Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Συγγραφικά ήθη

Κά­θε φθι­νό­πω­ρο και ά­νοι­ξη οι εκ­δό­τες κοι­νο­ποιούν μέ­σω του Τύ­που τους και­νού­ριους τίτ­λους των βι­βλίων, που θα εκ­δώ­σουν το αρ­γό­τε­ρο μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να για να προ­λά­βουν τα δώ­ρα των ε­ορ­τών και α­ντι­στοί­χως, μέ­χρι τον Ιού­λιο για τις α­γο­ρές των κα­λο­και­ρι­νών δια­κο­πών. Σε αυ­τούς τους κα­τα­λό­γους, υ­περ­τε­ρεί μεν στα­θε­ρά το με­τα­φρα­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά και η γη­γε­νής πε­ζο­γρα­φία κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος. Εφέ­τος τον Σε­πτέμ­βριο, μά­λι­στα, η σο­δειά του ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­ναγ­γέλ­θη­κε αυ­ξη­μέ­νη με­τά την κάμ­ψη, που έ­φε­ρε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Στα σχε­τι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, α­να­κοι­νώ­θη­καν προ­σώ­ρας 32 τίτ­λοι, ό­που δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι. Αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, λό­γω του εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λούν, κα­θιε­ρώ­θη­κε να ο­μα­δο­ποιού­νται και να προ­βάλ­λο­νται ε­πι­λε­κτι­κά σε χω­ρι­στά ρε­πορ­τάζ. Σε μία πρώ­τη ε­ξά­δα, που πα­ρου­σιά­στη­κε, πε­ριέρ­γως συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε και ο Χει­μαρ­ριώ­της Χρή­στος Αρμάν­δος Γκέ­ζος, που εί­χε εκ­δώ­σει το πρώ­το βι­βλίο του το 2012, μία ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που τι­μή­θη­κε με το κρα­τι­κό βρα­βείο για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Το να θεω­ρεί­ται ως πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο συ­νι­στά μία α­κό­μη έν­δει­ξη της κυ­ριαρ­χίας της πε­ζο­γρα­φίας ε­πί της ποίη­σης, πέ­ραν α­πό την συ­νή­θη α­που­σία των ποιη­τι­κών βι­βλίων α­πό τα ρε­πορ­τάζ για τις νέες εκ­δό­σεις. 
Αλλά ας πα­ρα­μεί­νου­με στους 32 νέ­ους τίτ­λους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και την έκ­πλη­ξη που μας προ­κά­λε­σαν. Όχι αυ­τοί α­κρι­βώς οι τίτ­λοι, ού­τε η ε­πι­κρά­τη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­να­ντι μό­λις έ­ξι συλ­λο­γών διη­γή­μα­τος, αλ­λά οι συγ­γρα­φείς των βι­βλίων. Μεί­να­με με την αί­σθη­ση ό­τι ή­ταν προ­χτές που δια­βά­σα­με φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο τους. Στα ρε­πορ­τά­ζ, ό­μως, δεν υ­πήρ­χε κα­μία α­να­φο­ρά σχε­τι­κή με τους συγ­γρα­φι­κούς και εκ­δο­τι­κούς χρό­νους. Ενώ, σχο­λιά­στη­καν οι με­τα­στε­γά­σεις σε άλ­λο εκ­δό­τη, πα­ρό­τι τε­λι­κά το μό­νο που αυ­τές δεί­χνουν εί­ναι την α­δη­μο­νία των συγ­γρα­φέων για την έκ­δο­ση βι­βλίου. Όσο για την πυ­κνή εκ­δο­τι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή ε­πι­κρο­τεί­ται, κα­λο­δε­χού­με­νη α­πό ό­λους σαν ευοίω­νο ση­μείο α­νά­καμ­ψης. Τε­λι­κά, ό­μως, σε ποιο βαθ­μό έ­χουν οι συγ­γρα­φείς πυ­κνώ­σει τις εκ­δό­σεις τους; Για­τί η μνή­μη πα­ρα­σύ­ρε­ται κα­μιά φο­ρά α­πό τις ε­ντυ­πώ­σεις που α­φή­νει έ­να βι­βλίο. Υπάρ­χουν βι­βλία που τα θυ­μά­σαι χρό­νια και άλ­λα που έ­χεις δυ­σκο­λία να α­να­κα­λέ­σεις α­κό­μη και μέ­σες ά­κρες το θέ­μα τους την ε­πο­μέ­νη της α­νά­γνω­σης. Μία σύ­ντο­μη α­να­ζή­τη­ση μας έ­δω­σε τα ε­ξής: Μέ­σα στο 2014, τρεις συγ­γρα­φείς έ­χουν ή­δη εκ­δώ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πα­νέρ­χο­νται (Β. Ρα­πτό­που­λος, Γ.-Ι. Μπα­μπα­σά­κης, Α. Κορ­τώ). Το 2013, ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ο­κτώ (Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας, Α. Κυ­ρια­κί­δης, Μ. Μο­δι­νός, Α. Στα­μά­της, Λ. Χρη­στί­δης, Ν. Μά­ντης, Δ. Πο­τα­μιά­νος και ο πε­ρυ­σι­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος Γιάν­νης Πλιά­γκος). Το 2012, εν­νέα (Δ. Χα­ρι­τό­που­λος, Δ. Πε­τσε­τί­δης, Ν. Ανα­στα­σέα, Μ. Μαρ­κό­που­λος, Χ. Χρυ­σό­που­λος, Ε. Μπο­γιά­νου, Ε. Σουρ­λέ­γκα, Α. Νι­κο­λής, Δ. Μα­ρί­νος). Το 2011, έ­ξι (Σ. Δη­μη­τρίου, Λ. Πα­πα­στά­θης, Η. Πα­πα­μό­σχος, Α. Σμυρ­λή, Ι. Μπου­ρα­ζο­πού­λου, Γ. Μη­τάς). Το 2010, τρεις (Σ. Κα­ρυ­δά­κης, Μ. Γε­νά­ρης, Χ. Οι­κο­νό­μου). Το 2008, δυο (Τ. Αβέ­ρω­φ, Μ. Μή­τσο­ρα). Το 2004, έ­νας (Χ. Βού­που­ρας). 
Όπως φαί­νε­ται, δεν πρό­κει­ται για μνη­μο­νι­κή α­πά­τη. Πράγ­μα­τι, οι  ρυθ­μοί συγ­γρα­φής α­πο­βαί­νουν α­ξιο­θαύ­μα­στοι. Το 62,5% του φε­τι­νού δείγ­μα­τος εκ­δί­δει βι­βλίο σε α­πό­στα­ση μι­κρό­τε­ρη της διε­τίας, ε­νώ το 34,4% κα­τορ­θώ­νει την ε­τή­σια έκ­δο­ση βι­βλίου. Ίσως, αυ­τή η κά­ψα να εί­ναι έ­νας λό­γος για τις με­τα­στε­γά­σεις που α­να­κοι­νώ­θη­καν. Μη βρί­σκο­ντας έ­ναν α­ντί­στοι­χα εν­θου­σιώ­δη εκ­δό­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας χτυ­πά­ει άλ­λη πόρ­τα, ει δυ­να­τόν  και με­γα­λύ­τε­ρη. Ιδιαί­τε­ρα για τους βρα­βευ­θέ­ντες, η αύ­ρα μιας πρό­σφα­της διά­κρι­σης α­νοί­γει εύ­κο­λα πόρ­τες. Τρεις α­πό τους βρα­βευ­θέ­ντες για το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο τους, του 2012, ε­πα­νέρ­χο­νται, με τον Μά­ντη, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, να πα­ρου­σιά­ζει και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος συ­νι­στά ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Πα­ρου­σιά­ζο­ντας το υ­πό έκ­δο­ση μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πο­κα­λύ­πτει το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα. Εί­ναι ο Νί­κος Λα­μπρό­που­λος, που πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται, με τη συλ­λο­γή «Το μά­τι του άν­θους», ως ποιη­τής το 2003 και τον ε­πό­με­νο χρό­νο ως με­τα­φρα­στής. Το 2006, χαι­ρε­τί­σα­με την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Νί­κου Μά­ντη ως πολ­λά υ­πο­σχό­με­νου διη­γη­μα­το­γρά­φου. Τε­λι­κά, προέ­κυ­ψε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και μά­λι­στα, πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τος, με τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ντός πε­ντα­ε­τίας.
Αλλά για­τί, με­τά τη δη­μο­σιό­τη­τα που α­πο­φέ­ρει μία έκ­δο­ση, α­κό­μη και αν δεν τύ­χει διά­κρι­σης, οι συγ­γρα­φείς να φλέ­γο­νται για την ε­πό­με­νη; Μια πρώ­τη ερ­μη­νεία θα ή­ταν ό­τι έ­χουν αρ­χί­σει να λει­τουρ­γούν ως α­μι­γείς ε­παγ­γελ­μα­τίες. Για­τί δεν μας πα­ρα­ξε­νεύει, λ.χ., η Λέ­να Μα­ντά, που δη­λώ­νει ό­τι κά­θε μή­να Μάη, πά­ει στον εκ­δό­τη της και­νού­ριο βι­βλίο; Αλλά για ε­κεί­νη το κί­νη­τρο εί­ναι κυ­ρίως οι­κο­νο­μι­κό, κα­θώς η συγ­γρα­φή α­πο­τε­λεί βιο­πο­ρι­στι­κή α­σχο­λία. Κά­τι που οι ε­ντασ­σό­με­νοι στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, κα­τά κα­νό­να, δεν το κα­τορ­θώ­νουν. Αυ­τοί ε­πι­κα­λού­νται ως κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη την α­φο­σίω­σή τους στο γρά­ψι­μο. Εδώ, ό­μως, υ­πάρ­χει μία α­ντί­φα­ση. Αφο­σίω­ση στο γρά­ψι­μο θα σή­μαι­νε μεν συ­νε­χή α­πα­σχό­λη­ση, αλ­λά χω­ρίς στα­θε­ρούς ρυθ­μούς έκ­δο­σης. Ενώ, αυ­τοί, με τις συ­νε­ντεύ­ξεις τους και τα βι­βλία τους, δεί­χνουν πως ε­πεί­γο­νται. Ακό­μη και μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θεω­ρεί­ται δια­κε­κομ­μέ­νη και α­πλω­μέ­νη σε χρό­νο ε­να­σχό­λη­ση, γρά­φε­ται μέ­σα σε τρεις μή­νες, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η Μή­τσο­ρα. “Σε μια κα­θι­σιά”, κα­τά την έκ­φρα­ση της Βά­σιας Τζα­να­κά­ρη, που εμ­φα­νί­στη­κε το 2008 και ε­φέ­τος ε­ξέ­δω­σε το τέ­ταρ­το βι­βλίο της, κα­λύ­πτο­ντας στο εν­διά­με­σο τρία πε­ζο­γρα­φι­κά εί­δη, διή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό. Ίχνη αυ­τής της σπου­δής μέ­νουν στα βι­βλία, πι­θα­νώς και για­τί υ­στε­ρού­με σε rewriters, που συ­χνά ση­μαί­νει α­νεν­δοία­στους ως προς το εύ­ρος των πα­ρεμ­βά­σεων. Αλλά και οι συγ­γρα­φείς, α­πό την πλευ­ρά τους, δεν πει­θαρ­χούν στις υ­πο­δεί­ξεις των ε­πι­με­λη­τών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν οι έ­χο­ντες α­με­ρι­κα­νι­κή κουλ­τού­ρα, ό­πως, λ.χ., η Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου, που α­φή­νο­νται στα χέ­ρια ε­νός έ­μπει­ρου ε­πι­με­λη­τή. Τα ση­μά­δια ε­σπευ­σμέ­νης γρα­φής θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν και λε­πτο­μέ­ρειες. Για πα­ρά­δειγ­μα, μία πλη­ρο­φο­ρία, που α­λιεύε­ται στο Δια­δί­κτυο, πα­ρα­τί­θε­ται λε­κτι­κά α­νε­πε­ξέρ­γα­στη ή τα γλωσ­σι­κά ο­λι­σθή­μα­τα προς α­κυ­ρο­λε­ξίες και α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις πλη­θαί­νουν. Κυ­ρίως, ό­μως, η σπου­δή φαί­νε­ται στην ε­πι­λο­γή του θέ­μα­τος, που γί­νε­ται ο­λοέ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­και­ρι­κή, ό­ταν δεν α­να­κυ­κλώ­νει γνω­στό α­πό προ­η­γού­με­να βι­βλία υ­λι­κό. 
Οπό­τε πα­ρα­μέ­νει η α­πο­ρία, ως προς τι η τό­ση βια­σύ­νη; Μή­πως συμ­βάλ­λει το αλ­κοο­λί­κι της προ­βο­λής; Μή­πως η α­νά­γκη κά­ποιων να βρί­σκο­νται, αν ό­χι στο κέ­ντρο, αλ­λά, έ­στω και στις πα­ρυ­φές της ε­πι­και­ρό­τη­τας, πα­ρα­κι­νεί τη συγ­γρα­φή, φτά­νο­ντας, με τον τρό­πο που γί­νε­ται, στη στρέ­βλω­ση; Για­τί πε­ρί στρέ­βλω­σης πρό­κει­ται ό­ταν ε­φαρ­μό­ζεις πει­θα­να­γκα­στι­κά ο­ρι­σμέ­νο ω­ρά­ριο, με γρά­ψι­μο κα­θο­ρι­σμέ­νης διάρ­κειας σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ώ­ρες, ό­ταν ε­πι­διώ­κεις με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, με ο­ρι­σμέ­νο α­ριθ­μό σε­λί­δων η­με­ρη­σίως, ό­ταν πα­σχί­ζεις να συ­νται­ριά­ζεις πλο­κή και τρέ­χο­ντα “must”, ό­πως σύγ­χρο­νο προ­φίλ με  έ­να τσι­τά­το του τά­δε α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα ή έ­να στί­χο του δεί­να ποιη­τή, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να, ε­πι­ζη­τάς οι­κο­λο­γι­κή φυ­σιο­γνω­μία, με την α­πα­ραί­τη­τη μνεία στα δι­καιώ­μα­τα κά­ποιου ζω­ντα­νού, και βε­βαίως, δεν λη­σμο­νείς την ε­πί­δει­ξη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κού πνεύ­μα­τος με την α­νά­μι­ξη του κα­λού με­τα­νά­στη και του ρέ­πο­ντα προς τον ρα­τσι­σμό εγ­χώ­ριου και άλ­λα συ­να­φή. Αν και ε­δώ, θα μπο­ρού­σε να γί­νει λό­γος πε­ρί  δια­στρο­φής της συγ­γρα­φής, για να θυ­μη­θού­με και το κεί­με­νο «Η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης», που δη­μο­σίευ­σε η Ήντιθ Ουώρ­τον στο «North American Review» πριν 111 χρό­νια (στα ελ­λη­νι­κά: Άγρα, 2009). 
Μή­πως το ζη­τού­με­νο για μια του­λά­χι­στον με­ρί­δα συγ­γρα­φέων εί­ναι οι συ­νε­ντεύ­ξεις και οι βρα­διές πα­ρου­σιά­σεων του βι­βλίου, τα ε­πι­στο­λι­κά ε­γκώ­μια και οι δη­μο­σιευ­μέ­νες “α­γα­πη­σιά­ρι­κες” κρι­τι­κές; Για­τί οι νέες συγ­γρα­φι­κές τα­κτι­κές, πέ­ραν της με­γα­λύ­τε­ρης πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας, τεί­νουν να γε­νι­κεύ­σουν τη διτ­τή ι­διό­τη­τα συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ώ­στε να μπο­ρεί να λει­τουρ­γεί α­π’ ευ­θείας έ­να σύ­στη­μα α­μοι­βαιό­τη­τας, χω­ρίς την πα­ρεμ­βο­λή τρί­του, ό­πως γι­νό­ταν πα­λαιό­τε­ρα. Η Ουώρ­τον, έ­χο­ντας κα­τά νου την α­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή τά­ξη των Νε­οϋορ­κέ­ζων στις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, έ­κα­νε λό­γο για τον “μη­χα­νι­κό α­να­γνώ­στη”, που θεω­ρεί κα­θή­κον του να δια­βά­ζει κά­θε βι­βλίο που συ­ζη­τιέ­ται. Εκεί­νη πί­στευε πως “ό­ταν αυ­τός ει­σβάλ­λει στην ε­πι­κρά­τεια της λο­γο­τε­χνίας – συ­ζη­τά, κρι­τι­κά­ρει, κα­τα­δι­κά­ζει ή, α­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ε­παι­νεί – τό­τε η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης γί­νε­ται α­πει­λή για τη λο­γο­τε­χνία”. Ένας πα­ρό­μοιος α­να­γνώ­στης, που εί­ναι μεν “κα­τα­να­λω­τής βι­βλίω­ν” αλ­λά με ά­πο­ψη, δη­μιουρ­γεί ή έ­στω, εν­θαρ­ρύ­νει τον “μη­χα­νι­κό συγ­γρα­φέ­α”, που α­νοί­γει το δρό­μο στον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος δια­μορ­φώ­νε­ται κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν του “μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”, στο ση­μείο, σή­με­ρα, χά­ρις και στις δυ­να­τό­τη­τες που προ­σφέ­ρει το Δια­δί­κτυο, να υ­πο­κα­θι­στά τον συ­στη­μα­τι­κό κρι­τι­κό, κά­πο­τε και τον ε­παγ­γελ­μα­τία. Αυ­τό το αλ­λη­λο­ε­ξαρ­τώ­με­νο τρί­πτυ­χο, που σκια­γρα­φεί η Ουώρ­τον, ό­χι μό­νο δεν έ­χει ε­κλεί­ψει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, μέ­σα στα πρώ­τα χρό­νια του 21ου έ­χει πα­γιω­θεί και με τη δη­μιουρ­γία θε­σμών. 
Το να ε­δραιω­θεί ή­ταν α­να­με­νό­με­νο. Ήδη, η Ουώρ­τον πα­ρα­τη­ρού­σε πως “οι δια­στρο­φές οι πιο δύ­σκο­λες να ξε­ρι­ζω­θούν εί­ναι ε­κεί­νες που α­πό τον πο­λύ κό­σμο θεω­ρού­νται α­ρε­τές”. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο χώ­ρος του βι­βλίου έ­χει α­νά­γκη αυ­τήν την τρια­δι­κή πα­ρου­σία. Σή­με­ρα πλέ­ον α­πο­τε­λεί τη ρα­χο­κο­κα­λιά του, γι’ αυ­τό και προέ­κυ­ψαν τρό­ποι α­να­πα­ρα­γω­γής και στή­ρι­ξής του. Ένας πρώ­τος εί­ναι οι ε­π’ α­μοι­βή α­να­γνώ­στες, στους ο­ποίους οι εκ­δό­τες ε­μπι­στεύο­νται το έρ­γο της δια­λο­γής. Ένας δεύ­τε­ρος, οι Λέ­σχες Ανά­γνω­σης, που αλ­λοιώ­νουν τον χα­ρα­κτή­ρα της α­νά­γνω­σης ως κα­τά μό­νας η­δο­νή, δια­μορ­φώ­νο­ντας “μη­χα­νι­κούς α­να­γνώ­στες”. Ακό­μη κι ό­ταν προ­κύ­πτει στην ο­μά­δα έ­νας αυ­τό­βου­λος α­να­γνώ­στης, η συ­να­να­στρο­φή του με πα­θη­τι­κούς α­να­γνώ­στες α­πο­βαί­νει μο­λυ­ντι­κή. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, η με­τα­τρο­πή της α­νά­γνω­σης σε συ­ζή­τη­ση, που γί­νε­ται σε πα­ρεΐστι­κη α­τμό­σφαι­ρα δυ­σχε­ραί­νει τη συ­γκέ­ντρω­ση. Ο ε­νερ­γός α­να­γνώ­στης έ­χει α­νά­γκη τη μό­νω­ση, θέ­λει χρό­νο για να συλ­λο­γι­στεί, α­κό­μη και για να α­να­ζη­τή­σει συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά κεί­με­να, α­πα­ραί­τη­τα για μία νο­ε­ρή συ­νο­μι­λία με το βι­βλίο. Αντ’ αυ­τού, θα γνω­ρί­σει τον συγ­γρα­φέα του, που θα προ­σκα­λέ­σει η Λέ­σχη. 
Ένας άλ­λος θε­σμός εί­ναι οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, ό­που ου­σια­στι­κά εκ­παι­δεύε­ται με τα­χύ ρυθ­μό ο “μη­χα­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας”. Μπο­ρεί ο ε­πω­μι­ζό­με­νος την δι­δα­σκα­λία να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους λο­γο­τέ­χνες, ό­μως η δια­δι­κα­σία κα­νο­νι­κο­ποίη­σης της ε­μπει­ρίας της συγ­γρα­φής, το κα­λύ­τε­ρο που φέρ­νει εί­ναι έ­ναν μέ­τριο συγ­γρα­φέα. Όσο για τον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”, αυ­τός μπο­ρεί να προ­κύ­ψει εν μία νυ­κτί α­πό τους ε­πι­κρα­τέ­στε­ρους μιας Λέ­σχης, αλ­λά και α­πό τους τα­λα­ντού­χους των Σχο­λών, ό­που προ­βλέ­πε­ται και ει­δι­κός κύ­κλος μα­θη­μά­των. Και βε­βαίως, ο Τύ­πος προ­βάλ­λει τις α­ρε­τές του τρί­πτυ­χου. Ανα­φέ­ρει θαυ­μα­στι­κά ό­τι τα κα­λύ­τε­ρα βι­βλία πά­νε α­πό στό­μα σε στό­μα, ε­νώ ε­ξά­ρει τα βρα­βεία που στη­ρί­ζο­νται στην ψή­φο των α­να­γνω­στών. Επί­σης, ο­λο­σέ­λι­δες φι­λο­ξε­νού­νται οι συ­νε­ντεύ­ξεις συγ­γρα­φέων, έ­στω και του ε­νός βι­βλίου, ό­ταν εί­ναι α­πό­φοι­τοι Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. 
Όπως ε­πι­ση­μαί­νει η Ουώρ­τον, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­ζη­τά να βα­δί­σει “στη φαρ­διά λεω­φό­ρο που ο­δη­γεί στην έ­γκρι­ση του μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”. “Ευ­κο­λο­διά­βα­τη”, ελ­κύει α­κό­μη και δη­μιουρ­γι­κά τα­λέ­ντα, κα­θώς, μά­λι­στα, εί­ναι “γε­μά­τη με ακ­μαίους συ­νο­δοι­πό­ρους, α­πορ­ρο­φά νέ­ους προ­σκυ­νη­τές και μό­νο α­πό λα­χτά­ρα για συ­ντρο­φι­κό­τη­τα”. Αυ­τή η σπου­δή του συγ­γρα­φέα ση­μαί­νει σπα­τά­λη χρό­νου, δυ­νά­μεων, ε­νέρ­γειας και βε­βαίως, χρη­μά­των για τον εκ­δό­τη, αλ­λά συ­χνά και για τον ί­διο, κα­θώς οι αυ­το­χρη­μα­το­δο­τού­με­νες εκ­δό­σεις αυ­ξά­νο­νται. Μια σπα­τά­λη, ό­μως, νέ­ου τύ­που, που, σε α­ντί­θε­ση με τις πα­λαιό­τε­ρες, ε­γκω­μιά­ζε­ται α­πό το κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Αυ­τές οι ε­παι­νε­τές σπα­τά­λες τεί­νουν να γί­νουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­θη­με­ρι­νής ζωής. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ά­θλη­ση στα γυ­μνα­στή­ρια, που πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Ας πά­ρου­με την ά­σκη­ση στο δη­μο­φι­λέ­στε­ρο α­ε­ρο­βι­κό μη­χά­νη­μα, τον διά­δρο­μο. Από τις ο­κτώ το πρωί μέ­χρι τις έ­ντε­κα το βρά­δυ, νε­α­ρά ά­το­μα περ­πα­τούν ε­πί αυ­τού, δια­σκε­λί­ζουν ή και τρέ­χουν. Ξο­δεύουν χρή­μα­τα, κα­τα­να­λώ­νουν δυ­νά­μεις και ε­νέρ­γεια, και βε­βαίως, σπα­τα­λούν χρό­νο. Όπως α­κρι­βώς οι συγ­γρα­φείς, ε­πι­διώ­κουν, αυ­τοί δια της κα­λής εμ­φα­νί­σεως, την προ­βο­λή και ε­πεί­γο­νται να την ε­ξα­σφα­λί­σουν. Ένας πε­ρί­πα­τος, που θα ά­φη­νε και το πε­ρι­θώ­ριο πε­ρι­συλ­λο­γής, δεν προ­σφέ­ρε­ται, για­τί αρ­γεί να φέ­ρει το ε­πι­θυ­μη­τό α­πο­τέ­λε­σμα. 
Αυ­τές οι σπα­τά­λες, ως ευά­ρε­στες στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, α­πο­φέ­ρουν κα­λές α­πο­λα­βές. Μα­κρο­χρό­νια, ω­στό­σο, έ­χουν κό­στος. Ως γνω­στόν, τα βι­βλία πολ­το­ποιού­νται γρη­γο­ρό­τε­ρα, ό­σο για μία σι­λουέ­τα μέ­σω γυ­μνα­στη­ρίου, αυ­τή α­ντέ­χει μό­νο έ­να κα­λο­καί­ρι. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 12/10/2014.