Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Φιλολογική βιογραφία

Αθη­νά Βο­γιατ­ζό­γλου
«Ποίη­ση και πο­λε­μι­κή.
Μια βιο­γρα­φία του Γιώρ­γου Κοτ­ζιού­λα»
Επί­με­τρο – Γλωσ­σά­ρι
Νί­κος Σα­ρα­ντά­κος
Εκδ. Κί­χλη, Δεκ. 2015


Εφέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 60 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Γιώρ­γου Κοτ­ζιού­λα. Συν­δυά­ζο­ντας τις ση­μα­ντι­κές η­με­ρο­μη­νίες της ζωής του με τα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα, ό­πως το συ­νη­θί­ζουν οι βιο­γρα­φίες, χω­ρίς πά­ντο­τε να α­κρι­βο­λο­γούν, προ­κύ­πτουν τα ε­ξής:  Απε­βίω­σε στις 29 Αυγ. 1956, τριά­ντα χρό­νια με­τά τον ερ­χο­μό του στην Αθή­να, 22 Αυγ. 1926 (τη νύ­χτα 21 προς 22 Αυγ., ο Κον­δύ­λης α­να­τρέ­πει τον Πά­γκα­λο), α­συ­μπλή­ρω­τα τα 17, γεν­νη­μέ­νος στις 23 Απρ. 1909 (τη νύ­χτα 14 προς 15 Αυγ. 1909 εκ­δη­λώ­νε­ται το στρα­τιω­τι­κό κί­νη­μα στο Γου­δί). Για με­γα­λύ­τε­ρη α­κρι­βο­λο­γία σχε­τι­κά με τον γε­νέ­θλιο τό­πο του, να προ­σθέ­σου­με, πως το χω­ριό του, η Πλα­τα­νούσ­σα, α­νή­κει στα Τζου­μερ­κο­χώ­ρια της δυ­τι­κής ό­χθης του Άρα­χθου και ει­δι­κό­τε­ρα, στα Κα­τσα­νο­χώ­ρια. Βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στην Άρτα, ω­στό­σο, με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση ε­ντά­χθη­κε στο Νο­μό Ιωαν­νί­νων. Γι’ αυ­τό και ο δε­κά­χρο­νος Κοτ­ζιού­λας πή­γε Σχο­λαρ­χείο στο Κα­λέ­ντζι, έ­δρα του Δή­μου Κα­τσα­νο­χω­ρίων, το ο­ποίο δεν εί­ναι κο­ντά στα Ιωάν­νι­να, αλ­λά σε μία α­πό­στα­ση πε­ρί τα 30 χλμ., ό­ση Πλα­τα­νούσ­σα-Άρτα, ό­που έ­κα­νε το Γυ­μνά­σιο. Όταν ε­κεί­νος γεν­νή­θη­κε, το χω­ριό κρα­τού­σε α­κό­μη την πα­λαιά του,  βυ­ζα­ντι­νών κα­τα­βο­λών,  ο­νο­μα­σία: Ρα­ψί­στα. Ένα χρό­νο α­φό­του ε­κεί­νος έ­φυ­γε για Αθή­να, έ­γι­νε η με­το­νο­μα­σία σε Πλα­τα­νούσ­σα, κα­τά την πα­λαιά γρα­φή, με δυο σίγ­μα. Στην πλα­τεία του χω­ριού, υ­πάρ­χει προ­το­μή του, στη­μέ­νη α­πό τον Σύλ­λο­γο Πλα­τα­νούσ­σας.
Λε­πτο­μέ­ρειες, αλ­λά, ό­ταν πρό­κει­ται για έ­ναν συγ­γρα­φέα ό­πως ο Κοτ­ζιού­λας, που ο τό­πος του α­πο­τέ­λε­σε πρω­ταρ­χι­κή πη­γή έ­μπνευ­σης, αυ­τές α­πο­κτούν δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα. Άλλω­στε, την ό­ποια υ­στε­ρο­φη­μία του, σε με­γά­λο μέ­ρος την ο­φεί­λει στην ε­ντο­πιό­τη­τα. Από τα τρί­το­μα Άπα­ντά του (1956-1959) μέ­χρι την πρό­σφα­τη βιο­γρα­φία του. Μπο­ρεί η βιο­γρά­φος του, Αθη­νά Βο­γιατ­ζό­γλου, να μην εί­ναι Ηπει­ρώ­τισ­σα και ως με­λε­τή­τρια, α­πό τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της και του­λά­χι­στον για μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, να α­σχο­λή­θη­κε με τον Σι­κε­λια­νό, ω­στό­σο την α­φορ­μή για να στρα­φεί στο έρ­γο του Κοτ­ζιού­λα την έ­δω­σε η ε­κλο­γή της στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων, το 2001. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, πα­ρα­χω­ρή­θη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο το Αρχείο Κοτ­ζιού­λα για μία δε­κα­ε­τία. Αν και στην πε­ρί­πτω­ση του Κοτ­ζιού­λα, ε­κτός α­πό τους Ηπει­ρώ­τες, συ­νέ­βα­λαν ο­μοϊδεά­τες συγ­γρα­φείς και η α­ντί­στοι­χη με­ρί­δα του Τύ­που. Η Βο­γιατ­ζό­γλου θυ­μί­ζει, για πα­ρά­δειγ­μα, την ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στον Κοτ­ζιού­λα που κά­νει ο Γιάν­νης Κορ­δά­τος στην Ιστο­ρία του.
Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, οι Ιστο­ρίες νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας τον πα­ρα­κά­μπτουν. Πε­ριέρ­γως, τον α­να­φέ­ρει στην Ιστο­ρία του ο Δ. Τσά­κω­νας και μά­λι­στα, τον κα­λο­συ­στή­νει, κι ας υ­πήρ­ξε “α­ντάρ­της της Άκρας Αρι­στε­ράς”, κα­τά τη δια­τύ­πω­σή του. Σχε­τι­κή μνεία υ­πάρ­χει και σε ε­κεί­νη του Μιχ. Με­ρα­κλή, κα­θώς και στην συ­μπλη­ρω­μέ­νη α­πό τον Ηπει­ρώ­τη Δ. Γιά­κο, Ιστο­ρία του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, ό­που ο Κοτ­ζιού­λας α­να­φέ­ρε­ται με­τα­ξύ των τε­λευ­ταίων στον μα­κρύ κα­τά­λο­γο “των πα­ρα­δο­σια­κών με τά­ση α­να­νέω­σης”. Στο πέ­μπτο και τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της βιο­γρα­φίας, ό­που σχο­λιά­ζε­ται η υ­στε­ρο­φη­μία του Κοτ­ζιού­λα, δί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση στα δη­μο­σιεύ­μα­τα νεό­τε­ρων με­λε­τη­τών και γε­νι­κό­τε­ρα, σχο­λιά­ζο­νται οι μνη­μο­νεύ­σεις. Δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στην α­που­σία του α­πό γραμ­μα­το­λο­γίες και αν­θο­λο­γίες, ό­πως και στην α­δια­φο­ρία των α­θη­ναϊκών λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών για κά­ποιο ε­πε­τεια­κό α­φιέ­ρω­μα. Αν η βιο­γρά­φος εί­χε προ­βλέ­ψει ευ­ρε­τή­ριο πε­ριο­δι­κών, θα υ­πήρ­χε ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να του πα­ρα­γκω­νι­σμού του.
Ανα­φέ­ρου­με την α­που­σία ε­πί μέ­ρους ευ­ρε­τη­ριά­σεων, κα­θώς δεν πρό­κει­ται για μία βιο­γρα­φία, προο­ρι­σμέ­νη για το ευ­ρύ κοι­νό, το ο­ποίο ο Κοτ­ζιού­λας εί­χε πά­ντο­τε κα­τά νου. Άλλω­στε, η προ­σω­πι­κό­τη­τα, τό­σο του λο­γο­τέ­χνη ό­σο και “του ι­δε­ο­λό­γου α­γω­νι­στή”, προ­σφε­ρό­ταν για μία πα­ρό­μοια α­ντι­με­τώ­πι­ση. Η Βο­γιατ­ζό­γλου, ω­στό­σο, ευ­θύς ε­ξαρ­χής, διευ­κρι­νί­ζει, πως ή­θε­λε να με­λε­τή­σει “πτυ­χές της ποίη­σης και της κρι­τι­κής του”, γι’ αυ­τό και τε­λι­κά θεώ­ρη­σε προ­σφο­ρό­τε­ρη “μία φι­λο­λο­γι­κή βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση”.  Πρό­κει­ται για μία βιο­γρα­φία πα­ρα­πλή­σιας σύλ­λη­ψης με τις ε­κτε­νείς ει­σα­γω­γές της Χρ. Νου­νιά στα δί­το­μα Άπα­ντα Μα­ρίας Πο­λυ­δού­ρη. Κα­τά κα­νό­να, οι βιο­γρα­φίες α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς ε­ντάσ­σο­νται σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, ό­που κυ­ρίως σχο­λιά­ζε­ται, σε χρο­νο­λο­γι­κή τά­ξη, το έρ­γο του βιο­γρα­φού­με­νου. Ο στό­χος πα­ρό­μοιων μο­νο­γρα­φιών εί­ναι η ε­πα­νε­ξέ­τα­ση ε­νός λο­γο­τέ­χνη, που συ­νή­θως συ­νί­στα­ται, εί­τε στην α­να­βάθ­μι­σή του, αν έ­χει υ­πο­τι­μη­θεί α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους, εί­τε η αυ­στη­ρό­τε­ρη α­ντι­με­τώ­πι­σή του, στις πε­ρι­πτώ­σεις των  υ­περ­τι­μη­μέ­νων.   
Κα­τά τα άλ­λα, μία φι­λο­λο­γι­κή α­φή­γη­ση μπο­ρεί να συ­ντο­μεύει τις βιο­γρα­φι­κές α­να­φο­ρές, αλ­λά α­να­μέ­νε­ται να εί­ναι διε­ξο­δι­κή σε ό­σα σχο­λιά­ζει. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα πα­ρα­τι­θέ­με­να α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα κεί­με­να του βιο­γρα­φού­με­νου, ε­κτός α­πό τη βι­βλιο­γρα­φι­κή πη­γή, συ­χνά ε­πι­βάλ­λουν και τα ί­δια υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Ανα­φέ­ρει, λ.χ., ο Κοτ­ζιού­λας τα πε­ζο­τρά­γου­δα κά­ποιας Φι­φί­κας Μυ­λω­νά και α­να­ρω­τιέ­ται για τον συμ­μα­θη­τή που του τα εί­χε δεί­ξει, “ποιος ξέ­ρει πού στο διά­ο­λο την εί­χε ξε­τρυ­πώ­σει”. Εδώ, θα μπο­ρού­σε να α­να­φερ­θεί, πως πρό­κει­ται για αρ­τι­νή ποιή­τρια, που δεν πρώ­τευ­σε στη στι­χο­πλο­κή, αλ­λά, σε πα­νελ­λή­νιο δια­γω­νι­σμό καλ­λο­νών της ε­παρ­χίας, ως η ω­ραιο­τέ­ρα της πό­λης της. Άλλες, ό­μως, εί­ναι οι ση­μα­ντι­κές πα­ρα­λή­ψεις. Στις 23 Αυγ. 1928, ο Κα­βά­φης, κο­λα­κευ­μέ­νος α­πό την έν­θερ­μη ε­πι­στο­λή Κοτ­ζιού­λα, του στέλ­νει ε­πι­στο­λή, που μέ­νει α­δη­μο­σίευ­τη. Πώς και δεν α­ξιο­λο­γή­θη­κε η πα­ρου­σία­σή της;
Επί­σης, μία μο­νο­γρα­φία θα πρέ­πει να συ­μπλη­ρώ­νει ή να α­να­σκευά­ζει τα ή­δη γνω­στά. Λ.χ., εί­θι­σται σε έ­ναν συγ­γρα­φέα να α­να­φέ­ρε­ται πό­τε, με ποιο έρ­γο και σε ποιο έ­ντυ­πο  πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε. Για τον Κοτ­ζιού­λα, α­να­φέ­ρε­ται το 1926, με ποίη­μα, στο οι­κο­γε­νεια­κό πε­ριο­δι­κό «Μπου­κέ­το», με την πρό­σθε­τη πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι εί­χαν προ­η­γη­θεί, έ­να χρό­νο πριν, στο ί­διο πε­ριο­δι­κό, με­τα­φρά­σεις ποιη­μά­των εκ του γαλ­λι­κού. Από τη βιο­γρά­φο α­να­με­νό­ταν να προ­σθέ­σει τίτ­λο του ποιή­μα­τος και η­με­ρο­μη­νία. Αντ’ αυ­τών, υ­πάρ­χει η γε­νι­κό­λο­γη δια­τύ­πω­ση: “Τα πρώ­τα ποιή­μα­τά του στον α­θη­ναϊκό τύ­πο, δη­μο­σιευ­μέ­να κυ­ρίως στο «Μπου­κέ­το» α­πό το 1926 ως το 1929.” Να συ­μπλη­ρώ­σου­με, πως δεν πρό­κει­ται για έ­να ποίη­μα αλ­λά για δυο, «Ανά­μνη­ση» και «Ο θά­να­τος του ποιη­τή», δη­μο­σιευ­μέ­να στις 14 Φεβ. 1926, στη στή­λη της αλ­λη­λο­γρα­φίας, ό­πως και οι με­τα­φρά­σεις του. Εκεί­νες με την υ­πο­γρα­φή Γ.Κ., τα ποιή­μα­τα με ο­λό­κλη­ρο το ε­πί­θε­το.
Βα­σι­κή πη­γή για τα βιο­γρα­φι­κά του Κοτ­ζιού­λα πα­ρα­μέ­νει η Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, κα­θώς και το ε­κτε­νές λήμ­μα της Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τάν­νι­κα, αμ­φό­τε­ρα συ­νταγ­μέ­να α­πό τον Κώ­στα Στερ­γιό­που­λο. Η Βο­γιατ­ζό­γλου δια­τυ­πώ­νει κά­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις για τις ε­πι­λο­γές του. Εξά­το­μη η Γραμ­μα­το­λο­γία, ο Κοτ­ζιού­λας ε­ντάσ­σε­ται στην τέ­ταρ­τη ο­μά­δα του γ΄τό­μου. Ο δ΄τό­μος, σε ε­πι­μέ­λεια Αλέξ. Αργυ­ρίου, που προ­η­γή­θη­κε εκ­δο­τι­κά, πε­ρι­λαμ­βά­νει τους νεω­τε­ρι­κούς ποιη­τές του με­σο­πο­λέ­μου. Όσο αυ­τός εί­ναι σα­φώς ε­στια­σμέ­νος χρο­νι­κά, τό­σο ο προ­η­γού­με­νος α­να­γκα­στι­κά α­πλώ­νε­ται. Η Βο­γιατ­ζό­γλου θεω­ρεί “α­μή­χα­νο” τον τίτ­λο του, «Η α­να­νεω­μέ­νη πα­ρά­δο­ση». Κι ό­μως, δη­λώ­νει την “προώ­θη­ση α­πό την πα­ρά­δο­ση στη νέα ποίη­ση”, που πά­τη­σε στην πα­ρά­δο­ση, αμ­φι­σβή­τη­σε τους πα­λιούς τρό­πους, τους χα­λά­ρω­σε, πε­ρι­στα­σια­κά τους έ­σπα­σε, αλ­λά δεν α­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε  α­πό αυ­τούς.
Στον γ΄ τό­μο, ε­ξαι­ρου­μέ­νου του Κα­βά­φη, το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα εί­ναι 40 έ­τη, τό­σο των γεν­νή­σεων (1880-1918), ό­σο και των πρώ­των εμ­φα­νί­σεων (1900-1940). Με­τά το “νέο αί­μα στην πα­ρά­δο­ση”, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται η πε­ντά­δα Με­λα­χρι­νός-Σι­κε­λια­νός-Κα­ζα­ντζά­κης-Βάρ­να­λης-Αυ­γέ­ρης, τους Αλε­ξαν­δρι­νούς και τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς-νε­ο­συμ­βο­λι­στές, έρ­χο­νται οι “εν­διά­με­σοι και ε­πί­γο­νοι”, ό­ρο που η Βο­γιατ­ζό­γλου δεν θεω­ρεί “εύ­στο­χο”. Ασχέ­τως αν στους “ε­πι­γό­νους” μέ­νει μό­νο ο Κοτ­ζιού­λας,  με τις ε­πι­μέ­ρους δια­κρί­σεις του Στερ­γιό­που­λου, αυ­τό αι­τιο­λο­γεί­ται. Όσο για τη διά­κρι­ση της ποίη­σης και γε­νι­κό­τε­ρα, του έρ­γου του Κοτ­ζιού­λα, σε πριν και με­τά την πε­ρίο­δο της α­ντι­στα­σια­κής δρά­σης, αυ­τή εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Πρέ­πει, ό­μως, στην α­ξιο­λό­γη­ση της ύ­στε­ρης πε­ριό­δου, ό­που η βιο­γρά­φος δια­φω­νεί με τους πα­λαιό­τε­ρους, να λη­φθούν υ­πό­ψη οι ι­δε­ο­λο­γι­κές α­πο­κλί­σεις ή και α­να­προ­σα­να­το­λι­σμοί, που συ­χνά α­να­στα­τώ­νουν τα αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια. 
Ένα α­πό τα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα τμή­μα­τα του Αρχείου Κοτ­ζιού­λα εί­ναι το ε­πι­στο­λι­κό. “Η αλ­λη­λο­γρα­φία Κοτ­ζιού­λα α­νέρ­χε­ται σε αρ­κε­τές ε­κα­το­ντά­δες”, σύμ­φω­να με την Ν. Μπαλ­τά, ε­πι­με­λή­τρια του μο­να­δι­κού τό­μου, με 114 ε­πι­στο­λές, που εκ­δό­θη­κε, το 1994. Με α­φορ­μή τις ε­πι­στο­λές του προς Μυ­ρι­βή­λη α­πό την Νί­κη Λυ­κούρ­γου, σχο­λιά­ζα­με την τά­ση των πα­νε­πι­στη­μια­κών να πα­ρου­σιά­ζουν στα­θε­ρά αρ­μο­νι­κές τις σχέ­σεις των προ­σώ­πων, μό­λις προϊδεά­ζο­ντας για τα ό­ποια με­λα­νά ση­μεία και τις αλ­λα­γές που φέρ­νει ο χρό­νος. Σε ο­ρι­σμέ­νες ση­μα­ντι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, η Βο­γιατ­ζό­γλου α­κο­λου­θεί την ί­δια τα­κτι­κή. Πα­ρα­θέ­τει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό κρι­τι­κά κεί­με­να του Κοτ­ζιού­λα και των ο­μό­γνω­μών του, ό­πως, λ.χ., τα ε­πι­θε­τι­κά ε­να­ντίον του Κα­ρα­ντώ­νη ή και τα αυ­στη­ρά για τον Σε­φέ­ρη, ό­μως τα αι­σθή­μα­τα ε­κεί­νων, ό­πως τα έ­χουν εκ­φρά­σει κυ­ρίως στις ε­πι­στο­λές τους, μό­λις που τα μνη­μο­νεύει, συ­νο­πτι­κά, στις ση­μειώ­σεις. Αυ­τές, ό­μως, κα­τα­χω­ρη­μέ­νες στο τέ­λος του βι­βλίου, α­νά κε­φά­λαιο, με α­ρίθ­μη­ση α­ντί α­να­φο­ρά σε­λί­δας, κα­τα­λή­γουν α­πρό­σφο­ρες.
Οσο α­φο­ρά την βιο­γρα­φία ως συμ­βο­λή στην κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με τον Κοτ­ζιού­λα και το έρ­γο του, θα συμ­φω­νού­σα­με με την συγ­γρα­φέα της. Για έ­να πρό­σω­πο, μπο­ρούν να υ­πάρ­ξουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας εκ­δο­χές βιο­γρα­φίας. Εξαρ­τά­ται α­πό το πρό­σω­πο και κυ­ρίως, α­πό τα εν­δια­φέ­ρο­ντα και τις δυ­να­τό­τη­τες του βιο­γρά­φου. Η δι­κή της α­να­δει­κνύει τη λο­γο­τε­χνι­κή πλευ­ρά, χω­ρίς, ω­στό­σο, να πα­ρα­με­λεί τη βιο­γρα­φι­κή. Χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε χρο­νι­κές πε­ριό­δους: “τα παι­δι­κά και ε­φη­βι­κά χρό­νια”, “τα χρό­νια της α­να­γνώ­ρι­σης (1927-1942)”, “τα χρό­νια του η­ρωι­σμού (1943-1945)”, “τα α­ντιη­ρωι­κά χρό­νια (1946-1956)”, “η με­τα­θα­νά­τια τύ­χη (1956-2015)”. Ως ε­πί­με­τρο, υ­πάρ­χει κεί­με­νο και γλωσ­σά­ρι του Ν. Σα­ρα­ντά­κου. Πα­ρα­λή­φθη­κε, ω­στό­σο, έ­να χρο­νο­λό­γιο Κοτ­ζιού­λα, το ο­ποίο ου­δέ­πο­τε συ­ντά­χθη­κε.
Η βα­σι­κή συμ­βο­λή της βιο­γρα­φίας εί­ναι το δεύ­τε­ρο και το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο. Σε σύ­γκρι­ση με τα χρό­νια του βου­νού, ό­που η α­φή­γη­ση στη­ρί­ζε­ται στα δυο βι­βλία, «Όταν ή­μουν με τον Άρη» και το «Θέ­α­τρο στο βου­νό», που έ­γρα­ψε ο ί­διος. Να ση­μειώ­σου­με πως και σε αυ­τήν την εν­διά­με­ση πε­ρίο­δο, ο Κοτ­ζιού­λας εμ­φα­νί­ζε­ται στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο, ό­πως, λ.χ., με το ποίη­μα «Τέ­λος της ε­πο­χής» στο α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό «Επαρ­χια­κά γράμ­μα­τα», που φέ­ρε­ται ως α­νέκ­δο­το, ή στα «Ευ­βοϊκά γράμ­μα­τα» και «Ηπει­ρω­τι­κά  γράμ­μα­τα», ό­που φί­λοι δια­κι­νούν τις συ­νερ­γα­σίες του, σύμ­φω­να με τη με­λέ­τη της Αλ. Μπου­φέα, η ο­ποία βι­βλιο­γρα­φεί­ται αλ­λά δεν α­ξιο­ποιεί­ται στη συγ­γρα­φή της βιο­γρα­φίας. Όπως και να έ­χει, η Βο­γιατ­ζό­γλου, με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα βι­βλία του, ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή, ό­που προ­τάσ­σει κά­θε φο­ρά τη δι­κή της κρι­τι­κή α­ξιο­λό­γη­ση, προ­σφέ­ρει μία ευ­κρι­νή, αν και κά­πως υ­πο­κει­με­νι­κή, ει­κό­να του έρ­γου του, ποιη­τι­κό, πε­ζο­γρα­φι­κό, με­τα­φρα­στι­κό, αλ­λά και κρι­τι­κό.
Επι­προ­σθέ­τως, πα­ρα­θέ­τει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό ε­πι­στο­λές του. Αυ­τές,  α­πό μία ά­πο­ψη, α­πο­τε­λούν δο­μι­κό συ­μπλή­ρω­μα του έρ­γου του, κα­θώς ο ε­πι­στο­λι­κός διά­λο­γος με ο­μό­τε­χνους α­πο­τέ­λε­σε τμή­μα της μο­να­χι­κής ζωής του στα με­γά­λα ή μι­κρό­τε­ρα δια­στή­μα­τα ε­κτός Αθη­νών και στα ύ­στε­ρα χρό­νια, στα κο­ντι­νά βου­νά της Αττι­κής, λό­γω α­σθέ­νειας  ή και δυσ­πρα­γίας. Στο κε­φά­λαιο των τε­λευ­ταίων χρό­νων, η α­φή­γη­ση α­ντα­να­κλά το πεί­σμα του α­γω­νι­στή, που α­πο­δεί­χθη­κε με­γα­λύ­τε­ρο στις μη ε­μπό­λε­μες, αλ­λά δύ­σκο­λες συν­θή­κες. Πα­ράλ­λη­λα σχο­λιά­ζο­νται οι αλ­λα­γές στην ποίη­σή του, που γί­νε­ται αρ­χι­κά κα­ταγ­γελ­τι­κή και τε­λι­κά, στρέ­φε­ται α­κό­μη και στα μοι­ρο­λό­για, πα­λεύο­ντας με το στί­χο την κοι­νω­νι­κή α­δι­κία. Αυ­τά τα χρό­νια, ο Κοτ­ζιού­λας έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ έ­ντο­νη την αί­σθη­ση του χρέ­ους προς το σύ­νο­λο και της κοι­νω­νι­κής του α­πο­στο­λής. Ίσως και σε βά­ρος της ποίη­σης. Άλλω­στε, α­πό το 1937, στο άρ­θρο του, «Συγ­χρο­νι­σμέ­νη ποίη­ση», το α­ντι­μο­ντερ­νί­στι­κο μα­νι­φέ­στο, ό­πως το α­πο­κα­λεί η βιο­γρά­φος του, ε­κεί­να που τον εν­δια­φέ­ρουν να τρα­γου­δή­σει εί­ναι “τα βά­σα­να και τις λα­χτά­ρες των έ­ξι ε­κα­τομ­μυ­ρίων Ελλή­νω­ν”.
Το θέ­μα εί­ναι τώ­ρα τι λες για τον Κοτ­ζιού­λα. Συμ­φω­νεί κα­νείς με την κα­τα­λη­κτι­κή α­πό­φαν­ση της Βο­γιατ­ζό­γλου: “Ση­μα­ντι­κός ποιη­τής και νευ­ρώ­δης πε­ζο­γρά­φος, ευαί­σθη­τος κρι­τι­κός και χαλ­κέ­ντε­ρος με­τα­φρα­στής, έ­νας α­συμ­βί­βα­στος ι­δε­ο­λό­γος της ζωής και της τέ­χνης”; Μάλ­λον ό­χι, κα­θώς οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι ε­πι­θε­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί τεί­νουν προς την υ­περ­βο­λή. Υπάρ­χουν, ό­μως, ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που θα πρέ­πει να ε­πι­ση­μαν­θούν  ή, αν θέ­λε­τε, να συ­νυ­φαν­θούν με τα προ­η­γού­με­να: Ανι­διο­τε­λής,  κα­λός γνώ­στης της ελ­λη­νι­κής, ά­νε­ση πα­ρα­μυ­θά α­φη­γη­τή, α­κλό­νη­τος σε ι­δε­ο­λο­γι­κές αρ­χές κοι­νω­νι­κής έμ­φα­σης. Όσο για το ση­μα­ντι­κός, συ­νι­στά α­πό­φαν­ση μα­κρο­χρό­νιων ζυ­μώ­σεων με την ε­πε­νέρ­γεια πε­ρισ­σό­τε­ρων α­πό­ψεων. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/6/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: