (5/5/1947). Από ε­κεί, στα χρό­νια του Εμφυ­λίου, πέ­ρα­σε ως Αλέξ. Αργυ­ρίου, στα πε­ριο­δι­κά «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα» (1947-1950) και «Ποιη­τι­κή Τέ­χνη» του Φρί­ξου Ηλιά­δη (15/12/1948-1/4/1949).  Όσο α­φο­ρά την ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φία του κρι­τι­κού Αργυ­ρίου, εί­χε την τύ­χη του κά­θε α­ρι­στε­ρού συ­νερ­γά­τη, συ­νέ­πα­σχε με τα δει­νά της ε­φη­με­ρί­δας: Στον «Δη­μο­κρα­τι­κό Τύ­πο», αρ­χές 1950-αρ­χές 1952, στην βρα­χύ­βια «Δη­μο­κρα­τι­κή» το 1951, και α­κό­μη, στην «Ημέ­ρα» του Σο­φο­κλή Βε­νι­ζέ­λου, το 1952. 
Ωστό­σο, το 1953-54 θα βρε­θεί κρι­τι­κός στην «Αγγλο­ελ­λη­νι­κή Επι­θεώ­ρη­ση», τρι­μη­νιαία κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, ό­ταν διευ­θυ­ντής ή­ταν ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Όπως ο ί­διος σχο­λιά­ζει: Η συ­νερ­γα­σία του με το εν λό­γω έ­ντυ­πο θεω­ρή­θη­κε προ­σχώ­ρη­ση στον ε­χθρό. Το 1956-1957, συ­νερ­γά­στη­κε με την ε­πί­σης τρι­μη­νιαία «Και­νού­ρια Επο­χή» του Γιάν­νη Γου­δέ­λη. Το τε­λευ­ταίο δη­μο­σίευ­μά του σε αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, χει­μώ­να 1957, «Διά­γραμ­μα ει­σα­γω­γής στην ποίη­ση του Γ. Σε­φέ­ρη», με αν­θο­λό­γη­ση ποιη­μά­των α­πό κοι­νού με τον  Σαβ­βί­δη, κυ­κλο­φό­ρη­σε και σε α­νά­τυ­πο των 100 α­ντι­τύ­πων. Αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε και το πρώ­το του “αυ­το­τε­λές δη­μο­σίευ­μα”. 
Εντός του ί­διου έ­τους προέ­κυ­ψε και έ­να δεύ­τε­ρο “αυ­το­τε­λές δη­μο­σίευ­μα”. Πρό­κει­ται για την πρώ­τη ει­σα­γω­γή σε αν­θο­λο­γία, την ο­ποία μνη­μο­νεύ­σα­με ή­δη. Η ε­πό­με­νη εί­ναι γραμ­μέ­νη με­τά 20 χρό­νια, για την αν­θο­λο­γία - γραμ­μα­το­λο­γία «Νεω­τε­ρι­κοί ποιη­τές του Με­σο­πο­λέ­μου», που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Σο­κό­λη το 1979. Ακο­λού­θη­σε, στην ί­δια γραμ­μα­το­λο­γία, η ει­σα­γω­γή για την «Πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1982. Σε αυ­τές τις δυο εί­ναι και αν­θο­λό­γος, ε­νώ στην πρώ­τη, ε­κεί­νη του 1957, οι αν­θο­λο­γού­με­νοι εί­ναι δε­δο­μέ­νοι. Πρό­κει­ται για μία αν­θο­λο­γία αρ­κε­τά πρω­τό­τυ­πη στη σύλ­λη­ψή της, κα­θώς προ­κύ­πτει α­πό μια ο­μά­δα συγ­γρα­φέων της Αρι­στε­ράς ή έ­στω φί­λα κεί­με­νους προς αυ­τήν, με συν­δε­τι­κό στοι­χείο, ό­τι εί­ναι θα­μώ­νες συ­γκε­κρι­μέ­νου κα­φε­νείου, που έ­γι­νε τό­σο γνω­στό στέ­κι, ώ­στε να α­να­φέ­ρε­ται και σε α­να­μνη­στι­κό λεύ­κω­μα. “Το 1938, ε­γκαι­νιά­στη­κε το κα­τά­στη­μα Λου­μί­δη στην ο­δό Στα­δίου, δί­πλα στο Βι­βλιο­πω­λείον της «Εστίας». Εκτός α­πό τον χώ­ρο του ι­σο­γείου, ό­που μπο­ρού­σε κά­ποιος να πιει τον κα­φέ του και να φά­ει κά­τι ε­λα­φρύ, υ­πήρ­χε και το γνω­στό σε ό­λους «Πα­τά­ρι του Λου­μί­δη».” Ο Αργυ­ρίου σχο­λιά­ζει πως “οι ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης πε­ριέ­λα­βαν σχε­δόν χω­ρίς α­πο­κλει­σμούς ό­λους τους ποιη­τές που κυ­κλο­φο­ρού­σαν κου­βε­ντιά­ζο­ντας στα βι­βλιο­πω­λεία (της Εστίας) και τα πα­τά­ρια των κα­φε­νείων (του Λου­μί­δη).”
Κα­τά τον Λεω­νί­δα Χρη­στά­κη: “Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1950 με­ρι­κοί θα­μώ­νες ξε­κί­νη­σαν μέ­σα στο cafe Λου­μί­δη να συλ­λέ­ξουν αρ­κε­τά ποιή­μα­τα, με σκο­πό να κά­νουν μια Ανθο­λο­γία Με­τα­πο­λε­μι­κών Ποιη­τών. Τα πρό­σω­πα, κι αυ­τοί θα­μώ­νες του πα­τα­ριού του Λου­μί­δη, που μά­ζε­ψαν τα ποιή­μα­τα, ή­σαν ο φι­λό­λο­γος εξ Αι­γύ­πτου Ντί­νος Γιωρ­γού­δης και ο η­θο­ποιός Κώ­στας Γεν­να­τάς. Οι συμ­με­τέ­χο­ντες ποιη­τές εί­χαν δι­καίω­μα συμ­με­το­χής τεσ­σά­ρων σε­λί­δων α­πο­κλει­στι­κά με στί­χους κι ε­νός σύ­ντο­μου βιο­γρα­φι­κού. Η προ­σπά­θεια στα­μά­τη­σε και μό­νο με την δι­κή μου οι­κο­νο­μι­κή συμ­βο­λή ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Συ­μπε­ρι­λάμ­βα­νε ε­ξή­ντα έ­ναν (61) ποιη­τές ό­λους θα­μώ­νες α­πο­κλει­στι­κά του πα­τα­ριού.” 
“Τυ­πώ­θη­κε σε 800 α­ντί­τυ­πα” και “κα­τά το συμ­φω­νη­τι­κό, ο κα­θο­ρι­σμός της ύ­λης θα γι­νό­ταν α­πό τους ί­διους τους ποιη­τές.” Ο Αργυ­ρίου την χα­ρα­κτη­ρί­ζει “ερ­γα­σία ψευ­δε­πί­γρα­φη”, κα­θώς, στους 61 ποιη­τές, υ­πήρ­χαν και 6 με­σο­πο­λε­μι­κοί, που, ω­στό­σο, το ώ­ρι­μο έρ­γο τους  εκ­δό­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά. Ενό­σω η αν­θο­λο­γία τυ­πω­νό­ταν, με τους ποιη­τές σε αλ­φα­βη­τι­κή τά­ξη και πρό­λο­γο του Γιωρ­γού­δη, στο πε­ριο­δι­κό του Γου­δέ­λη, στο κα­λο­και­ρι­νό τεύ­χος του 1956, ο Αργυ­ρίου, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τις πρό­σφα­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές των Μ. Δη­μά­κη, Α. Δι­κταίου και Τ. Σι­νό­που­λου, πρό­τασ­σε έ­να κεί­με­νο γε­νι­κό­τε­ρης α­ξιο­λό­γη­σης των με­τα­πο­λε­μι­κών ποιη­τών. Αυ­τό α­γα­νά­κτη­σε, μπο­ρεί και να φό­βι­σε, κά­ποιους α­πό τους “ποιη­τές του πα­τα­ριού” που συμ­με­τεί­χαν στην Ανθο­λο­γία, για­τί, κα­τ’ αυ­τούς, πα­ρα­βια­ζό­ταν ο βα­σι­κός ό­ρος της σύμ­βα­σης, που ή­ταν η ι­σό­τι­μη πα­ρου­σία­ση.
Όπως και να έ­χει, ο Αργυ­ρίου, στην ει­σα­γω­γή του, α­ντι­με­τώ­πι­σε μό­νο τους πρε­σβύ­τε­ρους α­να­λυ­τι­κά και κρι­τι­κά, ε­νώ, στους με­τα­πο­λε­μι­κούς, αρ­κέ­στη­κε να προσ­διο­ρί­σει τον χα­ρα­κτή­ρα της ποίη­σης ε­νός ε­κά­στου. Αυ­τή η δια­φο­ρε­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση σχο­λιά­στη­κε δυ­σμε­νώς α­πό τον Βά­σο Βα­ρί­κα στην πα­ρου­σία­ση της αν­θο­λο­γίας. Ο Γιωρ­γού­δης, ω­στό­σο, στον πρό­λο­γο, το­νί­ζει πως “η ό­λη έκ­δο­ση προ­σπά­θη­σε να α­πο­φύ­γει έ­να φι­λο­λο­γι­κό και γραμ­μα­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα.” Αυ­τή η πρώ­τη ει­σα­γω­γή στην με­τα­πο­λε­μι­κή ποίη­ση, ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται, εκ­κι­νεί α­πό το 1933, που ο Αργυ­ρίου το πα­ρου­σιά­ζει ως έ­τος σταθ­μό. Εδώ, συν­δυά­ζει δυο λο­γο­τε­χνι­κά συμ­βά­ντα. Έναν θά­να­το, του Κα­βά­φη, και μία έκ­δο­ση ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, με τίτ­λο «Ποιή­μα­τα», ε­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου, του Νι­κό­λα­ου Κα­λα­μά­ρη, που υ­πέ­γρα­φε με το ψευ­δώ­νυ­μο Νι­κή­τας Ρά­ντος. Ο Αργυ­ρίου θεω­ρεί ό­τι εί­ναι η πρώ­τη υ­περ­ρε­α­λι­στι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, που εκ­δί­δε­ται στην Ελλά­δα. Επί­σης, ό­τι ο θά­να­τος του Κα­βά­φη α­πο­τε­λού­σε και τον θά­να­το της πα­ρά­δο­σης. Με αυ­τήν την α­πό­φαν­ση και ιε­ραρ­χι­κά, α­να­φέ­ρε­ται στην “ευ­ρύ­τε­ρης α­πή­χη­σης” τριά­δα, Σι­κε­λια­νό - Κα­ρυω­τά­κη - Βάρ­να­λη και στην ο­μά­δα “πε­ριο­ρι­σμέ­νης ε­πιρ­ροής”, Με­λα­χρι­νό - Γρυ­πά­ρη - Πορ­φύ­ρα - Μα­λα­κά­ση - Ου­ρά­νη - Άγρα. Με­τά ε­πα­νέρ­χε­ται στον Ρά­ντο, για να κα­τα­θέ­σει τις ε­κτι­μή­σεις του για τον Σε­φέ­ρη και τους υ­περ­ρε­α­λι­στές, Εμπει­ρί­κο - Εγγο­νό­που­λο - Ελύ­τη, συ­νε­χί­ζο­ντας με ι­διαί­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­πως των Σα­ρα­ντά­ρη, Δρί­βα, Αντω­νίου, Γκά­τσου, Αξιώ­τη, Οι­κο­νό­μου. Αντι­δια­στέλ­λει τον Ρί­τσο α­πό τον Βρετ­τά­κο, ως δυο ποιη­τές με έρ­γο δια­φο­ρε­τι­κής υ­φής. Και κα­τα­λή­γει αυ­τόν τον, τρό­πο τι­νά, πρό­λο­γο, μνη­μο­νεύο­ντας Με­λισ­σάν­θη, Βα­φό­που­λο και ι­διαί­τε­ρα, την με­ταιχ­μια­κή πε­ρί­πτω­ση του Πα­πατ­ζώ­νη. Αυ­τούς τους 15 και άλ­λους 13 θα συ­γκε­ντρώ­σει στην αν­θο­λο­γία των νεω­τε­ρι­κών του Με­σο­πο­λέ­μου.
Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον πως το κυ­ρίως θέ­μα του, “τους ποιη­τές, που εμ­φα­νί­ζο­νται με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση”, τους χω­ρί­ζει σε τρεις ο­μά­δες, τις ο­ποίες α­ντι­στοι­χεί σε τρία πε­ριο­δι­κά: τον «Κο­χλία» με τη σχο­λή Θεσ­σα­λο­νί­κης (Πε­ντζί­κη, Κα­ρέλ­λη, Θέ­με­λη, Στο­γιαν­νί­δη), το «Τε­τρά­διο», ως συ­νέ­χεια των «Νέων Γραμ­μά­των» και των νεω­τε­ρι­κών ποιη­τών, και τα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα», ό­που εμ­φα­νί­ζε­ται ο “κύ­κλος των α­ντι­στα­σια­κών ποιη­τώ­ν”. Η ει­σα­γω­γή, ε­ξαι­ρε­τι­κά σύ­ντο­μη, ό­πως ο ί­διος πα­ρα­τη­ρεί, κα­τα­λή­γει με τους με­τα­πο­λε­μι­κούς αν­θο­λο­γού­με­νους, που πα­ρα­μέ­νουν προ­σκολ­λη­μέ­νοι, ως προς τη φόρ­μα, στους πα­λαιούς εκ­φρα­στι­κούς τρό­πους. 
Όταν, στο τέ­λος της δε­κα­ε­τίας του ’70, θα κα­ταρ­τί­σει τις δυο αν­θο­λο­γίες Σο­κό­λη, θα συ­μπε­ρι­λά­βει 47 ποιη­τές στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, ό­που οι 27 εί­ναι α­πό τους 61 ποιη­τές του “πα­τα­ριού του Λου­μί­δη”. Να ση­μειώ­σου­με πως στους 61 συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι πέ­ντε πα­λαιό­τε­ροι, οι τέσ­σε­ρις του «Κο­χλία» και η Με­λισ­σάν­θη. Επί­σης, τρεις της δεύ­τε­ρης με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς (Χρι­στια­νό­που­λος, Ασλά­νο­γλου, Ζε­νά­κος).  Οπό­τε, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί των δυο αν­θο­λο­γιών, του 1957 και του 1982, έ­χουν έ­να κοι­νό σώ­μα 27 ποιη­τών, στο ο­ποίο η πρώ­τη αν­θο­λό­γη­ση προ­σθέ­τει 25 και η δεύ­τε­ρη 20. Σε αυ­τούς τους 25, βρί­σκου­με ό­λες τις ποιή­τριες, με ε­ξαί­ρε­ση την Ε. Βα­κα­λό. Άλλη μία έν­δει­ξη πως, ε­ξαρ­χής, τον α­πω­θεί η συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα της γυ­ναι­κείας ποίη­σης. Απου­σιά­ζουν, ό­μως, και α­πό τις δυο αν­θο­λο­γή­σεις, οι Γ. Κα­φτα­ντζής, Θαν. Φω­τιά­δης, Γ. Λί­κος, Κ. Κου­λου­φά­κος.
Ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι μία κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση στην Ανθο­λο­γία του 1982: “Αν ή­θε­λα να μεί­νω στην αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κή μου ε­κτί­μη­ση, ο α­ριθ­μός των 47 θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε 20. Που ση­μαί­νει ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 25 θα μπο­ρού­σαν να πα­ρα­λει­φθούν, χω­ρίς με­γά­λη α­πώ­λεια του α­πο­τε­λέ­σμα­τος ή να α­ντι­κα­τα­στα­θούν α­πό άλ­λους 25. Αν πρό­σθε­σα τε­λι­κά τους συ­γκε­κρι­μέ­νους εί­ναι για­τί για το έρ­γο τους έ­χο­με πε­ρισ­σό­τε­ρες κρί­σεις.”
Και πράγ­μα­τι, ο Αργυ­ρίου ε­λά­χι­στα μό­νο φαί­νε­ται να με­τα­το­πί­ζε­ται. Ίσως με τα χρό­νια να γί­νε­ται πιο α­νοι­χτός στις κρί­σεις των άλ­λων και αυ­τό ι­σχύει α­πό το ι­δε­ο­λο­γι­κό μέ­χρι το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο Αργυ­ρίου, ό­ταν πα­ρα­με­ρί­ζει τους φό­βους του για το πώς θα α­ντι­δρά­σουν οι άλ­λοι, εί­τε ο κρι­νό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας εί­τε ο φι­λι­κός χώ­ρος στις ε­πι­λο­γές του, προ­τάσ­σει τη φόρ­μα, πα­ρά­δειγ­μα η πε­ρί­πτω­ση Πα­πατ­ζώ­νη.  Με άλ­λα λό­για, πα­ρα­μέ­νει ε­ξαρ­χής θια­σώ­της των νέων εκ­φρα­στι­κών τρό­πων, πα­ρά­δειγ­μα η α­να­φο­ρά ως ο­ρια­κό έ­τος το 1933. Θε­μα­τι­κά πά­λι, μέ­νει προ­ση­λω­μέ­νος στους λε­γό­με­νους κοι­νω­νι­κούς ποιη­τές. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/7/2016.

Περί Κάδμως II

Συ­νέ­χεια χω­ρίς συν­δε­τι­κό σχό­λιο α­πό το φύλ­λο της προ­η­γού­με­νης Κυ­ρια­κής.

Το βι­βλίο της Κάδ­μως α­πο­τε­λεί­ται α­πό 13 κε­φά­λαια ά­νι­σα σε έ­κτα­ση, με τίτ­λους που προϊδεά­ζουν για το πε­ριε­χό­με­νο. Το κα­θέ­να, με λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­γκε­κρι­μέ­νο χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα ως προς την κύ­ρια α­να­κα­λού­με­νη πα­ρά­στα­ση, με α­πο­τέ­λε­σμα η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των κε­φα­λαίων να μην εί­ναι πά­ντο­τε εμ­φα­νής. Από τα βι­βλία της, α­να­κα­λού­νται οι θή­λειες υ­πάρ­ξεις, που πλά­στη­καν ως α­ντι­κα­το­πτρι­σμός των δι­κών της α­γα­πη­μέ­νων. “Όσα ε­σύ ε­κα­τα­σκεύα­σες ι­δίως πλή­θος γυ­ναί­κες, για­τί η γυ­ναί­κα προ­πα­ντός εί­ναι πλά­σμα πα­ρα­μυ­θέ­νιο”, λέει εις ε­αυ­τόν. Και ό­ταν μια φο­ρά, ό­λη κι ό­λη, α­νά­με­σα στις λέ­ξεις που δη­λώ­νουν θά­να­το, προ­βάλ­λει η λέ­ξη έ­ρω­τας, συ­νο­δεύε­ται α­πό την ει­κό­να “κά­ποιων γυ­ναι­κών που πάλ­λο­νται τα στή­θη τους α­πό την η­δο­νή”. 

Το πρώ­το κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Τα πράγ­μα­τα», α­να­φέ­ρε­ται σε πε­ρίο­δο της δε­κα­ε­τίας του ’30. Ξε­κι­νά­ει α­πό την πρώ­τη της κα­τοι­κία, “το η­μιυ­πό­γειο στην ο­δό Αρι­στο­τέ­λους”, ό­που βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νη στο τρα­πέ­ζι με μια κό­λα ρι­γω­τό χαρ­τί μπρο­στά της, χω­ρίς ση­μειώ­σεις, και φτά­νει μέ­χρι την η­μέ­ρα, που “άρ­πα­ξε η μη­χα­νή” το πρώ­το γρα­φτό και το έ­κα­νε βι­βλίο, που ση­μαί­νει κά­τι τε­λε­σί­δι­κο, με τις λέ­ξεις “ά­σβη­στες”, μό­νο του να “τρέ­χει στο δρό­μο”. Αυ­τή εί­ναι η μία ση­μα­το­δό­τη­ση, με βά­ση το γρά­ψι­μο. “Σπου­δαία υ­πό­θε­ση το γρά­ψι­μο”, ό­πως ο έ­ρω­τας. Και στα δυο “πε­ρι­μέ­νεις να σου έρ­θει πρώ­τα η ε­πι­θυ­μία”. Μια ε­ρω­τι­κή θή­λεια ύ­παρ­ξη δί­νει τη δεύ­τε­ρη ση­μα­το­δό­τη­ση. Από τό­τε που “η Μπί­λιω έ­γει­ρε πά­νω στα μα­στι­χιά μα­ξι­λά­ρια” μέ­χρι τον πρόω­ρο θά­να­τό της, “μια μνή­μη κα­κή”. Στο ξε­κί­νη­μα του βι­βλίου, μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η Μπί­λιω α­νή­κει στΙς γυ­ναί­κες που έ­πλα­σε, ή σε ε­κεί­νες που α­γά­πη­σε. 

Το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρά­τευ­ση», φέ­ρει το ευ­κρι­νέ­στε­ρο ό­λων χρο­νο­λο­γι­κό στίγ­μα, ί­σως για­τί ρό­λο α­φη­γη­τή α­να­λαμ­βά­νει έ­να ρο­λόι. “Ένα τε­ρά­στιο σι­δε­ρέ­νιο ρο­λόι, ο­λο­στρόγ­γυ­λο σαν το φεγ­γά­ρι, με δυο ψι­λού­τσι­κα πο­δα­ρά­κια”. Το ά­φη­ναν α­κούρ­δι­στο, α­φού υ­πήρ­χαν στο σπί­τι άλ­λα δυο, με­τα­γε­νέ­στε­ρης τε­χνι­κής: το έ­να “έ­βγαι­νε στο δρό­μο, στε­ρεω­μέ­νο πά­νω στο χέ­ρι της σπι­το­νοι­κο­κυ­ράς”, το άλ­λο, “πά­ντα δί­πλα της τη νύ­χτα, α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο μι­κρό τρα­πε­ζά­κι”. Χα­λά­ει το πρώ­το, παίρ­νει ε­κεί­νη το δεύ­τε­ρο, το χώ­νει στη τσά­ντα της. Κά­πο­τε, το δα­νεί­ζει σε μια κο­πέ­λα, “για τα πα­ρά­νο­μα ρα­ντε­βού, που δί­χως ρο­λόι, εί­ναι πράγ­μα α­δύ­να­το”. Τό­τε, κουρ­δί­ζει το τε­ρά­στιο ρο­λόι και μια Κυ­ρια­κή το βγά­ζει βόλ­τα “χω­μέ­νο μέ­σα σ’ έ­να τα­γά­ρι”. Ήταν χει­μώ­νας 1941, ό­ταν ε­κεί­νη, “ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, φο­ρώ­ντας έ­να χο­ντρό α­ντρι­κό παλ­τό, με κρε­μα­σμέ­νο στον ώ­μο της έ­να τε­ρά­στιο τα­γά­ρι”, χτύ­πη­σε το κου­δού­νι στο σπί­τι της οι­κο­γέ­νειας Ζέη. Ακο­λού­θη­σαν άλ­λες τρεις. “Κά­θε τέ­ταρ­το και α­πό μία”: Καί­τη Ζεύ­γου, Μα­ρία Σβώ­λου, Ηλέκ­τρα Απο­στό­λου, ό­πως συ­μπλη­ρώ­νει η Άλκη Ζέη, στην πρό­σφα­τη Αυ­το­βιο­γρα­φία της. 

Το τρί­το εί­ναι έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Συ­νά­ντη­ση». Η α­φη­γή­τρια α­να­ζη­τά­ει το πα­ρελ­θόν στα αλ­λο­τι­νά βι­βλία της. Όταν βρι­σκό­ταν σε “τό­πους που δεν τους βλέ­πει πια η συ­νή­θεια”, τα εί­χε ξε­χά­σει. Στο σή­με­ρα, που γρά­φει, άρ­χι­σε και πά­λι να τα θυ­μά­ται. Ήρθαν οι η­ρωί­δες των βι­βλίων της να την συ­να­ντή­σουν. Για πρώ­τη φο­ρά, α­να­φέ­ρει την τε­τρά­δα, Άννα, Μα­ρία, Ισμή­νη, Κάδ­μω, που ε­πα­νέρ­χε­ται στην α­φή­γη­ση, ση­μα­το­δο­τώ­ντας τον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της. Μέ­ρος του και “οι Μι­χα­λί­νες που συ­ντρό­φια­σε, ή την συ­ντρό­φια­σα­ν”. 

Στα ε­πό­με­να κε­φά­λαια, τα σπί­τια και οι θά­να­τοι δη­λώ­νουν το χρό­νο. Ως στα­θε­ρή α­να­φο­ρά, πα­ρα­μέ­νει το σπί­τι της Κάδ­μως. Μνη­μο­νεύο­νται δυο μό­νο έ­πι­πλα, τα ο­ποία α­ντι­στοι­χούν σε δυο στά­σεις της ί­διας. Το τρί­κλι­νο  τρα­πέ­ζι, ό­που κά­θε­ται και γρά­φει, και το κρε­βά­τι, ό­που, πά­λι κα­θι­στή, με τη ρά­χη α­κου­μπι­σμέ­νη στο μα­ξι­λά­ρι, θυ­μά­ται. Το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο, για τα μέ­τρα και σταθ­μά του βι­βλίου, ε­κτε­νές, με τον αό­ρι­στο τίτ­λο «Διά­φο­ρα», πη­γαι­νοέρ­χε­ται στο χρό­νο. Ανα­φέ­ρο­νται κα­τοι­κίες της και θά­να­τοι. Προσ­διο­ρι­στι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­τοι­κίας μό­νο  το ο­νο­μα­το­λό­γιο των δρό­μω­ν: Αρι­στο­τέ­λους, Τι­μο­λέ­ο­ντος στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο, Κε­φαλ­λη­νίας, Γκου­φιέ στο Κου­κά­κι. Μια α­πο­θή­κη της ο­δού Μπε­νά­κη έ­γι­νε, με την α­να­χώ­ρη­σή της, η κα­τοι­κία των βι­βλίων της. Δύο οι θά­να­τοι, και οι δυο α­πό καρ­διά: του Πορ­φύ­ρη, που “έ­σπα­σε η καρ­διά του” στο δρό­μο και πέ­θα­νε στο νο­σο­κο­μείο, χω­ρίς να μά­θει πως ήρ­θε ο φα­σι­σμός. Προ­φα­νώς, ο Πορ­φύ­ρης Κο­νί­δης, ο Κ. Πορ­φύ­ρης της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης», που πέ­θα­νε στις 14 Μαΐ 1967. Και ο θά­να­τος της Λου­κίας, 28 χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Της Λου­κίας Φω­το­πού­λου, σύμ­φω­να με το σχό­λιο της ε­πι­με­λή­τριας. Που, ό­μως, συ­σκο­τί­ζει ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. 

Σε ό­λο το βι­βλίο, οι πε­ρι­γρα­φές του γε­ρά­σμα­τος, φθά­νο­ντας μέ­χρι τη στα­δια­κή με­τα­μόρ­φω­ση του η­λι­κιω­μέ­νου σε α­ντι­κεί­με­νο, βαί­νουν σε πα­ραλ­λη­λία με τη φθο­ρά των α­ντι­κει­μέ­νων, κα­θώς προ­χω­ρά­ει έως την α­πο­σύν­θε­ση. Μέ­χρι και ο τρό­πος, που α­να­φέ­ρε­ται στην τύ­χη των κα­τά­λοι­πων ε­νός α­πο­θα­νό­ντος σε συγ­γε­νι­κά χέ­ρια, προ­κα­λεί με την κυ­νι­κή του γυ­μνό­τη­τα. Στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Πα­ρα­δείγ­μα­τα», α­να­μη­ρυ­κά­ζει τους τό­πους της ε­ξο­ρίας της, πε­ρι­γρά­φο­ντας δυο συ­να­πα­ντή­μα­τα με ε­ξό­ρι­στους. Το έ­να στο Βε­ρο­λί­νο, με “τον πρώ­το γραμ­μα­τέα του ι­σπα­νι­κού κόμ­μα­τος”, και το δεύ­τε­ρο, με έ­ναν Βούλ­γα­ρο, που α­νή­κει στη δι­κή της μι­κροϊστο­ρία. 

Στο έ­κτο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Μνή­μη», εμ­φα­νί­ζε­ται έ­να ί­χνος α­πό το σύν­δρο­μο της Ηλέκ­τρας, ο πα­τέ­ρας, τα κομ­μά­τια μου­σι­κής σε χο­ντρό χαρ­τί, που οι γυ­ναί­κες του σπι­τιού χρη­σι­μο­ποιούν για χαρ­τί πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τος. Δεν αρ­πά­ζε­ται α­πό την πα­ρη­γο­ριά της μνή­μης, α­ντί­θε­τα, κα­τα­λή­γει στη μα­ταιό­τη­τα κά­θε προ­σπά­θειας, φθά­νο­ντας στο δι­κό της θά­να­το. Η μνή­μη έ­χει τους δι­κούς της κα­νό­νες. Το κο­ντι­νό και το μα­κρι­νό δεν εί­ναι μό­νο συ­νάρ­τη­ση του χρό­νου, αλ­λά και του τρό­που που τα έ­ζη­σες. Στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Ει­κό­νες», το Βε­ρο­λί­νο εί­ναι ο τό­πος που “πριν τριά­ντα χρό­νια” εν­θου­σια­ζό­ταν ό­ταν το βομ­βάρ­δι­ζαν, αλ­λά και ο τό­πος κα­τοι­κίας της για χρό­νια. Στο τώ­ρα της Αθή­νας, νο­σταλ­γεί “Πα­ρί­σι, Βε­ρο­λί­νο, Βαρ­σο­βία”. Η α­φή­γη­ση αι­σθη­το­ποιεί τη γνω­στή ε­πω­δό, και “τό­τε χά­νεις την αί­σθη­ση του χρό­νου, την αί­σθη­ση του τό­που”.

Πα­ρό­τι το ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο έ­χει τίτ­λο «Πο­λι­τείες», η κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση εί­ναι τα σπί­τια. Αλλά­ζει ο μέ­τοι­κος τό­πο, αλ­λά­ζει σπί­τι, αλ­λά δεν έ­χει που­θε­νά έ­να σπί­τι, που για τους πολ­λούς ση­μαί­νει ι­διο­κτη­σία. Η Αξιώ­τη, γε­νι­κό­τε­ρα ο α­ρι­στε­ρός πα­λαιό­τε­ρων και­ρών, δεν εί­χε έ­ντο­νο το αί­σθη­μα της ι­διο­κτη­σίας. Εδώ, “πο­λι­τείες” εί­ναι τα μυ­κο­νιά­τι­κα σπί­τια των παπ­πού­δων και ε­κεί­νο το α­θη­ναϊκό της ο­δού Με­νάν­δρου, ό­που “γεν­νή­θη­κε, πα­ντρεύ­τη­κε, πέ­θα­νε η μη­τέ­ρα”, “το κολ­λη­τό με το Εθνι­κό Θέ­α­τρο”. Το κε­φά­λαιο, ό­που ζω­ντα­νεύει την τό­τε και την νυν γει­το­νιά ε­κεί­νου του σπι­τιού, το τιτ­λο­φο­ρεί «Στρο­φή», πι­θα­νώς για­τί δεί­χνει την με­ταλ­λα­γή στά­σεως των αλ­λο­τι­νών και των ση­με­ρι­νών κα­τοί­κων του. Το βα­σι­κό, ό­μως, που άλ­λα­ξε, εί­ναι ο ρυθ­μός του χρό­νου, “τό­τε στα­θε­ρός, τώ­ρα κου­τρου­βα­λά”. Ακό­μη και στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, με τίτ­λο «Επι­στρο­φή», κυ­ρίαρ­χη πα­ρά­στα­ση στην α­φη­γη­μα­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση έ­χουν τα σπί­τια, α­πό τα α­θη­ναϊκά μέ­χρι “τα τρο­μα­κτι­κά κτί­ρια” του Βε­ρο­λί­νου.

Και στα 13 κε­φά­λαια, σαν ε­κλάμ­ψεις σύλ­λη­ψης, που ση­μα­το­δο­τούν το χρό­νο, ε­πα­νέρ­χο­νται οι αλ­λη­γο­ρι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του α­φη­γη­μα­τι­κού Εγώ. “Ήσουν έ­να φυ­τό... Ήσουν έ­να πη­γά­δι... Ήσουν έ­να η­φαί­στειο... οι ψυ­χές των πε­θα­μέ­νων σε κα­τοι­κού­νε”. Εκεί­νων που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­γά­πη­σες. Ανα­φέ­ρε­ται ο ερ­γο­στα­σιάρ­χης ε­ρα­στής, που έ­κα­ψε το δέ­μα με τα ε­ρω­τι­κά γράμ­μα­τα που του έ­στελ­νες, ό­ταν ε­σύ ε­πι­στρα­τεύ­τη­κες ι­δε­ο­λο­γι­κά. Ακό­μη ο Αλέ­ξαν­δρος α­πό τις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», αλ­λά με το α­λη­θι­νό του ό­νο­μα. Όλο το πα­ρελ­θόν, πραγ­μα­τι­κά πρό­σω­πα αλ­λά και οι μυ­θο­πλα­στι­κοί τους α­ντι­κα­το­πτρι­σμοί. Το βι­βλίο της Κάδ­μως, ό­μως, α­νοί­γει και κλεί­νει με την Μπί­λιω. Ποιο εί­ναι το α­λη­θι­νό ό­νο­μά της;  

Υπάρ­χει η Μπί­λιω του Μα­λα­κά­ση: “Η κό­ρη ε­νός θα­λασ­σι­νού κ’ ε­νός λι­μνιώ­τη η α­δερ­φή, / Κ’ η μο­σκο­θυ­γα­τέ­ρα, / ...Της Κυ­ρ’ Αννιώ η Μπί­λιω, / Πρώ­τη μου α­γά­πη...” Έτσι αρ­χί­ζει «Το Με­σο­λογ­γί­τι­κο», που ο ποιη­τής δη­μο­σίευ­σε το 1914. Ο εκ πα­τρός παπ­πούς, ο Πα­νά­γος Αξιώ­της, 25 χρό­νια πρε­σβύ­τε­ρος του ποιη­τή, τον εί­χε τα­κτι­κό προ­σκε­κλη­μέ­νο στο σπί­τι του στην Αθή­να, πι­θα­νώς να τον εί­χε φι­λο­ξε­νή­σει και στο νη­σί. Τον γνώ­ρι­ζε η εγ­γο­νή του. Η Κάδ­μω θυ­μά­ται: “«Και να με­τράς», μας εί­πε μια φο­ρά ο Μα­λα­κά­σης, «και νά ’ναι η Μπί­λιω τριά­ντα χρό­νια μες στη γη»”. Αν, α­ντί για 30 βά­λου­με 33, έ­χου­με το δί­στι­χο με το ο­ποίο κλεί­νει το γνω­στό­τε­ρο ποίη­μα του Μα­λα­κά­ση «Ο Τά­κη-Πλού­μας», μό­νο που ε­κεί­νος εί­ναι πλά­σμα της φα­ντα­σίας του ποιη­τή. Όχι, ό­μως, και η Μπί­λιώ του.

Υπάρ­χει και η Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη: “Αργά μι­λού­σες μπρος στον ή­λιο / και τώ­ρα εί­ναι σκο­τά­δι / κι ή­σουν της μοί­ρας μου υ­φά­δι / συ, που θα λέ­γαν Μπί­λιω”.  Έτσι αρ­χί­ζει το δεύ­τε­ρο ποίη­μα, «Αργά μι­λού­σες», της πρώ­της συλ­λο­γής του, «Στρο­φή», που ε­ξέ­δω­σε το 1931. Αργό­τε­ρα, φα­νε­ρώ­θη­κε η Μπί­λιω του σε­φε­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, «Έξι νύ­χτες στην Ακρό­πο­λη», που εκ­δό­θη­κε το 1974, με­τά τον θά­να­το και του ποιη­τή και της Αξιώ­τη. Η Μπί­λιω της Κάδ­μως “εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει έ­να πε­λώ­ριο πι­θα­νόν βι­βλίο”, αλ­λά “πέ­θα­νε πο­λύ πρόω­ρα”, α­πό ε­κεί­νο το γρα­φτό έ­μει­νε μό­νο μια φρά­ση. Σε τρία κε­φά­λαια, μνη­μο­νεύε­ται ο θά­να­τός της. Σε τρία άλ­λα, ο θά­να­τος της Λου­κίας. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­ση, το σε­φε­ρι­κό «Άρνη­ση», με τους τό­σο γνω­στούς στί­χους, “Στο πε­ρι­γιά­λι το κρυ­φό κι άσ­προ σαν πε­ρι­στέ­ρι...” , γρά­φτη­κε για την Λου­κία. Τη Λου ή και Σα­λώ­μη ή και Μπί­λιω του Σε­φέ­ρη. Την Λου­κία Φω­το­πού­λου, δεύ­τε­ρη ε­ξα­δέλ­φη της Αξιώ­τη εκ μη­τρός. 

“Στο σπί­τι της ο­δού Καρ­νεά­δου, απ’ ό­που βγά­λα­νε τη Λου­κία νε­κρή”. Πράγ­μα­τι, Ιούλ. 1939, που πε­θαί­νει η Φω­το­πού­λου, κα­τοι­κού­σε με τη μη­τέ­ρα και την κό­ρη της στην ο­δό Καρ­νεά­δου, έ­χο­ντας ε­γκα­τα­λεί­ψει α­πό χρό­νια τη συ­ζυ­γι­κή στέ­γη του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Ανα­στά­σιου Λου­κί­δη. Πού πέ­θα­νε η Λου­κία; Σύμ­φω­να με το σχό­λιο, που συμ­φω­νεί με την πε­ρι­γρα­φή της α­φή­γη­σης, στους Δελ­φούς. Σύμ­φω­να με άλ­λη πη­γή, στην Ύδρα. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως η Λου­κία της Κάδ­μως “μπή­κε νε­κρή μέ­σα στην πο­λι­τεία, πά­νω στα γό­να­τα του ζω­ντα­νού αν­θρώ­που που την συ­νο­δεύει.” “Δεν άν­θε­ξε η καρ­διά της”. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν θέ­λει να μι­λή­σει για τους ε­ρα­στές, ού­τε της Λου­κίας, ού­τε της Μπί­λιως. Δεν την εν­δια­φέ­ρει, ποιος εί­ναι ο “ζω­ντα­νός άν­θρω­πος” που τε­λευ­ταίος την α­γκά­λια­σε. Ποιη­τής; Ζω­γρά­φος; Και τα δυο; Αυ­τά στο βι­βλίο της Μπί­λιως,  που δεν γρά­φτη­κε, αλ­λά που, πι­θα­νώς, αν γρα­φό­ταν, να ή­ταν ε­λευ­θε­ριά­ζον, ό­πως ε­κεί­νο που η Κάδ­μω θυ­μά­ται πως πο­λύ ά­ρε­σε στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’30. Να εί­χε ά­ρα­γε δια­βά­σει η Αξιώ­τη το “ρω­μά­ντσο” της Ντό­ρας Ρω­ζέτ­τη «Η ε­ρω­μέ­νη της»; Λί­ζα ο­νο­μά­ζει τη φί­λη της α­φη­γή­τριας στις «Δύ­σκο­λες νύ­χτες», και αυ­τή ά­τα­κτη, ό­χι ό­μως στον ί­διο βαθ­μό με τη Λί­ζα της Ρω­ζέτ­τη. Ωστό­σο, μια κά­ποια ε­ρω­τι­κή α­τμό­σφαι­ρα πλα­νά­ται στη σχέ­ση των δυο κο­ρι­τσιών. Σύ­μπτω­ση; 

Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, αν ό­χι τη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι η «Κάδ­μω» εί­ναι το πιο βα­σα­νι­στι­κά α­πο­σταγ­μέ­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη. Μέ­σα ό­μως στην α­πό­στα­ξη, ε­κεί­νη κι­νεί­ται, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα προ­γε­νέ­στε­ρα βι­βλία της, σαν δυσ­διά­κρι­τη σκιά. Εύ­στο­χα ή ά­στο­χα, πά­ντως α­νί­χνευ­ση αυ­τής της σκιάς ε­πι­χει­ρή­σα­με. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, ό­χι ό­μως ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ε­κεί­νο που α­που­σιά­ζει και στην πε­ρί­πτω­ση της Αξιώ­τη, εί­ναι μια εν­δε­λε­χής βι­βλιο­γρα­φία.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/7/2016.

Φωτο: Η Αξιώτη σε σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, γνωστού και με την γαλλόγλωσση συγκοπή Pazzi.

Περί Κάδμως

Μέλπω Αξιώτη
«Η Κάδμω»
Φιλολογική επιμ. - Επίμετρο - Σχόλια
Μαρία Κακαβούλια
Εκδ. Κέδρος, Οκτ. 2015


Στο πε­ριο­δι­κό «Η Συ­νέ­χεια», Απρί­λιο 1973, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου έ­γρα­φε για το τε­λευ­ταίο βι­βλίο της Μέλ­πως Αξιώ­τη «Η Κάδ­μω»: “Κα­τα­χρη­στι­κά μπο­ρεί να ο­νο­μα­στεί αυ­το­βιο­γρα­φία, για­τί α­που­σιά­ζουν οι ε­ξω­τε­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές, και οι σχέ­σεις με υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι α­σή­μα­ντες...” Πράγ­μα­τι, στα Σχό­λια, πέ­ραν των λο­γο­τε­χνι­κών α­να­φο­ρών, τα υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι μό­λις δυο. Η Μαί­ρη Μι­κέ, σε ο­μι­λία της, φθι­νό­πω­ρο 1991, σχο­λία­ζε: “Η δο­μή και ε­ξαι­τίας της α­που­σίας μιας ορ­θο­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης της πλο­κής, πα­ρου­σιά­ζε­ται θρυμ­μα­τι­σμέ­νη έ­τσι και το κεί­με­νο πα­ρου­σιά­ζε­ται δια­σπα­σμέ­νο, συ­νε­χές και ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο.” Μή­πως, ό­μως, αν γνω­ρί­ζα­με τα βιο­γρα­φι­κά της Αξιώ­τη πλη­ρέ­στε­ρα, α­νι­χνεύα­με τη “δο­μή”  αυ­τής της λαν­θά­νου­σας “αυ­το­βιο­γρα­φίας”; Ή, έ­στω, δια­βλέ­πα­με τις στα­θε­ρές ε­νός πραγ­μα­το­λο­γι­κού πλαι­σίου;

Η α­φή­γη­ση, σε δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο, α­πο­δί­δει τον εν­διά­θε­το λό­γο, που πυ­κνώ­νει. Η γρα­φή εί­ναι συ­νειρ­μι­κή, ω­στό­σο, στον τρό­πο που α­να­κα­λού­νται οι πα­ρα­στά­σεις δια­φαί­νε­ται η ε­πι­θυ­μία, α­φε­νός μεν, πα­ρου­σία­σης συ­γκε­κρι­μέ­νου αυ­το­βιο­γρα­φι­κού υ­λι­κού και α­φε­τέ­ρου, ο­ρι­σμέ­νης α­φη­γη­μα­τι­κής δό­μη­σης αυ­τού του υ­λι­κού. Άρα, υ­πάρ­χει τό­ση πλο­κή, ό­ση ε­πι­τρέ­πει η μνη­μο­νι­κή πε­ρι­χα­ρά­κω­ση. Όπως, δη­λα­δή, ο προ­φο­ρι­κός λό­γος σε μία ο­μι­λία, ό­ταν δεν μέ­νει τε­λείως ε­λεύ­θε­ρος, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό έ­να προ­σχε­δία­σμα. Αυ­τό γί­νε­ται δυσ­διά­κρι­το, ό­ταν πρό­κει­ται για χα­ρι­σμα­τι­κό ο­μι­λη­τή ή, σω­στό­τε­ρα, α­φη­γη­τή,  που ε­ξα­πλώ­νε­ται σε χυ­μώ­δεις πα­ρεκ­βά­σεις χω­ρίς να χά­νει το υ­φά­δι. Ή, στην πε­ρί­πτω­ση του μο­ντερ­νί­στι­κου γρα­πτού λό­γου, στον ο­ποίο μία πα­ρά­στα­ση συ­μπα­ρα­σύ­ρει ά­λυ­σο συ­να­φών και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­τάσ­σε­ται δί­πλα στην ε­πό­με­νη, χω­ρίς υ­πο­ψία χα­σμω­δίας.

Κα­τ’ αρ­χήν, προς διευ­κό­λυν­ση, χρειά­ζε­ται ει­δο­λο­γι­κός προσ­διο­ρι­σμός, τον ο­ποίο η συγ­γρα­φέ­ας, ει­κά­ζου­με, α­φού δεν μνη­μο­νεύε­ται, πως δεν εί­χε δώ­σει. Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, α­να­φέ­ρε­ται ως “κεί­με­νο”, ό­πως στην πρώ­τη κρι­τι­κή του Αλέξ. Κοτ­ζιά, που δη­μο­σιεύ­τη­κε 8 Ιουλ. 1972, για την πρώ­τη, και μέ­χρι πρό­τι­νος μο­να­δι­κή, έκ­δο­ση, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει Ιούν. 1972. Στα χρο­νο­λό­για, φέ­ρε­ται ως “διή­γη­ση”, στα “αυ­τά­κια”  των Απά­ντων ως “νου­βέ­λα”, στη Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, ο Τά­κης Καρ­βέ­λης το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “πε­ζο­γρά­φη­μα”, η Μι­κέ το α­να­φέ­ρει ως “α­φή­γη­μα”, ε­νώ ο Αργυ­ρίου το χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­νεν­δοία­στα “το πέ­μπτο μυ­θι­στό­ρη­μά της”. Και πράγ­μα­τι, ε­φό­σον υ­πάρ­χει η πα­ρα­δο­χή του μυ­θο­πλα­στι­κά ορ­γα­νω­μέ­νου κει­μέ­νου, η ε­πι­λο­γή πε­ριο­ρί­ζε­ται σε νου­βέ­λα ή μυ­θι­στό­ρη­μα. Από την άλ­λη, κα­τά τη γνώ­μη μας, στην ό­ποια πλο­κή δια­κρί­νε­ται, στα πρό­σω­πα που σκια­γρα­φού­νται στο πε­ρί­τε­χνο της α­πό­κρυ­ψης ως σε μα­γι­κή ει­κό­να, δεν ται­ριά­ζει ο ό­ρος νου­βέ­λα. 

Μυ­θι­στό­ρη­μα, λοι­πόν. Μό­νο που σή­με­ρα, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι δο­μούν με φρά­σεις, ό­χι με λέ­ξεις. Η Αξιώ­τη, αυ­τό το τε­λευ­ταίο της βι­βλίο, το “χτί­ζει” με λέ­ξεις. Οι λέ­ξεις, που ο­νο­μα­τί­ζουν τα πράγ­μα­τα, αυ­τές που πρώ­τες μα­θαί­νου­με, κι αυ­τές που πρώ­τες ξε­χνού­με, ό­ταν η τρο­πή του βίου μάς με­τα­φυ­τεύει σε άλ­λο τό­πο. “Πρέ­πει να συ­νη­θί­σεις τη λέ­ξη μέ­σα στη φρά­ση, να ε­φαρ­μό­ζει κα­λά, ό­πως το δέρ­μα”, ή­ταν η έ­γνοιά της, Άνοι­ξη 1972, που γρά­φει τις κα­τα­λη­κτι­κές σε­λί­δες του βι­βλίου. Τις στερ­νές για τη νε­κρή α­γα­πη­μέ­νη γυ­ναί­κα “ή για την γα­ζία που ξε­περ­νού­σε τον τοί­χο ε­κεί­νης της αυ­λής”. Ποιας γυ­ναί­κας; Ποιας αυ­λής; Την α­πά­ντη­ση την δί­νουν οι λέ­ξεις. Αλλά ποιος σή­με­ρα, δια­βά­ζο­ντας, προ­σέ­χει τη λέ­ξη;  

Με­τά έρ­χε­ται ο τίτ­λος. Σύμ­φω­να με το ε­κτε­νές (μό­λις δέ­κα σε­λί­δες υ­πο­λει­πό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) Επί­με­τρο της Μα­ρίας Κα­κα­βού­λια, το ό­νο­μα Κάδ­μω “προέρ­χε­ται α­πό τον ή­ρωα Κάδ­μο, πι­θα­νόν λό­γω του αρ­χαίου μύ­θου για την ι­στο­ρία της γρα­φής που συν­δέε­ται με το ό­νο­μά του, ί­σως και λό­γω των πε­ρι­πλα­νή­σεών του προς α­να­ζή­τη­ση της α­δελ­φής του Ευ­ρώ­πης”. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η Κάδ­μω εμ­φα­νί­ζε­ται ως alter ego της συγ­γρα­φέως, αν δε­χτού­με την πρώ­τη εκ­δο­χή, α­πο­δί­δου­με έ­παρ­ση στην Αξιώ­τη, πως φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν ως φέ­ρου­σα τα γράμ­μα­τα. Όσο για την δεύ­τε­ρη, δεν α­ντι­στοι­χεί στα δε­δο­μέ­να του βίου της. Εκεί­νη δεν α­να­ζή­τη­σε την Ευ­ρώ­πη. Από τα πά­τρια ε­δά­φη εκ­διώ­χθη­κε, κι ό­μως, προς αυ­τά έ­μει­νε στραμ­μέ­νη. Πα­ρα­δό­ξως, ε­πι­λέ­γει ό­νο­μα άρ­ρε­νος ή­ρωα, ε­νώ πλεί­στα ό­σα θή­λεια της μυ­θο­λο­γίας εί­ναι “φω­νο­λο­γι­κά σύμ­με­τρα του ο­νό­μα­τος Μέλ­πω”, αν δε­χτού­με πως αυ­τό βά­ρυ­νε στην ε­πι­λο­γή, κα­τά τον ι­σχυ­ρι­σμό της ε­πι­με­λή­τριας. Να ση­μειώ­σου­με πως το θη­λυ­κό ό­νο­μα πλά­θε­ται α­πό τη δο­τι­κή πτώ­ση του αρ­σε­νι­κού: τω Κάδ­μω, που θυ­μί­ζου­με πως ε­τυ­μο­λο­γεί­ται και ως “ο εξ Ανα­το­λών άν­θρω­πος”.  

Το μυ­θο­πλα­στι­κό πρό­σω­πο της Κάδ­μως πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη, «Το σπί­τι μου». Του­λά­χι­στον στην τε­λι­κή του μορ­φή, που εκ­δί­δε­ται το 1965. Για­τί η κυο­φο­ρία του εί­χε ξε­κι­νή­σει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, με την ε­γκα­τά­στα­σή της στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο, Φθι­νό­πω­ρο 1958. Ήδη, ά­νοι­ξη 1959, η συγ­γρα­φέ­ας εί­χε στεί­λει στην «Επι­θεώ­ρη­ση Τέ­χνης» το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, ως έ­να δεύ­τε­ρο μυ­κο­νιά­τι­κο διή­γη­μα, με­τά το πρώ­το που εί­χε δη­μο­σιευ­θεί, Χει­μώ­να 1957. Με τον τίτ­λο, «Και­νή Δια­θή­κη», ως α­δη­μο­σίευ­το η­μι­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα, το α­να­φέ­ρει ο Ρί­τσος στις ε­πι­στο­λές του,  την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, Δεκ 1962 - Ιούλ. 1964. Την πα­ρα­κι­νού­σε συ­νε­χώς να το συ­νε­χί­σει. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή, μά­λι­στα, εύ­χε­ται να το τε­λειώ­σει με την προσ­δο­κώ­με­νη τό­τε ως ε­πι­κεί­με­νη ε­πι­στρο­φή της στην Ελλά­δα. 

Ει­κά­ζου­με πως το «Και­νή Δια­θή­κη», που φέρ­νει μα­ζί της, εί­ναι τα τρία πρώ­τα κε­φά­λαια, και πι­θα­νώς, με­ρι­κά α­κό­μη α­πό τα υ­πό­λοι­πα 12, χω­ρίς, ό­μως, τα ει­σα­γω­γι­κά τους, πλα­γιο­γράμ­μα­τα τμή­μα­τα, στα ο­ποία εμ­φα­νί­ζε­ται ως κε­ντρι­κό πρό­σω­πο η Κάδ­μω. Δη­λα­δή, έ­να μι­κρό­τε­ρο ή με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό τις μυ­κο­νιά­τι­κες διη­γή­σεις. Στην εκ­δο­χή του βι­βλίου, η συγ­γρα­φέ­ας αυ­τών των διη­γή­σεων βρί­σκε­ται στην υ­πε­ρο­ρία, αλ­λά­ζο­ντας τό­πους κα­τοι­κίας, Πα­ρί­σι – Βε­ρο­λί­νο – Βαρ­σο­βία. Στο τε­λι­κό, 16ο κε­φά­λαιο, υ­πάρ­χει μό­νο αυ­τή, με τον έν­δον λό­γο σε τρί­το πρό­σω­πο και πλα­γιο­γράμ­μα­τη γρα­φή. Δεκ. 1964: “Η Κάδ­μω πε­τά... Ανά­με­σα γης και ου­ρα­νού... Τώ­ρα μοι­ρά­ζο­νται στο α­ε­ρο­πλά­νο τα χαρ­τιά της ε­ξό­δου: ό­νο­μα του ε­πι­βά­τη, κα­τοι­κία, πα­τρί­δα. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο συλ­λο­γί­ζε­ται η Κάδ­μω... Βα­σι­λι­κή υ­πο­γρα­φή της το εί­χε α­φαι­ρέ­σει... Η ώ­ρα τώ­ρα εί­ναι 7.20΄βρα­δυ­νή...τα πρώ­τα φώ­τα της πό­λης...” 

Το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, «Το σπί­τι μου», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο χρο­νι­κές πε­ριό­δους, κα­θώς οι μνή­μες α­πό τη γε­νέ­τει­ρα α­να­κα­λού­νται στα χρό­νια της α­που­σίας. Επί­σης, το βι­βλίο της Κάδ­μως μοι­ρά­ζε­ται σε δυο χρό­νους, με κα­τα­λη­κτι­κό ση­μείο τον χρό­νο του “γυ­ρι­σμού”, ό­πως και τιτ­λο­φο­ρεί­ται το τε­λευ­ταίο, 13ο κε­φά­λαιο. Σε αυ­τό, το “τό­τε” το­πο­θε­τεί­ται, στα­θε­ρά ως ε­πω­δός, ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός, “πριν τριά­ντα χρό­νια”, το “τώ­ρα”, ό­μως, με­τα­κι­νεί­ται με­τα­ξύ του χρό­νου του “γυ­ρι­σμού” και ε­κεί­νου της γρα­φής, ε­νώ ο αλ­λο­τι­νός τό­πος, εί­ναι η Αθή­να. Οι μνή­μες α­πό έ­να τμή­μα της α­θη­ναϊκής πε­ριό­δου, ό­ταν κα­τοι­κεί σε παν­σιόν, α­φού έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει τα οι­κο­γε­νεια­κά σπί­τια της ξα­να­πα­ντρε­μέ­νης μη­τέ­ρας της και της χή­ρας μη­τριάς της, α­πο­τε­λούν το θέ­μα του τέ­ταρ­του και τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Δύ­σκο­λες νύ­χτες». Εκεί, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος. Στο βι­βλίο της Κάδ­μως, η συ­νέ­χεια ξε­δι­πλώ­νε­ται σε πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο. Αφο­ρά την α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο, που ξε­κι­νά­ει α­πό τό­τε που κα­τοί­κη­σε για πρώ­τη φο­ρά μό­νη της στην πρω­τεύου­σα μέ­χρι το 1947, που α­να­χώ­ρη­σε για Πα­ρί­σι. 

Αν και ό­ταν α­να­φέ­ρει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια “την πε­ριο­χή της Λα­γκό­ρς”, “το λι­μά­νι της Albissola” ή και τη Γέ­νο­βα, με τις πα­λαιό­τε­ρες μνή­μες α­να­κα­τώ­νο­νται ε­ντυ­πώ­σεις α­πό το τε­λευ­ταίο της τα­ξί­δι, κα­λο­καί­ρι 1966. Από τα του­ρι­στι­κά μέ­ρη, συ­γκρα­τεί τα ε­ρεί­πια ε­νός χω­ριού, το “κου­φά­ρι” α­πό το σπί­τι της Γαλ­λί­δας, το πο­λε­μι­κό κα­ρά­βι α­πό σί­δε­ρο που το νί­κη­σε το κύ­μα, την Ακρό­πο­λη που την ε­ξευ­τέ­λι­ζαν χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το ό­νο­μα ως τίτ­λο “τρα­το­ρίας”. Δεν πρό­κει­ται για ε­τε­ρό­κλη­τες μνή­μες. Το θέ­μα της εί­ναι οι θά­να­τοι, ό­λοι οι θά­να­τοι, πραγ­μά­των και αν­θρώ­πων. Ένας α­πό αυ­τούς και ο χω­ρι­σμός α­πό την πα­τρί­δα. Σε αυ­τούς λαν­θά­νει, κι ας μνη­μο­νεύε­ται κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο θά­να­τος ε­νός α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που, το ο­ποίο α­πο­κρύ­πτε­ται, ό­πως και τα αι­σθή­μα­τα της  Κάδ­μως α­πέ­να­ντί του.

Επει­δή ο χώ­ρος της σε­λί­δας πε­ριο­ρι­σμέ­νος, συ­νέ­χεια και τέ­λος Πε­ρί Κάδ­μως την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/6/2016.

1η φωτογραφία: Η Μέλπω Αξιώτη κατά την περίοδο του επαναπατρισμού.
2η φωτογραφία: Οπίσθια όψη κάρτ-ποστάλ του Γιάννη Ρίτσου προς την Αξιώτη, στο Βερολίνο, με ημερομηνία 5.VII.63. Φωτ. από τον τόμο: Γιάννης Ρίτσος, Μέλπω Αξιώτη, «Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966)», επιμέλ. Μαίρη Μικέ, Άγρα, Δεκ. 2015. Σχόλια στον τόμο έχουν δημοσιευθεί στο φύλλο της Εποχής: 17/4/2016.

Μυθοπλασία και πραγματικότητα

Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«Βε­ρο­νάλ»
Εκδ. Με­ταίχ­μιο
Νοέμ. 2015
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­θι­στεί σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­κο­λίες, ό­ταν κα­τα­πιά­νο­νται με την μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Εί­ναι έ­να α­πό τα ε­πα­κό­λου­θα της γε­νι­κό­τε­ρης ρευ­στό­τη­τας, που έ­φε­ρε η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα, με ά­με­σο α­ντί­κτυ­πο στη σχέ­ση μυ­θο­πλα­σίας και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ι­δίως στις πε­ρι­πτώ­σεις που ε­μπλέ­κο­νται υ­παρ­κτά πρό­σω­πα. Αυ­τό πα­ρα­τη­ρεί­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, κα­θώς η ε­πο­χή μας, ά­κρως ρε­α­λι­στι­κή, δι­ψά για γε­γο­νό­τα. Κά­πως έ­τσι έ­χει προ­κύ­ψει έ­να πε­ρι­θώ­ριο με­γα­λύ­τε­ρης συγ­γρα­φι­κής βού­λη­σης. Ευ­κταίο, ό­μως, εί­ναι να μην γί­νε­ται κα­τά­χρη­ση. Ένα πρώ­το βή­μα προς αυ­τήν την κα­τεύ­θυν­ση θα ή­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας να δί­νει ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή, ό­ταν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ει­δο­λο­γι­κά το έρ­γο του.  Ώστε ο α­να­γνώ­στης να μην χά­νει τον μπού­σου­λα σχε­τι­κά με ό­σα δια­βά­ζει. Δη­λα­δή να γνω­ρί­ζει, κα­τά πό­σο τέρ­πε­ται α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες προ­σώ­πων, ε­πι­νο­η­μέ­νων α­πό τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, ή, αν μα­θαί­νει και­νού­ρια πράγ­μα­τα για το ή­δη γνω­στό πρό­σω­πο, που α­να­φέ­ρε­ται στον τίτ­λο, ή, στα λοι­πά στοι­χεία του ε­ξω­φύλ­λου, χά­ρις στο ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, α­γό­ρα­σε το βι­βλίο.
Η πα­ρα­τή­ρη­ση α­φορ­μά­ται α­πό το και­νού­ριο βι­βλίο του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. Στο «Υστε­ρό­γρα­φο» του βι­βλίου, ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι “α­κο­λού­θη­σε την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή γραμ­μή που εί­χε α­κο­λου­θή­σει” σε τρία βι­βλία α­πό αυ­τά της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Τα δυο πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, τον Σω­κρά­τη και τον Ξε­νο­φώ­ντα, ε­νώ το τρί­το ε­στιά­ζει στις πε­ρι­πέ­τειες της Αφρο­δί­της της Μή­λου. Εκεί­να, ό­μως, πρώ­τον, τα χα­ρα­κτή­ρι­ζε “μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”, και ύ­στε­ρα, α­φο­ρού­σαν μα­κρι­νές ε­πο­χές. Μέ­νο­ντας έ­τσι στο α­πυ­ρό­βλη­το της με­τα­μυ­θο­πλα­σίας, εί­χε την ά­νε­ση να α­να­πλά­θει τα πρό­σω­πα μέ­χρι κα­ρι­κα­τού­ρας, δια­κω­μω­δώ­ντας κα­τα­στά­σεις. Με άλ­λα λό­για, να προ­σθέ­τει ψευ­δοϊστο­ρι­κά πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα, α­δια­φο­ρώ­ντας κα­τά πό­σο εί­ναι ι­στο­ρι­κο­φα­νή.
Ωστό­σο, για το πρό­σφα­το, χρη­σι­μο­ποιεί έ­ναν α­σα­φή ό­ρο, προ­βλη­μα­τι­κό στη χρή­ση του, “α­φή­γη­μα”, που ε­νέ­χει τη ση­μα­σία ε­ξι­στό­ρη­σης, γέρ­νο­ντας μάλ­λον προς την έκ­θε­ση πραγ­μα­τι­κών πα­ρά κα­τά φα­ντα­σία γε­γο­νό­των. Γι’ αυ­τό και εί­θι­σται να συ­νο­δεύε­ται α­πό τον ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό φα­ντα­στι­κό, ό­ταν πρό­κει­ται για μυ­θο­λό­γη­μα. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες γραμ­μές στο «Υστε­ρό­γρα­φο», ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει την πρό­θε­σή του: “Το πα­ρόν α­φή­γη­μα εί­ναι προϊόν σύν­θε­σης Ιστο­ρίας και μυ­θο­πλα­σίας. Πα­ρα­θέ­τω γε­γο­νό­τα που συ­νέ­βη­σαν και άλ­λα υ­πο­θε­τι­κά. Κι αυ­τά ό­μως συ­νά­γο­νται, α­κό­μα και συ­νειρ­μι­κά, α­πό τα πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα.” Όπως, ό­μως, γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα α­πό ε­μάς, αυ­τό το “συ­νειρ­μι­κά”, που ε­πι­κα­λεί­ται, εί­ναι ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νο με τις συ­νει­δη­σια­κές δια­δι­κα­σίες του προ­σώ­που που α­να­κα­λεί το γε­γο­νός, δη­λα­δή, με τον δι­κό του ψυ­χι­σμό. Πώς εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν, με υ­πο­θε­τι­κά γε­γο­νό­τα συγ­γρα­φι­κής ε­πι­νό­η­σης αλ­λά και ευαι­σθη­σίας, “να α­να­πτύ­ξει τη δυ­να­μι­κή του χα­ρα­κτή­ρα” του ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, που τον α­πα­σχο­λεί; Όταν μά­λι­στα, ε­πι­λέ­γει, με­τά τον τρι­το­κλα­σά­το εκ­πρό­σω­πο του Δω­δε­κά­θε­ου στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Η ε­πι­δη­μία» (2011), τον Μά­νο Χατ­ζι­δά­κι στο “ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό” «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το» (2012), τον Ιωάν­νη Συ­κου­τρή. Πρό­σω­πο, με “μο­να­χι­κό λό­γο”, ό­πως ο Ξε­νο­φώ­ντας, κι αυ­τός στο με­ταίχ­μιο ε­ντά­ξεων και κα­τα­τά­ξεων, ό­ταν πρό­κει­ται για τους συ­νή­θεις, α­πό­λυ­του τύ­που, ι­δε­ο­λο­γι­κούς δια­χω­ρι­σμούς. Εί­ναι ά­ξιο α­πο­ρίας, το πώς ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε, με πλή­θος ψευ­δοϊστο­ρι­κά πα­ρα­γε­μί­σμα­τα, να ε­πι­τε­λέ­σει “τα­ξί­δι στο κέ­ντρο της ψυ­χής του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή”, ή “να φω­τί­σει την υ­παρ­ξια­κή βά­ση των ι­δεών του”, ό­πως α­να­φέ­ρουν σχο­λια­στές του βι­βλίου.
Στο «Υστε­ρό­γρα­φο», ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρα­πέ­μπει στην πιο πρό­σφα­τη Βιο­γρα­φία του Συ­κου­τρή (Δ. Αλι­κα­νιώ­της, Κά­κτος, 2008), την ο­ποία χα­ρα­κτη­ρί­ζει “πλη­ρέ­στα­τη”, προ­σθέ­το­ντας πως α­πο­τε­λεί τη βα­σι­κή πη­γή για το α­φή­γη­μά του. Όσο α­φο­ρά τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, δεν δί­νει πα­ρα­πο­μπή σε άλ­λη πη­γή, ού­τε δι­κή του έ­ρευ­να α­να­φέ­ρει. Ωστό­σο, εί­ναι εμ­φα­νές, πως κά­ποια τα στα­χυο­λο­γεί ως έ­χουν, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα τα πα­ρα­κά­μπτει ή τα α­να­σκευά­ζει και ο­ρι­σμέ­να τα ε­πι­νο­εί, χω­ρίς, βε­βαίως, προ­ει­δο­ποιη­τι­κό σχο­λια­σμό. Όσα βιο­γρα­φι­κά παίρ­νει αυ­τού­σια, τα με­γα­λύ­νει σε δια­στά­σεις και συ­νέ­πειες, κυ­ρίως δια της ε­πα­να­λή­ψεως, με προ­σθή­κες, εμ­φα­τι­κές φρά­σεις του τύ­που, “παι­δί χω­ρίς παι­δι­κή η­λι­κία”, “έ­φη­βος χω­ρίς ε­φη­βεία”. Λ.χ., στην σω­μα­τι­κή μειο­νε­ξία και την φτώ­χια της οι­κο­γέ­νειας Συ­κου­τρή, ε­πα­νέρ­χε­ται με ό­λο και πιο με­λα­νές α­πο­χρώ­σεις. Πε­ρι­γρά­φει έ­να α­ξιο­θρή­νη­το πα­ρου­σια­στι­κό, στο ο­ποίο προ­σθέ­τει, πως “γεν­νή­θη­κε με το έ­να μά­τι νε­κρό”, εξ ου η δια βίου “ε­λα­φριά κλί­ση της κε­φα­λής του προς τα α­ρι­στε­ρά”. “Τα κου­ρε­μέ­να σύρ­ρι­ζα μαλ­λιά” α­πο­δί­δο­νται ως έ­να “κε­φά­λι ξυ­ρι­σμέ­νο γου­λί”, ε­νώ τα φτω­χι­κά ρού­χα ε­παυ­ξά­νο­νται με “μπα­λώ­μα­τα”. Με αυ­τήν τη διεκ­τρα­γώ­δη­ση, υ­πο­τί­θε­ται πως καλ­λιερ­γεί­ται ο πα­ραλ­λη­λι­σμός του ή­ρωα με την “φτω­χή Ελλά­δα”, ώ­στε να προ­κύ­ψει το ση­μείο ταύ­τι­σης: η κλα­σι­κή αρ­χαιό­τη­τα ως “πυ­λώ­νας” του Συ­κου­τρή, μέ­σω της φι­λο­λο­γι­κής του ε­να­σχό­λη­σης, αλ­λά και “του κρα­τι­δίου που ε­μπνεύ­σθη­καν κά­ποιοι ρο­μα­ντι­κοί”, ό­πως, ε­πί­σης, και της νε­ο­ελ­λη­νι­κής αυ­το­συ­νει­δη­σίας.
Μία α­πό τις προ­σθή­κες α­φο­ρά τη σχέ­ση με τον πα­τέ­ρα. Η μο­να­δι­κή πλη­ρο­φο­ρία της Βιο­γρα­φίας εί­ναι, ό­τι “του έ­μα­θε νή­πιο α­κό­μη τα πρώ­τα γράμ­μα­τα”. Αντ’ αυ­τού, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται πως “κά­θε φθι­νό­πω­ρο χτυ­πιό­ταν για να τον ξα­να­γρά­ψουν στο σχο­λείο”. Επί­σης, ό­ταν ο πα­τέ­ρας “πε­θαί­νει στα Τάγ­μα­τα Εργα­σίας του τουρ­κι­κού στρα­τού το 1917”, προ­στί­θε­ται, πως ε­κεί­νος α­δια­φο­ρεί, νιώ­θο­ντας “α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νος”. Το κα­τ’ ε­ξο­χήν, ό­μως, πε­δίο, που ελ­κύει τον Θε­ο­δω­ρό­που­λο, με σα­ρά­ντα χρό­νια θη­τεία στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, εί­ναι το ε­ρω­τι­κό. Σε αυ­τό, η φα­ντα­σία του καλ­πά­ζει. Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, α­πό μία φή­μη, την ο­ποία ο βιο­γρά­φος φρο­ντί­ζει να α­να­σκευά­σει, ε­κεί­νος πλά­θει έ­ναν πρώ­το ε­φη­βι­κό έ­ρω­τα με ε­ξα­δέλ­φη του. Με την γνω­στή α­δυ­να­μία του στα μυ­θο­λο­γι­κά ζεύ­γη, προ­σθέ­τει ως τρα­γι­κό κρε­σέ­ντο, τον α­να­πά­ντε­χο θά­να­το της α­γα­πη­μέ­νης, και έ­τσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν Ορφέα, που θα ψά­χνει μια ζωή την χα­μέ­νη Ευ­ρυ­δί­κη.
Τε­λι­κά, ού­τε έ­ναν, ού­τε δυο, αλ­λά τέσ­σε­ρις έ­ρω­τες σκη­νο­θε­τεί για τον ή­ρωά του, που φτά­νουν τους πέ­ντε, αν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με μια Σα­μιώ­τισ­σα συ­ντα­ξι­διώ­τισ­σα. Στο τρί­το κε­φά­λαιο, στή­νει έ­να α­στρα­πιαίο, αλ­λά ό­χι γι’ αυ­τό λι­γό­τε­ρο ρο­μα­ντι­κό, ει­δύλ­λιο με Ελλη­νοϊτα­λί­δα, πι­θα­νώς κα­τά­σκο­πο, που εμ­φα­νί­ζε­ται, Μάιο 1919, μα­ζί με την α­πό­βα­ση στη Σμύρ­νη των ελ­λη­νι­κών στρα­τευ­μά­των. Το κυ­ρίως ει­δύλ­λιο, ω­στό­σο, το­πο­θε­τεί­ται δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα με μα­θή­τριά του. Πρό­κει­ται για μία α­πό τις τέσ­σε­ρις αλ­λη­λο­γρά­φους του στον τό­μο «Γράμ­μα­τα του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή στις μα­θή­τριές του (1933-1937)» (ΜΙΕ­Τ, 2014). Και αυ­τό, πα­ρό­τι ο βιο­γρά­φος την κα­ταρ­ρί­πτει ως μη ευ­στα­θού­σα φή­μη. Στο “α­φή­γη­μα”, ω­στό­σο, α­πο­τε­λεί βα­σι­κό ά­ξο­να των τε­λευ­ταίων κε­φα­λαίων, που έρ­χε­ται να δια­σκε­δά­σει έ­ναν “γά­μο συμ­φέ­ρο­ντος”, με τη σύ­ζυ­γο να α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ως κό­ρη πο­λι­τευ­τή του Βε­νι­ζέ­λου.
Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρα­κά­μπτει ό­σα σχε­τι­κά σχο­λιά­ζο­νται στη Βιο­γρα­φία, κα­θώς και την α­να­φο­ρά του φί­λου του Συ­κου­τρή, Βα­σί­λη Τα­τά­κη στη δι­κή του Αυ­το­βιο­γρα­φία, ό­που πε­ρι­γρά­φε­ται ως συ­να­κό­λου­θο μίας φι­λίας α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να, που με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε σχέ­ση ζωής. Τε­λευ­ταία ε­ρω­τι­κή φί­λη, “μία μη­τρι­κή μορ­φή α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νης σου­φρα­ζέ­τας”. Αυ­τή εί­ναι η Τζού­λια Τε­ρέ­ντσιο, που ε­λά­χι­στα προ­σφέ­ρε­ται γι’ αυ­τό το ρό­λο. Στά­θη­κε ο “ορ­γα­νω­τι­κός νους” του Συλ­λό­γου «Ασκραίος», του ο­ποίου την ί­δρυ­ση, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρου­σιά­ζει σαν προ­σω­πι­κό ά­θλο του Συ­κου­τρή. Στό­χος να δο­θεί α­κό­μη έ­νας μυ­θο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός στον ή­ρωα, Ορφέ­ας αλ­λά και Προ­μη­θέ­ας.
Τα ε­ρω­τι­κά του Συ­κου­τρή, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος τα συ­μπλη­ρώ­νει, συ­νο­ψί­ζο­ντας ό,τι α­πο­κα­λεί “α­στι­κούς μύ­θους της υ­στε­ρο­φη­μίας” του ή­ρωά του: “Ερω­τι­κή α­νι­κα­νό­τη­τα.” “Εί­τε το σώ­μα του τον πρό­δι­δε, εί­τε ε­ντέ­λει κρι­τής της ε­ρω­τι­κής του συ­μπε­ρι­φο­ράς ή­ταν η α­πω­θη­μέ­νη ο­μο­φυ­λο­φι­λία του. Τό­σο α­πω­θη­μέ­νη και τό­σο κα­λά κρυμ­μέ­νη, ό­σο η ποίη­σή του, α­φού δεν κά­νει που­θε­νά την εμ­φά­νι­σή της.” Για να κα­τα­λή­ξει: “Και για­τί ό­χι ο κλα­σι­κός συν­δυα­σμός κα­τα­νά­λω­σης α­γο­ραίου έ­ρω­τα, με την κα­τά­θλι­ψη που συ­νε­πά­γε­ται, και ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νης «ρω­μα­ντι­κής» σχέ­σης;” Ο Συ­κου­τρής του Θε­ο­δω­ρό­που­λου δεν εί­ναι ο Συ­κου­τρής της Βιο­γρα­φίας, ού­τε των δυο τό­μων της δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νης ε­πι­στο­λο­γρα­φίας του, ού­τε καν των γρα­πτών του. Αυ­τό εί­ναι προ­φα­νές α­πό τις ε­λά­χι­στες πε­ρι­κο­πές α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του, που πα­ρα­θέ­τει, ό­λες α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες στα «Επι­λε­γό­με­να εις το έρ­γον τού Th. Zielinski. Ημείς και οι Αρχαίοι». Κα­μία, λ.χ., α­πό το «Εκλο­γή έρ­γων», το ο­ποίο ε­σφαλ­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται ως ε­ξαν­τλη­μέ­νο. Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νές πως ο συγ­γρα­φέ­ας το αρ­χέ­τυ­πο, που τον γο­η­τεύει, το εί­χε έ­τοι­μο, το κα­τάλ­λη­λο πρό­σω­πο α­να­ζη­τού­σε. Ο Συ­κου­τρής προ­σφε­ρό­ταν. Αρκεί να ε­πι­λε­γούν α­πό τον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο-συγ­γρα­φέα οι κα­τάλ­λη­λες ψη­φί­δες. Κά­πως έ­τσι πλά­θε­ται ο “μι­κρός Έλλη­νας”, δει­νός ρή­το­ρας, με το πα­ρω­νύ­μιο Αντι­φών, που, με “τη δύ­να­μη της φω­νής του”, έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με τους Με­γά­λους. Κά­τι σαν τον “μι­κρό ή­ρωα”, που θα πά­ρει με την αυ­το­χει­ρία του δια­στά­σεις τρα­γι­κού ή­ρωα.
Γι’ αυ­τό και στο “α­φή­γη­μα” πα­ρα­λεί­πο­νται ση­μα­ντι­κές βιο­γρα­φι­κές συ­νι­στώ­σες. Για πα­ρά­δειγ­μα, χά­ριν “α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας”, ό­πως δια­τεί­νε­ται ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος, α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την διε­τή πα­ρα­μο­νή του Συ­κου­τρή στην Κύ­προ και την πε­ντα­ε­τή στην Γερ­μα­νία, τό­σο ση­μα­ντι­κές, ι­δίως η δεύ­τε­ρη, στην ι­δε­ο­λο­γι­κή του δια­μόρ­φω­ση. Γε­νι­κό­τε­ρα, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­ζη­τά να δεί­ξει την η­ρωι­κή μοί­ρα ε­νός α­πό­βλη­του, πα­ρα­κά­μπτει τις πα­ρέες, ό­πως την φοι­τη­τι­κή εκ­δρο­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Σύμ­φω­να με τον Τα­τά­κη, ω­στό­σο, η στά­ση ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας α­πε­λευ­θέ­ρω­σε τον Συ­κου­τρή α­πό τον γλωσ­σι­κό του δογ­μα­τι­σμό. Από “α­δυ­σώ­πη­το ο­πα­δό του Κό­ντου, ά­ρα φα­να­τι­κό κα­θα­ρευου­σιά­νο”, και υ­πο­στη­ρι­κτή της ά­πο­ψης, πως “η δη­μιουρ­γι­κή δύ­να­μη του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε στον 4ο π.Χ. αιώ­να”, τον έ­στρε­ψε στους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους και τον νε­ο­ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό. Αντι­θέ­τως, στο βι­βλίο του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, προς συ­μπλή­ρω­ση του προ­φίλ ε­νός α­πό­βλη­του, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο ε­θι­σμός στα βαρ­βι­του­ρι­κά. Δύο ή­ταν τό­τε τα γνω­στά, το λου­μι­νάλ και το βε­ρο­νάλ.
Ο τίτ­λος του “α­φή­γη­μα­τος” δεί­χνει, πως πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το πρό­σω­πο τον εν­δια­φέ­ρει η αυ­το­κτο­νία του, ό­πως άλ­λω­στε το δη­λώ­νει. Ο τίτ­λος του δέ­κα­του και τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου εί­ναι “Για­τί αυ­το­κτό­νη­σε ο Ιωάν­νης Συ­κου­τρής;” Ωστό­σο, ού­τε αυ­τός, ού­τε ο Βιο­γρά­φος δί­νουν πα­ρα­πο­μπή του πό­τε και α­πό ποιον δη­μο­σιεύ­θη­κε η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ο θά­να­τος δεν ο­φει­λό­ταν σε α­να­κο­πή, αλ­λά ό­τι ε­πρό­κει­το για αυ­το­κτο­νία με ι­σχυ­ρή δό­ση βε­ρο­νάλ. Το α­να­φέ­ρου­με και ως πα­ρά­δειγ­μα των ελ­λεί­ψεων της Βιο­γρα­φίας, κα­θώς ο Αλι­κα­νιώ­της, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει στον Πρό­λο­γο της Βιο­γρα­φίας, πα­ρα­θέ­τει και φα­ντα­στι­κά στοι­χεία. Ένα α­πό αυ­τά, η ε­πι­στο­λή του 1918, την ο­ποία υ­πο­τί­θε­ται πως έ­στει­λε ο Συ­κου­τρής α­πό τα Καρ­δά­μυ­λα στη Σμύρ­νη, στον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού «Αμάλ­θεια», Σω­κρά­τη Σο­λω­μο­νί­δη, ε­ξι­στο­ρώ­ντας το θά­να­το της ε­ξα­δέρ­φης του. Απο­σπά­σμα­τα της ε­πι­στο­λής πα­ρα­θέ­τει ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος στο κε­φά­λαιο που α­φιε­ρώ­νει στο ει­δύλ­λιο. Παί­ζει με δά­νειο ψευ­δοϊστο­ρι­κό στοι­χείο ή το ε­κλαμ­βά­νει, εκ πα­ρα­δρο­μής, για πραγ­μα­τι­κό;
Το “α­φή­γη­μα”, κα­θώς συμ­βαί­νει και σε άλ­λα βι­βλία του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, συ­νι­στά μια πλά­για έκ­θε­ση της δι­κής του ι­δε­ο­πο­λι­τι­κής θέ­α­σης του 20ου αι. Γι’ αυ­τό, α­κο­λου­θεί τον τρό­πο, που κα­ταρ­τί­ζο­νται τα α­να­πε­πτα­μέ­να χρο­νο­λό­για, ό­που, πα­ράλ­λη­λα με τις χρο­νο­λο­γίες του κυ­ρίως θέ­μα­τος, δί­νο­νται οι α­ντί­στοι­χες γε­νι­κό­τε­ρες ι­στο­ρι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Το “α­φή­γη­μα” προ­βάλ­λει κά­θε πε­ρίο­δο του βίου του Συ­κου­τρή στο ελ­λη­νι­κό και ευ­ρω­παϊκό φό­ντο. Να ση­μειώ­σου­με, πως, σε αυ­τά τα τμή­μα­τα του “α­φη­γή­μα­τος”, ε­πι­δει­κνύει μεν με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση, η ο­ποία, ό­μως, σε σύ­γκρι­ση με ε­κεί­νη άλ­λων ο­μό­τε­χνών του, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν με­τριο­πα­θής. Δε­δο­μέ­νης και της αρ­χαιο­γνω­σίας του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, θα μπο­ρού­σε να μεί­νει πι­στό­τε­ρος στο πρό­σω­πο, που θα σή­μαι­νε να α­πο­δε­χθεί ως ή­ρωα έ­ναν πιο αν­θρώ­πι­νο, λι­γό­τε­ρο α­γλαϊσμέ­νο Συ­κου­τρή. Με άλ­λα λό­για, να μην εν­δώ­σει ως αυ­τόν το βαθ­μό στις συγ­γρα­φι­κές του ευ­κο­λίες.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/6/2016.