Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Μυθοπλασία και πραγματικότητα

Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«Βε­ρο­νάλ»
Εκδ. Με­ταίχ­μιο
Νοέμ. 2015
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­θι­στεί σε ο­ρι­σμέ­νες ευ­κο­λίες, ό­ταν κα­τα­πιά­νο­νται με την μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Εί­ναι έ­να α­πό τα ε­πα­κό­λου­θα της γε­νι­κό­τε­ρης ρευ­στό­τη­τας, που έ­φε­ρε η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τα, με ά­με­σο α­ντί­κτυ­πο στη σχέ­ση μυ­θο­πλα­σίας και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ι­δίως στις πε­ρι­πτώ­σεις που ε­μπλέ­κο­νται υ­παρ­κτά πρό­σω­πα. Αυ­τό πα­ρα­τη­ρεί­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, κα­θώς η ε­πο­χή μας, ά­κρως ρε­α­λι­στι­κή, δι­ψά για γε­γο­νό­τα. Κά­πως έ­τσι έ­χει προ­κύ­ψει έ­να πε­ρι­θώ­ριο με­γα­λύ­τε­ρης συγ­γρα­φι­κής βού­λη­σης. Ευ­κταίο, ό­μως, εί­ναι να μην γί­νε­ται κα­τά­χρη­ση. Ένα πρώ­το βή­μα προς αυ­τήν την κα­τεύ­θυν­ση θα ή­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας να δί­νει ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή, ό­ταν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ει­δο­λο­γι­κά το έρ­γο του.  Ώστε ο α­να­γνώ­στης να μην χά­νει τον μπού­σου­λα σχε­τι­κά με ό­σα δια­βά­ζει. Δη­λα­δή να γνω­ρί­ζει, κα­τά πό­σο τέρ­πε­ται α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες προ­σώ­πων, ε­πι­νο­η­μέ­νων α­πό τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, ή, αν μα­θαί­νει και­νού­ρια πράγ­μα­τα για το ή­δη γνω­στό πρό­σω­πο, που α­να­φέ­ρε­ται στον τίτ­λο, ή, στα λοι­πά στοι­χεία του ε­ξω­φύλ­λου, χά­ρις στο ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, α­γό­ρα­σε το βι­βλίο.
Η πα­ρα­τή­ρη­ση α­φορ­μά­ται α­πό το και­νού­ριο βι­βλίο του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. Στο «Υστε­ρό­γρα­φο» του βι­βλίου, ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι “α­κο­λού­θη­σε την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή γραμ­μή που εί­χε α­κο­λου­θή­σει” σε τρία βι­βλία α­πό αυ­τά της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Τα δυο πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, τον Σω­κρά­τη και τον Ξε­νο­φώ­ντα, ε­νώ το τρί­το ε­στιά­ζει στις πε­ρι­πέ­τειες της Αφρο­δί­της της Μή­λου. Εκεί­να, ό­μως, πρώ­τον, τα χα­ρα­κτή­ρι­ζε “μυ­θι­στο­ρή­μα­τα”, και ύ­στε­ρα, α­φο­ρού­σαν μα­κρι­νές ε­πο­χές. Μέ­νο­ντας έ­τσι στο α­πυ­ρό­βλη­το της με­τα­μυ­θο­πλα­σίας, εί­χε την ά­νε­ση να α­να­πλά­θει τα πρό­σω­πα μέ­χρι κα­ρι­κα­τού­ρας, δια­κω­μω­δώ­ντας κα­τα­στά­σεις. Με άλ­λα λό­για, να προ­σθέ­τει ψευ­δοϊστο­ρι­κά πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα, α­δια­φο­ρώ­ντας κα­τά πό­σο εί­ναι ι­στο­ρι­κο­φα­νή.
Ωστό­σο, για το πρό­σφα­το, χρη­σι­μο­ποιεί έ­ναν α­σα­φή ό­ρο, προ­βλη­μα­τι­κό στη χρή­ση του, “α­φή­γη­μα”, που ε­νέ­χει τη ση­μα­σία ε­ξι­στό­ρη­σης, γέρ­νο­ντας μάλ­λον προς την έκ­θε­ση πραγ­μα­τι­κών πα­ρά κα­τά φα­ντα­σία γε­γο­νό­των. Γι’ αυ­τό και εί­θι­σται να συ­νο­δεύε­ται α­πό τον ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό φα­ντα­στι­κό, ό­ταν πρό­κει­ται για μυ­θο­λό­γη­μα. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες γραμ­μές στο «Υστε­ρό­γρα­φο», ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει την πρό­θε­σή του: “Το πα­ρόν α­φή­γη­μα εί­ναι προϊόν σύν­θε­σης Ιστο­ρίας και μυ­θο­πλα­σίας. Πα­ρα­θέ­τω γε­γο­νό­τα που συ­νέ­βη­σαν και άλ­λα υ­πο­θε­τι­κά. Κι αυ­τά ό­μως συ­νά­γο­νται, α­κό­μα και συ­νειρ­μι­κά, α­πό τα πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα.” Όπως, ό­μως, γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα α­πό ε­μάς, αυ­τό το “συ­νειρ­μι­κά”, που ε­πι­κα­λεί­ται, εί­ναι ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νο με τις συ­νει­δη­σια­κές δια­δι­κα­σίες του προ­σώ­που που α­να­κα­λεί το γε­γο­νός, δη­λα­δή, με τον δι­κό του ψυ­χι­σμό. Πώς εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν, με υ­πο­θε­τι­κά γε­γο­νό­τα συγ­γρα­φι­κής ε­πι­νό­η­σης αλ­λά και ευαι­σθη­σίας, “να α­να­πτύ­ξει τη δυ­να­μι­κή του χα­ρα­κτή­ρα” του ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, που τον α­πα­σχο­λεί; Όταν μά­λι­στα, ε­πι­λέ­γει, με­τά τον τρι­το­κλα­σά­το εκ­πρό­σω­πο του Δω­δε­κά­θε­ου στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Η ε­πι­δη­μία» (2011), τον Μά­νο Χατ­ζι­δά­κι στο “ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό” «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το» (2012), τον Ιωάν­νη Συ­κου­τρή. Πρό­σω­πο, με “μο­να­χι­κό λό­γο”, ό­πως ο Ξε­νο­φώ­ντας, κι αυ­τός στο με­ταίχ­μιο ε­ντά­ξεων και κα­τα­τά­ξεων, ό­ταν πρό­κει­ται για τους συ­νή­θεις, α­πό­λυ­του τύ­που, ι­δε­ο­λο­γι­κούς δια­χω­ρι­σμούς. Εί­ναι ά­ξιο α­πο­ρίας, το πώς ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε, με πλή­θος ψευ­δοϊστο­ρι­κά πα­ρα­γε­μί­σμα­τα, να ε­πι­τε­λέ­σει “τα­ξί­δι στο κέ­ντρο της ψυ­χής του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή”, ή “να φω­τί­σει την υ­παρ­ξια­κή βά­ση των ι­δεών του”, ό­πως α­να­φέ­ρουν σχο­λια­στές του βι­βλίου.
Στο «Υστε­ρό­γρα­φο», ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρα­πέ­μπει στην πιο πρό­σφα­τη Βιο­γρα­φία του Συ­κου­τρή (Δ. Αλι­κα­νιώ­της, Κά­κτος, 2008), την ο­ποία χα­ρα­κτη­ρί­ζει “πλη­ρέ­στα­τη”, προ­σθέ­το­ντας πως α­πο­τε­λεί τη βα­σι­κή πη­γή για το α­φή­γη­μά του. Όσο α­φο­ρά τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, δεν δί­νει πα­ρα­πο­μπή σε άλ­λη πη­γή, ού­τε δι­κή του έ­ρευ­να α­να­φέ­ρει. Ωστό­σο, εί­ναι εμ­φα­νές, πως κά­ποια τα στα­χυο­λο­γεί ως έ­χουν, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα τα πα­ρα­κά­μπτει ή τα α­να­σκευά­ζει και ο­ρι­σμέ­να τα ε­πι­νο­εί, χω­ρίς, βε­βαίως, προ­ει­δο­ποιη­τι­κό σχο­λια­σμό. Όσα βιο­γρα­φι­κά παίρ­νει αυ­τού­σια, τα με­γα­λύ­νει σε δια­στά­σεις και συ­νέ­πειες, κυ­ρίως δια της ε­πα­να­λή­ψεως, με προ­σθή­κες, εμ­φα­τι­κές φρά­σεις του τύ­που, “παι­δί χω­ρίς παι­δι­κή η­λι­κία”, “έ­φη­βος χω­ρίς ε­φη­βεία”. Λ.χ., στην σω­μα­τι­κή μειο­νε­ξία και την φτώ­χια της οι­κο­γέ­νειας Συ­κου­τρή, ε­πα­νέρ­χε­ται με ό­λο και πιο με­λα­νές α­πο­χρώ­σεις. Πε­ρι­γρά­φει έ­να α­ξιο­θρή­νη­το πα­ρου­σια­στι­κό, στο ο­ποίο προ­σθέ­τει, πως “γεν­νή­θη­κε με το έ­να μά­τι νε­κρό”, εξ ου η δια βίου “ε­λα­φριά κλί­ση της κε­φα­λής του προς τα α­ρι­στε­ρά”. “Τα κου­ρε­μέ­να σύρ­ρι­ζα μαλ­λιά” α­πο­δί­δο­νται ως έ­να “κε­φά­λι ξυ­ρι­σμέ­νο γου­λί”, ε­νώ τα φτω­χι­κά ρού­χα ε­παυ­ξά­νο­νται με “μπα­λώ­μα­τα”. Με αυ­τήν τη διεκ­τρα­γώ­δη­ση, υ­πο­τί­θε­ται πως καλ­λιερ­γεί­ται ο πα­ραλ­λη­λι­σμός του ή­ρωα με την “φτω­χή Ελλά­δα”, ώ­στε να προ­κύ­ψει το ση­μείο ταύ­τι­σης: η κλα­σι­κή αρ­χαιό­τη­τα ως “πυ­λώ­νας” του Συ­κου­τρή, μέ­σω της φι­λο­λο­γι­κής του ε­να­σχό­λη­σης, αλ­λά και “του κρα­τι­δίου που ε­μπνεύ­σθη­καν κά­ποιοι ρο­μα­ντι­κοί”, ό­πως, ε­πί­σης, και της νε­ο­ελ­λη­νι­κής αυ­το­συ­νει­δη­σίας.
Μία α­πό τις προ­σθή­κες α­φο­ρά τη σχέ­ση με τον πα­τέ­ρα. Η μο­να­δι­κή πλη­ρο­φο­ρία της Βιο­γρα­φίας εί­ναι, ό­τι “του έ­μα­θε νή­πιο α­κό­μη τα πρώ­τα γράμ­μα­τα”. Αντ’ αυ­τού, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται πως “κά­θε φθι­νό­πω­ρο χτυ­πιό­ταν για να τον ξα­να­γρά­ψουν στο σχο­λείο”. Επί­σης, ό­ταν ο πα­τέ­ρας “πε­θαί­νει στα Τάγ­μα­τα Εργα­σίας του τουρ­κι­κού στρα­τού το 1917”, προ­στί­θε­ται, πως ε­κεί­νος α­δια­φο­ρεί, νιώ­θο­ντας “α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νος”. Το κα­τ’ ε­ξο­χήν, ό­μως, πε­δίο, που ελ­κύει τον Θε­ο­δω­ρό­που­λο, με σα­ρά­ντα χρό­νια θη­τεία στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, εί­ναι το ε­ρω­τι­κό. Σε αυ­τό, η φα­ντα­σία του καλ­πά­ζει. Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, α­πό μία φή­μη, την ο­ποία ο βιο­γρά­φος φρο­ντί­ζει να α­να­σκευά­σει, ε­κεί­νος πλά­θει έ­ναν πρώ­το ε­φη­βι­κό έ­ρω­τα με ε­ξα­δέλ­φη του. Με την γνω­στή α­δυ­να­μία του στα μυ­θο­λο­γι­κά ζεύ­γη, προ­σθέ­τει ως τρα­γι­κό κρε­σέ­ντο, τον α­να­πά­ντε­χο θά­να­το της α­γα­πη­μέ­νης, και έ­τσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν Ορφέα, που θα ψά­χνει μια ζωή την χα­μέ­νη Ευ­ρυ­δί­κη.
Τε­λι­κά, ού­τε έ­ναν, ού­τε δυο, αλ­λά τέσ­σε­ρις έ­ρω­τες σκη­νο­θε­τεί για τον ή­ρωά του, που φτά­νουν τους πέ­ντε, αν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με μια Σα­μιώ­τισ­σα συ­ντα­ξι­διώ­τισ­σα. Στο τρί­το κε­φά­λαιο, στή­νει έ­να α­στρα­πιαίο, αλ­λά ό­χι γι’ αυ­τό λι­γό­τε­ρο ρο­μα­ντι­κό, ει­δύλ­λιο με Ελλη­νοϊτα­λί­δα, πι­θα­νώς κα­τά­σκο­πο, που εμ­φα­νί­ζε­ται, Μάιο 1919, μα­ζί με την α­πό­βα­ση στη Σμύρ­νη των ελ­λη­νι­κών στρα­τευ­μά­των. Το κυ­ρίως ει­δύλ­λιο, ω­στό­σο, το­πο­θε­τεί­ται δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα με μα­θή­τριά του. Πρό­κει­ται για μία α­πό τις τέσ­σε­ρις αλ­λη­λο­γρά­φους του στον τό­μο «Γράμ­μα­τα του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή στις μα­θή­τριές του (1933-1937)» (ΜΙΕ­Τ, 2014). Και αυ­τό, πα­ρό­τι ο βιο­γρά­φος την κα­ταρ­ρί­πτει ως μη ευ­στα­θού­σα φή­μη. Στο “α­φή­γη­μα”, ω­στό­σο, α­πο­τε­λεί βα­σι­κό ά­ξο­να των τε­λευ­ταίων κε­φα­λαίων, που έρ­χε­ται να δια­σκε­δά­σει έ­ναν “γά­μο συμ­φέ­ρο­ντος”, με τη σύ­ζυ­γο να α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ως κό­ρη πο­λι­τευ­τή του Βε­νι­ζέ­λου.
Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρα­κά­μπτει ό­σα σχε­τι­κά σχο­λιά­ζο­νται στη Βιο­γρα­φία, κα­θώς και την α­να­φο­ρά του φί­λου του Συ­κου­τρή, Βα­σί­λη Τα­τά­κη στη δι­κή του Αυ­το­βιο­γρα­φία, ό­που πε­ρι­γρά­φε­ται ως συ­να­κό­λου­θο μίας φι­λίας α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να, που με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε σχέ­ση ζωής. Τε­λευ­ταία ε­ρω­τι­κή φί­λη, “μία μη­τρι­κή μορ­φή α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νης σου­φρα­ζέ­τας”. Αυ­τή εί­ναι η Τζού­λια Τε­ρέ­ντσιο, που ε­λά­χι­στα προ­σφέ­ρε­ται γι’ αυ­τό το ρό­λο. Στά­θη­κε ο “ορ­γα­νω­τι­κός νους” του Συλ­λό­γου «Ασκραίος», του ο­ποίου την ί­δρυ­ση, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος πα­ρου­σιά­ζει σαν προ­σω­πι­κό ά­θλο του Συ­κου­τρή. Στό­χος να δο­θεί α­κό­μη έ­νας μυ­θο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός στον ή­ρωα, Ορφέ­ας αλ­λά και Προ­μη­θέ­ας.
Τα ε­ρω­τι­κά του Συ­κου­τρή, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος τα συ­μπλη­ρώ­νει, συ­νο­ψί­ζο­ντας ό,τι α­πο­κα­λεί “α­στι­κούς μύ­θους της υ­στε­ρο­φη­μίας” του ή­ρωά του: “Ερω­τι­κή α­νι­κα­νό­τη­τα.” “Εί­τε το σώ­μα του τον πρό­δι­δε, εί­τε ε­ντέ­λει κρι­τής της ε­ρω­τι­κής του συ­μπε­ρι­φο­ράς ή­ταν η α­πω­θη­μέ­νη ο­μο­φυ­λο­φι­λία του. Τό­σο α­πω­θη­μέ­νη και τό­σο κα­λά κρυμ­μέ­νη, ό­σο η ποίη­σή του, α­φού δεν κά­νει που­θε­νά την εμ­φά­νι­σή της.” Για να κα­τα­λή­ξει: “Και για­τί ό­χι ο κλα­σι­κός συν­δυα­σμός κα­τα­νά­λω­σης α­γο­ραίου έ­ρω­τα, με την κα­τά­θλι­ψη που συ­νε­πά­γε­ται, και ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νης «ρω­μα­ντι­κής» σχέ­σης;” Ο Συ­κου­τρής του Θε­ο­δω­ρό­που­λου δεν εί­ναι ο Συ­κου­τρής της Βιο­γρα­φίας, ού­τε των δυο τό­μων της δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νης ε­πι­στο­λο­γρα­φίας του, ού­τε καν των γρα­πτών του. Αυ­τό εί­ναι προ­φα­νές α­πό τις ε­λά­χι­στες πε­ρι­κο­πές α­πό τα δη­μο­σιεύ­μα­τά του, που πα­ρα­θέ­τει, ό­λες α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες στα «Επι­λε­γό­με­να εις το έρ­γον τού Th. Zielinski. Ημείς και οι Αρχαίοι». Κα­μία, λ.χ., α­πό το «Εκλο­γή έρ­γων», το ο­ποίο ε­σφαλ­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται ως ε­ξαν­τλη­μέ­νο. Εί­ναι μάλ­λον προ­φα­νές πως ο συγ­γρα­φέ­ας το αρ­χέ­τυ­πο, που τον γο­η­τεύει, το εί­χε έ­τοι­μο, το κα­τάλ­λη­λο πρό­σω­πο α­να­ζη­τού­σε. Ο Συ­κου­τρής προ­σφε­ρό­ταν. Αρκεί να ε­πι­λε­γούν α­πό τον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο-συγ­γρα­φέα οι κα­τάλ­λη­λες ψη­φί­δες. Κά­πως έ­τσι πλά­θε­ται ο “μι­κρός Έλλη­νας”, δει­νός ρή­το­ρας, με το πα­ρω­νύ­μιο Αντι­φών, που, με “τη δύ­να­μη της φω­νής του”, έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με τους Με­γά­λους. Κά­τι σαν τον “μι­κρό ή­ρωα”, που θα πά­ρει με την αυ­το­χει­ρία του δια­στά­σεις τρα­γι­κού ή­ρωα.
Γι’ αυ­τό και στο “α­φή­γη­μα” πα­ρα­λεί­πο­νται ση­μα­ντι­κές βιο­γρα­φι­κές συ­νι­στώ­σες. Για πα­ρά­δειγ­μα, χά­ριν “α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας”, ό­πως δια­τεί­νε­ται ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος, α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται την διε­τή πα­ρα­μο­νή του Συ­κου­τρή στην Κύ­προ και την πε­ντα­ε­τή στην Γερ­μα­νία, τό­σο ση­μα­ντι­κές, ι­δίως η δεύ­τε­ρη, στην ι­δε­ο­λο­γι­κή του δια­μόρ­φω­ση. Γε­νι­κό­τε­ρα, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­ζη­τά να δεί­ξει την η­ρωι­κή μοί­ρα ε­νός α­πό­βλη­του, πα­ρα­κά­μπτει τις πα­ρέες, ό­πως την φοι­τη­τι­κή εκ­δρο­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Σύμ­φω­να με τον Τα­τά­κη, ω­στό­σο, η στά­ση ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας α­πε­λευ­θέ­ρω­σε τον Συ­κου­τρή α­πό τον γλωσ­σι­κό του δογ­μα­τι­σμό. Από “α­δυ­σώ­πη­το ο­πα­δό του Κό­ντου, ά­ρα φα­να­τι­κό κα­θα­ρευου­σιά­νο”, και υ­πο­στη­ρι­κτή της ά­πο­ψης, πως “η δη­μιουρ­γι­κή δύ­να­μη του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε στον 4ο π.Χ. αιώ­να”, τον έ­στρε­ψε στους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους και τον νε­ο­ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό. Αντι­θέ­τως, στο βι­βλίο του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, προς συ­μπλή­ρω­ση του προ­φίλ ε­νός α­πό­βλη­του, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο ε­θι­σμός στα βαρ­βι­του­ρι­κά. Δύο ή­ταν τό­τε τα γνω­στά, το λου­μι­νάλ και το βε­ρο­νάλ.
Ο τίτ­λος του “α­φή­γη­μα­τος” δεί­χνει, πως πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το πρό­σω­πο τον εν­δια­φέ­ρει η αυ­το­κτο­νία του, ό­πως άλ­λω­στε το δη­λώ­νει. Ο τίτ­λος του δέ­κα­του και τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου εί­ναι “Για­τί αυ­το­κτό­νη­σε ο Ιωάν­νης Συ­κου­τρής;” Ωστό­σο, ού­τε αυ­τός, ού­τε ο Βιο­γρά­φος δί­νουν πα­ρα­πο­μπή του πό­τε και α­πό ποιον δη­μο­σιεύ­θη­κε η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ο θά­να­τος δεν ο­φει­λό­ταν σε α­να­κο­πή, αλ­λά ό­τι ε­πρό­κει­το για αυ­το­κτο­νία με ι­σχυ­ρή δό­ση βε­ρο­νάλ. Το α­να­φέ­ρου­με και ως πα­ρά­δειγ­μα των ελ­λεί­ψεων της Βιο­γρα­φίας, κα­θώς ο Αλι­κα­νιώ­της, ό­πως διευ­κρι­νί­ζει στον Πρό­λο­γο της Βιο­γρα­φίας, πα­ρα­θέ­τει και φα­ντα­στι­κά στοι­χεία. Ένα α­πό αυ­τά, η ε­πι­στο­λή του 1918, την ο­ποία υ­πο­τί­θε­ται πως έ­στει­λε ο Συ­κου­τρής α­πό τα Καρ­δά­μυ­λα στη Σμύρ­νη, στον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού «Αμάλ­θεια», Σω­κρά­τη Σο­λω­μο­νί­δη, ε­ξι­στο­ρώ­ντας το θά­να­το της ε­ξα­δέρ­φης του. Απο­σπά­σμα­τα της ε­πι­στο­λής πα­ρα­θέ­τει ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος στο κε­φά­λαιο που α­φιε­ρώ­νει στο ει­δύλ­λιο. Παί­ζει με δά­νειο ψευ­δοϊστο­ρι­κό στοι­χείο ή το ε­κλαμ­βά­νει, εκ πα­ρα­δρο­μής, για πραγ­μα­τι­κό;
Το “α­φή­γη­μα”, κα­θώς συμ­βαί­νει και σε άλ­λα βι­βλία του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, συ­νι­στά μια πλά­για έκ­θε­ση της δι­κής του ι­δε­ο­πο­λι­τι­κής θέ­α­σης του 20ου αι. Γι’ αυ­τό, α­κο­λου­θεί τον τρό­πο, που κα­ταρ­τί­ζο­νται τα α­να­πε­πτα­μέ­να χρο­νο­λό­για, ό­που, πα­ράλ­λη­λα με τις χρο­νο­λο­γίες του κυ­ρίως θέ­μα­τος, δί­νο­νται οι α­ντί­στοι­χες γε­νι­κό­τε­ρες ι­στο­ρι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες. Το “α­φή­γη­μα” προ­βάλ­λει κά­θε πε­ρίο­δο του βίου του Συ­κου­τρή στο ελ­λη­νι­κό και ευ­ρω­παϊκό φό­ντο. Να ση­μειώ­σου­με, πως, σε αυ­τά τα τμή­μα­τα του “α­φη­γή­μα­τος”, ε­πι­δει­κνύει μεν με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση, η ο­ποία, ό­μως, σε σύ­γκρι­ση με ε­κεί­νη άλ­λων ο­μό­τε­χνών του, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν με­τριο­πα­θής. Δε­δο­μέ­νης και της αρ­χαιο­γνω­σίας του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, θα μπο­ρού­σε να μεί­νει πι­στό­τε­ρος στο πρό­σω­πο, που θα σή­μαι­νε να α­πο­δε­χθεί ως ή­ρωα έ­ναν πιο αν­θρώ­πι­νο, λι­γό­τε­ρο α­γλαϊσμέ­νο Συ­κου­τρή. Με άλ­λα λό­για, να μην εν­δώ­σει ως αυ­τόν το βαθ­μό στις συγ­γρα­φι­κές του ευ­κο­λίες.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/6/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: