Παρασκευή, 19 Ιούνιος 2009

Τσώρτσιλ, Καβάφης, Μαντάμ Μπατερφλάϋ

Λε­ζά­ντα Φω­το­γρα­φίας: Σκη­νή α­πό την πρώ­τη πρά­ξη της ό­πε­ρας του Τζιά­κο­μο Που­τσί­νι, «Μα­ντάμ Μπα­τερ­φλάϋ». Σε πρώ­το πλά­νο, οι δυο πρω­τα­γω­νι­στές, το νέο, τό­τε, α­στέ­ρι του με­λο­δρά­μα­τος Ζωή Βλα­χο­πού­λου στο ρό­λο της Τσο-τσο-σάν ή και Μπα­τερ­φλάϋ, ο τε­νό­ρος Μι­χά­λης Κο­ρώ­νης στο ρό­λο του α­ξιω­μα­τι­κού του ναυ­τι­κού των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών Πίν­κερ­τον και ο βα­ρύ­το­νος Σπύ­ρος Κα­λο­γε­ράς (δε­ξιά) στο ρό­λο του α­με­ρι­κα­νού προ­ξέ­νου στο Να­γκα­σά­κι Σάρ­πλες. Πί­σω, σε δι­πλό η­μι­κύ­κλιο, η πο­λυ­με­λής συ­νο­δεία της Μπα­τερ­φλάϋ. Τα σκη­νι­κά εί­ναι του α­νερ­χό­με­νου τό­τε σκη­νο­γρά­φου Κλέ­αρ­χου Κλώ­νη. Η πρε­μιέ­ρα δό­θη­κε στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο, Πα­ρα­σκευή 25 Οκτω­βρίου 1940, πα­ρου­σία του βα­σι­λέα Γεωρ­γίου Β΄, του πρω­θυ­πουρ­γού, των πρι­γκί­πων, του δι­πλω­μα­τι­κού σώ­μα­τος και του γιού του συν­θέ­τη Αντό­νιο Που­τσί­νι.


Μια συ­ντε­τμη­μέ­νη μορ­φή του κει­μέ­νου δη­μο­σιεύ­τη­κε πριν λί­γο και­ρό σε άλ­λο έ­ντυ­πο. Εκεί, λό­γω στε­νό­τη­τας χώ­ρου, πα­ρα­λεί­πο­νταν ο­ρι­σμέ­να, νο­μί­ζου­με, εν­δια­φέ­ρο­ντα στοι­χεία.

Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Το show εί­ναι των Ελλή­νων»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Οκτώ­βριος 2008

“Πά­νω σ’ έ­να τε­ρά­στιο τρα­πέ­ζι εί­χαν το­πο­θε­τη­θεί δώ­δε­κα λά­μπες θυέλ­λης που φώ­τι­ζαν το χώ­ρο... Στη μια πλευ­ρά κά­θι­σε ο Τσώρ­τσι­λ, ο Άντο­νι Ήντεν, ο σερ Χά­ρολ­ντ Αλε­ξά­ντε­ρ, ο Αρχιε­πί­σκο­πος Δα­μα­σκη­νός, ο συ­νταγ­μα­τάρ­χης Πο­πώφ και ο Αμε­ρι­κα­νός πρέ­σβης Λίν­κολν Μα Βω. Απέ­να­ντί τους κά­θι­σαν τα μέ­λη της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης με τον Πα­παν­δρέ­ου ε­πι­κε­φα­λής. Οι α­ντι­πρό­σω­ποι του Ε­ΛΑΣ δεν εί­χαν έρ­θει. Τρά­βη­ξα μια φω­το­γρα­φία με το φλας κι έ­δω­σα τις δυο λά­μπες που α­πέ­με­ναν στον Βρε­τα­νό στρα­τιω­τι­κό φρου­ρό. Συ­νέ­χι­σα, ό­μως, να φω­το­γρα­φί­ζω χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το δρα­μα­τι­κό φω­τι­σμό του δω­μα­τίου. Φω­το­γρά­φι­ζα α­πό την ελ­λη­νι­κή πλευ­ρά του τρα­πε­ζιού ση­μα­δεύο­ντας με το φα­κό τον Τσώρ­τσιλ. Με­τά α­πό με­ρι­κές λή­ψεις βρυ­χή­θη­κε: Φω­το­γρά­φι­σε τους Έλλη­νες. Εί­ναι δι­κό τους το σόου.”
Έτσι πε­ρι­γρά­φει τη σκη­νή ο Ντμί­τρι Κέσ­σε­λ, πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν έ­στει­λε στην Αθή­να τις φω­το­γρα­φίες. Ίσως και να έ­βα­ζε τά­ξη στο αρ­χείο του, κα­θώς εί­χε συ­μπλη­ρώ­σει τα ε­νε­νή­ντα δυο. Πέ­θα­νε λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, στις 26 Μαρ­τίου 1995. Στο λεύ­κω­μά του, «Ελλά­δα του ’44», δη­μο­σιεύε­ται μό­νο μια φω­το­γρα­φία, κι αυ­τή του Τσώρ­τσιλ και των κα­θι­σμέ­νων α­πό την πλευ­ρά του. Τε­λι­κά, ε­κεί­νο το σόου δεν ή­ταν των Ελλή­νων. Ού­τε το φω­το­γρα­φι­κό ού­τε των Δε­κεμ­βρια­νών. Αμφό­τε­ρα ή­ταν σκη­νο­θε­τη­μέ­να α­πό τους Άγγλους. Όπως και να έ­χει, η φρά­ση του Τσώρ­τσιλ έ­δω­σε έ­ναν πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο στη νου­βέ­λα, που έ­στη­σε ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, με θέ­μα τις δυο συ­σκέ­ψεις, στις 26 και 27 Δε­κεμ­βρίου 1944. Η νου­βέ­λα, ό­πως και η α­φή­γη­ση του Κέσ­σε­λ, το­πο­θε­τεί­ται πε­νή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν για τα αρ­χεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών ξε­κι­νά μια δεύ­τε­ρη ζωή με την ψη­φιο­ποίη­σή τους. Ωστό­σο, ο χώ­ρος πα­ρα­μέ­νει ο ί­διος, τα υ­πό­γεια του Υπουρ­γείου, ό­που βρι­σκό­ταν η αί­θου­σα συ­σκέ­ψεων τον Δε­κέμ­βρη του ’44 και σή­με­ρα φυ­λάσ­σο­νται τα αρ­χεία. Σε α­ντι­στοι­χία με τις δυο δια­δο­χι­κές συ­σκέ­ψεις, η νου­βέ­λα ε­κτυ­λίσ­σε­ται σαν θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση με δύο πρά­ξεις. Μό­νο που, ε­πί σκη­νής, δεν εμ­φα­νί­ζο­νται οι πρω­τα­γω­νι­στές ε­κεί­νων των συ­νο­μι­λιών, αλ­λά έ­να πα­ρά­ται­ρο ζευ­γά­ρι. Εί­ναι ο πρα­κτι­κο­γρά­φος του 1944, συ­ντα­ξιού­χος πλέ­ον, και έ­νας νέ­ος υ­πάλ­λη­λος του Υπουρ­γείου, στην αρ­μο­διό­τη­τα του ο­ποίου έ­χουν πε­ρά­σει τα αρ­χεία. Ο πρε­σβύ­τε­ρος πε­ρι­γρά­φει τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, το πα­ρου­σια­στι­κό και τις κι­νή­σεις τους, με­τα­φέ­ρο­ντας τα λεχ­θέ­ντα, με μι­κρές πα­ρεκ­κλί­σεις α­πό την ε­πί­ση­μη εκ­δο­χή. Από μια ά­πο­ψη, η α­φή­γη­σή του υ­περ­βαί­νει σε α­κρι­βο­λο­γία τις δυ­να­τό­τη­τες μιας α­νι­στό­ρη­σης α­κό­μη και του κα­λύ­τε­ρου δι­πλω­μα­τι­κού υ­παλ­λή­λου. Από την άλ­λη, με αυ­τόν τον τρό­πο, α­να­συ­σταί­νε­ται το “θέ­α­τρο” των συ­νο­μι­λιών και α­πο­τυ­πώ­νε­ται στους ε­κα­τέ­ρω­θεν δια­πραγ­μα­τευ­τι­κούς ε­λιγ­μούς, το α­νά­στη­μα των αν­θρώ­πων, που βρέ­θη­καν τό­τε α­ντι­μέ­τω­ποι. Σε αυ­τό βο­η­θά­ει ο πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νος διά­λο­γος των δυο υ­παλ­λή­λων. Ο νεό­τε­ρος εκ­φρά­ζει τις α­πο­ρίες του για ό­σα πρω­τά­κου­στα μα­θαί­νει, ο­πό­τε ο γε­ρο­ντό­τε­ρος προ­σθέ­τει ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κά τις κα­το­πι­νές τύ­χες των προ­σώ­πων και της χώ­ρας. Με την ευ­και­ρία, δια­τυ­πώ­νει τις ε­κτι­μή­σεις του, α­ντι­κα­το­πτρί­ζο­ντας τις τρέ­χου­σες, σή­με­ρα, α­ντι­λή­ψεις για ε­κεί­νη την κρί­σι­μη πε­ρίο­δο. Όσο για την ι­δέα, που εί­χε ο συγ­γρα­φέ­ας, α­νά­με­σα στον α­πό­μα­χο και τον νέο με το σκου­λα­ρί­κι να α­να­πτύσ­σε­ται μια ε­ρω­τι­κή συ­μπά­θεια, αυ­τή φαί­νε­ται να χα­λα­ρώ­νει την α­τμό­σφαι­ρα και να προσ­δί­δει έ­να συ­νω­μο­τι­κό πνεύ­μα, που, για άλ­λους λό­γους και με τον ί­διο υ­πο­βλη­τι­κό φω­τι­σμό, θα πρέ­πει να ε­πι­κρα­τού­σε στις συ­σκέ­ψεις του ’44.
Εκτός α­πό τον τίτ­λο της συ­γκε­κρι­μέ­νης νου­βέ­λας, η φρά­ση του Τσώρ­τσιλ ε­πι­λέ­χτη­κε και ως τίτ­λος ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου. Πι­θα­νώς, χά­ρις στη λαν­θά­νου­σα ει­ρω­νεία της, που ται­ριά­ζει και στις δυο άλ­λες νου­βέ­λες του βι­βλίου. Σε αυ­τές πρω­τα­γω­νι­στούν Αθη­ναίοι α­στοί του Με­σο­πο­λέ­μου, που ε­πι­δει­κνύουν συ­μπε­ρι­φο­ρά ε­παρ­χιώ­τη, έ­τσι ό­πως α­ντι­γρά­φουν φερ­σί­μα­τα και τρό­πους έν­δυ­σης και δια­σκέ­δα­σης α­πό τους Ευ­ρω­παίους. Το μό­νο που πα­ραλ­λάσ­σει εί­ναι το πρό­τυ­πο μί­μη­σης, σε συμ­φω­νία με τον ε­κά­στο­τε πνέ­ο­ντα ά­νε­μο στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο. Και πά­λι, σε κα­μία α­πό τις δυο, το σόου δεν εί­ναι των Ελλή­νων, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τοί α­νέ­κα­θεν α­ρέ­σκο­νταν στα σόου, ό­πως δεί­χνουν και οι ι­στο­ρίες.
Σε μια σκη­νή της πρώ­της νου­βέ­λας, ο α­φη­γη­τής, α­να­φε­ρό­με­νος στους συγ­γρα­φείς του Με­σο­πο­λέ­μου, α­πο­φαί­νε­ται “Εκτός ε­ξαι­ρέ­σεων, δεν εί­ναι τό­σο φι­λό­μου­σο γέ­νος οι λο­γο­τέ­χνες.” Δια­πί­στω­ση που μπο­ρεί να ι­σχύει τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, δεν πι­στεύου­με, ό­μως, πως ευ­στα­θεί για τη δε­κα­ε­τία του ’30. Όπως και να έ­χει, ό­σο α­φο­ρά τη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία, στις λι­γο­στές ε­ξαι­ρέ­σεις α­νή­κει και ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Το τεκ­μη­ριώ­νουν σκόρ­πιες σε­λί­δες σε ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του, το προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Η συ­νω­μο­σία της άρ­πας», και οι δυο πρό­σφα­τες νου­βέ­λες, που στή­νο­νται με έ­ναυ­σμα κά­ποιες μου­σι­κές βρα­διές. Ανα­φε­ρό­με­νος σε αυ­τές ο α­φη­γη­τής, κα­τορ­θώ­νει να α­πο­δώ­σει την καλ­λι­τε­χνι­κή παν­δαι­σία, δεί­χνο­ντας ό­χι μό­νο μου­σι­κή καλ­λιέρ­γεια αλ­λά και αι­σθα­ντι­κό­τη­τα, που συ­χνά λεί­πει α­πό ε­παγ­γελ­μα­τίες κρι­τι­κούς, ό­πως, λ.χ., η πα­ρευ­ρι­σκό­με­νη στην πρώ­τη βρα­διά, Αύ­ρα Θε­ο­δω­ρο­πού­λου, που η φε­μι­νι­στι­κή μα­χη­τι­κό­τη­τά της μάλ­λον ρο­κά­νι­σε μέ­ρος της ευαι­σθη­σίας της.
Η πρώ­τη μου­σι­κή βρα­διά, που, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ή­ταν μια α­πο­γευ­μα­τι­νή δε­ξίω­ση, δό­θη­κε στις 20 Οκτω­βρίου 1932, η­μέ­ρα Πέ­μπτη, στο αλ­λο­τι­νό μέ­γα­ρο Νε­γρε­πό­ντη, γω­νία Αμα­λίας και Όθω­νος, προς τι­μή του Κα­βά­φη, που τύ­χαι­νε να βρί­σκε­ται στην Αθή­να. Ήταν η τέ­ταρ­τη ε­πί­σκε­ψη του α­λε­ξαν­δρι­νού ποιη­τή στην Ελλά­δα, αυ­τή τη φο­ρά ε­πι­βε­βλη­μέ­νη για λό­γους υ­γείας. Εί­χε έλ­θει στις 3 Ιου­λίου για εγ­χεί­ρη­ση λά­ρυγ­γος και α­νε­χώ­ρη­σε στις 27 Οκτω­βρίου. Λί­γες η­μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα δό­θη­καν δυο α­πο­γευ­μα­τι­νές δε­ξιώ­σεις στου Άλκη Θρύ­λου και στου Πε­τρο­κόκ­κι­νου, ε­νώ, εν­δια­μέ­σως, έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη υ­πο­δο­χή του στα γρα­φεία της Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών, με την εγ­γρα­φή του στα μέ­λη της. Στη δε­ξίω­ση του Άλκη Θρύ­λου, κα­τά κό­σμον Ελέ­νη Νε­γρε­πό­ντη-Ου­ρά­νη, έ­παι­ξε και τρα­γού­δη­σε στο πιά­νο ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, ο συ­νο­μή­λι­κος της Ου­ρά­νη, Δη­μή­τρης Μη­τρό­που­λος. Ήταν τα δε­κα­τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού, που εί­χε με­λο­ποιή­σει με­τά τον Πα­λα­μά και τον Σι­κε­λια­νό, δέ­κα α­πό τα ο­ποία εί­χε, προ πε­ντα­ε­τίας, τυ­πώ­σει σε έ­να τευ­χί­διο, α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ου­ρά­νη. Ανά­γκα και θε­οί πεί­θο­νται, μια και ο πα­τήρ Νε­γρε­πό­ντης ή­ταν, α­πό το 1924 που ο Μη­τρό­που­λος ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να, ο μαι­κή­νας του, προ­σφέ­ρο­ντάς του και στέ­γη στο μέ­γα­ρο.
Αυ­τήν την ε­σπε­ρί­δα α­να­συν­θέ­τει ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, α­φή­νο­ντας ε­λεύ­θε­ρη τη φα­ντα­σία του να αυ­το­σχε­διά­σει, χω­ρίς το φόρ­το των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων, που λει­τουρ­γούν πε­ριο­ρι­στι­κά στις δυο άλ­λες νου­βέ­λες. Για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη δε­ξίω­ση, υ­πάρ­χουν μό­νο οι α­να­φο­ρές στον Τύ­πο: μια εί­δη­ση στο «Ελεύ­θε­ρον Βή­μα» της ε­πο­μέ­νης και η κα­τα­γρα­φή της στο «Δε­κα­πεν­θή­με­ρον» της «Νέ­ας Εστίας». Και πά­λι, μια σύ­ντο­μη α­να­φο­ρά, στη­ριγ­μέ­νη σε ση­μείω­μα που θα πρέ­πει να προ­μή­θευ­σε ο Μη­τρό­που­λος, με το λο­γί­δριό του πριν την ε­κτέ­λε­ση των με­λο­ποιη­μέ­νων ποιη­μά­των. Το δη­μο­σίευ­μα εί­ναι α­νώ­νυ­μο, με την υ­πο­γρα­φή Α., ω­στό­σο η πρώ­τη πα­ρά­γρα­φος προ­δί­δει την ταυ­τό­τη­τα του συ­ντά­κτη: «Μιά με­γά­λη, μιά ω­ραία έκ­πλη­ξη –και α­πό­λαυ­ση– πε­ρί­με­νε τους ευ­τυ­χι­σμέ­νους που εί­χαν προ­σκλη­θεί α­πό τον κύ­ριο και την κυ­ρία Ελέ­νη Ου­ρά­νη...» Μό­νο η κυ­ρία Ου­ρά­νη θα εί­χε την ευ­χέ­ρεια να δια­γρά­ψει το ό­νο­μα του κυ­ρίου, α­δια­φο­ρώ­ντας για την α­νέ­κα­θεν ι­σχύου­σα κοι­νω­νι­κή τά­ξη.
Ο α­φη­γη­τής υιο­θε­τεί το πρώ­το πλη­θυ­ντι­κό πρό­σω­πο, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν σε πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις, και πα­ρου­σιά­ζε­ται ως συ­γκαι­ρι­νός μας. Απο­κα­λεί τους προ­σκε­κλη­μέ­νους με το μι­κρό τους ό­νο­μα, α­να­φέ­ρο­ντας κά­ποιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό έρ­γο τους, ώ­στε να α­πο­βαί­νουν α­να­γνω­ρί­σι­μοι, του­λά­χι­στον α­πό μια με­ρί­δα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Δεν πα­ρα­λεί­πει, ε­πί­σης, να σχο­λιά­σει, ποιοι γρά­φτη­καν στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας με χο­ντρά γράμ­μα­τα και ποιοι με ψι­λά. Κα­τά τα άλ­λα, α­να­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρους ποιη­τές πα­ρά πε­ζο­γρά­φους, πα­ρα­λεί­πο­ντας τον Ξε­νό­που­λο, τον μό­νο α­πό τους πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους που μνη­μο­νεύει τη δε­ξίω­ση στα με­τα­θα­νά­τια κεί­με­νά του για τον Κα­βά­φη. Όμως, τε­λι­κά, η δε­ξίω­ση δεν εί­ναι πα­ρά έ­να προ­σφυές σκη­νι­κό για τη συ­νά­ντη­ση ποιη­τή και μου­σι­κού. Προ­ε­κτεί­νο­ντας ο α­φη­γη­τής την αρ­μο­νι­κή σύ­ζευ­ξη των στί­χων με τους ή­χους, στή­νει τον α­να­με­τα­ξύ τους διά­λο­γο, πε­ρι­γρά­φει την α­προ­κά­λυ­πτη συ­μπά­θεια του ποιη­τή για τον νέο ά­ντρα και τη δι­κή του θαυ­μα­στι­κή α­ντα­πό­κρι­ση, φθά­νο­ντας μέ­χρι τις κρύ­φιες ε­πι­θυ­μίες τους. Πα­ρό­λο που ο τίτ­λος της νου­βέ­λας εί­ναι «Μια μέ­ρα α­π’ τη ζωή τους», τε­λι­κά, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του προ δε­κα­ε­τίας βι­βλίου του Κου­μα­ντα­ρέα, «Η μέ­ρα για τα γρα­πτά κι η νύ­χτα για το σώ­μα», ο α­φη­γη­τής πα­ρα­κο­λου­θεί τους δυο άν­δρες και με­τά την έ­ξο­δό τους α­πό το μέ­γα­ρο στη νυ­χτε­ρι­νή Αθή­να. Ασκη­τι­κή φα­ντα­σιώ­νει τη νύ­χτα του νεό­τε­ρου, ε­νώ α­κο­λου­θεί, ως συγ­γε­νής ψυ­χή, τον ποιη­τή μέ­χρι το κρε­βά­τι του.
Μέ­νει η με­σαία νου­βέ­λα, που ξε­κι­νά τις πα­ρα­μο­νές του ελ­λη­νοϊτα­λι­κού πο­λέ­μου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, την Πα­ρα­σκευή, 25 Οκτω­βρίου 1940, που δί­νε­ται στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο η πρε­μιέ­ρα της «Μα­ντάμ Μπα­τερ­φλάϋ», πα­ρου­σία του γιού του Τζιά­κο­μο Που­τσί­νι, Αντό­νιο και της συ­ζύ­γου του. Η α­φή­γη­ση προ­χω­ρά στη δε­ξίω­ση της ι­τα­λι­κής πρε­σβείας την ε­πο­μέ­νη και στο ι­τα­λι­κό τε­λε­σί­γρα­φο, που ε­πι­δό­θη­κε στον Με­τα­ξά τα ξη­με­ρώ­μα­τα της 28ης Οκτω­βρίου 1940, α­να­δει­κνύο­ντας τον ι­τα­λό πρέ­σβη, έ­ναν δευ­τε­ρα­γω­νι­στή ε­κεί­νων των γε­γο­νό­των, σε κύ­ριο πρό­σω­πο. Κα­τά τα άλ­λα, ο συγ­γρα­φέ­ας μέ­νει μάλ­λον πι­στός στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα, με κά­ποιες αλ­λα­γές που γί­νο­νται χά­ριν του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Για πα­ρά­δειγ­μα, στη δε­ξίω­ση της πρε­σβείας, εί­ναι γνω­στό πως πα­ρευ­ρέ­θη­καν α­πό τα κυ­βερ­νη­τι­κά στε­λέ­χη μό­νο ο υ­φυ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Νί­κος Μαυ­ρί­δης και ο υ­φυ­πουρ­γός Τύ­που Θε­ο­λό­γος Νι­κο­λού­δης. Ωστό­σο, ο α­φη­γη­τής ο­νο­μα­τί­ζει μό­νο τον δια­βό­η­το Υπουρ­γό Δη­μο­σίας Ασφά­λειας Μα­νια­δά­κη
Σε αυ­τήν τη νου­βέ­λα, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­νας με­γα­λο­δι­κη­γό­ρος ε­κεί­νου του και­ρού, ε­ρα­στής των τε­χνών και του ω­ραίου. Αν και λό­γω ε­πο­χής, ξε­φεύ­γει α­πό το κλί­μα αι­σθη­σια­σμού των δυο άλ­λων ι­στο­ριών του βι­βλίου, κα­θώς αυ­τός α­να­ζη­τά την η­δο­νή στις ε­λα­φρές γυ­ναί­κες. Λά­τρης της ό­πε­ρας δί­νει μια μο­να­δι­κή πε­ρι­γρα­φή της «Μα­ντάμ Μπα­τε­φλάϋ» αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, φι­λό­τε­χνος, πα­ρα­θέ­τει μια λε­πτο­με­ρή ει­κό­να της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής του Θεά­τρου, α­πό την πρό­σο­ψη μέ­χρι και το δεύ­τε­ρο ε­ξώ­στη. Εκτός, ό­μως, α­πό ε­στέτ εί­ναι και έ­νας δια­νοού­με­νος της ε­πο­χής, που πα­ρα­τη­ρεί το φι­λο­θεά­μον κοι­νό ε­κεί­νης της βρα­διάς, ξε­χω­ρί­ζο­ντας τους ε­πι­φα­νείς. Τους α­να­φέ­ρει με τα ε­πί­θε­τά τους, σχο­λιά­ζο­ντάς τους άλ­λο­τε ε­γκω­μια­στι­κά κι άλ­λο­τε α­πα­ξιω­τι­κά. Λ.χ., τον Κω­στή Μπα­στιά, που ή­ταν τό­τε διευ­θυ­ντής Γραμ­μά­των και Τε­χνών του Υπουρ­γείου Παι­δείας και γε­νι­κός διευ­θυ­ντής του Βα­σι­λι­κού Θεά­τρου, τον μνη­μο­νεύει μό­νο ως διευ­θυ­ντή του Κέ­ντρου Τε­χνών. Μά­λι­στα, τον πα­ρου­σιά­ζει “ευ­τρα­φή, με σκού­ρα γυα­λιά που τον έ­κα­ναν να μοιά­ζει με πρά­κτο­ρα ή με τυ­φλό”. Κι ό­μως, τό­τε, ο Μπα­στιάς ε­θεω­ρεί­το μέ­γας γυ­ναι­κο­κα­τα­κτη­τής. Οι φω­το­γρα­φίες του με τα μαύ­ρα γυα­λιά εί­ναι με­τά το 1959. Εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τα εί­ναι τα αι­σθή­μα­τα του α­φη­γη­τή για τον Άγγε­λο Τερ­ζά­κη. “Ευ­θυ­τε­νής, κα­λο­χτε­νι­σμέ­νος και κα­λο­ντυ­μέ­νος, μ’ ε­κεί­νη την κά­πως μο­νο­κόμ­μα­τη κο­ψιά του. Ένας σπου­δαίος λο­γο­τέ­χνης και δια­νο­η­τής, γνώ­στης βα­θύς του θεά­τρου”. Ίσως κά­ποιοι να κρί­νουν πως η α­να­φο­ρά εί­ναι γεν­ναιό­δω­ρη, πά­ντως, σί­γου­ρα, εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρη προς τον άν­θρω­πο α­πό την ει­κό­να του συ­μπλεγ­μα­τι­κού, που σκια­γρα­φούν νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς. Ίσως, ε­φέ­τος τον Αύ­γου­στο, που κλεί­νουν τριά­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, να μην υ­πάρ­ξει άλ­λη μνη­μό­νευ­ση.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ένας Φιλανδός στην Αθήνα του 1852

Λεζάντα Φωτογραφίας: «Ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος στα μέ­σα του 19ου αιώ­να. Άγνω­στος φω­το­γρά­φος. Εθνι­κό Ιστο­ρι­κό Μου­σείο.» Η φω­το­γρα­φία α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­πό το βι­βλίο, μα­ζί με τα αό­ρι­στα και λαν­θα­σμέ­να στοι­χεία της λε­ζά­ντας. Προς α­πο­κα­τά­στα­ση ση­μειώ­νου­με: Πρό­κει­ται για φω­το­γρα­φία του Νι­κό­λα­ου (Κό­λα) Κο­ντο­γιαν­νά­κη α­πό τον Εθνι­κό Κή­πο, ό­πως α­πο­κα­λεί­το ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος ή και Κή­πος της Αμα­λίας με­τά την έ­ξω­ση του Όθω­να, ο­πό­τε και πε­ριήλ­θε στο κρά­τος. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης α­πα­θα­νά­τι­σε μιά α­πό τις ει­σό­δους του Κή­που σε στιγ­μή κί­νη­σης. Κυ­ρίαρ­χο στη φω­το­γρα­φία το ω­ραίο φύ­λο, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη της ε­πι­κρα­τού­σας τό­τε μό­δας στις γυ­ναί­κες. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης, πλού­σιος Έλλη­νας, ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στην Πε­τρού­πο­λη, συγ­γε­νής της οι­κο­γέ­νειας Δρα­γού­μη, τα­ξι­δεύει τα­κτι­κά στην Ελλά­δα. Από τους πρώ­τους ε­ρα­σι­τέ­χνες φω­το­γρά­φους, πέ­ρα α­πό το στοι­χείο της ο­πτι­κής μαρ­τυ­ρίας, οι φω­το­γρα­φίες του πα­ρου­σιά­ζουν αι­σθη­τι­κή και ποιο­τι­κή αρ­τιό­τη­τα που ξε­περ­νά τα ό­ρια του τυ­χαίου ε­ρα­σι­τέ­χνη. Σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό φω­το­γρα­φίας Άλκη Ξαν­θά­κη, η φω­το­γρα­φία τρα­βή­χτη­κε το 1884, ε­νώ, κα­τά άλ­λη πη­γή, το 1891.


Μπιορν Φορ­σέν

– Βα­σί­λης Καρ­δά­σης
«Αγα­πη­τή, μι­ση­τή μου Αθή­να!
Στιγ­μιό­τυ­πα α­πό τη ζωή
του φιν­λαν­δού ελ­λη­νι­στή
Βίλ­χελμ Λά­γκους»

Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Απρί­λιος 2009

“Τ’ α­η­δό­νια δε σ’ α­φή­νου­νε να κοι­μη­θείς στις Πλά­τρες”, έ­γρα­φε στην Κύ­προ ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης. Έναν αιώ­να νω­ρί­τε­ρα, στις 29 Ιου­νίου 1852, ο φι­λαν­δός Γου­λιέλ­μος Λά­γος, κα­θι­σμέ­νος δί­πλα στο πα­ρά­θυ­ρο σε έ­να δω­μά­τιο του παν­δο­χείου «L’ Orient», στην καρ­διά της τό­τε Αθή­νας, έ­γρα­φε στους δι­κούς του “στον μα­κρι­νό Βορ­ρά”: “Η νύ­χτα α­να­παύε­ται ή­ρε­μη, τα κυ­πα­ρίσ­σια και οι πα­νύ­ψη­λες πι­κρο­δάφ­νες κρυ­φο­κοι­τούν στο δω­μά­τιό μου μέ­σα στο φεγ­γα­ρό­φω­το και τα α­η­δό­νια στους κή­πους α­πα­ντούν το έ­να στο άλ­λο.” Γεν­νη­μέ­νος ο Λά­γος το 1821, συ­νο­μή­λι­κος του Στέ­φα­νου Ξέ­νου, τρία χρό­νια νεό­τε­ρος του Στέ­φα­νου Κου­μα­νού­δη, και έ­ξι του Κων­στα­ντί­νου Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, στα εί­κο­σι εν­νιά του ή­ταν ή­δη υ­φη­γη­τής της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σας στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι. Νιό­πα­ντρος τον Αύ­γου­στο του 1850, τα­ξί­δε­ψε μα­ζί με την γυ­ναί­κα του στην Οδησ­σό. Δεν ε­πρό­κει­το για έ­να τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Έχο­ντας ο­λο­κλη­ρώ­σει τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με θέ­μα τον Πλού­ταρ­χο ως με­λε­τη­τή ε­νός α­πό τα α­πω­λε­σθέ­ντα έρ­γα, φι­λο­σο­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, του Ρω­μαίου Μάρ­κου Τε­ρέ­ντιου Βάρ­ρω­να πε­ρί των θεϊκών και αν­θρω­πί­νων υ­πο­θέ­σεων, α­πο­φά­σι­σε να με­λε­τή­σει τον σκυ­θι­κό πο­λι­τι­σμό, γι’ αυ­τό και ε­γκα­τα­στά­θη­κε για δυο χρό­νια στην Οδησ­σό.
Με κα­λή γνώ­ση της ρω­σι­κής αρ­χαιο­λο­γίας, μια και η χώ­ρα του ή­ταν α­πό το 1809 Αυ­τό­νο­μο Με­γά­λο Δου­κά­το υ­πό τη Ρω­σι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, ή­θε­λε να γνω­ρί­σει τον κό­σμο της Ανα­το­λής. Επι­σκέ­φθη­κε την Κρι­μαία και τη “βα­σί­λισ­σα της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας”, την Σε­βα­στού­πο­λη. Κε­ντρι­κή θέ­ση στο θέ­μα της με­λέ­της του για τους Σκύ­θες εί­χε η συ­νε­χής πα­ρου­σία των Ελλή­νων στην Κρι­μαία. Για μια καλ­λί­τε­ρη γνω­ρι­μία με τους συ­γκαι­ρι­νούς του Έλλη­νες και τη γλώσ­σα τους, α­πο­φά­σι­σε να συ­νε­χί­σει το εκ­παι­δευ­τι­κό του τα­ξί­δι στην Αθή­να. Τα­ξί­δε­ψε με α­τμό­πλοιο, μέ­σω Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, Σμύρ­νης και Σύ­ρου. Αργό­τε­ρα, α­πό την Αθή­να, η σύ­ζυ­γός του, σε ε­πι­στο­λή προς την οι­κο­γέ­νειά της, έ­γρα­φε για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη: “Εύ­χο­μαι πραγ­μα­τι­κά να γί­νει πό­λε­μος, ώ­στε οι Ρώ­σοι να κα­τε­δα­φί­σουν μια και κα­λή αυ­τή τη φρι­χτή και βρό­μι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και να χτί­σουν στη θέ­ση της μια πό­λη που θα γί­νει η πιο ό­μορ­φη και η πιο ξα­κου­στή πό­λη του κό­σμου. Αχ! τι θα μπο­ρού­σε να γί­νει ε­κεί”. Αγνοού­με τις ε­ντυ­πώ­σεις του ζεύ­γους α­πό τη Σμύρ­νη και τη Σύ­ρο, την ο­ποία μπο­ρεί και να μην ε­πι­σκέ­φθη­καν, για­τί το πλοίο τους ή­ταν σε κα­ρα­ντί­να. Πά­ντως, στο κα­τά­στρω­μα του πλοίου, πλέ­ο­ντας α­πό τη Σμύρ­νη προς τη Σύ­ρο, ο Λά­γος έ­γρα­ψε τις ε­ντυ­πώ­σεις του α­πό το ελ­λη­νι­κό αρ­χι­πέ­λα­γος σε σύ­γκρι­ση με τα χι­λιά­δες πα­ρά­κτια νη­σιά της πα­τρί­δας του, ό­πως το Πά­ραϊνεν κο­ντά στην πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη Τούρ­κου, ό­που εί­χε με­γα­λώ­σει: “Δεν υ­πάρ­χουν συ­μπλέγ­μα­τα μι­κρών νη­σιών και δεν κυ­ριαρ­χούν τα δέ­ντρα και η βλά­στη­ση. Αλλά οι ποι­κί­λοι σχη­μα­τι­σμοί που δη­μιουρ­γούν τα βου­νά και οι λό­φοι, το θέ­α­μα που πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­λο­γα με την α­πό­στα­ση και το φως, οι δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις του θο­λού κυα­νού· αυ­τό εί­ναι!”
Στην Αθή­να έ­φθα­σε στις 24 Ιου­νίου 1852 και α­νε­χώ­ρη­σε τον Ιού­λιο του 1853. Ού­τε φι­λέλ­λη­να ού­τε πε­ριη­γη­τή θα μπο­ρού­σε κα­νείς να χα­ρα­κτη­ρί­σει τον Λά­γος. Μάλ­λον πραγ­μα­τι­στή και ί­σως, λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο του κα­νο­νι­κού φλεγ­μα­τι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­χε την α­τυ­χία να χά­σει την κό­ρη του στην Αθή­να λί­γες ε­βδο­μά­δες με­τά την ά­φι­ξή τους. Ού­τε δυο χρό­νων, α­φού εί­χε γεν­νη­θεί στην Οδησ­σό. Πέ­θα­νε α­πό υ­ψη­λό πυ­ρε­τό και διάρ­ροια. Θυ­μί­ζει την πε­ρί­πτω­ση του α­δελ­φού της Άννας Αχμά­το­βα, Αντρέϊ Γκο­ρέν­κο, που εί­χε έρ­θει στην Ελλά­δα, κι αυ­τός α­πό την Οδησ­σό, το 1920, με τη γυ­ναί­κα του και τον τε­τρα­ε­τή γιο τους, που πέ­θα­νε, μό­λις έ­φθα­σαν, α­πό ε­λο­νο­σία. Στο η­με­ρο­λό­γιό του, κα­θώς και στις ε­πι­στο­λές προς τους οι­κείους του, ο Λά­γος ζω­γρα­φί­ζει με με­λα­νά χρώ­μα­τα τη ζωή στην Αθή­να. Μνη­μο­νεύει τη φρι­χτή ζέ­στη, τη σκό­νη στους δρό­μους, το α­νύ­παρ­κτο α­γε­λα­δι­νό γά­λα, την υ­πη­ρέ­τριά τους, που ε­ρω­το­τρο­πού­σε ό­χι με έ­ναν αλ­λά με τρεις α­γα­πη­τι­κούς, το τα­χυ­δρο­μείο, που χρεια­ζό­ταν μέ­χρι και έ­ξι ε­βδο­μά­δες για μια ε­πι­στο­λή α­πό την Φι­λαν­δία. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για έ­ναν πα­ρα­τη­ρη­τή, που κα­τέ­γρα­φε ό­σα έ­βλε­πε: “Με­τά τις έ­ξι οι άν­θρω­ποι ξυ­πνούν ό­πως οι μύ­γες την ά­νοι­ξη. Όλες οι πλα­τείες και οι δρό­μοι γε­μί­ζουν α­πό πα­ρέες που κα­πνί­ζουν και πί­νουν κα­φέ φο­ρώ­ντας ο έ­νας πιο παρ­δα­λά ρού­χα α­πό τον άλ­λο”. Και συ­νέ­χι­ζε, πε­ρι­γρά­φο­ντας τα μέ­ρη α­να­ψυ­χής, ό­πως “το λε­γό­με­νο Ολυ­μπιείο, τα ε­ρεί­πια του γι­γά­ντιου να­ού του Διός”: “Όλος ο χώ­ρος εί­ναι α­σφυ­κτι­κά γε­μά­τος τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες, στα ο­ποία ο α­ει­κί­νη­τος σερ­βι­τό­ρος υ­πο­χρεώ­νει τα θύ­μα­τα που πλη­σιά­ζουν να κα­θί­σουν. Λε­μο­νά­δα, σου­μά­δα, κα­φές, πα­γω­τό και έ­να εί­δος πο­ντς εί­ναι τα συ­νη­θι­σμέ­να α­να­ψυ­κτι­κά. Οι τι­μές εί­ναι πο­λύ χα­μη­λές.”
Αργό­τε­ρα, στο η­με­ρο­λό­γιό του υ­πάρ­χει μια α­πό τις λι­γο­στές μαρ­τυ­ρίες για τον κίο­να του Ολυ­μπιείου, που έ­ρι­ξε η κα­ται­γί­δα της 26ης Οκτω­βρίου 1852. Πα­ρα­δό­ξως, ού­τε ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής ού­τε ο Στέ­φα­νος Κου­μα­νού­δης α­να­φέ­ρει αυ­τήν την κα­τα­στρο­φή στους Στύ­λους του Ολυ­μπίου Διός, αν και οι δυο κρα­τού­σαν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις για ό­σα ση­μα­ντι­κά συ­νέ­βαι­ναν. Στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, ο Ρα­γκα­βής δεν α­να­φέ­ρει τον Λά­γος. Χά­ρις, πά­ντως, στην α­δελ­φή του Ευ­φρο­σύ­νη, που εί­χε πα­ντρευ­τεί σουη­δό κό­μη, οι δυο οι­κο­γέ­νειες εί­χαν α­να­πτύ­ξει φι­λι­κές σχέ­σεις. Ο Λά­γος σχε­τι­ζό­ταν και με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, ό­ντας ε­πι­φυ­λα­κτι­κός για τις θέ­σεις του ι­στο­ρι­κού σχε­τι­κά με τη θεω­ρία του Φαλ­με­ράιερ. Για τους Έλλη­νες δεν εί­χε και την καλ­λί­τε­ρη γνώ­μη, κα­θό­τι ξέ­νος προς την νοο­τρο­πία τους. Πολ­λά τον ε­νο­χλού­σαν σε αυ­τούς, α­πό το πα­ζά­ρε­μα των τι­μών μέ­χρι τη δυ­σπι­στία που έ­δει­χναν. Όπως και να έ­χει, ο φι­λαν­δός ε­πι­στή­μο­νας πα­ρα­κο­λου­θού­σε τις πα­ρα­δό­σεις και των δυο, ε­νώ δη­μο­σίευ­σε και με­λέ­τη στο πε­ριο­δι­κό του Ρα­γκα­βή, την «Παν­δώ­ρα». Ακό­μη και μέ­λος της Αρχαιο­λο­γι­κής Εται­ρείας έ­γι­νε, ό­μως ού­τε ο Κου­μα­νού­δης τον μνη­μο­νεύει.
Η με­λέ­τη του Λά­γος ή­ταν γραμ­μέ­νη στα ελ­λη­νι­κά, τα ο­ποία και μά­θαι­νε ε­ντα­τι­κά. Μέ­χρι που τα ε­γκα­τέ­λει­ψε, για να αρ­χί­σει μα­θή­μα­τα τουρ­κι­κής. Στό­χος του νε­α­ρού Φι­λαν­δού ή­ταν μια θέ­ση στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι, την ο­ποία, αν και πρύ­τα­νης ο πα­τέ­ρας του, δυ­σκο­λευό­ταν να ε­ξα­σφα­λί­σει. Μέ­χρι που χή­ρε­ψε η έ­δρα του κα­θη­γη­τή Ανα­το­λι­κών Γλωσ­σών, την ο­ποία και κα­τέ­λα­βε το 1856. Πά­ντως, κό­ντρα στην αρ­χαιο­λα­τρεία της ε­πο­χής, στον έ­να χρό­νο, που έ­μει­νε στην Αθή­να, δεν θα πρέ­πει να πο­λυε­πι­σκέ­φθη­κε τα μνη­μεία της, α­φού στο η­με­ρο­λό­γιό του φαί­νε­ται πως μό­λις που μνη­μο­νεύει την Ακρό­πο­λη. Επί­σης, λό­γω α­δια­φο­ρίας αλ­λά και οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, ού­τε την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα πε­ριη­γή­θη­κε. Μό­λις δυο εκ­δρο­μές έ­κα­νε, στην Αί­γι­να και την Κό­ριν­θο, α­πό τις ο­ποίες δεν α­πε­κό­μι­σε και τις κα­λύ­τε­ρες ε­ντυ­πώ­σεις.
Αυ­τά, πά­νω-κά­τω και εν πε­ρι­λή­ψει, εί­ναι ό­σα μά­θα­με για τον Γου­λιέλ­μο Λά­γος, σύμ­φω­να με τον ε­ξελ­λη­νι­σμό του ο­νό­μα­τός του α­πό τον Ρα­γκα­βή, δια­βά­ζο­ντας το πρώ­το βι­βλίο που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα ελ­λη­νι­κά για “τον φιν­λαν­δό ελ­λη­νι­στή Βίλ­χελμ Λά­γκους”. Ένα βι­βλίο, που δη­μιουρ­γεί μια με­γά­λη α­πο­ρία. Για­τί, ε­νώ σώ­ζε­ται το η­με­ρο­λό­γιο του Λά­γος, και μά­λι­στα, στα ελ­λη­νι­κά, κα­θώς και οι ε­πι­στο­λές του ί­διου και της γυ­ναί­κας του προς τους οι­κείους τους, αυ­τές, προ­φα­νώς, στα φι­λαν­δι­κά, αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ντο­κου­μέ­ντα δεν δη­μο­σιεύο­νται αυ­τού­σια; Αντ’ αυ­τών δη­μο­σιεύο­νται λί­γα σκόρ­πια α­πο­σπά­σμα­τα, εν­σω­μα­τω­μέ­να σε δυο κεί­με­να, που πα­ρου­σιά­ζουν τον Λά­γος, ου­σια­στι­κά, αν­τλώ­ντας πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο και τις ε­πι­στο­λές. Δύο κεί­με­να, ως έ­να βαθ­μό, αλ­λη­λο­ε­πι­κα­λυ­πτό­με­να.
Το βι­βλίο προέ­κυ­ψε α­πό έκ­θε­ση του Φιν­λαν­δι­κού Ινστι­τού­του Αθη­νών, που έ­γι­νε τον Οκτώ­βριο του 2007. Μά­λι­στα, φέ­ρει τον ί­διο τίτ­λο με την έκ­θε­ση, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­κε και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του βι­βλίου. Κα­τά τα άλ­λα, υ­πάρ­χει πρό­λο­γος του προ­η­γού­με­νου διευ­θυ­ντή του Ινστι­τού­του, Μπιορν Φορ­σέν, που α­πε­χώ­ρη­σε το 2007, κα­θώς και κεί­με­νο του ι­δίου, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον συλ­λο­γι­κό τό­μο, «Η χα­μέ­νη Ελλά­δα» (Ελσίν­κι, 2006). Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο εί­ναι του Βα­σί­λη Καρ­δά­ση, ε­νώ δη­μο­σιεύε­ται, σε φω­το­α­να­στα­τι­κή α­να­τύ­πω­ση, η με­λέ­τη του Λά­γος, «Πε­ρί των Ελλή­νων της Με­σημ­βρι­νής Ρωσ­σίας», που εί­χε πρω­το­δη­μο­σιευ­θεί στην «Παν­δώ­ρα». Αναμ­φι­βό­λως, το εν­δια­φέ­ρον της με­λέ­της εί­ναι με­γά­λο, κα­θώς ο Λά­γος ξε­κι­νά α­πό τον Ηρό­δο­το και φθά­νει μέ­χρι την Οδησ­σό της ε­πο­χής του. Ωστό­σο, α­πευ­θύ­νε­ται σε πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, σε α­ντί­θε­ση με τις η­με­ρο­λο­για­κές του κα­τα­γρα­φές. Πά­ντως, υ­πάρ­χει α­κό­μη και­ρός για την έκ­δο­ση του ελ­λη­νι­κού η­με­ρο­λο­γίου του Λά­γος, συ­νο­δευό­με­νη α­πό έ­να α­κρι­βές χρο­νο­λό­γιο, που υ­πο­θέ­του­με πως θα πρέ­πει να υ­πάρ­χει έ­τοι­μο και να χρειά­ζε­ται μό­νο με­τά­φρα­ση. Κι αυ­τό, αν μη τι άλ­λο, για να τι­μη­θεί, ε­ντός του 2009, η ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων α­πό το θά­να­τό του.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ο Παπαδιαμάντης μας...

Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
«Απο­σπιν­θη­ρί­ζο­ντας.
Σπου­δά­μα­τα στον Πα­πα­δια­μά­ντη»
Εκδό­σεις Ίνδι­κτος
Σε­πτέμ­βριος 2008

Αν δώ­σου­με βά­ση στον υ­πό­τιτ­λο του βι­βλίου, πρό­κει­ται για κεί­με­να με θέ­μα τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, μια πρό­σθε­τη συ­να­γω­γή δη­μο­σιευ­μά­των του με­λε­τη­τή Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου για το κα­τ’ ε­ξο­χήν α­ντι­κεί­με­νο τού μέ­χρι σή­με­ρα φι­λο­λο­γι­κού του έρ­γου. Ωστό­σο, ή­δη το κεί­με­νο που προ­τάσ­σε­ται και α­πό το ο­ποίο α­να­μέ­νε­ται πε­ραι­τέ­ρω προσ­διο­ρι­σμός του χα­ρα­κτή­ρα των δη­μο­σιευ­μά­των, καί­τοι φέ­ρει τον τίτ­λο “προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα”, στε­ρεί­ται πα­ντε­λώς φι­λο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Πρό­κει­ται για έ­να σύ­ντο­μο α­φή­γη­μα ορ­μώ­με­νο α­πό τον Σκια­θί­τη αλ­λά μη ε­ξαν­τλού­με­νο σε αυ­τόν, γραμ­μέ­νο α­πό τον πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο. Δεν εί­ναι, άλ­λω­στε, και το πρώ­το. Πολ­λά α­πό τα φι­λο­λο­γι­κά σχό­λια του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ξε­περ­νούν τον αυ­στη­ρό φι­λο­λο­γι­σμό και α­πο­κτούν πνοή α­φη­γή­μα­τος. Αν και α­κρι­βέ­στε­ρα, σε αυ­τά δεν πε­ζο­γρα­φεί αλ­λά παί­ζω-γρα­φεί, ό­πως έ­γρα­φε ο ί­διος για τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη. Μό­νο που ε­δώ κε­ντά­ει με πα­πα­δια­μά­ντια γλωσ­σι­κά νή­μα­τα. Πα­ρα­πλα­νη­τι­κός, λοι­πόν, ο υ­πό­τιτ­λος του βι­βλίου, υ­πο­στη­ρι­ζό­με­νος και α­πό τις πέ­ντε α­ρά­δες του ο­πι­σθό­φυλ­λου, που, ό­πως γί­νε­ται πά­ντο­τε με τα ση­μειώ­μα­τα των ο­πι­σθό­φυλ­λων, με­γα­λη­γο­ρούν ά­νευ ου­σίας.
Στο βι­βλίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται τριά­ντα ο­κτώ κεί­με­να, δη­μο­σιευ­μέ­να τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σε πε­ριο­δι­κά, έ­νας μι­κρός α­ριθ­μός σε ε­φη­με­ρί­δες και ο­ρι­σμέ­να σε πρα­κτι­κά συ­νε­δρίων και α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους. Πρό­κει­ται για πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­να, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα της προ­η­γού­με­νης δε­κα­ε­τίας, ό­που τα δύο πρώ­τα δη­μο­σιεύ­θη­καν το 1990. Μό­νο τέσ­σε­ρα εί­ναι του 2000 και δώ­δε­κα του ε­πε­τεια­κού έ­τους 2001. Τα κεί­με­να στο βι­βλίο κα­τα­νέ­μο­νται σε τρεις ε­νό­τη­τες. Από ε­πτά σε κα­θε­μία α­πό τις δυο πρώ­τες, ε­νώ το κυ­ρίως σώ­μα των 24 κει­μέ­νων, που κα­λύ­πτουν σε έ­κτα­ση σχε­δόν το μι­σό βι­βλίο, α­πο­τε­λούν την τρί­τη ε­νό­τη­τα. Ίσως, ο ι­σχυ­ρι­σμός μας πως πρό­κει­ται μάλ­λον πε­ρί α­φη­γη­μά­των πα­ρά για με­λε­τή­μα­τα, να ξε­νί­σει του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τα κεί­με­να της πρώ­της ε­νό­τη­τας. Κι αυ­τό, για­τί ο τίτ­λος της ε­νό­τη­τας εί­ναι «Σπου­δά­ζο­ντας» και τα πέ­ντε α­πό τα ε­πτά κεί­με­να, που εί­ναι και τα ε­κτε­νέ­στε­ρα, πρώ­τα εκ­φω­νή­θη­καν ως ο­μι­λίες και με­τά δη­μο­σιεύ­θη­καν. Οπό­τε θα α­να­με­νό­ταν σε μια δη­μό­σια α­να­κοί­νω­ση να υ­πε­ρι­σχύει η γλώσ­σα του φι­λό­λο­γου. Ωστό­σο, τις ε­ντυ­πώ­σεις κερ­δί­ζει η διά­χυ­ση του λό­γου πέ­ραν του κυ­ρίως θε­μα­τι­κού πυ­ρή­να, που έ­χει ό­λες τις α­ρε­τές μιας παι­γνιώ­δους ό­σο και ευ­ρη­μα­τι­κής α­φή­γη­σης. Βε­βαίως, οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας θα χρη­σι­μο­ποιού­σαν, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, τον δό­κι­μο ό­ρο της συ­γκρι­τι­κής α­νά­γνω­σης. Πα­ρό­μοιος, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­σμός θα συ­νε­πα­γό­ταν το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το, δη­λα­δή την αυ­στη­ρή ε­πι­κέ­ντρω­ση και ό­χι το ε­λεύ­θε­ρο συ­νειρ­μι­κό πέ­ταγ­μα, που δί­νει στον α­να­γνώ­στη την ευ­χά­ρι­στη αί­σθη­ση πως θεά­ται ο­λό­κλη­ρη τη λο­γο­τε­χνι­κή ε­πι­κρά­τεια, α­πό γε­νέ­σεως Πα­πα­δια­μά­ντη μέ­χρι, λ.χ., το θά­να­το του νεό­τε­ρου πε­ζο­γρά­φου Χρή­στου Βα­κα­λό­που­λου.
Όπως και να έ­χει, αν α­ντι­με­τω­πι­σθεί ως συ­γκρι­το­λό­γος ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, σκαν­δα­λί­ζει προ­τεί­νο­ντας τη δια­δο­χι­κή α­νά­γνω­ση, ε­νός σαιξ­πη­ρι­κού δια­λό­γου, του πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος «Από­λαυ­σις στη γει­το­νιά» και ε­νός κε­φα­λαίου του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Κώ­στα Τα­χτσή, «Τρί­το στε­φά­νι». Όπως ε­πί­σης ξε­νί­ζει ως με­λε­τη­τής, ό­ταν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τον Θε­μι­στο­κλή Αθα­να­σιά­δη-Νό­βα, πα­ρα­τάσ­σο­ντας την κρί­ση του δί­πλα σε αυ­τήν του Πα­λα­μά. Κι ό­μως, για­τί ό­χι, α­φού και οι δυο, με τον τρό­πο τους, εί­χαν ε­πι­ση­μά­νει πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν θυ­σιά­ζει την α­λή­θεια, αλ­λά γρά­φει για τα συ­γκε­κρι­μέ­να και χει­ρο­πια­στά, γι’ αυ­τό και α­να­σταί­νει τον ελ­λη­νι­κό λαό του και­ρού του. Πι­θα­νώς, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος να α­φη­γεί­ται με­τά πα­ρα­δειγ­μά­των και πα­ρεκ­βά­σεων, για­τί γνω­ρί­ζει, ως πα­λαιός δά­σκα­λος που εί­ναι, πως έ­τσι μό­νο ο λό­γος του α­πο­κτά με­γά­λο έ­ρει­σμα.
Στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, με τίτ­λο, «Με α­να­μάρ­τη­τη ορ­γή», τα ε­πτά σύ­ντο­μα κεί­με­να προ­δί­δουν έ­ναν ορ­γι­σμέ­νο λά­τρη του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Έτσι κι αλ­λιώς, οι α­φορ­μές δεν λεί­πουν. Ξε­κι­νούν α­πό τις α­νε­παρ­κείς έως και ε­λατ­τω­μα­τι­κές με­τα­φρά­σεις διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη και φθά­νουν μέ­χρι τα χα­μέ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κά αυ­τό­γρα­φα, που ου­δείς εν­δια­φέρ­θη­κε για τον ε­ντο­πι­σμό τους. Σκόρ­πια σε ξέ­να χέ­ρια, γνω­ρί­ζουν την ύ­ψι­στη τι­μή, που, το δί­χως άλ­λο, α­πο­τε­λεί η δη­μο­πρά­τη­σή τους στο Λον­δί­νο, ό­πως συ­νέ­βη με το χει­ρό­γρα­φο του διη­γή­μα­τος «Ο Αλι­βά­νι­στος», έως την πλή­ρη α­πα­ξίω­σή τους, ό­πως μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί το πέ­τα­μά τους σε σκου­πι­δο­τε­νε­κέ των Εξαρ­χείων. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το πρώ­το κεί­με­νο της ε­νό­τη­τας, που συ­νι­στά αρ­τι­με­λές διή­γη­μα κω­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν έ­χει κι αυ­τό ως α­φε­τη­ρία έ­να πραγ­μα­τι­κό συμ­βάν. Πρό­κει­ται για το «Επει­σό­διο», που έ­λα­βε χώ­ρα, ό­ταν ξέ­νος “πα­ρα­πα­πα­δια­μα­ντι­στής” ει­σχώ­ρη­σε “στη χω­ρο­δε­σπο­τεία Χαλ­κί­δος” και ο α­φη­γη­τής, συ­νο­δευό­με­νος α­πό την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή περ­σό­να της Ελβί­ρας, ξι­φουλ­κεί ε­να­ντίον του υ­βρι­στή δια­βά­ζο­ντας α­πό τα πα­πα­δια­μά­ντια πα­σχα­λι­νά.
«Με­τ’ έ­ρω­τος και στορ­γής» θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της ε­νό­τη­τας, α­φού ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­ρέ­σκε­ται να τιτ­λο­φο­ρεί κεί­με­να και βι­βλία με πα­πα­δια­μα­ντι­κές εκ­φρά­σεις. Όμως, προ ε­τών, εί­χε την φα­ει­νή ι­δέα να τον δώ­σει, ως νου­νός, σε έ­τε­ρο και μάλ­λον ά­σχε­το βι­βλιά­ριο, γι’ αυ­τό και αρ­κεί­ται στο πρώ­το σκέ­λος της έκ­φρα­σης. Εδώ, υ­πάρ­χουν διη­γή­μα­τα, ό­πως το ε­ναρ­κτή­ριο «Αλέ­ξαν­δρος Πυρ­κα­εύς», ό­που γε­φυ­ρώ­νει την βρα­διά στον Παρ­νασ­σό προς τι­μή του Πα­πα­δια­μά­ντη, στην ο­ποία ο Σκια­θί­της δεν εί­χε πα­ρευ­ρε­θεί αλ­λά την εί­χε πε­ρά­σει κρυμ­μέ­νος στο σπί­τι της οι­κο­γέ­νειας Μπού­κη, με άλ­λη, φα­ντα­στι­κή, στη ση­με­ρι­νή Σκιά­θο των του­ρι­στών. Όχι, ό­μως, στην πό­λη της Σκιά­θου, αλ­λά στην α­πό­με­ρη το­πο­θε­σία της Πα­να­γίας της Κε­χριάς, ό­που το φά­σμα του Σκια­θί­τη ψάλ­λει το «Πε­ποι­κιλ­μέ­νη». Κυ­ρίως, ό­μως, πρό­κει­ται για α­φη­γή­σεις αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­πό τον και­ρό που ή­ταν δά­σκα­λος ή και α­κό­μη νω­ρί­τε­ρα, τα τε­λευ­ταία χρό­νια του Γυ­μνα­σίου και τα πρώ­τα φοι­τη­τι­κά, α­πό νε­α­νι­κές συ­ντρο­φιές που μα­ζεύο­νταν στα βρα­χά­κια της Χαλ­κί­δος. Κά­ποια άλ­λα γρά­φο­νται ως βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, μό­νο που ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος αρ­νεί­ται να συ­ντά­ξει μια κα­θα­ρό­αι­μη ά­ρα και α­πο­στε­γνω­μέ­νη βι­βλιο­κρι­σία. Εμπλου­τί­ζει το κεί­με­νό του με πλη­ρο­φο­ρίες α­πό τη φι­λο­λο­γι­κή του σκευή, ό­μως οι συ­νειρ­μοί του τον τρα­βούν σε πε­ρι­δια­βά­σεις ε­ντός πά­ντο­τε του πα­πα­δια­μα­ντι­κού πε­δίου, μα­κράν ό­μως του συ­γκε­κρι­μέ­νου βι­βλίου.
Φι­λό­λο­γος ή πε­ζο­γρά­φος ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, πα­ρα­μέ­νει έ­νας “λε­ξι­κο­μα­νής”, ό­πως και ο ί­διος αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, στο κεί­με­νό του πε­ρί οά­σεως. Ανα­ζη­τεί τη συ­γκε­κρι­μέ­νη λέ­ξη στο λε­ξι­κό του Στα­μα­τά­κου και βρί­σκει ως πα­ρά­δειγ­μα τη φρά­ση: «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­τε­λεί ό­α­σιν εν τη Νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία». Την α­να­ζη­τεί στου Δη­μη­τρά­κου, και α­πα­ντά­ει το ί­διο πα­ρά­δειγ­μα να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Βέ­βαιος πως θα τρι­τώ­σει, την ψά­χνει και στο λε­ξι­κό της «Πρωίας», ό­που, ό­μως, το πα­ρά­δειγ­μα αλ­λά­ζει: «Ο Σο­λω­μός α­πο­τε­λεί ό­α­σιν εν τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποιή­σει». Οπό­τε, εν­θυ­μού­με­νος τον Ελύ­τη και την πα­ρό­τρυν­σή του, “μνη­μο­νεύε­τε Διο­νύ­σιο Σο­λω­μό και μνη­μο­νεύε­τε Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη”, κα­τα­λή­γει στο συ­μπέ­ρα­σμα πως ε­νίο­τε οι λε­ξι­κο­γρά­φοι προ­η­γού­νται των ποιη­τών. Αυ­τό, ως πα­ρά­δειγ­μα, της παι­γνιώ­δους ό­σο και ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κής λε­ξι­κο­μα­νίας του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, στην ο­ποία ο­φεί­λου­με και την α­νά­δυ­ση του με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένα αρ­χι­πέ­λα­γος α­νώ­νυ­μων με­τα­φρα­σμά­των, που α­πο­δό­θη­καν τε­λι­κά στον δη­μιουρ­γό τους χά­ρις στην λε­ξι­κο­μα­νία του φρο­ντι­στή του.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, πρό­κει­ται για έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο για “τον Πα­πα­δια­μά­ντη μας”, που, πο­λύ φο­βό­μα­στε πως θα μεί­νει α­διά­βα­στο, ό­πως ου­σια­στι­κά α­διά­βα­στος πα­ρα­μέ­νει και ο ί­διος ο Σκια­θί­της. Γι’ αυ­τό, ό­ποιος νεό­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας πο­ρί­ζε­ται α­πό αυ­τόν ή, λ.χ., α­πό τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη, μπο­ρεί να κοι­μά­ται ή­συ­χος. Ό,τι θέ­λει μπο­ρεί να δα­νει­στεί, μια ι­δέα, έ­ναν ή πε­ρισ­σό­τε­ρους ή­ρωες, μια ε­πι­μέ­ρους σκη­νή, α­κό­μη και έ­ναν α­κέ­ραιο ή ε­λα­φρώς πα­ρα­ποιη­μέ­νο τίτ­λο, ου­δείς θα το α­ντι­λη­φθεί. Αντι­θέ­τως, θα τον ε­παι­νέ­σουν για το αι­νιγ­μα­τι­κό και ι­διόρ­ρυθ­μο του τίτ­λου. Ίσως, μά­λι­στα, κά­ποιος φι­λό­λο­γος να σχο­λιά­σει τυ­χόν γραμ­μα­τι­κή ι­διο­τρο­πία, α­πό τις συ­νή­θεις στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως η σύ­ζευ­ξη δυο ου­σια­στι­κών, στη γε­νι­κή το πρώ­το, στην ο­νο­μα­στι­κή το δεύ­τε­ρο. Κα­τά τα άλ­λα, θα αρ­κε­στούν να α­να­φέ­ρουν, ό­σα ο ί­διος ο δα­νει­ζό­με­νος τους α­πο­κα­λύ­ψει. Για πα­ρά­δειγ­μα, έ­χεις έ­ναν με­σο­πο­λε­μι­κό συγ­γρα­φέα που δα­νεί­ζε­ται μια ο­λό­κλη­ρη σκη­νή, για να μην πού­με πως στή­νει έ­να ο­λό­κλη­ρο διή­γη­μα, ορ­μώ­με­νος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά φο­βού­με­νος μην τυ­χόν και κα­τη­γο­ρη­θεί για λο­γο­κλο­πή ή, το πι­θα­νό­τε­ρο, για λό­γους α­φη­γη­μα­τι­κής στρα­τη­γι­κής, α­να­φέ­ρε­ται εκ προοι­μίου “στον Πα­πα­δια­μά­ντη μας”. Με­τά έρ­χε­ται έ­νας νεό­τε­ρος, που στή­νει μια ο­λό­κλη­ρη νου­βέ­λα ε­μπνεό­με­νος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας τη σκη­νή α­πό το διή­γη­μα του με­σο­πο­λε­μι­κού. Και τι κά­νουν οι ση­με­ρι­νοί πα­ρα­λή­πτες του βι­βλίου του; Ανα­φέ­ρουν τον με­σο­πο­λε­μι­κό, για τον ο­ποίο ο ί­διος ο νεό­τε­ρος έ­κα­νε λό­γο σε συ­νέ­ντευ­ξή του, αλ­λά Πα­πα­δια­μά­ντη ού­τε καν που ο­σμί­ζο­νται. Και μά­λι­στα, θεω­ρούν πως συγ­γε­νεύει γε­νι­κό­τε­ρα με τον με­σο­πο­λε­μι­κό, πα­ρό­τι α­πέ­χει τό­σο θε­μα­τι­κά ό­σο και μορ­φι­κά. Τώ­ρα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που κα­τα­φεύ­γει στο δα­νει­σμό ό­χι α­πό έλ­λει­ψη έ­μπνευ­σης αλ­λά για­τί ζη­τά να ση­μα­το­δο­τή­σει δια του εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κού δια­λό­γου συγ­γέ­νεια του μυ­θο­πλα­στι­κού του κό­σμου με τον πα­πα­δια­μά­ντιο, ά­δι­κος ο κό­πος του.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως γρά­φει ε­πι­λο­γι­κά και ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος: “Συ­νέ­δρια για τον Πα­πα­δια­μά­ντη στην Αθή­να, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Κρή­τη, στην Κύ­προ. Ημε­ρί­δες και διη­με­ρί­δες ε­δώ κι ε­κεί. Ομι­λίες σε κά­θε πό­λη. Αφιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών και ε­φη­με­ρί­δων. Εκδό­σεις, εκ­δό­σεις, εκ­δό­σεις.” Με­τα­ξύ άλ­λων, δό­θη­καν πρό­σφα­τα σαν προ­σφο­ρά ε­φη­με­ρί­δας το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Η Με­τα­νά­στις», ως ο πρώ­τος τό­μος νεό­τευ­κτης «Βι­βλιο­θή­κης Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας», και το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Οι έ­μπο­ροι των ε­θνών», ως ο 28ος τό­μος, χω­ρίς τον προσ­διο­ρι­σμό “διή­γη­μα πρω­τό­τυ­πο­ν” το πρώ­το και “μυ­θι­στό­ρη­μα” το δεύ­τε­ρο, ε­νώ αμ­φό­τε­ρα α­παλ­λάσ­σο­νται των προ­λό­γων τους.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή, 15 Μάϊος 2009

Απαντήσεις σε παρερμηνευθείσες απορίες

Μας προ­κα­λούν δυ­σφο­ρία οι δια­μά­χες που διε­ξά­γο­νται στον Τύ­πο με την α­νταλ­λα­γή δη­μο­σιευ­μά­των και ε­πι­στο­λών. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν εί­ναι στεί­ρες, για­τί άλ­λα γρά­φει ο έ­νας κι άλ­λα κα­τα­λα­βαί­νει ή θέ­λει να κα­τα­λά­βει ο άλ­λος. Γι’ αυ­τό και α­πο­φεύ­γου­με τις α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ό­σο κι αν, κα­μιά φο­ρά, μας θί­γουν. Όμως το δη­μο­σίευ­μα του Αλέ­ξη Ζή­ρα στο πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» (τεύ­χος 496) υ­περ­βάλ­λει σε πα­ρερ­μη­νείες. Τα υ­πο­τι­μη­τι­κά σχό­λιά του σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος, πα­ρό­τι ε­νό­χλη­σαν και ε­μάς και το έ­ντυ­πο, τα προ­σπε­ρά­σα­με, αλ­λά η κα­τη­γο­ρία για σκαν­δα­λο­θη­ρία πα­ρα­εί­ναι βα­ριά. Αν θέ­λα­με να α­πο­κα­λύ­ψου­με τυ­χόν α­τα­σθα­λίες και σκάν­δα­λα, δεν θα το κά­να­με “στη σκο­νι­σμέ­νη α­πό την ελ­λα­δι­κή μι­ζέ­ρια γω­νί­τσα της «Επο­χής»”, σύμ­φω­να με τη δι­κή του γλα­φυ­ρή πε­ρι­γρα­φή. “Ατυ­χείς” μπο­ρεί να εί­μα­στε, ό­χι, ό­μως, και α­φε­λείς. Μια και η τύ­χη για λί­γο μας χα­μο­γέ­λα­σε, θα σκαν­δα­λο­λο­γού­σα­με α­πό έ­να έ­ντυ­πο της προ­κο­πής. Από έ­να “κο­σμο­πο­λί­τι­κο” έ­ντυ­πο, που θα έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Ζή­ρας. Αν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να αμ­φι­σβη­τή­σου­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, θα το κά­να­με α­πό τα “μπαλ­κό­νια” του Τύ­που. Και τό­τε, μά­λι­στα, θα ε­πρό­κει­το για “χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τη δι­κή του πά­λι φρα­σε­ο­λο­γία. Αντί για ό­λα αυ­τά τα σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κα, ε­μείς δη­μο­σιεύ­σα­με πέ­ντε “α­πο­ρίες”, ό­λες κι ό­λες, ού­τε καν “άρ­θρο”, στη σε­λί­δα βι­βλίου της «Επο­χής». Αλλά, και πά­λι, οι “α­πο­ρίες” μας πε­ριο­ρί­ζο­νταν “σε πε­ρι­φε­ρεια­κά της δια­δι­κα­σίας”, ό­πως ο ί­διος δια­πι­στώ­νει. Και μά­λι­στα, μας ψέ­γει, για­τί δεν α­να­φερ­θή­κα­με στο “ψη­τό”, δη­λα­δή “το πό­σο α­ξί­ζουν ή δεν α­ξί­ζουν τα βι­βλία που πέ­ρα­σαν στις λί­στες και πό­σα άλ­λα κα­λύ­τε­ρα έ­μει­ναν α­πέ­ξω”. Ηθε­λη­μέ­να δεν μπή­κα­με στο “ψη­τό”, για­τί, α­κρι­βώς, δεν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Και αυ­τό το διευ­κρι­νί­ζα­με στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του κει­μέ­νου μας. Ωστό­σο, α­πα­ντη­τι­κή ε­πι­στο­λή δεν πρό­κει­ται να στεί­λου­με. Μό­νο για τη δρά­κα των α­να­γνω­στών της σε­λί­δας θα κά­νου­με μια προ­σπά­θεια να δεί­ξου­με πως δεν εί­μα­στε ε­λέ­φα­ντες. Επει­δή, ό­μως, δεν δια­θέ­του­με το τα­λέ­ντο του Αλέ­ξη Ζή­ρα να “α­λέ­θου­με” τις α­πό­ψεις του άλ­λου, θα πα­ρα­τά­ξου­με τις “α­πο­ρίες” στη σει­ρά που τις εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει, συ­νο­δευό­με­νες α­πό τις πα­ρερ­μη­νείες τους και τις α­πα­ντή­σεις σε αυ­τές.
Στην πρώ­τη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου έ­νας α­πό τους δέ­κα υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ροί το η­λι­κια­κό ό­ριο των 40 ε­τών. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας α­πά­ντη­σε: “Να διευ­κρι­νί­σω πρώ­τ’ α­π’ ό­λα ό­τι θε­σμι­κός ή κα­τα­στα­τι­κός κα­νο­νι­σμός για τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω» δεν υ­πάρ­χει.” Πα­ρα­δό­ξως, φαί­νε­ται να θεω­ρεί πως αυ­τό συ­νι­στά εύ­ση­μο για τον εν λό­γω θε­σμό. Όπως να έ­χει, για το συ­γκε­κρι­μέ­νο βρα­βείο, κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που ξε­κί­νη­σε το 2007, τέ­θη­κε κα­νο­νι­σμός. Τον πα­ρα­πέ­μπου­με σχε­τι­κά στην α­να­κοί­νω­ση της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής για τις “μι­κρές λί­στες” του 2008 (Τεύ­χος 485), της ο­ποίας ή­ταν μέ­λος. “Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων λο­γο­τε­χνών α­πο­νέ­με­ται, ό­πως και πέ­ρυ­σι, σε νέ­ους ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους έως 40 ε­τών...”, γρά­φει ε­κεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση το 40ο έ­τος ε­ξαι­ρεί­ται, ο­πό­τε, ε­φέ­τος, δυο α­πό τους υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ρού­σαν τον ό­ρο. Στο α­ντί­στοι­χο, ε­φε­τι­νό κεί­με­νο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, της ο­ποίας εί­ναι πλέ­ον πρό­ε­δρος, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο κα­νο­νι­σμός, με την προ­σθή­κη: “Έστω και αν τα τε­λευ­ταία χρό­νια εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στη λο­γο­τε­χνία πε­ζο­γρά­φοι και –σπα­νιό­τε­ρα ποιη­τές– που έ­χουν πε­ρά­σει ό­χι μό­νο την πρώ­τη αλ­λά και τη δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα. ” Εδώ, θα πρέ­πει να φρε­σκά­ρου­με τη μνή­μη των συ­ντα­κτών του κει­μέ­νου. Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­σμο­θε­τή­θη­κε α­πό τον Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη έ­να χρό­νο α­φό­του εί­χε κα­θιε­ρώ­σει τα τέσ­σε­ρα άλ­λα βρα­βεία. Τον πρώ­το χρό­νο δεν α­πο­νε­μή­θη­κε και στη συ­νέ­χεια, τα έ­ξι βρα­βεία της πε­ριό­δου 1998-2004, δό­θη­καν ό­λα πλην ε­νός σε συγ­γρα­φείς ά­νω των 40 ε­τών. Ως έ­να α­πό τα μό­νι­μα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ο Αλέ­ξης Ζή­ρας, τα γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα. Γι’ αυ­τό ί­σως, υ­πο­στη­ρί­ζει πως η η­λι­κία δεν πρέ­πει να λει­τουρ­γεί α­πα­γο­ρευ­τι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας στη συμ­βι­βα­στι­κή λύ­ση: “Όταν οι α­πο­κλί­σεις εί­ναι μι­κρές, να α­φή­νου­με στην ά­κρη τους υ­πο­λο­γι­σμούς της η­λι­κίας και τις μι­ζέ­ριες των με­τρή­σεων και να εν­δια­φε­ρό­μα­στε για την α­ξιο­σύ­νη του βι­βλίου”. Πρω­τό­τυ­πο ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να θεω­ρεί μι­ζέ­ρια την τή­ρη­ση του ό­ρου, που η ί­δια α­πο­φά­σι­σε να θέ­σει. Τώ­ρα, τι εν­νο­εί με αυ­τό το “μι­κρή” α­πό­κλι­ση και ποιος θα α­πο­φαί­νε­ται γι’ αυ­τό, δεν το διευ­κρι­νί­ζει.
Στη δεύ­τε­ρη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Προ­σθέ­το­ντας πως διό­λου α­πί­θα­νο να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλίων. Όπως και συ­νέ­βη. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας προ­τι­μά να α­γνοή­σει το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως πρό­κει­ται για “έ­να κα­τε­ξο­χήν υ­βρι­δι­κό α­φή­γη­μα” και α­κό­μη, ό­τι “η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί τε­λι­κά μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ό­σο και αν το θέ­λει, δεν εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που έ­ζη­σε, αλ­λά μια άλ­λη φα­ντα­στι­κή”. Ερμη­νεία, που θυ­μί­ζει τις ευ­φά­ντα­στες ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις τύ­που Γκυ Σω­νιέ. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τα πολ­λά που γρά­φτη­καν στον Τύ­πο για το βι­βλίο, ου­δείς έ­θε­σε υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ό­σα μαρ­τυ­ρού­νται για την οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­γά­τση. Αναμ­φι­βό­λως, το βι­βλίο θα α­πο­τε­λέ­σει έ­να στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς για τις μελ­λο­ντι­κές με­λέ­τες πά­νω στο έρ­γο του Κα­ρα­γά­τση. Και βε­βαίως, αν το βι­βλίο α­φο­ρού­σε μια οι­κο­γέ­νεια ο­νό­μα­τι... Δρα­γά­τση, θα πή­γαι­νε “α­διά­βα­στο”, ό­πως και πλεί­στα άλ­λα της ε­τή­σιας σο­δειάς.
Στην τρί­τη “α­πο­ρία” πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως, στις “μι­κρές λί­στες”, τρεις με­γά­λοι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα, εκ­προ­σω­πού­νται με έ­να βι­βλίο έ­κα­στος ε­πί συ­νό­λου 36 υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων. Εδώ, α­κρι­βώς εί­ναι, που ο Αλέ­ξης Ζή­ρας δια­βλέ­πει προ­θέ­σεις σκαν­δα­λο­θη­ρίας. Γρά­φει σχε­τι­κά: “Υπάρ­χει έ­νας, μέ­γι­στος κό­λα­φος, για τις ι­κα­νό­τη­τες και την ό­ποια ε­ντι­μό­τη­τα των με­λών της ε­πι­τρο­πής... Χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο! Τι άλ­λο ση­μαί­νει η α­πο­ρία για την ι­κα­νή ή ό­χι εκ­προ­σώ­πη­ση ο­ρι­σμέ­νων εκ­δο­τών στις λί­στες; Άρα­γε, ό­τι το κά­θε μέ­λος κρα­τά­ει τε­φτέ­ρι και σβή­νει τα βι­βλία των εκ­δο­τών ή των συγ­γρα­φέων με τους ο­ποίους έ­χει δια­φο­ρές; Ότι υ­πάρ­χει γραμ­μή της ε­πι­τρο­πής να α­ναρ­τη­θούν κά­ποιοι στο μαυ­ρο­πί­να­κα προς πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό; Τέ­τοια προ­κα­τά­λη­ψη!”
Εδώ, υ­πάρ­χει πλή­ρης πα­ρα­νό­η­ση. Θα θί­γα­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, αν ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως α­γνο­εί τους μι­κρούς εκ­δό­τες, που δεν δια­θέ­τουν τα μέ­σα για προ­βο­λή, πό­σω μάλ­λον για ύ­πο­πτες δο­σο­λη­ψίες. Ωστό­σο, οι δυο τε­λευ­ταίες κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, στις “μι­κρές λί­στες”, έ­δω­σαν μι­κρή με­ρί­δα στους με­γά­λους εκ­δό­τες και α­κό­μη μι­κρό­τε­ρη, στις βρα­βεύ­σεις. Υπεν­θυ­μί­ζου­με πως τις τε­λευ­ταίες δυο χρο­νιές μό­νο έ­να στα πέ­ντε βρα­βεία α­πο­νε­μή­θη­κε σε με­γά­λο εκ­δό­τη. Όσο για τα “τε­φτέ­ρια” των με­λών που α­να­φέ­ρει, υ­πο­θέ­του­με πως ου­δείς μπο­ρεί να τα γνω­ρί­ζει. Η μό­νη δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νη δια­μά­χη εί­ναι του ί­διου με τον Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βι­κ, του ο­ποίου το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις “μι­κρές λί­στες”. Μά­λι­στα, εί­ναι το βι­βλίο, το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε α­πό τη σο­δειά των Ελλη­νι­κών Γραμ­μά­των, που, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με, χά­ρις και στην τα­κτι­κή των με­τα­γρα­φών, πα­ρου­σία­σε ε­φέ­τος εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τή, ω­στό­σο, την “α­πο­ρία”, δεν υ­πήρ­χε κα­νέ­νας υ­παι­νιγ­μός για τυ­χόν δια­φο­ρές με τα Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Πώς θα ή­ταν, άλ­λω­στε, δυ­να­τό­ν; Όταν ο διευ­θυ­ντής του «Δια­βά­ζω», Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, εί­ναι διευ­θυ­ντής και του εν­θέ­του, το «Βή­μα Ιδεών», που τρό­πον τι­νά συ­στε­γά­ζε­ται με τον εν λό­γω εκ­δο­τι­κό οί­κο. Απλή α­πο­ρία δια­τυ­πώ­να­με, α­πευ­θυ­νό­με­νη ι­διαί­τε­ρα στον πρό­ε­δρο ως πα­λαί­μα­χο κρι­τι­κό και στους τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς της ε­πι­τρο­πής, των ο­ποίων η κρί­ση, στις η­μέ­ρες μας, έ­χει ι­διαί­τε­ρο βά­ρος. Θυ­μί­ζου­με την πρό­τα­ση πα­νε­πι­στη­μια­κού, σύμ­φω­να με την ο­ποία, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­λό θα ή­ταν να α­παρ­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς.
Για την τέ­ταρ­τη “α­πο­ρία”, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας πε­ρι­γε­λά­ει. Για να την α­πα­ντή­σει, γρά­φει, θα έ­πρε­πε να έ­χει “διο­ρα­τι­κές α­ρε­τές”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, εκ­φρά­ζα­με την “α­πο­ρία”, για­τί ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός α­πέ­συ­ραν τις υ­πο­ψη­φιό­τη­τές τους, με αι­τιο­λο­γι­κό τις δη­μό­σιες θέ­σεις που κα­τέ­χουν. Κά­νει χιού­μορ ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: «Τι έ­πρε­πε να κά­νει η ε­πι­τρο­πή, να α­γνοή­σει την ε­πι­θυ­μία τους και να τους σύ­ρει “σι­δη­ρο­δέ­σμιους” στη δια­δι­κα­σία της βρά­βευ­σης;» Μή­πως, α­ντ’ αυ­τού, θα έ­πρε­πε να θι­γεί, που οι εν λό­γω υ­πο­ψή­φιοι δια­νοή­θη­καν πως μια δη­μό­σια θέ­ση μπο­ρεί να ε­πη­ρεά­σει την κρί­ση της; Μή­πως ο ί­διος, ως πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής, θα έ­πρε­πε να υ­πε­ρα­μυν­θεί της ά­πο­ψης πως βρα­βεύ­σεις και δη­μό­σια α­ξιώ­μα­τα δεν εί­ναι συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία; Μια και στην ε­πο­χή μας, το η­θι­κό συγ­χέε­ται με το νό­μι­μο και δεν εί­ναι πλέ­ον αυ­το­νό­η­το.
Προ­σω­πι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με την πέ­μπτη “α­πο­ρία”, που α­φο­ρού­σε το βι­βλίο του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου το 2008 Πά­νου Τσί­ρου. Εδώ, ό­χι μό­νο μα πε­ρι­γε­λά­ει αλ­λά μας συλ­λαμ­βά­νει και α­πρό­σε­κτους. Γρά­φει ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: “Δεν μπο­ρώ να λύ­σω το αί­νιγ­μα τού αν το πράγ­μα­τι α­ξιό­λο­γο βι­βλίο με πε­ζά του Πά­νου Τσί­ρου εί­ναι ε­σο­δείας ’07 ή ’08, κα­θώς στη σε­λί­δα 5 η ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου α­να­φέ­ρει το 2007, ε­νώ στη σε­λί­δα 71 α­να­φέ­ρε­ται ο Ια­νουά­ριος του 2008. Δι­πλο­ση­μία που φαί­νε­ται α­μέ­σως και που δεν μπο­ρώ να κα­τα­λά­βω για­τί α­πο­σιω­πή­θη­κε α­πό το πά­ντο­τε προ­σε­κτι­κό «Ex Libris!»” Λά­θος, δεν μας πε­ρι­γε­λά­ει. Στο κεί­με­νό του υ­πάρ­χει ο μέ­γι­στος κό­λα­φος της α­πο­σιώ­πη­σης. Ο α­να­γνώ­στης του «Δια­βά­ζω» θα υ­πο­θέ­σει πως εί­μα­στε πρω­το­ξά­δελ­φα με τον Πά­νο Τσί­ρο. Ή μάλ­λον ό­χι. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γρά­φτη­κε στη “μί­ζε­ρη γω­νί­τσα” της συ­γκε­κρι­μέ­νης α­ρι­στε­ρής ε­φη­με­ρί­δας, ο νους του θα πά­ει σε σύ­ντρο­φο, που με­τά μα­νίας προω­θού­με.
Μή­πως το “αί­νιγ­μα” θα έ­πρε­πε να το λύ­σουν οι δυο δια­δο­χι­κές ε­πι­τρο­πές, α­ντί να το προ­σπε­ρά­σουν, αν, βε­βαίως, θεω­ρού­σαν πως το βι­βλίο α­ξί­ζει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί στις “μι­κρές λί­στες”; Τι α­πλού­στε­ρο α­πό το να α­πο­τα­θούν στον εκ­δό­τη προς δια­σά­φη­ση της “δι­πλο­ση­μίας”; Εμείς, λό­γω προ­σω­πι­κού ή ό­ποιου άλ­λου εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­χα­με ρω­τή­σει πέ­ρυ­σι σχε­τι­κά τον εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και α­πο­κρί­θη­κε πως εί­ναι έκ­δο­ση του 2008. Τώ­ρα, ό­σο α­φο­ρά τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, στη σε­λί­δα τίτ­λου (την 5) α­να­φέ­ρε­ται το 2007 και στη σε­λί­δα 91 και ό­χι 71, δη­λα­δή στον κο­λο­φώ­να, α­να­φέ­ρο­νται ε­πα­κρι­βώς τα ε­ξής: «Σε­λι­δο­ποιή­θη­κε α­πό τον Γρη­γό­ρη Κυρ­λί­δη στις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης: Τυ­πώ­θη­κε στη Με­τρό­πο­λις Α­Ε και βι­βλιο­δε­τή­θη­κε στους Αφους Σαλ­το­ριά­δη τον Ια­νουά­ριο του 2008». Κα­τά πά­για τα­κτι­κή, οι τα­ξι­νο­μή­σεις γί­νο­νται με βά­ση τον κο­λο­φώ­να. Μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, στη φού­ρια των Χρι­στου­γέν­νων τύ­πω­σε τη σε­λί­δα του τίτ­λου, δεν πρό­λα­βε, α­νέ­βα­λε τον ά­γνω­στο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο μή­πως και προ­φτά­σει κα­νέ­ναν άλ­λο, που θα μπο­ρού­σε να που­λή­σει στις η­μέ­ρες των γιορ­τών. Αυ­τό θα ή­ταν έ­να πι­θα­νό σε­νά­ριο.
Τις πέ­ντε “α­πο­ρίες” μας εί­χα­με την α­τυ­χή έ­μπνευ­ση να τις συ­νο­δεύου­με με μια “δια­πί­στω­ση”, που δια­τυ­πω­νό­ταν σε χιου­μο­ρι­στι­κό τό­νο. Δια­πι­στώ­να­με πως το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό α­φού τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στις “μι­κρές λί­στες”. Και πά­λι, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας κα­τη­γο­ρεί για σκαν­δα­λο­θη­ρία: “Τι νό­η­μα έ­χει η δια­πί­στω­ση ό­τι προ­κρί­θη­καν έρ­γα που οι δη­μιουρ­γοί τους εί­ναι συγ­γε­νείς πρώ­του βαθ­μού με άλ­λους γνω­στούς και ί­σως δη­μο­φι­λείς;” Πράγ­μα­τι, τι νό­η­μα, ό­ταν, εκ προοι­μίου α­να­κοι­νώ­νε­ται πως “οι ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων έ­κρι­ναν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής του 2008”. Απο­κτά, ό­μως, νό­η­μα, αν αμ­φι­σβη­τή­σου­με αυ­τόν τον ου­το­πι­κό, ό­πως πι­στεύου­με, ι­σχυ­ρι­σμό. Και τον αμ­φι­σβη­τού­με, για­τί τα τε­λευ­ταία δέ­κα χρό­νια πα­ρου­σιά­ζου­με, σε ε­βδο­μα­διαία βά­ση, α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία κι ό­μως, το σύ­νο­λο της ε­τή­σιας πα­ρα­γω­γής δεν το κα­λύ­πτου­με. Προ­φα­νώς, αυ­τό το α­να­φέ­ρου­με ως έν­δει­ξη και ό­χι ως α­πό­δει­ξη, για­τί ό­λοι οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι το ί­διο προι­κι­σμέ­νοι.
Τε­λι­κά, ποιος θα αμ­φι­σβη­τού­σε πως το διά­βα­σμα γί­νε­ται κα­τ’ ε­πι­λο­γή ή έ­στω, η προ­τε­ραιό­τη­τα που δί­νε­ται στο διά­βα­σμα; Τον συ­νο­νό­μα­το συγ­γε­νή ε­πι­φα­νούς τον δια­βά­ζεις α­πό πε­ριέρ­γεια, ε­νώ τον ά­γνω­στο πρέ­πει να τον α­να­κα­λύ­ψεις στη στοί­βα των βι­βλίων. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο να το δια­βά­σεις και να το συ­μπε­ρι­λά­βεις στη “μι­κρή λί­στα”. Ίσως και να α­δι­κού­με κρι­τές και κρι­νό­με­νους με τη σκέ­ψη πως το ό­νο­μα συμ­βάλ­λει. Ίσως, το στα­τι­στι­κό δε­δο­μέ­νο πως πο­τέ δεν λεί­πουν οι γό­νοι ε­πι­φα­νών α­πό τις λί­στες να εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κό. Οι ί­διοι, πά­ντως, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως το μό­νο κέρ­δος τους, εί­ναι ό­τι με­γά­λω­σαν μέ­σα στα βι­βλία. Άρα­γε, δεν θεω­ρούν ε­αυ­τούς προ­νο­μιού­χους για ό­λους ε­κεί­νους τους ση­μα­ντι­κούς αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σαν εκ του σύ­νεγ­γυς ως γό­νοι ε­πι­φα­νών και στους ο­ποίους, με­γα­λώ­νο­ντας, έ­χουν ευ­κο­λό­τε­ρη πρό­σβα­ση; Έπει­τα, ας μην ξε­χνά­με κιό­λας ό­τι α­πέ­χει κά­μπο­σο ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του βο­η­θού του κη­που­ρού στο κτή­μα του Σο­λω­μού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Περί ονείρων, σατιριστών και γρίφων

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κα»
Τεύ­χος 25
Άνοι­ξη 2009

Ανά­με­σα στα πρώ­τα ελ­λη­νι­κά διη­γή­μα­τα υ­πάρ­χει και έ­να που φέ­ρει τον τίτ­λο «Όνει­ρον», δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­κο­σι δύο χρό­νια με­τά την «Αλη­θή ι­στο­ρία», γνω­στή ως «Ο Ανώ­νυ­μος του 1789», που ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς πί­στευε πως μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως η πρώ­τη εκ­δή­λω­ση νε­ο­ελ­λη­νι­κής δη­μιουρ­γι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Άλλω­στε, αυ­τός πρώ­τος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει το α­νώ­νυ­μο δη­μο­σίευ­μα και το εί­χε τιτ­λο­φο­ρή­σει με τα μο­να­δι­κά δυο στοι­χεία που γνώ­ρι­ζε γι’ αυ­τό, το α­νώ­νυ­μο του συγ­γρα­φέα του και το πι­θα­νο­λο­γού­με­νο έ­τος που τυ­πώ­θη­κε. Στην εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία, ο Σπυ­ρί­δων Βλα­ντής, κα­τοι­κο­ε­δρεύων στη Βε­νε­τία, εί­χε α­να­σύ­ρει τον πα­λαιό ό­ρο διή­γη­μα του Πο­λύ­βιου, ο ο­ποίος σή­μαι­νε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως την α­φή­γη­ση έ­να­ντι της Ιστο­ρίας, και τον εί­χε α­να­νο­η­μα­το­δο­τή­σει για τις α­νά­γκες του. Ήταν το 1796, που μό­λις εί­χε ο­λο­κλη­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση εί­κο­σι δύο α­πό τις φρο­νι­μό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Βοκ­κά­κιου και χρεια­ζό­ταν έ­ναν πρό­σφο­ρο τίτ­λο. Κα­τέ­λη­ξε σε έ­ναν μα­κρο­σκε­λή πε­ρι­γρα­φι­κό τίτ­λο, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν τό­τε, που ξε­κι­νού­σε με τον προσ­διο­ρι­σμό: «Διη­γή­μα­τα δύω προς τοις εί­κο­σιν Ιωάν­νου του Βοκ­κα­κίου...» Τε­λι­κά, ή­ταν ο πρώ­τος Νε­οέλ­λη­νας, που προ­τί­μη­σε να α­πο­κα­λέ­σει το πό­νη­μά του διή­γη­μα και ό­χι ι­στο­ρία. Κα­τά τα άλ­λα, πε­ρί­που εί­κο­σι χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον» ήρ­θαν τα πε­ζά, στα ο­ποία σή­με­ρα δί­νου­με την πρω­το­κα­θε­δρία, η «Γυ­ναί­κα της Ζά­κυ­θος» του Σο­λω­μού, η «Αυ­το­βιο­γρα­φία» της Ελι­σά­βετ Μου­τσά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου και τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα» του Μα­κρυ­γιάν­νη.
Το «Όνει­ρον», ό­πως και η «Αλη­θής ι­στο­ρία», εί­ναι α­νώ­νυ­μο και έ­χει σα­τι­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­προ­σθέ­τως, και τα δυο α­κο­λου­θούν τα ο­μό­τιτ­λα α­φη­γή­μα­τα του Λου­κια­νού, το «Ενύ­πνιον» και την «Αλη­θή ι­στο­ρία». Έτσι κι αλ­λιώς, ο Λου­κια­νός φέ­ρε­ται α­νά­με­σα στους πρό­δρο­μους διη­γη­μα­το­γρά­φους της αρ­χαιό­τη­τας, σε α­ντι­στοι­χία με τους Ηλιό­δω­ρο, Αχιλ­λέα Τά­τιο και Λόγ­γο, που εί­ναι οι πρό­δρο­μοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι. Στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού, οι δυο γυ­ναί­κες που πα­ρου­σιά­στη­καν κα­τ’ ό­ναρ στον έ­φη­βο, ό­ταν αμ­φι­τα­λα­ντευό­ταν αν θα έ­πρε­πε να γί­νει α­γαλ­μα­το­ποιός ό­πως ο θείος του ή να μά­θει γράμ­μα­τα, ή­ταν η τέ­χνη της γλυ­πτι­κής και η παι­δεία. Αντι­στοί­χως, στο «Όνει­ρον» πρό­κει­ται για τη Μι­ξο­βάρ­βα­ρη Γλώσ­σα, που τό­τε α­κό­μη σή­μαι­νε την κο­ραϊκή κα­θα­ρεύου­σα, και την ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φία. Ωστό­σο, στο «Όνει­ρον», οι δυο γυ­ναί­κες έ­χουν α­στεία εμ­φά­νι­ση και δεί­χνουν ε­ρω­τι­κές δια­θέ­σεις για τον έ­φη­βο α­ντί να τον τρα­βο­λο­γά­νε, ό­πως συμ­βαί­νει στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού. Άλλω­στε, τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρι­γρά­φε­ται και η κα­τά­στα­ση των δυο ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων, πριν να κοι­μη­θούν. Του Λου­κια­νού ή­ταν ξυ­λο­δαρ­μέ­νος α­πό τον λι­θο­ξόο θείο του, ε­νώ, στο με­τα­γε­νέ­στε­ρο, εί­χε α­πο­κοι­μη­θεί, δια­βά­ζο­ντας έ­να βι­βλίο με φω­το­γρα­φίες α­πό τις γυ­μνές Οτε­ντό­τισ­σες της Αφρι­κής, που το 1810 α­πο­τε­λού­σαν έ­να α­πό τα α­ξιο­θέ­α­τα του Λον­δί­νου.
Ως γλωσ­σι­κή σά­τι­ρα ξε­κι­νά το «Όνει­ρον», μό­νο που σε α­ντί­θε­ση με τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο του Λου­κια­νού, ο α­φη­γη­τής παίρ­νει το λό­γο, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος τη δη­μώ­δη γλώσ­σα. Κα­θώς, μά­λι­στα, μνη­μο­νεύει τον Αθα­νά­σιο Χρι­στό­που­λο και πα­ρα­πέ­μπει στην Γραμ­μα­τι­κή της Αιο­λο­δω­ρι­κής, που ε­κεί­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1806, πα­ρα­σύ­ρε­ται στη ρη­το­ρεία, λει­τουρ­γώ­ντας σε βά­ρος της οι­κο­νο­μίας του διη­γή­μα­τος. Ο α­νά­λα­φρα σα­τι­ρι­κός τό­νος ε­πα­νέρ­χε­ται μό­νο στην α­κρο­τε­λεύ­τια πα­ρά­γρα­φο. Όσο για τον Χρι­στό­που­λο, δεν α­να­φέ­ρε­ται τυ­χαία, α­φού το «Όνει­ρον» πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στην πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών» του, που έ­γι­νε ε­ρή­μην του, στη Βιέν­νη, το 1811. Το «Όνει­ρον» εί­ναι έ­να α­πό τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να ε­κεί­νου του τό­μου, το­πο­θε­τη­μέ­νο α­νά­με­σα στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των εκ­δο­τών Τζαν­νή Κο­ντου­μά και Δρό­σου Νι­κο­λά­ου και το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του Στέ­φα­νου Κα­νέλ­λου. Στις ε­πτά εκ­δό­σεις των «Λυ­ρι­κών», που α­κο­λού­θη­σαν μέ­σα στην ε­πό­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, το «Όνει­ρον» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται. Επα­νεκ­δί­δε­ται, ό­μως, σε μια κα­τά πο­λύ ε­παυ­ξη­μέ­νη μορ­φή, στην πα­ρι­σι­νή έκ­δο­ση του 1833, που ο­φεί­λε­ται στον Νι­κό­λαο Κο­ριτ­ζά. Για να κο­πεί και πά­λι στην α­μέ­σως ε­πό­με­νη, του 1841, α­πό τον Νι­κό­λαο Πίκ­κο­λο.
Το «Όνει­ρον» ως διή­γη­μα, με τις ό­ποιες λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές δια­θέ­τει, ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε τους με­λε­τη­τές. Αντι­θέ­τως, ε­κεί­νο που κέ­ντρι­σε το εν­δια­φέ­ρον τους ή­ταν η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει γε­νι­κώς με τα α­νώ­νυ­μα κεί­με­να που α­ξιο­λο­γού­νται. Σύμ­φω­να με ε­πι­στο­λή του ί­διου του Χρι­στό­που­λου, που βρι­σκό­ταν τό­τε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, προς τον Αθα­νά­σιο Ψα­λί­δα στα Ιωάν­νι­να, με η­με­ρο­μη­νία 10 Νο­εμ­βρίου 1811, το «Όνει­ρον» εί­ναι κεί­με­νο του Κα­νέλ­λου, ο ο­ποίος εί­ναι και ο συ­ντά­κτης “των μυ­θο­λο­γι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”, που συ­νο­δεύουν ως υ­πο­σε­λί­διες ε­πε­ξη­γή­σεις τα «Λυ­ρι­κά», και α­κό­μη, συγ­γρα­φέ­ας της «Στι­χουρ­γι­κής», με την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται η πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών». Αν και αυ­τή η «Στι­χουρ­γι­κή» δεν συ­νι­στά πρω­τό­τυ­πο έρ­γο αλ­λά πε­ρί­λη­ψη ε­κεί­νης που συ­ντάχ­θη­κε α­πό τον Χρι­στό­που­λο και εί­χε α­πω­λε­σθεί.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ε­πι­στο­λή του Χρι­στό­που­λου πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1878 και στη συ­νέ­χεια, ξα­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε του­λά­χι­στον τρεις φο­ρές, θα α­να­με­νό­ταν το «Όνει­ρον» να μην φέ­ρε­ται πλέ­ον ως α­νώ­νυ­μο, ού­τε να α­πο­τε­λεί ε­ρευ­νη­τι­κό γρί­φο. Ωστό­σο, υ­πάρ­χει η ε­παυ­ξη­μέ­νη εκ­δο­χή του της έκ­δο­σης του 1833, που θα πρέ­πει να έ­γι­νε μια δε­κα­ε­τία με­τά το θά­να­το του Κα­νέλ­λου. Οπό­τε, εί­τε πρό­κει­ται για δυο δια­φο­ρε­τι­κούς συγ­γρα­φείς, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει η Ελέ­νη Τσα­ντσά­νο­γλου, εί­τε για έ­ναν, ο ο­ποίος, βε­βαίως, δεν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο Κα­νέλ­λος. Πά­ντως, οι πρώ­τοι εκ­δό­τες των «Λυ­ρι­κών», προ­λο­γί­ζο­ντάς τα, δια­τεί­νο­νται πως το ό­νει­ρο, το εί­δε έ­νας φί­λος τους στον ύ­πνο του. Και πράγ­μα­τι, ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να γνώ­ρι­ζε τους εκ­δό­τες, ει­δάλ­λως πως προέ­κυ­ψε ο σχο­λια­σμός των «Λυ­ρι­κών». Πά­ντως, το 1811, βρι­σκό­ταν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο­πό­τε γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία πώς και εί­χε α­κού­σει για τις Οτε­ντό­τισ­σες. Ωστό­σο, η κα­το­πι­νή του πο­ρεία δεί­χνει πως ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να κα­τεί­χε ξέ­νες γλώσ­σες, του­λά­χι­στον τη γερ­μα­νι­κή. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, κα­θό­λου δεν α­πο­κλείε­ται να διά­βα­σε σε κά­ποιο εξ Εσπε­ρίας έ­ντυ­πο για τις “ζω­γρα­φι­σμέ­νες με γραμ­μές” γυ­μνές Νο­τιο­α­φρι­κά­νες.
Κα­τά τα άλ­λα, α­πο­ρού­με για­τί οι με­λε­τη­τές ε­ρί­ζουν πε­ρί την κα­τα­γω­γή του, τα­λα­ντευό­με­νοι με­τα­ξύ Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και Χίου. Πα­ρό­λο που ο Κα­νέλ­λος πέ­θα­νε σχε­τι­κά νέ­ος, στα τριά­ντα έ­να του, πρό­λα­βε και δια­κρί­θη­κε ως λό­γιος και έν­θερ­μος πα­τριώ­της, με α­πο­τέ­λε­σμα να μνη­μο­νεύε­ται ε­κτε­νώς σε ποι­κί­λες πη­γές. Σε μια α­πό αυ­τές, τό­σο κα­λά ε­νη­με­ρω­μέ­νη, ώ­στε να πα­ρα­θέ­τει τις α­κρι­βείς η­με­ρο­μη­νίες γεν­νή­σεως και θα­νά­του του, α­ντί να αρ­κεί­ται, ως συ­νή­θως, στις χρο­νο­λο­γίες, α­να­φέ­ρε­ται, πως γεν­νή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό Χιώ­τη πα­τέ­ρα και πο­λί­τισ­σα μη­τέ­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, σπού­δα­σε στη Γερ­μα­νία για­τρός α­πό το 1812 μέ­χρι το 1819, που ε­πέ­στρε­ψε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Το 1820 δί­δα­ξε στο Βου­κου­ρέ­στι, αλ­λά με την έ­ναρ­ξη της Επα­νά­στα­σης βρέ­θη­κε στο στρα­τό­πε­δο του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη και στη συ­νέ­χεια, α­κο­λού­θη­σε τον νε­ο­διο­ρι­σθέ­ντα αρ­μο­στή της Κρή­της Εμμα­νουήλ Το­μπά­ζη στη Με­γα­λό­νη­σο, ό­που και έ­πε­σε υ­πέρ πα­τρί­δος τον Ιού­λιο του 1823. Όσο για τη φι­λία του Χρι­στό­που­λου με τον νε­α­ρό Κα­νέλ­λο, εν­διά­με­σος θα πρέ­πει να στά­θη­κε ο Δω­ρό­θε­ος Πρώϊος, κα­τό­πιν Μη­τρο­πο­λί­της Αδρια­νου­πό­λεως, και αυ­τός Χιώ­της ό­πως ο Κα­νέλ­λος και δά­σκα­λός του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ο Δω­ρό­θε­ος θα γνώ­ρι­σε τον Χρι­στό­που­λο στο Ιά­σιο, μια και υ­πήρ­ξαν δά­σκα­λοι των παι­διών δυο δια­δο­χι­κών η­γε­μό­νων, του Γεωρ­γίου Χα­ντζε­ρή ο πρώ­τος και του Αλέ­ξαν­δρου Μου­ρού­ζη ο δεύ­τε­ρος.
Όλα αυ­τά, με α­φορ­μή έ­να μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου, που σχο­λιά­ζει τα ί­χνη του «Ενυ­πνίου» του Λου­κια­νού στο «Όνει­ρον» του Κα­νέλ­λου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η λέ­ξη–σι­δη­ρό­δρο­μος για τους Οτε­ντό­τες μό­νο γερ­μα­νι­κή δεν εί­ναι. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ως μό­το του κει­μέ­νου του, ε­πι­λέ­γει τους στί­χους του Πα­λα­μά α­πό τα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα»: «...ο στερ­νός κι ο πρώ­τος, / κι ε­γώ κι ε­σύ, κι ο αν­θός κι η καρ­μα­νιό­λα, // κι ο αρ­χαίος Αθη­ναίος κι ο Οτε­ντό­τος». Οι στί­χοι γρά­φτη­καν ε­κα­τό χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον», ό­ταν οι Οτε­ντό­τες εί­χαν γί­νει κοι­νός τό­πος κα­τά την α­ντι­πα­ρά­θε­ση πο­λι­τι­σμού και βαρ­βα­ρό­τη­τας. Όπως, σή­με­ρα, ε­πι­κα­λού­μα­στε τους Κα­φρούς και τους Ζου­λού, τις φυ­λές που ε­κτό­πι­σαν τους Οτε­ντό­τες και ε­πι­κρά­τη­σαν στην πε­ριο­χή. Όπως και να έ­χει, το μό­το του πρώ­του μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού μας ο­δη­γεί στο δεύ­τε­ρο του ί­διου πά­ντο­τε ε­ρευ­νη­τή πε­ρί Πα­λα­μά και Σου­ρή.
Την πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, θυ­μί­ζο­ντας την ε­φε­τει­νή ε­πέ­τειο των ε­νε­νή­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­το του Γεωρ­γίου Σου­ρή, θεω­ρού­σα­με πως εί­μα­στε οι μό­νοι που τον θυ­μό­μα­στε. Ιδού, ό­μως, που ο Κε­χα­γιό­γλου ε­ντο­πί­ζει “το μα­κρύ πο­δά­ρι του Σου­ρή” στα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα» του Πα­λα­μά, δη­μο­σιευ­μέ­να το 1908-1909. Ο με­λε­τη­τής θεω­ρεί τον Πα­λα­μά κα­λό γνώ­στη του Σου­ρή, πα­ρα­κι­νώ­ντας σε μια συ­στη­μα­τι­κή ι­χνη­λά­τη­ση των δια­κει­με­νι­κών σχέ­σεων Σου­ρή–Πα­λα­μά. Το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Κε­χα­γιό­γλου κλεί­νει με τη δια­πί­στω­ση: «Κεί­με­να συ­νει­δη­τού εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κού δια­λό­γου υ­πάρ­χουν εν υ­πε­ρα­φθο­νία και πε­ρι­μέ­νου­ν: ζη­τεί­τε και ευ­ρή­σε­τε. Η εκ­δρο­μή αυ­τή δεν έ­χει τέ­λος.»
Σαν να συ­νο­μι­λεί ο Γιώρ­γος Δρο­σί­νης με τον Κε­χα­γιό­γλου πα­ρα­τη­ρεί: «...Από ό­λα παίρ­νει κα­νείς γύ­ρω του θέ­λο­ντας και μη θέ­λο­ντας, ό­ταν δια­βά­ζει πολ­λά και κά­θε λο­γής κι ό­ταν θαυ­μά­ζει με­ρι­κά χω­ρι­στά α­πό το σω­ρό. Μα μή­πως έ­χει συ­νεί­δη­ση ο ί­διος; Όση συ­νεί­δη­σι έ­χει το στά­χυ του σι­τα­ριού, α­πό τι και τι έ­γι­νε και πό­σα συ­στα­τι­κά πή­ρε α­πό το χώ­μα κι α­πό τον αέ­ρα κι α­πό τον ή­λιο κι α­πό των ά­στρων τη δρο­σιά!...» Αυ­τά γρά­φει ο Δρο­σί­νης, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Χού­μπερτ Περ­νό, την 25η Οκτω­βρίου 1917, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει στο τεύ­χος ο Χέν­ρυ Τον­νέ. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε μια άλ­λη ε­ξι­στό­ρη­ση, ο Δρο­σί­νης α­να­φέ­ρει τη βα­θιά συ­γκί­νη­ση, που εί­χε νιώ­σει μια βρα­διά στο σπί­τι του Σου­ρή, πα­ρέα με τον Πα­λα­μά, κα­θώς ο Σου­ρής τους διά­βα­ζε στί­χους του ε­πί τρεις ώ­ρες. Να θυ­μί­σου­με, χά­ριν παι­διάς, πως οι σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι Σου­ρής και Πα­λα­μάς βρέ­θη­καν και οι δυο υ­πο­ψή­φιοι για το βρα­βείο Νό­μπελ. Σχε­τι­κά νω­ρίς ο Σου­ρής, προ­τά­θη­κε α­πό την Ελλη­νι­κή Βου­λή το 1906, πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­τά το θά­να­το του Σου­ρή, ο Πα­λα­μάς.
Πά­ντο­τε πλη­θω­ρι­κή εί­ναι η πα­ρου­σία του Κε­χα­γιό­γλου στο κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό. Σε αυ­τό το τεύ­χος, υ­πο­γρά­φει συ­νο­λι­κά τρία κεί­με­να. Το τρί­το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του μας φέρ­νει πί­σω στον «Ανώ­νυ­μο του 1789» και τον Δη­μα­ρά δια μέ­σου του «Δον Κι­χώ­τη». Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­φο­ρά την πρώ­τη γνω­στή ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του έρ­γου του Θερ­βά­ντες, που έ­μει­νε χει­ρό­γρα­φη. Τον Δε­κέμ­βριο του 2007, που η εν λό­γω με­τά­φρα­ση α­πέ­κτη­σε την πρώ­τη έ­ντυ­πη μορ­φή της, τρία ή­ταν τα γνω­στά χει­ρό­γρα­φα, στα ο­ποία και στη­ρί­χτη­κε ο Κε­χα­γιό­γλου, που α­νέ­λα­βε το εγ­χεί­ρη­μα με τη βοή­θεια της Άννας Τα­μπά­κη. Όμως, Χρι­στού­γεν­να του 2008, ήρ­θε μα­ντά­το α­πό την Ισπα­νία πως βρέ­θη­κε και τέ­ταρ­το χει­ρό­γρα­φο. Το πα­ρά­ξε­νο εί­ναι ό­τι, ναι μεν το χει­ρό­γρα­φο ε­ντο­πί­στη­κε α­πό ι­σπα­νί­δα νε­ο­ελ­λη­νί­στρια, ω­στό­σο ή­ταν κά­τω α­πό τη μύ­τη των ελ­λή­νων ε­ρευ­νη­τών, δε­δο­μέ­νου ό­τι φυ­λάσ­σε­ται στη Γεν­νά­δειο Βι­βλιο­θή­κη. Για το συ­γκε­κρι­μέ­νο χει­ρό­γρα­φο, α­να­μέ­νο­νται νεό­τε­ρα εξ Ισπα­νίας.
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, ό­μως, εί­ναι η πα­τρό­τη­τα αυ­τής της πρώ­της με­τά­φρα­σης του «Δον Κι­χώ­τη», η ο­ποία έ­χει μεί­νει με­τέω­ρη. Ο Κε­χα­γιό­γλου φαί­νε­ται να γνω­ρί­ζει ή έ­στω να ει­κά­ζει με­τά με­γά­λης βε­βαιό­τη­τας τον με­τα­φρα­στή αλ­λά δεν τον α­πο­κα­λύ­πτει, ε­πι­κα­λού­με­νος το πα­ρά­δειγ­μα του Δη­μα­ρά, ο ο­ποίος πέ­θα­νε χω­ρίς να κοι­νο­ποιή­σει ποιόν υ­πο­ψια­ζό­ταν για συγ­γρα­φέα του «Ανώ­νυ­μου». Στη λο­γο­τε­χνία ε­κτι­μώ­νται ι­διαί­τε­ρα οι υ­παι­νιγ­μοί, ό­πως και οι μα­κριές προ­τά­σεις της μιας πα­ρα­γρά­φου χω­ρίς τε­λεία. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, αν ι­σχύει το ί­διο για τον δο­κι­μια­κό λό­γο. Οι μεν υ­παι­νιγ­μοί δεί­χνουν να πα­ρα­πέ­μπουν σε ι­διο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς. Ενώ, οι μα­κρο­σκε­λείς προ­τά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη των 31 σει­ρών, που υ­πο­τί­θε­ται πως ε­ξη­γεί τις «Αρχές της έκ­δο­σης», α­πο­κλείει κά­ποιον λι­γό­τε­ρο ει­δι­κό. Ο Κε­χα­γιό­γλου κα­τα­λή­γει με το ε­ρώ­τη­μα, για­τί να α­πο­κα­λύ­ψει α­πό τώ­ρα την ταυ­τό­τη­τα. Μή­πως για­τί τα νέα υ­ψη­λά κα­θή­κο­ντα, που εν­δέ­χε­ται να α­να­λά­βει, δεν θα του α­φή­νουν και πο­λύ χρό­νο για να α­σχο­λη­θεί με την Δο­μνί­τσα Σμα­ρά­γδα Πα­να­γιω­τά­κη Σταυ­ρο­πό­λεως, τρί­τη σύ­ζυ­γο του Νι­κό­λα­ου Μαυ­ρο­κορ­δά­του, που ή­ταν η κτή­το­ρας του χει­ρο­γρά­φου της πρώ­της με­τά­φρα­σης και η πρώ­τη που προ­τά­θη­κε ως με­τα­φρά­στριά του; Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πέ­ρα α­πό τους γρί­φους, την Δο­μνί­τσα, εμ­μέ­σως πλην σα­φώς, στην ει­σα­γω­γή του βι­βλίου, ο Κε­χα­γιό­γλου την α­πο­κλείει ως πι­θα­νή με­τα­φρά­στρια.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή, 8 Μάϊος 2009

Γοητευτικές πτυχές του Καββαδία

Μή­τσος Κα­σό­λας
«Νί­κος Καβ­βα­δίας.
Ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του.»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Μάρ­τιος 2009

Ενα δεύ­τε­ρο βι­βλίο για τον Νί­κο Καβ­βα­δία ε­τοί­μα­σε ο συγ­γρα­φέ­ας Μή­τσος Κα­σό­λας, πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το βι­βλίο του για τον Καβ­βα­δία, που εί­χε προ­κα­λέ­σει την μή­νιν ό­σων δια­χει­ρί­ζο­νται τα συγ­γρα­φι­κά δι­καιώ­μα­τα του ποιη­τή. Για­τί, ως γνω­στόν, σε κά­θε α­πο­θα­νό­ντα συγ­γρα­φέα α­ντι­στοι­χούν κλη­ρο­νό­μοι ποι­κίλ­λο­ντος βαθ­μού συγ­γε­νείας, του­λά­χι­στον έ­νας εκ­δό­της, συ­νή­θως ο πιο πρό­σφα­τος, και α­κό­μη, κά­ποιος με­λε­τη­τής, που έ­χει χρι­στεί κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος, α­παι­τώ­ντας να έ­χει κι αυ­τός λό­γο. Ο τε­λευ­ταίος, κα­τά κα­νό­να, ταυ­τί­ζε­ται με τον εκ­δό­τη, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες α­πο­θα­νό­ντων συγ­γρα­φέων εκ­δί­δουν και τις με­λέ­τες που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τούς, αρ­κε­τά συ­χνά, χω­ρίς να πο­λυε­ξε­τά­ζουν την ποιό­τη­τά τους. Σπα­νί­ζουν οι συγ­γρα­φείς χω­ρίς κλη­ρο­νό­μους, που α­πο­δει­κνύο­νται και οι πιο τυ­χε­ροί. Όσο για την δυ­σοίω­νη πε­ρί­πτω­ση, που εμ­φα­νί­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός με­λε­τη­τές, διεκ­δι­κώ­ντας α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, οι νυμ­φίοι, με τη στή­ρι­ξη του εκ­δό­τη τους, δια­μοι­ρά­ζουν τα ι­μά­τια του α­πο­θα­νό­ντος, ό­χι κα­τά την α­ξία τους αλ­λά, συ­νή­θως, σύμ­φω­να με το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη. Όλα αυ­τά α­πο­βαί­νουν σε βά­ρος του έρ­γου του συγ­γρα­φέα, που ευερ­γε­τεί­ται α­πό την πο­λυ­φω­νία με­λε­τη­τών.
Στην πε­ρί­πτω­ση του Καβ­βα­δία, οι “κό­ντρες” για το πρώ­το βι­βλίο του Κα­σό­λα, «Νί­κος Καβ­βα­δίας. Γυ­ναί­κα-Θά­λασ­σα-Ζωή», ο­δή­γη­σαν στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Αθη­νών, το ο­ποίο α­πέρ­ρι­ψε την αί­τη­ση α­σφα­λι­στι­κών μέ­τρων και την κα­τά­σχε­ση του βι­βλίου. Έτσι ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να δια­βά­σει συ­νε­χό­με­να τα δυο βι­βλία του Κα­σό­λα. Πρώ­τα, την α­φή­γη­ση του ί­διου του Καβ­βα­δία και στη συ­νέ­χεια, τις α­να­μνή­σεις φί­λων και συ­ντα­ξι­διω­τών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, σή­με­ρα, α­πό­μα­χοι ναυ­τι­κοί. Τα δυο βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να συ­νο­δεύο­νται και α­πό έ­να CD, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τον μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νο λό­γο του Καβ­βα­δία α­πό την πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων του 1974. Τό­τε που α­γω­νιού­σε πως δεν θα προ­λά­βαι­νε να σαλ­πά­ρει, ό­πως και πράγ­μα­τι συ­νέ­βη. Ο Καβ­βα­δίας πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρίου 1975, στα 65 του, α­πό ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, που τον βρή­κε στη στε­ριά και ό­χι στη θά­λασ­σα, ό­πως τό­σο ε­πι­θυ­μού­σε.
Ο Κα­σό­λας εί­χε γνω­ρί­σει τον Καβ­βα­δία τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα των Χρι­στου­γέν­νων του 1973. Η προϊστο­ρία της συ­νά­ντη­σής τους έ­χει ως ε­ξής: Τη διε­τία 1970-1972, ο Κα­σό­λας έ­ζη­σε στην Αμε­ρι­κή και ε­πι­στρέ­φο­ντας έ­γρα­ψε το χρο­νι­κό «Η Άλλη Αμε­ρι­κή», που βρα­βεύ­θη­κε με το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Ένας φί­λος τού Καβ­βα­δία, ο ναυ­τι­κός Χρή­στος Πα­ντε­λί­δης, που βρι­σκό­ταν τό­τε στη Νέα Υόρ­κη, του έ­γρα­ψε πως του ά­ρε­σε το βι­βλίο και ή­θε­λε να τον γνω­ρί­σει. Έτσι προέ­κυ­ψε η ε­πί­σκε­ψη Πα­ντε­λί­δη και Καβ­βα­δία, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα, στο σπί­τι του Κα­σό­λα. Το πρώ­το βι­βλίο κα­τα­γρά­φει τις συ­να­ντή­σεις τους, ό­που ο Καβ­βα­δίας α­παγ­γέλ­λει ποιή­μα­τά του κι ας δια­μαρ­τυ­ρό­ταν πως τα “δο­λο­φο­νεί”. Ενώ, σχο­λιά­ζει στί­χους και α­φη­γεί­ται ι­στο­ρίες. Ο Κα­σό­λας έ­χει χω­ρί­σει το βι­βλίο σε τρεις ε­νό­τη­τες: Η πρώ­τη για τη γυ­ναί­κα, ξε­κι­νά α­πό τις γυ­ναί­κες των λι­μα­νιών και το τα­τουάζ μιας γορ­γό­νας στο α­ρι­στε­ρό μπρά­τσο του Καβ­βα­δία για να κα­τα­λή­ξει σε μια τε­λευ­ταία α­γα­πη­μέ­νη του, που τον εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει. Η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα εί­ναι για τη θά­λασ­σα αλ­λά και για τους φί­λους του ποιη­τές και τη σχέ­ση του με την Αρι­στε­ρά. Η τρί­τη υ­πο­τί­θε­ται πως α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κά στη ζωή, α­να­τρέ­χο­ντας στο πα­ρελ­θόν, αλ­λά και πά­λι γύ­ρω α­πό τις γυ­ναί­κες πε­ρι­στρέ­φε­ται. Στο κεί­με­νο πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ποιή­μα­τα, ε­πι­στο­λές, φω­το­γρα­φίες και οι θαυ­μά­σιες ξυ­λο­γρα­φίες α­πό τις πρώ­τες εκ­δό­σεις των ποιη­μά­των του.
Και στα δυο βι­βλία, ο Κα­σό­λας, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, δη­μιουρ­γεί μια ε­νιαία α­φή­γη­ση, εν­θέ­το­ντας τις α­πό­ψεις του για τον άν­θρω­ποι Καβ­βα­δία και την ποίη­σή του. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι, μέ­σα και α­πό τις συ­γκρί­σεις με άλ­λους λο­γο­τέ­χνες, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή ο Κα­βά­φης και ο Κα­ρυω­τά­κης –τα τρία με­γά­λα “κάπ­πα” της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης ό­πως γρά­φει– να α­να­δει­κνύε­ται ε­κτός α­πό τον ποιη­τή και ο μύ­θος, που έ­χει δη­μιουρ­γη­θεί γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του. Αυ­τόν τον μύ­θο έρ­χε­ται να ε­νι­σχύ­σει το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ό­πως δη­λώ­νει και ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός υ­πό­τιτ­λος, “ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του”. Οι ναυ­τι­κοί που γνώ­ρι­σαν τον Καβ­βα­δία, υ­πο­βο­η­θού­με­νοι α­πό τις ε­ρω­τή­σεις του Κα­σό­λα, α­φη­γού­νται τον βίο και την πο­λι­τεία του, μέ­σα α­πό τις ι­στο­ρίες που τους έ­λε­γε ο ί­διος. Ανα­θυ­μού­νται α­νέκ­δο­τα και πε­ρι­στα­τι­κά α­πό την Κα­το­χή, κα­θώς και διη­γή­σεις γύ­ρω α­πό πρό­σω­πα της Τέ­χνης και της λο­γο­τε­χνίας. Από αυ­τές τις ι­στο­ρίες, άλ­λες τους φαί­νο­νταν πραγ­μα­τι­κές κι άλ­λες υ­πο­ψιά­ζο­νταν πως ή­ταν φα­ντα­στι­κές. Πά­ντως, ο­μο­λο­γούν ό­τι και τις μεν και τις δε ο Καβ­βα­δίας τις διη­γό­ταν με τον ί­διο πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι τον χα­ρα­κτη­ρί­ζουν άν­θρω­πο ε­ρω­τι­κό. Χω­ρίς να εί­ναι ω­ραίος ά­ντρας εί­χε φαί­νε­ται τον τρό­πο του με τις γυ­ναί­κες. Άλλω­στε, η ποίη­σή του, με­τα­ξύ των άλ­λων, και ε­ρω­τι­κή, ε­πι­βε­βαιώ­νει τον ι­σχυ­ρι­σμό τους πως οι γυ­ναί­κες τον συ­γκι­νού­σαν και ή­ταν μο­νί­μως ε­ρω­τευ­μέ­νος.
Σύμ­φω­να με τις διη­γή­σεις τους, πολ­λοί ε­πι­φα­νείς, στις δε­κα­ε­τίες του ’60 και του ’70, τα­ξί­δευαν με το «Απολ­λω­νία» στη Με­σό­γειο, για να έ­χουν τη χα­ρά να κά­νουν συ­ντρο­φιά με τον Καβ­βα­δία. Ανά­με­σά τους, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος, ο Σε­φέ­ρης. Για τη φι­λία του δι­πλω­μά­τη και του ναυ­τι­κού έ­χουν δια­σω­θεί αρ­κε­τά α­νέκ­δο­τα. Ο κα­πε­τά­νιος Δη­μή­τρης Κρα­νιώ­της προ­σθέ­τει α­κό­μη έ­να. Όταν το πλοίο έ­πια­νε Βη­ρυτ­τό, ο Σε­φέ­ρης έ­στελ­νε τη δι­πλω­μα­τι­κή του κούρ­σα να πα­ρα­λά­βει τον Καβ­βα­δία. Μια φο­ρά, ο Καβ­βα­δίας πα­ρα­κά­λε­σε για μια μι­κρή πα­ρά­καμ­ψη α­πό την ο­δό με τα “κα­λά σπί­τια”. Όμως η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στάθ­μευ­ση της μαύ­ρης κούρ­σας στον κα­κό­φη­μο δρό­μο έ­γι­νε γνω­στή στην πρε­σβεία και ε­πα­κο­λού­θη­σε κα­βγάς α­νά­με­σα στους δυο φί­λους. Μια άλ­λη φο­ρά, και πά­λι στη Βη­ρυ­τό, η ί­δια κούρ­σα εί­χε πα­ρα­λά­βει α­πό το κα­ρά­βι τον Καβ­βα­δία για να τον με­τα­φέ­ρει σε εκ­δή­λω­ση που θα γι­νό­ταν προς τι­μή του. Μό­νο που ο πορ­τιέ­ρης του κτι­ρίου δεν τον ά­φη­σε να πε­ρά­σει. Έτσι, σαν άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης, θα πρέ­πει να α­που­σία­σε α­πό τη βρα­διά.
Ολι­γο­γρά­φος ποιη­τής ο Καβ­βα­δίας, ού­τε πολ­λά βι­βλία ε­ξέ­δω­σε ού­τε με­γά­λο αρ­χείο ά­φη­σε. Ωστό­σο έ­γρα­φε συ­νέ­χεια στί­χους στα πα­κέ­τα των τσι­γά­ρων του και σε χαρ­το­πε­τσέ­τες. Σύμ­φω­να με τις μαρ­τυ­ρίες, εν­νιά χαρ­το­πε­τσέ­τες στις δέ­κα τις πέ­τα­γε με κά­ποιες λέ­ξεις ή στί­χους στο κα­λά­θι των α­χρή­στων δί­πλα στην κα­ρέ­κλα του. Όσο για την ιε­ρή στιγ­μή της έ­μπνευ­σης, αυ­τή θα πρέ­πει να ερ­χό­ταν στην γέ­φυ­ρα, ό­που του ά­ρε­σε να στέ­κε­ται σιω­πη­λός, ι­δίως κα­τά τις α­να­χω­ρή­σεις των πλοίων. Ο ά­ναρ­χος συ­νειρ­μι­κός λό­γος των ναυ­τι­κών που γνώ­ρι­σαν και α­γά­πη­σαν τον Καβ­βα­δία σαν α­δελ­φό, α­πο­κα­λύ­πτει έ­ναν γο­η­τευ­τι­κό άν­θρω­πο. Ευ­πρόσ­δε­κτη α­ντί­στι­ξη στην ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­να­σκα­φή, που θέ­λει ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του Καβ­βα­δία να κα­τα­κλύ­ζε­ται α­πό “μια α­νυ­πό­φο­ρη ε­νο­χή”.
Το βι­βλίο του Κα­σό­λα θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως προ­α­νά­κρου­σμα για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα του Καβ­βα­δία που θα ε­ορ­τα­στεί του χρό­νου. Ακό­μη κι αν το 2010 α­να­κη­ρυχ­θεί ε­πε­τεια­κό έ­τος κά­ποιου αλ­λού λο­γο­τέ­χνη, ό­χι α­να­γκα­στι­κά καλ­λί­τε­ρου, αλ­λά με δυ­να­μι­κό­τε­ρους υ­πο­στη­ρι­κτές, οι τι­μη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις για τον Καβ­βα­δία δεν θα λεί­ψουν. Πι­θα­νώς, φα­τρια­σμέ­νες, ό­πως και τα κα­τά και­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τα σε αυ­τόν, αλ­λά μάλ­λον πο­λύ­πλευ­ρες, που εί­ναι και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο σε μια μνη­μό­νευ­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή, 1 Μάϊος 2009

Πειραιάς εις τριπλούν

Κά­τια Μη­τρο­πού­λου
«Πει­ραιάς έ­να σερ­γιά­νι»
Εκδό­σεις Ι. Σι­δέ­ρη
Οκτω­βριος 2008

Ημε­ρο­λό­γιο 2009
«Πει­ραιάς, μια πό­λη-λι­μά­νι!»
Εκδό­σεις Το Λι­μά­νι της Αγω­νίας

Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος
«Ανθρω­πο­γεω­γρα­φι­κή Πει­ραιο­γνω­σία
24 συν 3 κεί­με­να για το Βα­σί­λη»
Εκδό­σεις Κι­βω­τός
Αθή­να 2008

Ανά­με­σα στα ποιή­μα­τα και τα πε­ζά για τον Πει­ραιά, γραμ­μέ­να α­πό συγ­γρα­φείς ε­κτός πει­ραϊκού χώ­ρου, που αν­θο­λο­γεί στο βι­βλίο του ο Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος, εί­ναι και το ποίη­μα, «Ο Καρ­νά­βα­λος στον Πει­ραιά», του Γεωρ­γίου Σου­ρή. Επω­φε­λού­μα­στε για να θυ­μί­σου­με πως στις 26 Αυ­γού­στου 2009 θα συ­μπλη­ρω­θούν ε­νε­νή­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­το του Σου­ρή. Έτυ­χε να πε­θά­νει κα­λο­καί­ρι και τους θε­ρι­νούς μή­νες α­πό το 1892, που α­πέ­κτη­σε έ­παυ­λη στο Νέο Φά­λη­ρο, ό­ταν διέ­κο­πτε τον «Ρω­μιό», τους περ­νού­σε πα­ρά θι­ν’ α­λός. Γι’ αυ­τό και τε­λι­κά, ε­ξέ­πνευ­σε στην έ­παυ­λή του, πλη­σίον του Πει­ραιά. Θύ­μα της ι­σπα­νι­κής γρίπ­πης, που κου­βα­λού­σε α­πό το χει­μώ­να, πέ­θα­νε σε η­λι­κία 66 ε­τών. Ο θά­να­τός του χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες της ε­πο­χής και τους λο­γίους ως ε­θνι­κή α­πώ­λεια. Επί δε­κα­ε­τίες πα­ρω­δού­σε ο Σου­ρής, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, τα τρέ­χο­ντα πο­λι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά συμ­βά­ντα, δια­σκε­δά­ζο­ντας με το σπιν­θη­ρο­βό­λο πνεύ­μα του τον ελ­λη­νι­κό λαό. Η κη­δεία του έ­γι­νε δη­μο­σία δα­πά­νη και του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τα­θα­να­τίως το πα­ρά­ση­μο του α­νώ­τα­του Τα­ξιάρ­χη. Το ε­πό­με­νο έ­τος δό­θη­κε σύ­ντα­ξη στη χή­ρα του, την α­γα­πη­μέ­νη του Μού­σα, Μα­ρή Κων­στα­ντι­νί­δου, που εί­χε νυμ­φευ­θεί το 1881. Στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν στο Ζάπ­πειο, α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο «Παρ­νασ­σός», τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια της προ­το­μής του, φι­λο­τε­χνη­μέ­νης α­πό τον Γεώρ­γιο Δη­μη­τριά­δη τον Αθη­ναίο. Φυλ­λο­με­τρώ­ντας τα Άπα­ντά του, βρί­σκου­με έ­να ποιη­μά­τιο, γραμ­με­νο το 1914, το ο­ποίο, με ε­λα­φρές πα­ραλ­λα­γές, θα ταί­ρια­ζε και στα ση­με­ρι­νά οι­κο­νο­μι­κά δει­νά. Δια­βλέ­πο­ντας ο Σου­ρής την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που έ­φερ­νε ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος, έ­γρα­φε: «Ο πό­λε­μος τού­τος και λόρ­δους θα κά­νει να νοιώ­σου­νε λόρ­δα / κι αν φθά­σουν οι λόρ­δοι να τρων ψω­μο­τύ­ρι / και λαί­δες και μις, / φα­ντά­σου τι ρέ­γκες, φα­ντά­σου τι τσί­ροι, / θα γί­νω­μ’ ε­μείς.» Αυ­τά τα ε­λά­χι­στα για μια ε­πέ­τειο, που κα­νείς δεν θα θυ­μη­θεί. Τον σα­τι­ρι­κό ποιη­τή Σου­ρή, που εί­χαν οι πα­λαιό­τε­ροι α­πο­κα­λέ­σει και νέο Αρι­στο­φά­νη, τον χα­ρα­κτη­ρί­σα­με στι­χο­πλό­κο και τον δια­γρά­ψα­με.
Ο Μπα­λούρ­δος, με­τά τον πρό­λο­γο, με τίτ­λο, «Ο δι­κός μου Πει­ραιάς», αι­τιο­λο­γεί τον αυ­θαί­ρε­το χα­ρα­κτή­ρα της αν­θο­λό­γη­σής του, ι­σχυ­ρι­ζό­με­νος πως πρό­κει­ται για κεί­με­να που άγ­γι­ξαν την α­να­γνω­στι­κή του ευαι­σθη­σία. Επι­πλέ­ον, δια­τεί­νε­ται πως δεί­χνουν λη­σμο­νη­μέ­νες ει­κό­νες ζωής του πα­λαιού Πει­ραιά. Και πράγ­μα­τι, το λο­γο­τε­χνι­κό του κολ­λάζ σκια­γρα­φεί έ­ναν δια­χρο­νι­κό Πει­ραιά. “Στρα­φεί­τε προς τον Πει­ραιά” πα­ρο­τρύ­νει ο Πε­ρι­κλής Γιαν­νό­που­λος. Ενώ, ο Μι­χαήλ Μη­τσά­κης ψέ­γει τους Αθη­ναίους που πε­ρι­φρο­νούν τον Πει­ραιά, α­πο­κα­λώ­ντας τον Μπα­κα­λού­πο­λη. Στη συ­νέ­χεια, πε­ρι­γρά­φει την πό­λη με τους ά­νε­τους, ευ­θείς, κα­λώς δια­γε­γραμ­μέ­νους, ή­συ­χους και δεν­δρό­φυ­τους δρό­μους, για να κα­τα­λή­ξει στο «Πε­ρι­βο­λά­κι», το κυ­ριό­τε­ρο κέ­ντρο α­να­ψυ­χής στον Πει­ραιά πε­ρί τα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Στην αν­θο­λο­γία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τρεις ε­πι­στο­λές του δε­κα­ο­κτα­ε­τούς Πα­πα­δια­μά­ντη προς τον πα­τέ­ρα του. Μπο­ρεί οι ε­πι­στο­λές να μην δί­νουν ει­κό­να για τον Πει­ραιά του 1869, ω­στό­σο πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­γλυ­φα τα στε­νά οι­κο­νο­μι­κά ε­νός γυ­μνα­σιό­παι­δου της ε­πο­χής εξ ε­παρ­χίας ερ­χό­με­νου. Την α­κρι­βέ­στε­ρη ει­κό­να, α­φού πρό­κει­ται για λήμ­μα ε­γκυ­κλο­παί­δειας, προ­σφέ­ρει ο Ρα­γκα­βής, σε α­ντί­θε­ση με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες ό­ψεις, που σκια­γρα­φούν συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του Τριά­ντα. Το αν­θο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, έ­να κεί­με­νο του Βαμ­βα­κά­ρη, πο­δο­σφαι­ρό­φι­λο ποίη­μα του Άρη Δι­κταίου κ.ά. Μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρι­γρα­φή του με­τα­πο­λε­μι­κού Πει­ραιά δί­νει ο Νί­κος Τό­μπρας, που με­τα­κό­μι­σε στην πό­λη το 1963.

Με κα­θυ­στέ­ρη­ση εκ­δό­θη­κε ε­φέ­τος το η­με­ρο­λό­γιο του Λι­μα­νιού της Αγω­νίας, α­φιε­ρω­μέ­νο στο ί­διο το λι­μά­νι του Πει­ραιά. Μια ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη α­φή­γη­ση της ι­στο­ρίας του λι­μα­νιού, σε πα­ραλ­λη­λία με την ι­στο­ρία της πό­λης. Πρω­ταρ­χι­κή μέ­ρι­μνα των εκ­δο­τών εί­ναι να α­να­δειχ­θούν οι άν­θρω­ποι που δου­λεύουν στο λι­μά­νι και οι αλ­λα­γές στη μορ­φή της ερ­γα­σίας που με­σο­λά­βη­σαν μέ­χρι σή­με­ρα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Οργα­νι­σμός Λι­μέ­νος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1930 ως Νο­μι­κό Πρό­σω­πο Δη­μο­σίου Δι­καίου. Ενώ, το 2006, άρ­χι­σε αρ­γά αλ­λά στα­θε­ρά η ι­διω­τι­κο­ποίη­ση του λι­μα­νιού. Αναμ­φι­βό­λως, και το ε­φε­τει­νό η­με­ρο­λό­γιο εί­ναι χρή­σι­μο, ταυ­τό­χρο­να ό­μως θλί­βει, έ­τσι ό­πως κα­τα­λή­γει με τη με­τα­τρο­πή του Πει­ραιά σε έ­να πε­ρί­που κλει­στό λι­μά­νι. Όσο για το Δή­μο Πει­ραιώς, στε­ρού­με­νος μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής για το λι­μά­νι, φαί­νε­ται πως πα­ρα­κο­λου­θεί με σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια τις ε­ξε­λί­ξεις.

Πει­ραιώ­τισ­σα κα­τά το ή­μι­συ η Κά­τια Μη­τρο­πού­λου, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της, Σο­φίας Λού­μου, που ή­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα της πό­λης. Ίσως και κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ή­μι­σι, μια και ο πα­τέ­ρας της, ο Γα­λα­ξει­διώ­της Γιάν­νης Μη­τρό­που­λος ε­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τής του Πει­ραιά και χρη­μά­τι­σε πρό­ε­δρος του δη­μο­τι­κού συμ­βου­λίου της πό­λης τα χρό­νια πριν τη δι­κτα­το­ρία. Στα δέ­κα της χρό­νια γνώ­ρι­σε τον Πει­ραιά, ό­ταν κα­τέ­βαι­νε στο γρα­φείο του πα­τέ­ρα της. Τριά­ντα και πλέ­ον χρό­νια έ­χουν πε­ρά­σει α­πό το θά­να­το των γο­νιών της κι αυ­τή ε­πα­νέρ­χε­ται με τη φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή στο χέ­ρι για έ­να μα­κρύ σερ­γιά­νι στην πό­λη. Ανα­τρέ­χει σε πα­λαιές φω­το­γρα­φίες και βι­βλία για να συ­μπλη­ρώ­σει την ει­κό­να. Ψη­φί­δα ψη­φί­δα συν­θέ­τει μια α­φή­γη­ση, που έ­χει την α­ρε­τή της α­κρι­βο­λο­γίας χω­ρίς να χά­νει τη χά­ρη του λό­γου. Η ε­πι­μέ­λεια στη συ­γκέ­ντρω­ση του υ­λι­κού και ο συ­στη­μα­τι­κός τρό­πος που πα­ρα­θέ­τει κεί­με­να και φω­το­γρα­φίες κα­τά ε­νό­τη­τες φτιά­χνουν έ­να βι­βλίο α­να­φο­ράς. Ακρι­βέ­στε­ρα, έ­να βι­βλίο-λεύ­κω­μα, με ό­λες τις ι­στο­ρι­κές αλ­λά και πρα­κτι­κές πλη­ρο­φο­ρίες που μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρουν έ­ναν α­παι­τη­τι­κό ε­πι­σκέ­πτη.
Η Μη­τρο­πού­λου α­πο­τυ­πώ­νει φω­το­γρα­φι­κά, τα πα­λαιά κτί­ρια του Πει­ραιά. Κι έ­τσι δια­σώ­ζει του­λά­χι­στον την ει­κό­να τους, κα­θώς και ο Πει­ραιάς, με πιο αρ­γό ρυθ­μό α­πό ό,τι η Αθή­να, εν­δί­δει στην α­νοι­κο­δό­μη­ση. Δί­πλα στις φω­το­γρα­φίες των οι­κη­μά­των πα­ρα­θέ­τει τις χρο­νο­λο­γίες α­νέ­γερ­σης και τα ο­νό­μα­τα των αρ­χι­τε­κτό­νων που τα σχε­δία­σαν. Με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, μα­θαί­νου­με πως ο αρ­χαιό­τε­ρος α­θλη­τι­κός ό­μι­λος της Ελλά­δας εί­ναι ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου, που ι­δρύ­θη­κε το 1885 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε στον Πει­ραιά. Σή­με­ρα, δί­πλα στο πα­λαιό κτί­σμα, που πρό­σφα­τα α­να­και­νί­στη­κε, υ­πάρ­χει το προ­σκο­πι­κό σώ­μα κω­πη­λα­τών. Ίσως το γνω­στό­τε­ρο κτί­ριο του Πει­ραιά για τους Αθη­ναίους να εί­ναι το Χατ­ζη­κυ­ριά­κειο Ορφα­νο­τρο­φείο Θη­λέων, που η α­νέ­γερ­σή του ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1904. Με το σει­σμό, ό­μως, του 1999 σφά­λι­σε μάλ­λον ο­ρι­στι­κά τα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρά του, ε­νώ μέ­ρος της αυ­λής του κα­τέ­λα­βε το προ­κάτ κτί­σμα ε­νός γυ­μνα­σίου. Πά­ντως, οι τα­βέρ­νες της γει­το­νιάς, πα­ρό­λο που έ­χα­σαν την αλ­λο­τι­νή τους α­τμό­σφαι­ρα, ε­ξα­κο­λου­θούν, κυ­ρίως τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα, να προ­σελ­κύουν τους κα­τοί­κους της πρω­τεύου­σας.
Στα ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαια γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα και ι­δρύ­μα­τα, που εί­τε έ­χουν δια­σω­θεί μό­νο ως ο­νο­μα­σίες εί­τε τα α­ντι­κρί­ζου­με χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με την ι­στο­ρία τους. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις εί­ναι κρί­μα που η συγ­γρα­φέ­ας δεν α­πλώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο το συ­νο­δευ­τι­κό κεί­με­νο. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, “το πέ­τρι­νο σπί­τι” στην Ακτή Μου­τσο­πού­λου, που θύ­μι­ζε πύρ­γο πριν να υ­ψω­θεί στην αυ­λή του μια πο­λυώ­ρο­φη ό­σο και κα­κό­γου­στη πο­λυ­κα­τοι­κία. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η αό­ρι­στη και α­σα­φής α­να­φο­ρά στην συ­νοι­κία της Τρού­μπας. Πα­ρα­δό­ξως, κα­νέ­νας ση­με­ρι­νός ο­δη­γός δεν κα­τα­δέ­χε­ται να προσ­διο­ρί­σει τα οι­κο­δο­μι­κά τε­τρά­γω­να που κα­τα­λάμ­βα­νε άλ­λο­τε. Επί­σης, πι­στεύου­με πως στην πε­ρί­πτω­ση των α­γαλ­μά­των δεν αρ­κεί το βιο­γρα­φι­κό του α­να­πα­ρι­στώ­με­νου, αλ­λά χρειά­ζε­ται το ό­νο­μα του γλύ­πτη και η χρο­νο­λο­γία που στή­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, η προ­το­μή του Παύ­λου Νιρ­βά­να, στη νη­σί­δα του δρό­μου προς τη Φρε­α­τί­δα, εί­ναι έρ­γο του Ιά­σω­να Πα­πα­δη­μη­τρίου και αυ­τή, του Λά­μπρου Πορ­φύ­ρα, στην πλα­τεία Φρε­α­τί­δας, του Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Λεί­πει φω­το­γρα­φία α­πό την προ­το­μή του θα­λασ­σο­πό­ρου Κων­στα­ντί­νου Βο­λα­νά­κη, έρ­γο του Νι­κό­λα, που βρί­σκε­ται στην πλα­τεία πά­νω α­πό τη Μα­ρί­να Ζέ­ας.
Στο βι­βλίο της Μη­τρο­πού­λου υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το Νέο Φά­λη­ρο, ό­που α­να­φέ­ρε­ται και η έ­παυ­λη του Σου­ρή, κα­θώς και το πρώ­το οί­κη­μα του Θεά­τρου του Νέ­ου Φα­λή­ρου. Να θυ­μί­σου­με πως το Θέ­α­τρο κα­τα­στρά­φη­κε μεν α­πό πυρ­κα­γιά το 1881, ω­στό­σο, ό­χι μό­νο ξα­να­κτί­στη­κε και μά­λι­στα, πε­τρό­χτι­στο, αλ­λά γνώ­ρι­σε και με­γά­λες δό­ξες, με με­γα­λύ­τε­ρη το α­νέ­βα­σμά της υ­πε­ρε­πι­θεώ­ρη­σης «Ξι­φίρ Φα­λέρ» το κα­λο­καί­ρι του 1916. Επί­σης, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν και οι κα­τά­λο­γοι προ­σώ­πων ή και ι­δρυ­μά­των, που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο, αρ­κεί να μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως πη­γή δε­δο­μέ­νων. Τέ­λος, στο λεύ­κω­μα, ε­κτός α­πό τις φω­το­γρα­φίες της Μη­τρο­πού­λου, που α­πο­τε­λούν και το κυ­ρίως σώ­μα (πι­στεύου­με πως πε­ριτ­τεύει η συ­νε­χής α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τος), δη­μο­σιεύο­νται φω­το­γρα­φίες του Δη­μή­τρη Χα­ρι­σιά­δη α­πό βιο­μη­χα­νι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις και της Βού­λας Πα­παϊωάν­νου. Το βι­βλίο-λεύ­κω­μα προ­σφέ­ρε­ται ή μάλ­λον, σχε­δόν προ­σκα­λεί τον α­να­γνώ­στη του σε μια πε­ρι­διά­βα­ση του Πει­ραιά, α­κο­λου­θώ­ντας τα βή­μα­τα της φω­το­γρά­φου.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου