Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Περί Κάδμως

Μέλπω Αξιώτη
«Η Κάδμω»
Φιλολογική επιμ. - Επίμετρο - Σχόλια
Μαρία Κακαβούλια
Εκδ. Κέδρος, Οκτ. 2015


Στο πε­ριο­δι­κό «Η Συ­νέ­χεια», Απρί­λιο 1973, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου έ­γρα­φε για το τε­λευ­ταίο βι­βλίο της Μέλ­πως Αξιώ­τη «Η Κάδ­μω»: “Κα­τα­χρη­στι­κά μπο­ρεί να ο­νο­μα­στεί αυ­το­βιο­γρα­φία, για­τί α­που­σιά­ζουν οι ε­ξω­τε­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές, και οι σχέ­σεις με υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι α­σή­μα­ντες...” Πράγ­μα­τι, στα Σχό­λια, πέ­ραν των λο­γο­τε­χνι­κών α­να­φο­ρών, τα υ­παρ­κτά πρό­σω­πα εί­ναι μό­λις δυο. Η Μαί­ρη Μι­κέ, σε ο­μι­λία της, φθι­νό­πω­ρο 1991, σχο­λία­ζε: “Η δο­μή και ε­ξαι­τίας της α­που­σίας μιας ορ­θο­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης της πλο­κής, πα­ρου­σιά­ζε­ται θρυμ­μα­τι­σμέ­νη έ­τσι και το κεί­με­νο πα­ρου­σιά­ζε­ται δια­σπα­σμέ­νο, συ­νε­χές και ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο.” Μή­πως, ό­μως, αν γνω­ρί­ζα­με τα βιο­γρα­φι­κά της Αξιώ­τη πλη­ρέ­στε­ρα, α­νι­χνεύα­με τη “δο­μή”  αυ­τής της λαν­θά­νου­σας “αυ­το­βιο­γρα­φίας”; Ή, έ­στω, δια­βλέ­πα­με τις στα­θε­ρές ε­νός πραγ­μα­το­λο­γι­κού πλαι­σίου;

Η α­φή­γη­ση, σε δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο, α­πο­δί­δει τον εν­διά­θε­το λό­γο, που πυ­κνώ­νει. Η γρα­φή εί­ναι συ­νειρ­μι­κή, ω­στό­σο, στον τρό­πο που α­να­κα­λού­νται οι πα­ρα­στά­σεις δια­φαί­νε­ται η ε­πι­θυ­μία, α­φε­νός μεν, πα­ρου­σία­σης συ­γκε­κρι­μέ­νου αυ­το­βιο­γρα­φι­κού υ­λι­κού και α­φε­τέ­ρου, ο­ρι­σμέ­νης α­φη­γη­μα­τι­κής δό­μη­σης αυ­τού του υ­λι­κού. Άρα, υ­πάρ­χει τό­ση πλο­κή, ό­ση ε­πι­τρέ­πει η μνη­μο­νι­κή πε­ρι­χα­ρά­κω­ση. Όπως, δη­λα­δή, ο προ­φο­ρι­κός λό­γος σε μία ο­μι­λία, ό­ταν δεν μέ­νει τε­λείως ε­λεύ­θε­ρος, αλ­λά πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πό έ­να προ­σχε­δία­σμα. Αυ­τό γί­νε­ται δυσ­διά­κρι­το, ό­ταν πρό­κει­ται για χα­ρι­σμα­τι­κό ο­μι­λη­τή ή, σω­στό­τε­ρα, α­φη­γη­τή,  που ε­ξα­πλώ­νε­ται σε χυ­μώ­δεις πα­ρεκ­βά­σεις χω­ρίς να χά­νει το υ­φά­δι. Ή, στην πε­ρί­πτω­ση του μο­ντερ­νί­στι­κου γρα­πτού λό­γου, στον ο­ποίο μία πα­ρά­στα­ση συ­μπα­ρα­σύ­ρει ά­λυ­σο συ­να­φών και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­τάσ­σε­ται δί­πλα στην ε­πό­με­νη, χω­ρίς υ­πο­ψία χα­σμω­δίας.

Κα­τ’ αρ­χήν, προς διευ­κό­λυν­ση, χρειά­ζε­ται ει­δο­λο­γι­κός προσ­διο­ρι­σμός, τον ο­ποίο η συγ­γρα­φέ­ας, ει­κά­ζου­με, α­φού δεν μνη­μο­νεύε­ται, πως δεν εί­χε δώ­σει. Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, α­να­φέ­ρε­ται ως “κεί­με­νο”, ό­πως στην πρώ­τη κρι­τι­κή του Αλέξ. Κοτ­ζιά, που δη­μο­σιεύ­τη­κε 8 Ιουλ. 1972, για την πρώ­τη, και μέ­χρι πρό­τι­νος μο­να­δι­κή, έκ­δο­ση, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει Ιούν. 1972. Στα χρο­νο­λό­για, φέ­ρε­ται ως “διή­γη­ση”, στα “αυ­τά­κια”  των Απά­ντων ως “νου­βέ­λα”, στη Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, ο Τά­κης Καρ­βέ­λης το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “πε­ζο­γρά­φη­μα”, η Μι­κέ το α­να­φέ­ρει ως “α­φή­γη­μα”, ε­νώ ο Αργυ­ρίου το χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­νεν­δοία­στα “το πέ­μπτο μυ­θι­στό­ρη­μά της”. Και πράγ­μα­τι, ε­φό­σον υ­πάρ­χει η πα­ρα­δο­χή του μυ­θο­πλα­στι­κά ορ­γα­νω­μέ­νου κει­μέ­νου, η ε­πι­λο­γή πε­ριο­ρί­ζε­ται σε νου­βέ­λα ή μυ­θι­στό­ρη­μα. Από την άλ­λη, κα­τά τη γνώ­μη μας, στην ό­ποια πλο­κή δια­κρί­νε­ται, στα πρό­σω­πα που σκια­γρα­φού­νται στο πε­ρί­τε­χνο της α­πό­κρυ­ψης ως σε μα­γι­κή ει­κό­να, δεν ται­ριά­ζει ο ό­ρος νου­βέ­λα. 

Μυ­θι­στό­ρη­μα, λοι­πόν. Μό­νο που σή­με­ρα, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι δο­μούν με φρά­σεις, ό­χι με λέ­ξεις. Η Αξιώ­τη, αυ­τό το τε­λευ­ταίο της βι­βλίο, το “χτί­ζει” με λέ­ξεις. Οι λέ­ξεις, που ο­νο­μα­τί­ζουν τα πράγ­μα­τα, αυ­τές που πρώ­τες μα­θαί­νου­με, κι αυ­τές που πρώ­τες ξε­χνού­με, ό­ταν η τρο­πή του βίου μάς με­τα­φυ­τεύει σε άλ­λο τό­πο. “Πρέ­πει να συ­νη­θί­σεις τη λέ­ξη μέ­σα στη φρά­ση, να ε­φαρ­μό­ζει κα­λά, ό­πως το δέρ­μα”, ή­ταν η έ­γνοιά της, Άνοι­ξη 1972, που γρά­φει τις κα­τα­λη­κτι­κές σε­λί­δες του βι­βλίου. Τις στερ­νές για τη νε­κρή α­γα­πη­μέ­νη γυ­ναί­κα “ή για την γα­ζία που ξε­περ­νού­σε τον τοί­χο ε­κεί­νης της αυ­λής”. Ποιας γυ­ναί­κας; Ποιας αυ­λής; Την α­πά­ντη­ση την δί­νουν οι λέ­ξεις. Αλλά ποιος σή­με­ρα, δια­βά­ζο­ντας, προ­σέ­χει τη λέ­ξη;  

Με­τά έρ­χε­ται ο τίτ­λος. Σύμ­φω­να με το ε­κτε­νές (μό­λις δέ­κα σε­λί­δες υ­πο­λει­πό­με­νο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) Επί­με­τρο της Μα­ρίας Κα­κα­βού­λια, το ό­νο­μα Κάδ­μω “προέρ­χε­ται α­πό τον ή­ρωα Κάδ­μο, πι­θα­νόν λό­γω του αρ­χαίου μύ­θου για την ι­στο­ρία της γρα­φής που συν­δέε­ται με το ό­νο­μά του, ί­σως και λό­γω των πε­ρι­πλα­νή­σεών του προς α­να­ζή­τη­ση της α­δελ­φής του Ευ­ρώ­πης”. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η Κάδ­μω εμ­φα­νί­ζε­ται ως alter ego της συγ­γρα­φέως, αν δε­χτού­με την πρώ­τη εκ­δο­χή, α­πο­δί­δου­με έ­παρ­ση στην Αξιώ­τη, πως φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν ως φέ­ρου­σα τα γράμ­μα­τα. Όσο για την δεύ­τε­ρη, δεν α­ντι­στοι­χεί στα δε­δο­μέ­να του βίου της. Εκεί­νη δεν α­να­ζή­τη­σε την Ευ­ρώ­πη. Από τα πά­τρια ε­δά­φη εκ­διώ­χθη­κε, κι ό­μως, προς αυ­τά έ­μει­νε στραμ­μέ­νη. Πα­ρα­δό­ξως, ε­πι­λέ­γει ό­νο­μα άρ­ρε­νος ή­ρωα, ε­νώ πλεί­στα ό­σα θή­λεια της μυ­θο­λο­γίας εί­ναι “φω­νο­λο­γι­κά σύμ­με­τρα του ο­νό­μα­τος Μέλ­πω”, αν δε­χτού­με πως αυ­τό βά­ρυ­νε στην ε­πι­λο­γή, κα­τά τον ι­σχυ­ρι­σμό της ε­πι­με­λή­τριας. Να ση­μειώ­σου­με πως το θη­λυ­κό ό­νο­μα πλά­θε­ται α­πό τη δο­τι­κή πτώ­ση του αρ­σε­νι­κού: τω Κάδ­μω, που θυ­μί­ζου­με πως ε­τυ­μο­λο­γεί­ται και ως “ο εξ Ανα­το­λών άν­θρω­πος”.  

Το μυ­θο­πλα­στι­κό πρό­σω­πο της Κάδ­μως πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο της Αξιώ­τη, «Το σπί­τι μου». Του­λά­χι­στον στην τε­λι­κή του μορ­φή, που εκ­δί­δε­ται το 1965. Για­τί η κυο­φο­ρία του εί­χε ξε­κι­νή­σει πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, με την ε­γκα­τά­στα­σή της στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο, Φθι­νό­πω­ρο 1958. Ήδη, ά­νοι­ξη 1959, η συγ­γρα­φέ­ας εί­χε στεί­λει στην «Επι­θεώ­ρη­ση Τέ­χνης» το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, ως έ­να δεύ­τε­ρο μυ­κο­νιά­τι­κο διή­γη­μα, με­τά το πρώ­το που εί­χε δη­μο­σιευ­θεί, Χει­μώ­να 1957. Με τον τίτ­λο, «Και­νή Δια­θή­κη», ως α­δη­μο­σίευ­το η­μι­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα, το α­να­φέ­ρει ο Ρί­τσος στις ε­πι­στο­λές του,  την πε­ρίο­δο της αλ­λη­λο­γρα­φίας τους, Δεκ 1962 - Ιούλ. 1964. Την πα­ρα­κι­νού­σε συ­νε­χώς να το συ­νε­χί­σει. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή, μά­λι­στα, εύ­χε­ται να το τε­λειώ­σει με την προσ­δο­κώ­με­νη τό­τε ως ε­πι­κεί­με­νη ε­πι­στρο­φή της στην Ελλά­δα. 

Ει­κά­ζου­με πως το «Και­νή Δια­θή­κη», που φέρ­νει μα­ζί της, εί­ναι τα τρία πρώ­τα κε­φά­λαια, και πι­θα­νώς, με­ρι­κά α­κό­μη α­πό τα υ­πό­λοι­πα 12, χω­ρίς, ό­μως, τα ει­σα­γω­γι­κά τους, πλα­γιο­γράμ­μα­τα τμή­μα­τα, στα ο­ποία εμ­φα­νί­ζε­ται ως κε­ντρι­κό πρό­σω­πο η Κάδ­μω. Δη­λα­δή, έ­να μι­κρό­τε­ρο ή με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό τις μυ­κο­νιά­τι­κες διη­γή­σεις. Στην εκ­δο­χή του βι­βλίου, η συγ­γρα­φέ­ας αυ­τών των διη­γή­σεων βρί­σκε­ται στην υ­πε­ρο­ρία, αλ­λά­ζο­ντας τό­πους κα­τοι­κίας, Πα­ρί­σι – Βε­ρο­λί­νο – Βαρ­σο­βία. Στο τε­λι­κό, 16ο κε­φά­λαιο, υ­πάρ­χει μό­νο αυ­τή, με τον έν­δον λό­γο σε τρί­το πρό­σω­πο και πλα­γιο­γράμ­μα­τη γρα­φή. Δεκ. 1964: “Η Κάδ­μω πε­τά... Ανά­με­σα γης και ου­ρα­νού... Τώ­ρα μοι­ρά­ζο­νται στο α­ε­ρο­πλά­νο τα χαρ­τιά της ε­ξό­δου: ό­νο­μα του ε­πι­βά­τη, κα­τοι­κία, πα­τρί­δα. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο συλ­λο­γί­ζε­ται η Κάδ­μω... Βα­σι­λι­κή υ­πο­γρα­φή της το εί­χε α­φαι­ρέ­σει... Η ώ­ρα τώ­ρα εί­ναι 7.20΄βρα­δυ­νή...τα πρώ­τα φώ­τα της πό­λης...” 

Το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο, «Το σπί­τι μου», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο χρο­νι­κές πε­ριό­δους, κα­θώς οι μνή­μες α­πό τη γε­νέ­τει­ρα α­να­κα­λού­νται στα χρό­νια της α­που­σίας. Επί­σης, το βι­βλίο της Κάδ­μως μοι­ρά­ζε­ται σε δυο χρό­νους, με κα­τα­λη­κτι­κό ση­μείο τον χρό­νο του “γυ­ρι­σμού”, ό­πως και τιτ­λο­φο­ρεί­ται το τε­λευ­ταίο, 13ο κε­φά­λαιο. Σε αυ­τό, το “τό­τε” το­πο­θε­τεί­ται, στα­θε­ρά ως ε­πω­δός, ο χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός, “πριν τριά­ντα χρό­νια”, το “τώ­ρα”, ό­μως, με­τα­κι­νεί­ται με­τα­ξύ του χρό­νου του “γυ­ρι­σμού” και ε­κεί­νου της γρα­φής, ε­νώ ο αλ­λο­τι­νός τό­πος, εί­ναι η Αθή­να. Οι μνή­μες α­πό έ­να τμή­μα της α­θη­ναϊκής πε­ριό­δου, ό­ταν κα­τοι­κεί σε παν­σιόν, α­φού έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει τα οι­κο­γε­νεια­κά σπί­τια της ξα­να­πα­ντρε­μέ­νης μη­τέ­ρας της και της χή­ρας μη­τριάς της, α­πο­τε­λούν το θέ­μα του τέ­ταρ­του και τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Δύ­σκο­λες νύ­χτες». Εκεί, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος. Στο βι­βλίο της Κάδ­μως, η συ­νέ­χεια ξε­δι­πλώ­νε­ται σε πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο. Αφο­ρά την α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο, που ξε­κι­νά­ει α­πό τό­τε που κα­τοί­κη­σε για πρώ­τη φο­ρά μό­νη της στην πρω­τεύου­σα μέ­χρι το 1947, που α­να­χώ­ρη­σε για Πα­ρί­σι. 

Αν και ό­ταν α­να­φέ­ρει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια “την πε­ριο­χή της Λα­γκό­ρς”, “το λι­μά­νι της Albissola” ή και τη Γέ­νο­βα, με τις πα­λαιό­τε­ρες μνή­μες α­να­κα­τώ­νο­νται ε­ντυ­πώ­σεις α­πό το τε­λευ­ταίο της τα­ξί­δι, κα­λο­καί­ρι 1966. Από τα του­ρι­στι­κά μέ­ρη, συ­γκρα­τεί τα ε­ρεί­πια ε­νός χω­ριού, το “κου­φά­ρι” α­πό το σπί­τι της Γαλ­λί­δας, το πο­λε­μι­κό κα­ρά­βι α­πό σί­δε­ρο που το νί­κη­σε το κύ­μα, την Ακρό­πο­λη που την ε­ξευ­τέ­λι­ζαν χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το ό­νο­μα ως τίτ­λο “τρα­το­ρίας”. Δεν πρό­κει­ται για ε­τε­ρό­κλη­τες μνή­μες. Το θέ­μα της εί­ναι οι θά­να­τοι, ό­λοι οι θά­να­τοι, πραγ­μά­των και αν­θρώ­πων. Ένας α­πό αυ­τούς και ο χω­ρι­σμός α­πό την πα­τρί­δα. Σε αυ­τούς λαν­θά­νει, κι ας μνη­μο­νεύε­ται κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο θά­να­τος ε­νός α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που, το ο­ποίο α­πο­κρύ­πτε­ται, ό­πως και τα αι­σθή­μα­τα της  Κάδ­μως α­πέ­να­ντί του.

Επει­δή ο χώ­ρος της σε­λί­δας πε­ριο­ρι­σμέ­νος, συ­νέ­χεια και τέ­λος Πε­ρί Κάδ­μως την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/6/2016.

1η φωτογραφία: Η Μέλπω Αξιώτη κατά την περίοδο του επαναπατρισμού.
2η φωτογραφία: Οπίσθια όψη κάρτ-ποστάλ του Γιάννη Ρίτσου προς την Αξιώτη, στο Βερολίνο, με ημερομηνία 5.VII.63. Φωτ. από τον τόμο: Γιάννης Ρίτσος, Μέλπω Αξιώτη, «Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966)», επιμέλ. Μαίρη Μικέ, Άγρα, Δεκ. 2015. Σχόλια στον τόμο έχουν δημοσιευθεί στο φύλλο της Εποχής: 17/4/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: