Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Άλλος ένας Σαίξπηρ

Frank Kermode
«Όλος ο κό­σμος μια σκη­νή.
Η ε­πο­χή του Σαίξ­πηρ»
Με­τά­φρα­ση Λή­δα Φι­λιπ­πο­πού­λου
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Φε­βρουά­ριος 2011

Πο­λύς Σαίξ­πηρ προέ­κυ­ψε τον τε­λευ­ταίο και­ρό. Όπως φαί­νε­ται, ο Σαίξ­πηρ ε­ξα­κο­λου­θεί να εν­δια­φέ­ρει, μπο­ρεί και να συ­γκι­νεί, πα­ρά τη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση κο­ντά τεσ­σά­ρων αιώ­νων. Το 2014, θα ε­ορ­τά­ζο­νται τα 450 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, στις 23 Απρι­λίου 1564, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 2016, τα 400 α­πό το θά­να­τό του, στις 23 Απρι­λίου 1616. Πο­λύς Σαίξ­πη­ρ, λοι­πόν, τό­σο στο θέ­α­τρο, ό­σο και στο χώ­ρο του βι­βλίου. Στο θέ­α­τρο α­νε­βαί­νουν σαιξ­πη­ρι­κές πα­ρα­στά­σεις για ό­λα τα γού­στα. Κλα­σι­κές, ό­πως θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν «Το η­μέ­ρω­μα της στρίγ­γλας» α­πό το Κ.Θ.Β.Ε., με­τα­μο­ντέρ­νες, ό­πως το κο­λάζ σαιξ­πη­ρι­κών έρ­γων αγ­γλι­κής ε­μπνεύ­σεως «Ολό­κλη­ρος ο Σαίξ­πηρ σε μια πα­ρά­στα­ση», αλ­λά και υ­περ­πα­ρα­γω­γές, κα­τα­πώς α­πο­κα­λούν τον «Οθέλ­λο» των Κι­μού­λη-Μαρ­κου­λά­κη, που πρω­τα­γω­νι­στούν στους ρό­λους Οθέλ­λου-Ιά­γου, έ­χο­ντας δί­πλα τους ως Δυσ­δαι­μό­να την τη­λε­ο­πτι­κή σταρ Σμα­ρά­γδα Κα­ρύ­δη. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι το δί­δυ­μο των πρω­τα­γω­νι­στών α­να­λαμ­βά­νει α­πό κοι­νού με­τά­φρα­ση και σκη­νο­θε­σία. Φαί­νε­ται ό­τι έ­κρι­ναν α­νε­παρ­κείς ή και α­κα­τάλ­λη­λες τις με­τα­φρά­σεις των ποιη­τών Ερρί­κου Μπε­λιέ ή Διο­νύ­ση Κα­ψά­λη. Πό­σω μάλ­λον, τις πα­λαιό­τε­ρες Κώ­στα Καρ­θαίου και Βα­σί­λη Ρώ­τα.
Πε­ρισ­σό­τε­ρο, πά­ντως, εκ­πλήσ­σει η με­τά­φρα­ση βι­βλίων γύ­ρω α­πό τον Σαίξ­πηρ. Εκτός α­πό έ­να χα­ρι­τω­μέ­νο η­με­ρο­λό­γιο για το 2011 με σαιξ­πη­ρι­κές ρή­σεις και τίτ­λο, «Σαίξ­πη­ρ, το βή­μα του χρό­νου», κυ­κλο­φό­ρη­σαν και του­λά­χι­στον δυο με­τα­φρά­σεις σχε­τι­κά πρό­σφα­των αγ­γλι­κών βι­βλίων. Τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο εκ­δό­θη­κε η βιο­γρα­φία Σαίξ­πηρ α­πό τον Πή­τερ Ακρόϋντ, την ο­ποία εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει, και δύο μή­νες αρ­γό­τε­ρα, τον Φε­βρουά­ριο, η με­λέ­τη του Φρανκ Κέρ­μο­ντ. Το πρώ­το βι­βλίο εί­χε εκ­δο­θεί στο πρω­τό­τυ­πο το 2005 και το δεύ­τε­ρο, έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα. Πα­ρό­τι τα δυο βι­βλία έ­χουν ε­πι­κα­λύ­ψεις, πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­φέ­ρουν πα­ρά συμ­φω­νούν. Άλλω­στε, το ο­ποιο­δή­πο­τε βι­βλίο α­φο­ρά μεν έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα, αλ­λά ε­κεί­νο που πι­στά κα­θρε­φτί­ζει εί­ναι το ποιόν του συγ­γρα­φέα του. Από το ύ­φος του μέ­χρι το γνω­στι­κό του πε­δίο, αλ­λά και ε­κεί­νο το δυσ­προσ­διό­ρι­στο στοι­χείο, που α­πο­κα­λού­με, μάλ­λον α­σα­φώς, εμ­μο­νές. Ύστε­ρα, πρό­κει­ται μεν για δυο Άγγλους, κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, για δύο τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κούς συγ­γρα­φείς. Επαρ­χιώ­της ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό τη Νή­σο του Μαν, Λον­δρέ­ζος ο νεό­τε­ρος, με ση­μα­ντι­κή η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση, που φθά­νει το εύ­ρος μιας α­κέ­ραιας γε­νιάς. Το 1919 γεν­νή­θη­κε ο Κέρ­μο­ντ, το 1949 ο Ακρόϋντ. Στη δια­φο­ρά η­λι­κίας έρ­χε­ται να προ­στε­θεί το χά­σμα, που υ­πάρ­χει στις συγ­γρα­φι­κές τους ε­να­σχο­λή­σεις. Θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός της λο­γο­τε­χνίας ο πρε­σβύ­τε­ρος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ει­δι­κευ­μέ­νος στις βιο­γρα­φίες, ο νεό­τε­ρος. Επι­προ­σθέ­τως, δια­φέ­ρουν ως προς το ύ­φος. Στον Κέρ­μο­ντ βρί­σκου­με το γνω­στό βρε­τα­νι­κό χιού­μο­ρ, που κα­τα­λή­γει συ­χνά σε δει­κτι­κή ει­ρω­νεία, ε­νώ ο Ακρόϋντ φαί­νε­ται μάλ­λον να στε­ρεί­ται αυ­τού του βρε­τα­νι­κού χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού. Τέ­λος, μια πρό­σθε­τη δια­φο­ρά, ό­σο α­φο­ρά τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη, εί­ναι ό­τι ο μεν Ακρόϋντ πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας δη­μο­φι­λής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος με έ­ντε­κα βι­βλία του με­τα­φρα­σμέ­να μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, ε­νώ ο Κέρ­μο­ντ ως έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος. Αν δεν σφάλ­λου­με, το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο του για τον Σαίξ­πηρ θα πρέ­πει να εί­ναι το πρώ­το που με­τα­φρά­ζε­ται. Γι’ αυ­τό και α­ξί­ζει πρό­σθε­τος έ­παι­νος στους υ­πεύ­θυ­νους του Μ.Ι.Ε.Τ, που το ε­πέ­λε­ξαν. Ακό­μη και ο θά­να­τος του Κέρ­μο­ντ, στις 17 Αυ­γού­στου 2010, πέ­ρα­σε στα ψι­λά. Κι αυ­τή η ε­λά­χι­στη μνεία ο­φει­λό­ταν σε ο­ρι­σμέ­νους πο­λι­τι­στι­κούς συ­ντά­κτες με σχε­τι­κή κα­τα­τό­πι­ση.
Όσο α­φο­ρά την ε­να­σχό­λη­ση των δυο Άγγλων συγ­γρα­φέων με τον Σαίξ­πη­ρ, έ­φθα­σαν σε αυ­τόν α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους και σε δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρίο­δο της ζωής τους. Όπως έ­χου­με ή­δη γρά­ψει, το πά­θος του Ακρόϋντ εί­ναι η πό­λη του, το Λον­δί­νο, και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους βιο­γρά­φη­σε, εί­τε εί­ναι Λον­δρέ­ζοι εί­τε έ­ζη­σαν στην πό­λη για τό­σο με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα ώ­στε να λο­γα­ριά­ζο­νται α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς της. Πρώ­τα ε­ξέ­δω­σε τη βιο­γρα­φία του ί­διου του Λον­δί­νου και με­τά, του Σαίξ­πηρ. Αυ­τή η εμ­μο­νή του Ακρόϋντ εί­ναι εμ­φα­νής στη βιο­γρα­φία, ό­που δί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη έμ­φα­ση στον τό­πο πα­ρά στο πρό­σω­πο. Ακό­μη και η ε­πο­χή σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό την ει­κό­να του Λον­δί­νου κα­τά το γύ­ρι­σμα του 16ου προς τον 17ο αιώ­να. Σε α­ντί­θε­ση με το βι­βλίο του Κέρ­μο­ντ, που α­φιε­ρώ­νει δυο α­πό τα εν­νέα κε­φά­λαια για το ι­στο­ρι­κό βά­θος πε­δίου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την θρη­σκευ­τι­κή Με­ταρ­ρύθ­μι­ση και τον Οί­κο των Τυ­δόρ για να κα­τα­λή­ξει στην Αγγλία της Ελι­σά­βετ.
Το βα­σι­κό­τε­ρο στοι­χείο δια­φο­ρο­ποίη­σής τους εί­ναι ό­τι για τον Κέρ­μο­ντ ο Σαίξ­πηρ συ­νι­στά έ­να α­πό τα πρώ­τα ε­πι­στη­μο­νι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα, ε­ντασ­σό­με­νο στην πρώι­μη φά­ση της πα­νε­πι­στη­μια­κής του στα­διο­δρο­μίας. Ήδη, στη δε­κα­ε­τία του ’60, εκ­δί­δει τέσ­σε­ρα βι­βλία γύ­ρω α­πό το σαιξ­πη­ρι­κό έρ­γο. Το θεω­ρού­με­νο ως έ­να α­πό τα θε­με­λιώ­δη συγ­γράμ­μα­τά του, «Η γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ», που ε­ξέ­δω­σε το 2000, δεί­χνει ό­τι ο Σαίξ­πηρ α­πο­τέ­λε­σε διά βίου ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο βιο­γρα­φι­κό του συγ­γρα­φέα, που πα­ρα­τί­θε­ται στα “αυ­τά­κια” του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται πως το 2002, με­τά το «Η γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ», εκ­δό­θη­κε το «Life after theory». Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, αυ­τό το δεύ­τε­ρο δεν εί­ναι βι­βλίο του Κέρ­μο­ντ αλ­λά μια συ­να­γω­γή συ­νε­ντεύ­ξεων, με θέ­μα το τέ­λος του θεω­ρη­τι­κού λό­γου κα­τά α­ντι­στοι­χία προς το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού. Σε αυ­τό δη­μο­σιεύο­νται τέσ­σε­ρις συ­νε­ντεύ­ξεις, με­τα­ξύ των ο­ποίων και ε­κεί­νη του Κέρ­μο­ντ, δί­πλα στη συ­νέ­ντευ­ξη του γνω­στό­τε­ρου στα κα­θ’ η­μάς Ζακ Ντερ­ρι­ντά.
Στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, ο τίτ­λος του πρω­τό­τυ­που έ­γι­νε πλα­γιό­τιτ­λος, ε­νώ ως τίτ­λος ε­πι­λέ­χτη­κε μια σαιξ­πη­ρι­κή φρά­ση. Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το βι­βλίο ευ­τυ­χεί με­τα­φρα­στι­κά. Μά­λι­στα, σε α­ντί­θε­ση με το προ­η­γού­με­νο, για την α­πό­δο­ση στα ελ­λη­νι­κά των α­πο­σπα­σμά­των α­πό τα θε­α­τρι­κά έρ­γα του Σαίξ­πηρ ε­πι­στρα­τεύ­θη­καν, πλην της με­τά­φρα­σης του Ρώ­τα, και άλ­λες νεό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις. Στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο κά­να­με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι θα χρειά­ζο­νταν πε­ρισ­σό­τε­ρες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις ι­στο­ρι­κής φύ­σεως. Το ί­διο πι­στεύου­με ό­τι ι­σχύει και για τη με­λέ­τη του Κέρ­μο­ντ, ό­που θα μπο­ρού­σαν να διορ­θω­θούν και κά­ποιες α­βλε­ψίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιά­κω­βος Β΄, ο α­πο­κα­λού­με­νος και δού­κας της Υόρ­κης, που στά­θη­κε και ο τε­λευ­ταίος ρω­μαιο­κα­θο­λι­κός βα­σι­λιάς της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας ή­ταν δευ­τε­ρο­γε­νής υιός του Κα­ρό­λου Α΄ και ό­χι α­νι­ψιός του.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως προ­δια­θέ­τει και ο τίτ­λος, αυ­τό το βι­βλίο για τον Σαίξ­πηρ δί­νει λι­γό­τε­ρα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία α­πό ε­κεί­νο του Ακρόϋντ, το ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται βιο­γρα­φία. Ο Κέρ­μο­ντ, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του πρώ­του κε­φα­λαίου, που α­πο­τε­λεί και τον τίτ­λο ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην ε­πο­χή του Σαίξ­πηρ και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στη μορ­φή του ε­λι­σα­βε­τια­νού θεά­τρου. Πα­ρου­σιά­ζει θιά­σους και θέ­α­τρα, α­πό τον θία­σο του Λόρ­δου Αρχι­θα­λα­μη­πό­λου και το θέ­α­τρο Σφαί­ρα μέ­χρι το κλει­στό θέ­α­τρο του Μπλακ­φράϊα­ρς. Ο κύ­ριος κορ­μός του βι­βλίου του εί­ναι τα σαιξ­πη­ρι­κά έρ­γα. Μέ­σα α­πό την α­νά­λυ­ση των έρ­γων δεί­χνει πό­σο άλ­λα­ξε η γρα­φή του Σαίξ­πηρ με την αλ­λα­γή του θε­α­τρι­κού χώ­ρου. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα κε­φά­λαια για “τον πρώι­μο Σαίξ­πη­ρ” και “τα θε­α­τρι­κά έρ­γα στη Σφαί­ρα”. Από το «Όπως α­γα­πά­τε», που ει­κά­ζε­ται ό­τι εί­ναι το πρώ­το έρ­γο το ο­ποίο α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο Σφαί­ρα, μέ­χρι τον «Κο­ριο­λά­νο», την τε­λευ­ταία α­πό τις τρα­γω­δίες που α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο Μπλακ­φράϊα­ρς. Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, εμ­φα­νί­ζε­ται ο εμ­βρι­θής με­λε­τη­τής του Σαίξ­πηρ και ταυ­τό­χρο­να, ο αυ­στη­ρός κρι­τι­κός α­πέ­να­ντι στους άλ­λους με­λε­τη­τές του Σαίξ­πηρ. Ερμη­νεύει τους χα­ρα­κτή­ρες, συ­γκρί­νει ή­ρωες δια­φο­ρε­τι­κών έρ­γων, α­πο­κω­δι­κο­ποιεί τους συμ­βο­λι­σμούς, και βε­βαίως, ε­πι­μέ­νει στη γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ. Για πα­ρά­δειγ­μα, στον «Κο­ριο­λά­νο», ε­πι­ση­μαί­νει την εμ­μο­νή του Σαίξ­πηρ στη λέ­ξη “ό­νο­μα” και την καί­ρια θέ­ση που αυ­τή κα­τέ­χει στη γλώσ­σα του, με τις πα­ραλ­λα­γές της και τις δια­φο­ρε­τι­κές συν­δη­λώ­σεις της. Ακό­μη, δεί­χνει την μέ­ρι­μνα του Σαίξ­πηρ να δέ­σει θέ­μα­τα και χα­ρα­κτή­ρες, α­φε­νός μεν με την ε­πι­και­ρό­τη­τα του και­ρού του, α­φε­τέ­ρου με την Ιστο­ρία. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη ε­πα­νέρ­χε­ται στα δά­νεια του Σαίξ­πηρ α­πό την κλα­σι­κή ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Ο Κέρ­μο­ντ εί­ναι σύ­ντο­μος στις πε­ρι­γρα­φές, ε­νώ, στις πα­ρα­τη­ρή­σεις του, α­πο­βαί­νει συ­χνά δη­κτι­κός αλ­λά και καί­ριος.
Το βι­βλίο του δεν τε­λειώ­νει, ως εί­θι­σται, με το θά­να­το του Σαίξ­πη­ρ, τη δια­θή­κη του και την με­τέ­πει­τα τύ­χη του, αλ­λά με μια μα­κριά α­νά­λυ­ση του τε­λευ­ταίου θε­α­τρι­κού έρ­γου, που α­πο­δί­δε­ται πλή­ρως ή κα­τά μέ­γα μέ­ρος σε ε­κεί­νον, την «Τρι­κυ­μία». Ο Κέρ­μο­ντ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να “βι­βλιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα”, ό­που δί­νει ως βοή­θη­μα του α­να­γνώ­στη έ­ναν κα­τά­λο­γο με κα­τα­το­πι­στι­κά έρ­γα. Το ση­μείω­μα δεί­χνει πό­σο ε­νη­με­ρω­μέ­νος πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι τέ­λους γύ­ρω α­πό το θέ­μα Σαίξ­πηρ. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι πρό­κει­ται για βι­βλία, που δεν έ­χουν με­τα­φρα­στεί, ί­σως να χρεια­ζό­ταν έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα της με­τα­φρά­στριας, με δυο-τρία κα­τα­το­πι­στι­κά βι­βλία για τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη. Βέ­βαια, δεν μπο­ρεί να γί­νει γε­νι­κό­τε­ρος λό­γος για σαιξ­πη­ρι­κή βι­βλιο­γρα­φία και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο για πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία στα ελ­λη­νι­κά. Αυ­τά, α­κό­μη και ως σχό­λια, φα­ντά­ζουν εν Ελλά­δι πο­λυ­τέ­λειες. Πο­λυ­τέ­λειες για αρ­γό­σχο­λους ή για κλι­νι­κά μο­νο­μα­νείς.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα: Ο Λώρενς Ολιβιέ στο ρόλο του Ιάγου από παράσταση του «Οθέλλου», που δόθηκε στο Ολντ Βικ Θέατρο του Λονδίνου, το 1938.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/6/2011.

Κάρολος Κουν και Θέατρο Τέχνης

«Κά­ρο­λος Κουν»
Επι­στη­μο­νι­κή Επι­μέ­λεια
Δηώ Καγ­γε­λά­ρη
Μ.Ι.Ε.Τ, 2010

«Κά­ρο­λος Κουν. Οι πα­ρα­στά­σεις»
Επι­στη­μο­νι­κή Επι­μέ­λεια
Πλά­των Μαυ­ρο­μού­στα­κος
Μου­σείο Μπε­νά­κη, 2008

Κα­τά κα­νό­να, τα ε­πε­τεια­κά έ­τη έρ­χο­νται και πα­ρέρ­χο­νται με φαν­φά­ρες. Αναρ­τού­με φω­το­γρα­φίες των τι­μώ­με­νων, με­τά στί­χων αν πρό­κει­ται για ποιη­τές, στις στά­σεις και το ε­σω­τε­ρι­κό των συ­γκοι­νω­νια­κών μέ­σων. Γί­νε­ται κα­νέ­να συ­νέ­δριο, συ­ναυ­λία ή πα­ρά­στα­ση α­να­λό­γως του προ­σώ­που. Για τους λο­γο­τέ­χνες φρο­ντί­ζει το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου να κα­ταρ­τι­στεί ι­σχνό ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο χρο­νο­λό­γιο, ό­ταν πε­ρισ­σεύουν χρή­μα­τα α­πό την ε­πι­χο­ρή­γη­ση. Με­τά με­ρι­κά χρό­νια, στις κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, εκ­δί­δο­νται και κά­ποια α­πό τα πρα­κτι­κά συ­νε­δρίων. Έργο, ω­στό­σο, μα­κρύ­τε­ρης πνοής, ό­πως έ­να βι­βλίο α­να­φο­ράς, δεν έ­χει μέ­χρι σή­με­ρα φα­νεί. Τό­σων λο­γο­τε­χνών ε­ορ­τά­σα­με τα ε­πε­τεια­κά έ­τη και μια βι­βλιο­γρα­φία δεν κα­ταρ­τί­στη­κε. Ού­τε καν στις πε­ρι­πτώ­σεις, που προ­βλε­πό­ταν α­πό την ε­πι­χο­ρή­γη­ση σχε­τι­κό κο­ντύ­λι. Με αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, οι δύο τό­μοι, ού­τε καν έ­νας, για τον Κά­ρο­λο Κουν α­πο­τε­λούν με­γά­λη έκ­πλη­ξη. Μη γνω­ρί­ζο­ντας τον χώ­ρο του θεά­τρου, δεν μπο­ρού­με να κα­τα­λή­ξου­με, αν πρό­κει­ται για ε­ξαί­ρε­ση των ε­ξαι­ρέ­σεων ή μή­πως οι θε­α­τρο­λό­γοι και λοι­ποί σχε­τι­κοί θεω­ρη­τι­κοί τυγ­χά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ερ­γα­τι­κοί των συ­ντέ­χνων τους σε άλ­λους χώ­ρους, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, σε αυ­τόν της λο­γο­τε­χνίας.
Το ε­πε­τεια­κό έ­τος του Κα­ρό­λου Κουν ή­ταν το 2008, κα­τά το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, ε­πι­σή­μως, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί έ­τος Κα­ρα­γά­τση. Για τον Κουν εί­χε διορ­γα­νω­θεί έκ­θε­ση, για τον Κα­ρα­γά­τση συ­νέ­δριο. Η πρώ­τη συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό τον πρώ­το τό­μο. Πα­ρο­μοίως, το συ­νέ­δριο α­πό τον τό­μο των Πρα­κτι­κών. Και τα δυο εκ­δό­σεις του Μου­σείου Μπε­νά­κη, στο ο­ποίο και φι­λο­ξε­νή­θη­κε τό­σο η έκ­θε­ση ό­σο και το συ­νέ­δριο. Σε με­γά­λο βαθ­μό, φαί­νε­ται να ο­φεί­λο­νται στη νου­νέ­χεια του διευ­θυ­ντή του Μου­σείου Άγγε­λου Δε­λη­βορ­ριά. Στον πρό­λο­γό του, το­νί­ζει ό­τι τα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Κα­ρό­λου Κουν θα εί­χαν συ­νε­γεί­ρει τις αρ­χές, τα πνευ­μα­τι­κά ι­δρύ­μα­τα και το κοι­νό οιου­δή­πο­τε κρά­τους τι­μά το θέ­α­τρο, τον κό­σμο του και την προ­σφο­ρά του, ω­στό­σο, στην Ελλά­δα τα πράγ­μα­τα εί­ναι πά­ντο­τε πιο δύ­σκο­λα α­π’ ό,τι αλ­λού. Γι΄ αυ­τό και ε­κεί­νος φρό­ντι­σε να ε­ξα­σφα­λί­σει τη χο­ρη­γία της Τρά­πε­ζας Κύ­πρου. Ομο­λο­γού­με ό­τι μας εί­χε ε­νο­χλή­σει, ό­ταν προ διε­τίας λά­βα­με τον τό­μο για τον Κουν, η πρό­τα­ξη των προ­λό­γων – δυο ού­τε καν έ­νας – των χο­ρη­γών. Από πού και ως πού έ­να πο­λι­τι­στι­κό α­γα­θό να το προ­λο­γί­ζουν οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες. Ας εί­μα­στε, ό­μως, πρα­κτι­κοί. Εκεί­νο που με­τρά­ει εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα. Και ο Κουν α­πέ­κτη­σε πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία, δη­λα­δή το α­ντί­στοι­χο της βι­βλιο­γρα­φίας, ε­νώ ο Κα­ρα­γά­τσης α­πέ­μει­νε με το ι­σχνό του χρο­νο­λό­γιο-λεύ­κω­μα. Και πά­λι κα­λά, για­τί το ε­πό­με­νο έ­τος, ο τό­τε τι­μώ­με­νος Γιάν­νης Ρί­τσος πα­ρά λί­γο να στε­ρη­θεί α­κό­μη και αυ­τού. Απο­ρεί, βε­βαίως, κα­νείς πώς γί­νε­ται σε μια χώ­ρα, ό­που θάλ­λουν α­ντί­στοι­χοι πο­λι­τι­στι­κοί φο­ρείς και οι δυο τό­μοι για τον Κουν να εκ­δί­δο­νται α­πό τα μορ­φω­τι­κά ι­δρύ­μα­τα τρα­πε­ζι­κών ορ­γα­νι­σμών. Αυ­τό φαί­νε­ται θα εν­νο­εί ο Δε­λη­βορ­ριάς, ό­ταν λέει ό­τι τα πράγ­μα­τα στην Ελλά­δα εί­ναι δύ­σκο­λα. Δι­πλω­μα­τι­κή έκ­φρα­ση, που πι­θα­νώς να εί­ναι η αρ­μό­ζου­σα, έ­να­ντι της κυ­ριο­λε­κτού­σης ό­τι στην χώ­ρα μας γί­νε­ται κα­κή δια­χεί­ρι­ση κον­δυ­λίων αλ­λά και αν­θρώ­πι­νου δυ­να­μι­κού.
Οι δυο τό­μοι του Κουν δεν θα υ­πήρ­χαν χω­ρίς το αν­θρώ­πι­νο δυ­να­μι­κό. Ας πα­ρα­με­ρί­σου­με τα ι­δρύ­μα­τα και τους διευ­θυ­ντές τους κι ας ε­στιά­σου­με στους πρω­τερ­γά­τες. Εί­ναι δυο θε­α­τρο­λό­γοι της νεό­τε­ρης γε­νιάς, γεν­νη­μέ­νοι κα­τά την πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή δε­κα­ε­τία και σπου­δαγ­μέ­νοι στο Πα­ρί­σι. Κρα­τώ­ντας τη σει­ρά εμ­φά­νι­σης των τό­μων, πρό­κει­ται για τον Πλά­τω­να Μαυ­ρο­μού­στα­κο και την Δηώ Καγ­γε­λά­ρη, κα­θη­γη­τές σή­με­ρα στο Κα­πο­δι­στρια­κό και το Αρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο α­ντι­στοί­χως. Και οι δυο εκ­δό­σεις στη­ρί­χτη­καν εν μέ­ρει στο δυ­να­μι­κό του Θεά­τρου Τέ­χνης. Για το ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, το Θέ­α­τρο Τέ­χνης με­τά τον Κουν στά­θη­κε συ­νώ­νυ­μο των μα­θη­τών του, σκη­νο­θε­τών και η­θο­ποιών. Χω­ρίς, ω­στό­σο, το Αρχείο του Θεά­τρου Τέ­χνης και τους αν­θρώ­πους του δεν κα­ταρ­τί­ζε­ται πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία. Ως υ­πεύ­θυ­νη του Αρχείου φέ­ρε­ται η Γεωρ­γία Σι­δέ­ρη.
Ο πρώ­τος τό­μος α­νοί­γει με ει­σα­γω­γή του Μαυ­ρο­μού­στα­κου στο σκη­νο­θε­τι­κό έρ­γο του Κουν, τα έρ­γα και τη δρα­στη­ριό­τη­τα του Θεά­τρου Τέ­χνης. Εκκι­νεί με την δια­πί­στω­ση ό­τι η πα­ρου­σία του Κουν και του Θεά­τρου, που ε­κεί­νος ί­δρυ­σε, δεν έ­χουν με­λε­τη­θεί σε α­ντι­στοι­χία με τη συμ­βο­λή τους, που, κα­τ’ ε­κεί­νον, στοι­χί­ζε­ται δί­πλα σε ε­κεί­νη του Εθνι­κού Θεά­τρου. Ου­σια­στι­κά, τα δυο Θέ­α­τρα υ­πάρ­χουν α­πό το 1932. Το Θέ­α­τρο Τέ­χνης ως α­πό­το­κο της μο­να­χι­κής πο­ρείας του δη­μιουρ­γού του. Συ­γκρα­τού­με την θε­με­λιώ­δη πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι “το Θέ­α­τρο Τέ­χνης σε ό­λη τη διάρ­κεια της ύ­παρ­ξής του ή­ταν το θέ­α­τρο ε­κεί­νο που πα­ρου­σία­ζε τα έρ­γα της ελ­λη­νι­κής και της πα­γκό­σμιας δρα­μα­τι­κής γρα­φής, τα ο­ποία το Εθνι­κό Θέ­α­τρο δεν θα τολ­μού­σε πο­τέ να α­νε­βά­σει”. Σε αυ­τό συ­νέ­τει­νε το γε­γο­νός ό­τι ο Κουν εί­χε συ­σπει­ρώ­σει γύ­ρω του την δη­μιουρ­γι­κή α­φρό­κρε­μα της με­τα­πο­λε­μι­κής Ελλά­δος. Ο με­λε­τη­τής θεω­ρεί ό­τι στα 150 χρό­νια ι­στο­ρίας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής σκη­νής η σα­φέ­στε­ρη μορ­φή πα­ρά­δο­σης, που δια­μορ­φώ­θη­κε, εί­ναι ε­κεί­νη, την ο­ποία κα­θιέ­ρω­σε η αι­σθη­τι­κή του Κουν.
Η πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία, συ­νο­δευό­με­νη α­πό κρι­τι­κο­γρα­φία, χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις χρο­νι­κές πε­ριό­δους: Την πρώ­τη πε­ρίο­δο, προ του Θεά­τρου Τέ­χνης, α­πό το 1930 μέ­χρι το 1942, ό­ταν ο Κουν α­νε­βά­ζει έρ­γα στο Κολ­λέ­γιο Αθη­νών και σκη­νο­θε­τεί στη Λαϊκή Σκη­νή και στους θιά­σους Μα­ρί­κας Κο­το­πού­λη και Κα­τε­ρί­νας Ανδρεά­δη. Την δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που εί­ναι η πρώ­τη του Θεά­τρου Τέ­χνης, α­πό το 1942 μέ­χρι το 1950. Το διά­λειμ­μα 1950-1954, με σκη­νο­θε­σίες και στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο και την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, που εί­ναι η δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δος του Θεά­τρου Τέ­χνης, α­πό το 1954 μέ­χρι το θά­να­το του Κουν, στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1987. Λό­γω του θα­νά­του του α­να­βλή­θη­κε η πρε­μιέ­ρα του έρ­γου της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη, «Ο ή­χος του ό­πλου».
Στον τό­μο πα­ρα­τί­θε­νται χρο­νο­λό­γιο Κα­ρό­λου Κουν και α­πο­λο­γι­σμός α­πό τον ί­διο. Εκεί, με­τα­ξύ άλ­λων, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι δεν τον πει­ρά­ζει η κα­κή κρι­τι­κή, ό­ταν γί­νε­ται με κα­λή πρό­θε­ση. Ακό­μη, θεω­ρού­σε ό­τι οι κρι­τι­κοί στά­θη­καν αρ­κε­τά αυ­στη­ροί α­πέ­να­ντί του. Κυ­ρίως, δεν τον βοή­θη­σαν, ό­ταν προ­σπα­θού­σε να πα­ρου­σιά­σει νέ­ους η­θο­ποιούς, τους ο­ποίους α­να­γνώ­ρι­σαν, α­φού έ­φυ­γαν α­πό το Θέ­α­τρό του. Για τη Δρα­μα­τι­κή Σχο­λή του υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο και κα­τά­λο­γος α­πο­φοί­των.
Ο πρό­σφα­τος, δεύ­τε­ρος τό­μος, έρ­γο της Δηώς Καγ­γε­λά­ρη, εί­ναι κε­ντρω­μέ­νος στο πρό­σω­πο του Κουν. Όντας ταυ­τό­χρο­να έ­να λεύ­κω­μα γι’ αυ­τόν, στη­ρί­ζε­ται, σε με­γά­λη έ­κτα­ση, στα φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια. Ανοί­γει, δί­νο­ντας το λό­γο στον ί­διο τον Κου­ν: Δη­μο­σιεύε­ται έ­να κεί­με­νο της Ελέ­νης Βα­ρο­πού­λου, το ο­ποίο προέ­κυ­ψε δια της συρ­ρα­φής των ε­ξο­μο­λο­γή­σεών του. Εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα μιας σει­ράς συ­ζη­τή­σεων, που έ­γι­ναν το κα­λο­καί­ρι του 1986 στο Υπό­γειο και στο Θέ­α­τρο της ο­δού Φρυ­νί­χου. Ακο­λου­θεί μια σύ­ντο­μη πα­λαιό­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξη του Κουν στον Βάϊο Πα­γκου­ρέλ­λη. Ενώ, πα­ρεμ­βάλ­λο­νται άλ­λα σχε­τι­κά α­πο­σπά­σμα­τα και δυο εν­δια­φέ­ρου­σες μαρ­τυ­ρίες α­πό τις πα­ρα­στά­σεις στο Κολ­λέ­γιο Αθη­νών του Σπύ­ρου Κα­ψά­λη και του Γιάν­νη Γρη­γο­ριά­δη. Τα κεί­με­να πα­ρα­τάσ­σο­νται σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, έ­χο­ντας ως κύ­ριο κορ­μό το λό­γο του ί­διου του Κουν, εί­τε α­πό συ­νε­ντεύ­ξεις εί­τε α­πό ο­μι­λίες. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά λει­τουρ­γούν τα κεί­με­να των άλ­λω­ν: Αι­μί­λιου Χουρ­μού­ζιου, Μά­γιας Λυ­μπε­ρο­πού­λου, της τριά­δας Λα­ζά­νη-Κου­γιουμτ­ζή-Αρμέ­νη, κα­θώς και νεό­τε­ρων θε­α­τρο­λό­γων και με­λε­τη­τών. Ο τό­μος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία, η ο­ποία, ω­στό­σο, πε­ριο­ρί­ζε­ται στα έρ­γα που σκη­νο­θέ­τη­σε ο ί­διος ο Κουν.
Στον σύ­ντο­μο πρό­λο­γό της, η Καγ­γε­λά­ρη θυ­μί­ζει ό­τι πέ­ρυ­σι συ­μπλη­ρώ­θη­καν ε­βδο­μή­ντα χρό­νια α­πό την πρώ­τη σκη­νο­θε­σία του Κουν. Ήταν τον Ια­νουά­ριο του 1930 στο Κολ­λέ­γιο Αθη­νών, με τον Κουν κα­θη­γη­τή των Αγγλι­κών να α­νε­βά­ζει στο πλαί­σιο του μα­θή­μα­τος της αγ­γλι­κής γλώσ­σας «Το τέ­λος του τα­ξι­διού» του Ρό­μπερτ Σέρ­ριφ. Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Κουν γεν­νή­θη­κε στην Πρού­σα της Μι­κράς Ασίας στις 13 Σε­πτεμ­βρίου 1908, αλ­λά έ­ζη­σε α­πό έ­ξι μη­νών μέ­χρι τα εί­κο­σί του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Με­γά­λω­σε με γερ­μα­νί­δα γκου­βερ­νά­ντα και μορ­φώ­θη­κε, αρ­χι­κά, με κα­τ’ οί­κον δα­σκά­λους και με­τά, ε­σώ­κλει­στος στην α­με­ρι­κά­νι­κη Ρο­βέρ­τειο Σχο­λή της Πό­λης. Οι μό­νες πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές του ή­ταν έ­νας χρό­νος, 1927- 1928, στη Σορ­βόν­νη, στο τμή­μα της Αι­σθη­τι­κής. Στην Ελλά­δα ήρ­θε το 1929 και έ­μει­νε. Τό­τε, λέει, αυ­τός και οι μα­θη­τές του (Χορν, Αλέ­ξης Σο­λω­μός, Γιώρ­γος Μυ­λω­νάς…) παί­ζο­ντας, έ­κα­ναν θέ­α­τρο. “Ζού­σα­με τη μα­γεία του θεά­τρου σαν σε ό­νει­ρο…”
Το γε­γο­νός ό­τι η τέ­χνη των αν­θρώ­πων του θεά­τρου δεν α­φή­νει και σπου­δαία α­πτά ί­χνη, ε­κτός α­πό με­ρι­κές φω­το­γρα­φίες ή, κα­μιά φο­ρά, μα­γνη­το­φω­νή­σεις ή, α­κό­μη πιο σπά­νια, βι­ντε­ο­σκο­πή­σεις, κα­θι­στά α­κό­μη πο­λυ­τι­μό­τε­ρους τους δυο τό­μους του Κα­ρό­λου Κουν.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Ο Κουν υπογράφει τον τόμο, «Κάρολος Κουν, 25 χρόνια θέατρο».

Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: 1977. Σκηνή από την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, που ανέβασε το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και σκηνικά-κοστούμια Διονύση Φωτόπουλου, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Ο Γιώργος Αρμένης ως Ερμής, στο κέντρο, ο Γιώργος Λαζάνης ως Τρυγαίος, δεξιά και ο Χορός.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 12/6/2011.

Ο αλληλογράφος Καββαδίας

Νί­κος Καβ­βα­δίας
«Γράμ­μα­τα στην α­δελ­φή του
Τζέ­νια
και στην Έλγκα»
Εκδό­σεις Άγρα
Φε­βρουά­ριος 2011

Πα­λαιό­τε­ρα, στην προ Δια­δι­κτύου ε­πο­χή, ναυ­τι­κός σή­μαι­νε αλ­λη­λο­γρα­φία. Αυ­τό, του­λά­χι­στον ό­ταν έ­χου­με κα­τά νου ναυ­τι­κό σε με­γά­λα, ε­μπο­ρι­κά και ε­πι­βα­τη­γά, βα­πό­ρια με υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια. Αλλη­λο­γρα­φία με την οι­κο­γέ­νεια, τους φί­λους, τις γυ­ναί­κες, αρ­ρα­βω­νια­στι­κιές και α­γα­πη­τι­κές, ό,τι εί­χε ο κα­θέ­νας. Κι αν πα­ρ’ ελ­πί­δα, ο ναυ­τι­κός δεν εί­χε α­φή­σει κα­νέ­ναν δι­κό του πί­σω στην πα­τρί­δα, α­να­ζη­τού­σε ά­γνω­στους, με σκο­πό και μό­νο την αλ­λη­λο­γρα­φία, α­κό­μη και μέ­σα α­πό αγ­γε­λίες. Αυ­τές διά­βα­ζαν οι στε­ρια­νοί σε πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες και φα­ντά­ζο­νταν τους ναυ­τι­κούς με­γά­λους αλ­λη­λο­γρά­φους. Πό­σω μάλ­λον τους ναυ­τι­κούς, που τύ­χαι­νε να εί­ναι γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι, με κο­ρυ­φαίους α­νά­με­σά τους ε­κεί­νους της λο­γο­τε­χνίας. Κι ό­μως, οι δη­μο­σιευ­μέ­νες αλ­λη­λο­γρα­φίες των συγ­γρα­φέω­ν-ναυ­τι­κών εί­ναι ε­λά­χι­στες. Τι συμ­βαί­νει; Μή­πως χά­θη­κα­ν; Ή μή­πως, κι αν α­κό­μη δια­σώ­θη­καν, μέ­νουν κα­τα­χω­νια­σμέ­νες σε ξέ­να αρ­χεία;
Ένας α­πό τους προ­σφι­λέ­στε­ρους, σή­με­ρα, λο­γο­τέ­χνες-ναυ­τι­κούς εί­ναι ο ποιη­τής Νί­κος Καβ­βα­δίας, που υ­πήρ­ξε δια βίου ναυ­τι­κός, α­πό τα δε­κα­εν­νιά του, που μπάρ­κα­ρε για πρώ­τη φο­ρά, μέ­χρι τέ­λους. Όταν ξε­μπάρ­κα­ρε ο­ρι­στι­κά ή­ταν ε­ξή­ντα τεσ­σά­ρων ε­τών. Τρεις μή­νες αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε, στις 10 Φε­βρουα­ρίου 1975, ό­ντας γεν­νη­μέ­νος στις 11 Ια­νουα­ρίου 1910. Αυ­τό ση­μαί­νει κο­ντά σα­ρά­ντα πέ­ντε χρό­νια στη θά­λασ­σα, με μια μό­νο υ­πο­χρεω­τι­κή α­νά­παυ­λα, ε­πτά ε­τών, στον Πό­λε­μο και την Κα­το­χή. Πολ­λοί ο­μό­τε­χνοί του αλ­λά και συ­νά­δελ­φοί του ναυ­τι­κοί μνη­μο­νεύουν τον αλ­λη­λο­γρά­φο Καβ­βα­δία. Τα μο­να­δι­κά, ω­στό­σο, ί­χνη αυ­τού του αλ­λη­λο­γρά­φου ή­ταν, μέ­χρι πρό­τι­νος, με­ρι­κές ε­πι­στο­λές δη­μο­σιευ­μέ­νες σε α­φιε­ρώ­μα­τα και βι­βλία γι’ αυ­τόν. Με α­φορ­μή, ό­μως, την περ­σι­νή ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του α­να­δύ­θη­κε, ε­πι­τέ­λους, ο αλ­λη­λο­γρά­φος Καβ­βα­δίας. Συ­γκε­κρι­μέ­να, Νοέμ­βριο 2010, εκ­δό­θη­κε η αλ­λη­λο­γρα­φία Καβ­βα­δία-Κα­ρα­γά­τση και τον πε­ρα­σμέ­νο Φε­βρουά­ριο, η αλ­λη­λο­γρα­φία του με τις δυο γυ­ναί­κες της ζωής του, την α­δελ­φή του και την α­νι­ψιά του. Στον α­να­γνώ­στη μέ­νει η α­πο­ρία, αν πρό­κει­ται για το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του αλ­λη­λο­γρά­φου Καβ­βα­δία ή μή­πως, για την κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Από έ­να νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο αρ­χείο, ό­πως υ­πο­θέ­του­με ό­τι εί­ναι το Αρχείο Καβ­βα­δία, θα πε­ρι­μέ­να­με μια α­πά­ντη­ση. Με άλ­λα λό­για, μια κα­τα­γρα­φή των αλ­λη­λο­γρά­φων του, ό­πως και των σω­ζό­με­νων ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των. Δε­δο­μέ­νου ό­τι πολ­λοί α­πό τους αλ­λη­λο­γρά­φους του ή­ταν συγ­γρα­φείς, κά­ποιοι, μά­λι­στα, με ε­πί­σης νοι­κο­κυ­ρε­μέ­να αρ­χεία, θα α­να­με­νό­ταν να γί­νουν δια­σταυ­ρώ­σεις και α­ντί­στοι­χες δη­μο­σιεύ­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, σε μια ε­πι­στο­λή προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 14.1.41, α­να­φέ­ρει έ­να γράμ­μα του Θρά­σου Κα­στα­νά­κη, το ο­ποίο χα­ρα­κτη­ρί­ζει έ­ξο­χο. Δυ­στυ­χώς, στις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, που έ­γι­ναν με τη φρο­ντί­δα της Μα­τί­νας Βα­σι­λείου και του εκ­δό­τη του Καβ­βα­δία, Σταύ­ρου Πε­τσό­που­λου, με τη συ­νερ­γα­σία της α­νι­ψιάς του Έλγκας Καβ­βα­δία, δεν α­να­φέ­ρε­ται τί­πο­τα για την τύ­χη της ε­πι­στο­λής. Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, τε­λι­κά, α­πό το Μέ­τω­πο δια­σώ­θη­καν μό­νο οι ε­πι­στο­λές Κα­ρα­γά­τση; Κι ό­μως, ο Καβ­βα­δίας, κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, μνη­μο­νεύει γράμ­μα­τα που έ­στει­λε ή που προ­τί­θε­το να στεί­λει σε συγ­γε­νείς και φί­λους.
Όπως και να έ­χει, προ­σώ­ρας δια­θέ­του­με δυο αλ­λη­λο­γρα­φίες Καβ­βα­δία, οι ο­ποίες, με την σχε­δόν ταυ­τό­χρο­νη έκ­δο­σή τους, λει­τουρ­γούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, α­να­δει­κνύο­ντας δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του. Από μια ά­πο­ψη, κά­τι τέ­τοιο εί­ναι α­να­με­νό­με­νο. Αλλιώς γρά­φεις στους δι­κούς σου αν­θρώ­πους κι αλ­λιώς σε έ­ναν φί­λο. Και μά­λι­στα, ό­ταν δεν πρό­κει­ται για μια α­δελ­φή ψυ­χή. Ο Κα­ρα­γά­τσης μπο­ρεί να ή­ταν ο­μό­τε­χνός του και κο­ντά συ­νο­μή­λι­κός του, αλ­λά α­νή­κε σε άλ­λη κοι­νω­νι­κή τά­ξη και δια­φο­ρε­τι­κή ι­δε­ο­λο­γία. Γι’ αυ­τό και η αλ­λη­λο­γρα­φία τους κι­νεί­ται κυ­ρίως στους λο­γο­τε­χνι­κούς τους κό­σμους και τις α­πο­λαύ­σεις ε­νός κα­λο­ζωι­στή του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­πως ή­ταν και οι δυο. Του­τέ­στιν τσι­γά­ρο, πο­τό, γυ­ναί­κες. Προ­πα­ντός, το τε­λευ­ταίο. Βε­βαίως, ο κα­θέ­νας τους τα α­πο­λάμ­βα­νε κα­τά τον τρό­πο που ζού­σε.
Ο Καβ­βα­δίας της δεύ­τε­ρης αλ­λη­λο­γρα­φίας δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρων. Ίσως, για­τί γρά­φει πιο αυ­θόρ­μη­τα, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας τον βα­θύ­τε­ρο ε­αυ­τό του. Αυ­τός, ο ναυ­τι­κός, που δεν α­πέ­κτη­σε μό­νι­μη σύ­ντρο­φο και που δια­τεί­νε­ται πως πο­τέ του δεν α­γά­πη­σε, εκ­πλήσ­σει με την τρυ­φε­ρό­τη­τά του. Έτσι ό­πως την εκ­δη­λώ­νει στην α­νι­ψιά του, προς την ο­ποία α­πευ­θύ­νει ε­πι­στο­λές, πριν α­κό­μη ε­κεί­νη κλεί­σει τα δυο, με γλυ­κό­λο­γα και διη­γή­σεις σαν πα­ρα­μύ­θια. Αλλά και ό­πως την εκ­φρά­ζει προς την α­δελ­φή του, της ο­ποίας έ­χει συ­νε­χώς την έ­γνοια. Και ύ­στε­ρα, προς την υ­πό­λοι­πη οι­κο­γέ­νεια, την μη­τέ­ρα του και τους δυο α­δελ­φούς του, προς τους ο­ποίους στέλ­νει α­νελ­λι­πώς χαι­ρε­τί­σμα­τα, α­πο­κα­λώ­ντας τους με α­γα­πη­σιά­ρι­κα υ­πο­κο­ρι­στι­κά. Τέ­λος, με τρυ­φε­ρό­τη­τα, αλ­λά και ποιη­τι­κή διά­θε­ση, α­να­φέ­ρε­ται στις γυ­ναί­κες των λι­μα­νιών. Σκόρ­πιες φρά­σεις, που μοιά­ζουν με α­πα­στρά­πτο­ντα θραύ­σμα­τα μιας ε­ρω­τι­κής αλ­λη­λο­γρα­φίας, που φαί­νε­ται ό­τι δεν γρά­φτη­κε.
Ο Καβ­βα­δίας φα­νε­ρώ­νε­ται στις ε­πι­στο­λές του συ­ναι­σθη­μα­τι­κά δι­χα­σμέ­νος. Μοιά­ζει με πα­ντρε­μέ­νο, που μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στην οι­κο­γέ­νεια και την ε­ρω­μέ­νη. Για τον Καβ­βα­δία, η ε­ρω­μέ­νη εί­ναι η θά­λασ­σα. Νιώ­θει ε­νο­χές, που α­φή­νει για χά­ρη της τους δι­κούς του αν­θρώ­πους. Εξι­λεώ­νε­ται ψω­νί­ζο­ντάς τους δώ­ρα και κά­νο­ντας σχέ­δια για τις συ­να­ντή­σεις τους. Έστω κι αν αυ­τές εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά σύ­ντο­μες. Σε έ­ναν στε­ρια­νό φαί­νε­ται α­σύλ­λη­πτο να τα­ξι­δεύει κά­ποιος τρεις μή­νες και η ε­πι­στρο­φή να εί­ναι λί­γες μό­νο ώ­ρες και με­τά να α­κο­λου­θεί έ­να άλ­λο τρί­μη­νο τα­ξί­δι. Όμως ο ναυ­τι­κός Καβ­βα­δίας δεν υ­πο­φέ­ρει α­πό νό­στο. Κα­τα­με­σής του Ινδι­κού Ωκε­α­νού δη­λώ­νει ό­τι νιώ­θει “σα στο σπί­τι” του. Ή και “σαν το ψά­ρι στο νε­ρό”. Όταν τα­ξι­δεύει, χά­νε­ται “στα πα­ρα­μύ­θια της Χα­λι­μάς”. “Ίσως να ’ναι αυ­τό που λέ­νε ευ­τυ­χία”, α­πο­φαί­νε­ται. Αν και με­γα­λύ­τε­ροι οι εν­θου­σια­σμοί στις ε­πι­στο­λές της νε­α­ρής η­λι­κίας, κρα­τά­νε, πά­ντως, μέ­χρι τέ­λους.
Οι δυο αλ­λη­λο­γρα­φίες, με τη μορ­φή που εκ­δό­θη­καν, δια­φέ­ρουν και ως προς τη δο­μή τους, με α­πο­τέ­λε­σμα να δια­φο­ρο­ποιού­νται α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ως α­να­γνώ­σμα­τα. Η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Κα­ρα­γά­τση, πα­ρό­τι α­ριθ­μεί 25 ε­πι­στο­λές του Καβ­βα­δία και λό­γω α­πω­λειών μό­νο δέ­κα του Κα­ρα­γά­τση, έ­χει τη μορ­φή δια­λό­γου. Ακό­μη και προς το τέ­λος, που α­ραιώ­νει η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών, αλ­λά και οι ί­διοι α­πο­μα­κρύ­νο­νται ψυ­χι­κά λό­γω της μα­κράς α­που­σίας του Καβ­βα­δία, δια­τη­ρεί­ται ο χα­ρα­κτή­ρας της συ­νο­μι­λίας. Ενώ, η αλ­λη­λο­γρα­φία με τις δυο γυ­ναί­κες, έ­τσι που δη­μο­σιεύε­ται χω­ρίς τις δι­κές τους α­πα­ντή­σεις, πα­ρό­λο που οι ε­πι­στο­λές τους πρέ­πει να δια­σώ­ζο­νται και θα μπο­ρού­σαν του­λά­χι­στον με­ρι­κές να πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ως εν­δει­κτι­κές του δια­λό­γου τους, παίρ­νει τη μορ­φή ε­νός ε­πι­στο­λι­κού μο­νό­λο­γου, που ξε­δι­πλώ­νε­ται στο διά­στη­μα μιας ζωής.
Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους α­ριθ­μεί 87 ε­πι­στο­λές. Οι 57 εί­ναι προς την α­δελ­φή του, οι 24 προς την α­νι­ψιά του και έ­ξι έ­χουν και τις δυο ως α­πο­δέ­κτες. Οι ε­πι­στο­λές α­πλώ­νο­νται σε μία τρια­κο­ντα­ε­τία, α­πό τις 20.6.1935 η πρώ­τη μέ­χρι τις 17.12.1965 η τε­λευ­ταία. Εί­ναι, ω­στό­σο, ά­νι­σα κα­τα­νε­μη­μέ­νες, κα­θώς συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε 14 χρό­νια, α­πο­τε­λώ­ντας, ου­σια­στι­κά, τρεις με­γά­λες ε­νό­τη­τες. Η πρώ­τη ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λεί­ται α­πό πέ­ντε ε­πι­στο­λές προς την α­δελ­φή του, α­πό το κα­λο­καί­ρι του 1935, ό­ταν ο Καβ­βα­δίας τα­ξί­δευε με το «Queen Alexandra» α­πό τον Περ­σι­κό Κόλ­πο στο Κάρ­ντιφ της Ουαλ­λίας. Οι τρεις συ­νι­στούν, ου­σια­στι­κά, μια ε­πι­στο­λή, α­φού τις γρά­φει μέ­σα σε έ­να τριή­με­ρο, 30.8-1.9, α­πό μια την η­μέ­ρα. Στην πρώ­τη, πε­ρι­γρά­φει τα δώ­ρα, που τους έ­χει α­γο­ρά­σει, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας μια σι­βυλ­λι­κή α­να­φο­ρά σε μια πρώ­τη γυ­ναί­κα των λι­μα­νιών. Ενώ, στις δυο άλ­λες, πε­ρι­γρά­φει τους Εγγλέ­ζους αλ­λά και μια γυ­ναί­κα, που κοι­μό­ταν με έ­να μα­χαί­ρι κά­τω α­πό το προ­σκέ­φα­λό της. Ανά­μνη­ση μιας νύ­χτας στο πα­λιό Αλγέ­ρι. Αυ­τός ο συ­νειρ­μι­κός τρό­πος του Καβ­βα­δία, που α­να­κα­τώ­νει ε­ντυ­πώ­σεις α­πό αν­θρώ­πους και τό­πους με τα ε­σώ­ψυ­χά του, συ­νι­στά τη μο­να­δι­κό­τη­τα αυ­τών των ε­πι­στο­λών.
Ο Καβ­βα­δίας τα­ξι­δεύει ή­δη έ­ξι χρό­νια, α­πό το 1929, που μπάρ­κα­ρε για πρώ­τη φο­ρά στο φορ­τη­γό «Άγιος Νι­κό­λα­ος» της γραμ­μής Αλε­ξάν­δρεια-Μασ­σα­λία-Πορτ Σάι­ντ. Αυ­τές οι ε­πι­στο­λές, αν δεν έ­γι­νε ξά­κρι­σμα κα­τά τη δη­μο­σίευ­ση, θα πρέ­πει να εί­ναι οι μό­νες σω­ζό­με­νες α­πό την πρώ­τη πε­ρίο­δο του ναυ­τι­κού Καβ­βα­δία, την προ του Πο­λέ­μου. Όπως τους γρά­φει την 1η Σε­πτεμ­βρίου 1935, τού μέ­νουν εί­κο­σι η­μέ­ρες, που θα ε­ξα­σκή­σει α­κό­μη το ε­πάγ­γελ­μα του ναυ­τι­κού και προ­σπα­θεί να δει ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρεί. Για τα τα­ξί­δια του Καβ­βα­δία, δεν γνω­ρί­ζου­με αν έ­χει δη­μο­σιευ­τεί λε­πτο­με­ρές χρο­νο­λό­γιο. Δεί­χνει, ω­στό­σο, α­πα­ραί­τη­το ως συ­νο­δευ­τι­κό των αλ­λη­λο­γρα­φιών του. Όπως και να έ­χει, η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, α­πο­τε­λού­με­νη α­πό δώ­δε­κα ε­πι­στο­λές, εί­ναι α­πό τα χρό­νια της στε­ρια­νής α­νά­παυ­λας.
Συ­γκε­κρι­μέ­να, πέ­ντε ε­πι­στο­λές στέλ­νο­νται α­πό την Ξάν­θη, ό­που ο Καβ­βα­δίας κλή­θη­κε το 1938 για στρα­τιω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση, α­φού, ως προ­στά­της οι­κο­γε­νείας, εί­χε α­παλ­λα­γεί της στρα­τιω­τι­κής θη­τείας. Εί­ναι α­πό το φθι­νό­πω­ρο του 1939, τό­τε που ξε­κι­νά­ει η αλ­λη­λο­γρα­φία του με τον Κα­ρα­γά­τση. Τέσ­σε­ρις προς την α­δελ­φή του, ό­που η μία εί­ναι η πρώ­τη α­πό κοι­νού, σε ε­κεί­νη και την α­νι­ψιά του. “Στο α­γα­πη­μέ­νο του κο­ρι­τσά­κι” α­πευ­θύ­νο­νται και οι δυο ε­πό­με­νες ε­πι­στο­λές: Χρι­στού­γεν­να 1939, Χρι­στού­γεν­να 1940. Η δεύ­τε­ρη στέλ­νε­ται α­πό τον Λό­χο Δια­βι­βά­σεων, κα­θώς, εν­δια­μέ­σως, ο Καβ­βα­δίας ε­πι­στρα­τεύ­τη­κε. Αρχι­κά, ως η­μιο­νη­γός και τραυ­μα­τιο­φο­ρέ­ας και με­τά, ως α­συρ­μα­τι­στής. Στρα­τιώ­της πλέ­ον παίρ­νει το δί­πλω­μα του ρα­διο­τη­λε­γρα­φη­τή Β’ τά­ξεως. Ως στρα­τιώ­της στέλ­νει ε­πτά ε­πι­στο­λές στις α­γα­πη­μέ­νες του και πέ­ντε στον Κα­ρα­γά­τση. Στην α­δελ­φή του, πά­ντως, γρά­φει ό­τι εί­ναι κα­κιω­μέ­νος μα­ζί του. Δεί­χνει να τον έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει, κα­θώς δεν ντύ­θη­κε στο χα­κί, ό­πως έ­σπευ­σαν να κά­νουν πολ­λοί άν­θρω­ποι του πνεύ­μα­τος και της τέ­χνης, αλ­λά έ­μει­νε ξα­πλω­μέ­νος στην πο­λυ­θρό­να του. Εδώ, μνη­μο­νεύει και την ε­πι­στο­λή του ο­μοϊδεά­τη του Κα­στα­νά­κη, που πέ­ρα­σε την Κα­το­χή στην Αθή­να, παίρ­νο­ντας μέ­ρος στην Αντί­στα­ση, ό­πως και ο Καβ­βα­δίας.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μας πα­ρα­ξε­νεύει μια υ­πο­σε­λί­διος ση­μείω­ση στην ε­πι­στο­λή της 10ης Φε­βρουα­ρίου 1941. Ο Καβ­βα­δίας γρά­φει: “… Για το θά­να­το του με­γά­λου Έλλη­να η λύ­πη σου εί­ναι πο­λύ δι­καιο­λο­γη­μέ­νη. Όμως μας ά­φη­σε δρό­μους ω­ραίους ν’ α­κο­λου­θή­σου­με. «Η Ελλά­δα ο έ­ρω­τάς μας και ο Σταυ­ρός μας», α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες φρά­σεις που έ­χω κι ε­γώ α­κού­σει…” Στη ση­μείω­ση, ει­κά­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου. Όμως, ο Πα­πα­ντω­νίου εί­χε πε­θά­νει σχε­δόν έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, την 1η Φε­βρουα­ρίου 1940, ο­πό­τε προς τι αυ­τή η τό­σο ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη έκ­φρα­ση λύ­πης και μά­λι­στα, ό­ταν υ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη ε­πι­στο­λή, με η­με­ρο­μη­νία 14.1.40; Πά­ντως, στο διά­στη­μα με­τα­ξύ των δυο ε­πι­στο­λών, ο μό­νος Έλλη­νας, που πέ­θα­νε και ο ο­ποίος θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί με­γά­λος, του­λά­χι­στον ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο, με τις νι­κη­φό­ρες μά­χες στο Αλβα­νι­κό Μέ­τω­πο, εί­ναι ο Ιωάν­νης Με­τα­ξάς, στις 29 Ια­νουα­ρίου 1941. Όσο για τη φρά­ση, δεν εί­ναι σί­γου­ρα του Πα­πα­ντω­νίου.
Απο­μέ­νει η τρί­τη και με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα ε­πι­στο­λών α­πό τα υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια του α­συρ­μα­τι­στή πλέ­ον Καβ­βα­δία. Σύμ­φω­να με το χρο­νο­λό­γιο του Φί­λιπ­που Φι­λίπ­που, με τη λή­ξη του Πο­λέ­μου, Οκτώ­βριο 1945, ο Καβ­βα­δίας μπάρ­κα­ρε ως δό­κι­μος α­συρ­μα­τι­στής στο ε­πι­βα­τη­γό «Κο­ρίν­θια», που αρ­χι­κά έ­κα­νε τη γραμ­μή Πει­ραιάς-Θεσ­σα­λο­νί­κη-Κα­βά­λα και με­τά, Πει­ραιάς-Αλε­ξάν­δρεια-Μασ­σα­λία. Από αυ­τά τα τα­ξί­δια, δη­μο­σιεύε­ται μό­νο μια κάρ­τα α­πό τη Μασ­σα­λία, με η­με­ρο­μη­νία 31.8.46. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, αρ­χί­ζει το πή­γαι­νε-έ­λα του Καβ­βα­δία στην πέ­μπτη Ήπει­ρο, την Αυ­στρα­λία, που τον μα­γεύει. Το 1949 μπαρ­κά­ρει ως α­συρ­μα­τι­στής στο ε­πι­βα­τη­γό «Κυ­ρή­νεια», που με­τα­φέ­ρει τις κα­ρα­βιές των με­τα­να­στών. “Κά­νει τη γραμ­μή Αυ­στρα­λία, Genova, Πόρ­το, Άντεν, Κο­λό­μπο, Φρι­μάν, Μέλ­μπουρν, τριά­ντα τρεις μέ­ρες τα­ξί­δι.” Την πρώ­τη χρο­νιά, το 1949, πα­ρα­κο­λου­θού­με α­πό κο­ντά το τα­ξί­δι, κα­θώς γρά­φει μια ε­πι­στο­λή α­πό κά­θε σταθ­μό. Η ε­κτε­νέ­στε­ρη α­πό τον Ινδι­κό Ωκε­α­νό, πε­ρι­μέ­νο­ντας να φα­νεί το Κο­λό­μπο. Ενώ, συ­νη­θί­ζει τη νέα του κα­τοι­κία, το «Κυ­ρή­νεια», και παύει να νο­σταλ­γεί το «Κο­ρίν­θια». Στην προ­τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή του 1949, ε­τοι­μά­ζε­ται για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής και ή­δη ο­νει­ρεύε­ται τα ε­πό­με­να α­λέ ρε­τούρ α­νά­με­σα στις Ηπεί­ρους. Η τε­λευ­ταία του 1949 εί­ναι α­πό έ­να άλ­λο τα­ξί­δι της ί­διας πά­ντο­τε γραμ­μής. Γραμ­μέ­νη α­νή­με­ρα στη γιορ­τή του, α­να­κα­λεί πε­ρα­σμέ­νες γιορ­τές και γυ­ναί­κες. Τις πραγ­μα­τι­κές, και τις άλ­λες, των ζω­γρά­φων, που στοι­χειώ­νουν τη φα­ντα­σία του και πολ­λά­κις μνη­μο­νεύο­νται στις ε­πι­στο­λές του.
Δη­μο­σιεύο­νται 26 ε­πι­στο­λές του 1951, μια του 1952, 11 του 1953, χρο­νιά που παίρ­νει το δί­πλω­μα α­συρ­μα­τι­στή Α’ τά­ξεως, τέσ­σε­ρις του 1954, έ­ξι του 1955, ό­ταν ε­γκα­τα­λεί­πει το «Κυ­ρή­νεια» για το «Λυ­δία», “έ­να κα­λο­θά­λασ­σο σκα­ρί”. Άλλες εν­νέα ε­πι­στο­λές του 1956 και δυο του 1957, τα­ξι­δεύο­ντας σε άλ­λες γραμ­μές. Η αλ­λη­λο­γρα­φία κλεί­νει με δυο γράμ­μα­τα, πο­λύ με­τα­γε­νέ­στε­ρα, του 1965. Χω­ρίς τις ε­πι­στο­λές των δυο γυ­ναι­κών, ού­τε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις για τις κα­κου­χίες, αρ­ρώ­στιες και θα­νά­τους, που συμ­βαί­νουν στην οι­κο­γέ­νεια, ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­στο­λές α­πο­μέ­νουν ε­νο­χλη­τι­κά γρι­φώ­δεις.
Σε μια ε­πι­στο­λή, ο Καβ­βα­δίας γρά­φει πως “θα μπο­ρού­σε ευ­κο­λό­τα­τα να τους τη­λε­γρα­φεί κά­θε μέ­ρα”, ό­μως, τό­τε, “θα ’χα­νε τη ση­μα­σία της η α­πό­στα­ση που τό­σο φο­βό­μα­στε κι α­γα­πά­με”. Εί­ναι προ­φα­νές, ό­τι ό­σες ζωές κι αν εί­χε, δεν θα άλ­λα­ζε με τί­πο­τε τη θά­λασ­σα. Ίσως, οι ε­πι­στο­λές του Καβ­βα­δία προς τις δυο γυ­ναί­κες, να εί­ναι α­πό τα συ­ναρ­πα­στι­κό­τε­ρα τα­ξι­διω­τι­κά. Τε­λι­κά, ο πυ­ρε­τός για τη θά­λασ­σα του Μαυ­ρή, κα­τα­πώς υ­πο­γρά­φει τις ε­πι­στο­λές του, κρά­τη­σε σχε­δόν μι­σό αιώ­να…

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νίκος Καββάδιας με τον Θράσο Καστανάκη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/6/2011.

Μαρτυρίες από τη Μέση Ανατολή στα χρόνια της Κατοχής

Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης
«Συρ­μα­τέ­νιοι, ξε­συρ­μα­τέ­νιοι· ό­λοι Χιώ­τες πρό­σφυ­γες και στρα­τιώ­τες στη Μέ­ση Ανα­το­λή Αφη­γή­σεις 1941-1946» Επί­με­τρο Στρά­τος Δορ­δα­νάς Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας Δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση: Σε­πτέμ­βριος 2010

Τον προ­η­γού­με­νο μή­να ο Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης ε­ξέ­δω­σε το πέ­μπτο πε­ζο­γρα­φι­κό του βι­βλίο. Εί­ναι το πέ­μπτο ε­ντός τε­τρα­ε­τίας και το χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στό­ρη­μα. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο πως εν­νο­εί τους ό­ρους μυ­θι­στό­ρη­μα και νου­βέ­λα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι δεν τους ε­ξαρ­τά α­πό τον α­ριθ­μό σε­λί­δων και ό­τι δια­τη­ρεί μια τα­κτι­κό­τη­τα στη χρή­ση τους, κα­τά την α­κο­λου­θία: μυ­θι­στό­ρη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Μό­νο η συ­νέ­χεια θα δεί­ξει αν η δυα­δι­κή δο­μή α­πο­τε­λεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της συγ­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής ή πα­ρε­πό­με­νο του εκ­δο­τι­κού ρυθ­μού που έ­χει υιο­θε­τή­σει. Πού και­ρός για διή­γη­μα. Όπως και να έ­χει, το γε­γο­νός ό­τι βγά­ζει το πρώ­το του βι­βλίο για το 2011 μή­να Απρί­λιο, δη­μιουρ­γεί εύ­λο­γες προσ­δο­κίες ό­τι ε­φέ­τος θα εκ­δώ­σει του­λά­χι­στον τρία πε­ζο­γρα­φι­κά βι­βλία ε­ντός του έ­τους έ­να­ντι των δυο πέ­ρυ­σι και του ε­νός πρό­περ­σι. Δεν τον πή­ραν, πά­ντως, τα χρό­νια. Εφέ­τος συ­μπλη­ρώ­νει τα σα­ρά­ντα. Απο­ρίας ά­ξιο, για­τί ε­πεί­γε­ται. Πι­θα­νώς, λό­γω χα­ρα­κτή­ρα. Σύμ­φω­να με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του, πα­θιά­ζε­ται με ό,τι κι αν κα­τα­πιά­νε­ται. Μας θυ­μί­ζει τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό, που στα τριά­ντα του, τον πρώ­το χρό­νο που εμ­φα­νί­στη­κε, ε­ξέ­δω­σε μα­ζε­μέ­να τέσ­σε­ρα βι­βλία. Αν και ο Μα­κρι­δά­κης εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση. Πρώ­τα, οι σπου­δές μα­θη­μα­τι­κού, με­τά, η διτ­τή εμ­φά­νι­ση ως ι­στο­ριο­δί­φης και πε­ζο­γρά­φος και τέ­λος, η α­φο­σίω­ση στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, την Χίο.
Προ­σώ­ρας πα­ρα­με­ρί­ζου­με το και­νού­ριό του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Η ά­λω­ση της Κω­στα­ντίας», α­φού, μό­λις προχ­θές, δη­μο­σιεύ­σα­με πα­ρου­σία­ση για την τε­λευ­ταία του νου­βέ­λα. Ση­μειώ­νου­με, ω­στό­σο, ό­τι πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να πε­ζο­γρά­φη­μα, με ευ­ρη­μα­τι­κό τίτ­λο, ό­πως και ό­λοι οι προ­η­γού­με­νοι, και με το ί­διο ευ­ρη­μα­τι­κή πλο­κή, που κα­τα­λή­γει, κα­τά τον συ­νή­θη τρό­πο του, με μία α­πρό­σμε­νη α­να­τρο­πή. Συ­γκρα­τού­με το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της προ­φο­ρι­κό­τη­τας, στα­θε­ρό σε ό­λη την πε­ζο­γρα­φι­κή του δου­λειά. Κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία ή σε έ­να με­γά­λο μέ­ρους τους, τό­σο οι νου­βέ­λες ό­σο και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, έ­χουν τη μορ­φή μο­νο­λό­γων. Αλλά και η δου­λειά, που έ­χει κά­νει ως ι­στο­ριο­δί­φης, ε­ντάσ­σε­ται, ως ε­πί το πλεί­στον, στην προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία. Από τις ερ­γα­σίες που έ­χει εκ­δώ­σει, στην Αθή­να, δη­λα­δή ε­κτός Χίου, εί­ναι γνω­στό μό­νο έ­να βι­βλίο του, που εκ­δό­θη­κε α­πό τον α­θη­ναϊκό εκ­δο­τι­κό οί­κο των πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων του, συ­μπα­ρα­συ­ρό­με­νο α­πό ε­κεί­να.
Το 1997, ο Μα­κρι­δά­κης δη­μιούρ­γη­σε στο νη­σί του το Κέ­ντρο Χια­κών Με­λε­τών ως συ­νέ­χεια ή και ε­ξέ­λι­ξη ε­νός προϋπάρ­χο­ντος πε­ρι­βαλ­λο­ντο­λο­γι­κού συλ­λό­γου. Τό­τε, άρ­χι­σε την έκ­δο­ση ε­νός τρι­μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού, με τίτ­λο, «Πε­λιν­ναίος». Στο Κέ­ντρο, βα­σι­κά με προ­σω­πι­κή του ερ­γα­σία, δη­μιούρ­γη­σε αρ­χείο προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας, χαρ­το­γρα­φή­σεων και φω­το­γρα­φιών, κα­θώς και εκ­δο­τι­κό μη­χα­νι­σμό, α­πό τον ο­ποίο έ­χουν εκ­δο­θεί ε­πτά βι­βλία. Ως πα­ρά­πλευ­ρη α­πώ­λεια της πε­ζο­γρα­φι­κής του ε­να­σχό­λη­σης, ήρ­θε πρό­σφα­τα η α­να­στο­λή της έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού στο 57ο τεύ­χος του. Ας ε­πα­νέλ­θου­με, ό­μως, στο μό­νο γνω­στό σε μας δείγ­μα της δου­λειάς του ι­στο­ριο­δί­φη Μα­κρι­δά­κη: στο πρώ­το ι­στο­ρι­κό βι­βλίο, που ε­ξέ­δω­σε στην Χίο το 2006.
Πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο με μαρ­τυ­ρίες η­λι­κιω­μέ­νων συ­ντο­πι­τών του, οι ο­ποίοι την πε­ρίο­δο της Κα­το­χής α­να­γκά­στη­καν να ε­γκα­τα­λεί­ψουν την Χίο. Σύμ­φω­να με τον πρό­λο­γο του βι­βλίου, την πρώ­τη α­φή­γη­ση την μα­γνη­το­φώ­νη­σε Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα 2001 στο χω­ριό Πυ­ρα­μά. Εί­ναι η μαρ­τυ­ρία του Στέ­λιου Λεω­νή. Στα ε­πό­με­να πέ­ντε χρό­νια, α­κο­λού­θη­σε κα­τα­γρα­φή πολ­λών άλ­λων α­φη­γή­σεων. Στην αρ­χή, λί­γο-πο­λύ ό­ποιον τύ­χαι­νε να συ­να­ντή­σει, με­τά πιο συ­στη­μα­τι­κά. Τε­λι­κά, το βι­βλίο του στη­ρί­ζε­ται σε 27 διη­γή­σεις. Τέσ­σε­ρις εί­ναι γυ­ναι­κών. Οι Χιώ­τες που α­φη­γού­νται, προέρ­χο­νται α­πό δια­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη του νη­σιού. Συ­νο­λι­κά, α­πό ε­πτά τό­πους. Χάρ­της δεν προ­βλέ­πε­ται. Πού να φα­ντα­στεί έ­νας Χιώ­της την α­να­γκαιό­τη­τά του. Θα έ­πρε­πε, ό­μως, να το φρο­ντί­σει η ε­πι­με­λή­τρια του βι­βλίου, κα­θώς οι α­φη­γή­σεις βρί­θουν, ό­πως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, α­πό το­πω­νύ­μια. Οι τέσ­σε­ρις τό­ποι, που βρί­σκο­νται στην α­να­το­λι­κή πλευ­ρά του νη­σιού, εί­ναι γνω­στοί, λό­γω και του του­ρι­σμού: η πό­λις της Χίου με 18 α­φη­γή­σεις, νο­τιό­τε­ρα ο Κά­μπος με μια και το χω­ριό Θυ­μια­νά με τρεις, βο­ρειό­τε­ρα το Βρο­ντά­δος με δυο. Λι­γό­τε­ρο γνω­στά εί­ναι τα τρία βό­ρεια χω­ριά: βο­ρειο­δυ­τι­κά και σε μι­κρή α­πό­στα­ση α­πό τη Βο­λισ­σό η Πυ­ρα­μά και σε τρι­πλά­σια σχε­δόν α­πό­στα­ση η Παρ­πα­ριά και βο­ρειο­α­να­το­λι­κά οι Κη­που­ριές. Αντι­στοι­χεί έ­νας α­φη­γη­τής α­πό κά­θε χω­ριό, πα­ρό­λο που θα πε­ρι­μέ­να­με πε­ρισ­σό­τε­ρους, α­φού ε­κεί εί­ναι τα μέ­ρη του συγ­γρα­φέα. Έτσι κι αλ­λιώς, ό­μως, δεν εν­δια­φέ­ρουν τα χω­ριά των α­φη­γη­τών, αλ­λά το ο­δοι­πο­ρι­κό τους, α­φό­του ε­γκα­τέ­λει­ψαν το νη­σί ε­πί γερ­μα­νι­κής Κα­το­χής.
Αυ­τές οι α­φη­γή­σεις, χω­ρίς πα­ρεμ­βά­σεις στο ι­διό­λε­κτό τους, δεν πα­ρα­τί­θε­νται αυ­το­τε­λείς, αλ­λά τε­μα­χί­ζο­νται και τα α­πο­σπά­σμα­τά τους συ­νε­νώ­νο­νται κα­τά θέ­μα­τα, συ­νι­στώ­ντας τα α­ντί­στοι­χα κε­φά­λαια. Ου­σια­στι­κά, εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην ε­νιαία ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή, που α­πο­πει­ρά­ται ο συγ­γρα­φέ­ας. Με αυ­τόν τον τρό­πο, δη­μιουρ­γού­νται εν­νέα κε­φά­λαια, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται ο ε­πί­λο­γος του συγ­γρα­φέα και το ε­πί­με­τρο του ι­στο­ρι­κού Στρά­του Δορ­δα­νά. Και τα δυο κεί­με­να γε­νι­κο­λο­γούν γύ­ρω α­πό τις συν­θή­κες ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Με ευ­χο­λό­για και πα­ραι­νέ­σεις κα­τα­λή­γει ο συγ­γρα­φέ­ας. Ενώ, ο ι­στο­ρι­κός βγά­ζει συ­μπε­ρά­σμα­τα, που συμ­φω­νούν με μια τρέ­χου­σα ερ­μη­νεία της Ιστο­ρίας, πα­ρα­λεί­πο­ντας έ­να ι­στο­ρι­κό διά­γραμ­μα για ό­σα συ­νέ­βη­σαν ε­κεί­να τα χρό­νια στα νη­σιά του Ανα­το­λι­κού Αι­γαίου, και κυ­ρίως, για τα γε­γο­νό­τα στη Μέ­ση Ανα­το­λή, τις συμ­μα­χίες και τους δι­χα­σμούς. Όταν α­γνοού­με, ό­πως φά­νη­κε και με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Μα­ρώς Δού­κα «Το δί­κιο εί­ναι ζό­ρι­κο πο­λύ», πό­τε οι Γερ­μα­νοί α­πο­χώ­ρη­σαν α­πό τα διά­φο­ρα μέ­ρη της Ελλά­δος, ταυ­τί­ζο­ντας την α­πο­χώ­ρη­σή τους α­πό ό­λη την Ελλά­δα με ε­κεί­νη α­πό την Αθή­να, θα γνω­ρί­ζου­με τις α­ντι­φα­σι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις και τα κι­νή­μα­τα στη Μέ­ση Ανα­το­λή, τα ο­ποία, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι ελ­λι­πώς ι­στο­ρη­μέ­να! Ο Δορ­δα­νάς υ­πο­γραμ­μί­ζει μεν ό­τι η προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία σε το­πι­κό ε­πί­πε­δο α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό ερ­γα­λείο του ι­στο­ρι­κού, αλ­λά πα­ρα­λεί­πει ό­τι πρό­κει­ται για έ­να υ­λι­κό, α­πό τη φύ­ση του, συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό στον κυ­ρίως κορ­μό της Ιστο­ρίας. Ως προς τι το ε­πί­με­τρο σε έ­να βι­βλίο προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας, αν ό­χι για να δο­θεί αυ­τός ο κορ­μός; Στους πε­ρισ­σό­τε­ρους, θα φα­νεί γρι­φώ­δης α­κό­μη και ο τίτ­λος του βι­βλίου. Αναμ­φι­βό­λως, εί­ναι ποιη­τι­κά τα ε­πί­θε­τα συρ­μα­τέ­νιοι για τους ε­ντός των στρα­το­πέ­δων και ξε­συρ­μα­τέ­νιοι για τους ε­κτός, αλ­λά αυ­τό δεν φτά­νει. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην «Ιστο­ρία του Νέ­ου Ελλη­νι­σμού 1770-2000» υ­πό την διεύ­θυν­ση του Βα­σί­λη Πα­να­γιω­τό­που­λου, το ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νο σχε­τι­κό κε­φά­λαιο, γραμ­μέ­νο α­πό τον ι­στο­ρι­κό Τά­σο Σα­κελ­λα­ρό­που­λο, α­να­φέ­ρει διε­ξο­δι­κά τα κι­νή­μα­τα του 1943 και του 1944. Για τη τύ­χη, ω­στό­σο, των στα­σια­στών, μνη­μο­νεύει α­πλώς ό­τι α­πο­μα­κρύν­θη­καν α­πό το στρά­τευ­μα και ό­τι φυ­λα­κί­στη­καν. Τα στρα­τό­πε­δα που δη­μιουρ­γή­θη­καν, ε­κεί­νο το πε­ρι­βό­η­το Ελ Ντά­μπα στα δυ­τι­κά του Ελ Αλα­μέιν και τα δει­νά των ε­κτο­πι­σθέ­ντων, πε­ρι­μέ­νουν τον ι­στο­ριο­γρά­φο τους. Αφθο­νούν, βε­βαίως, τα βι­βλία με μαρ­τυ­ρίες. Ού­τε, ό­μως, ως θέ­μα της προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας α­ξιο­λο­γεί­ται. Πι­θα­νώς, για­τί δεν συ­νά­δει με τις τρέ­χου­σες θεω­ρή­σεις.
Οι Γερ­μα­νοί κα­τέ­λα­βαν τη Χίο στις 4 Μαΐου του 1941, μια ε­βδο­μά­δα με­τά την Αθή­να. Σύ­ντο­μο το πρώ­το κε­φά­λαιο, συ­γκε­ντρώ­νει μαρ­τυ­ρίες για την πεί­να τον πρώ­το χει­μώ­να, του ’41-’42. Πε­ρισ­σό­τε­ρο υ­πέ­φε­ραν οι κά­τοι­κοι της πό­λης της Χίου, ό­πως άλ­λω­στε ό­λοι οι κά­τοι­κοι πό­λεων. Φορ­τω­μέ­νοι ό,τι τι­μαλ­φή εί­χε ο κα­θέ­νας, τρα­βού­σαν προς τα νό­τια χω­ριά αλ­λά και τα βό­ρεια, της Αμα­νής, για να τα α­νταλ­λά­ξουν με τρό­φι­μα. Κυ­ρίως η πεί­να, αλ­λά και οι διώ­ξεις των Γερ­μα­νών, ώ­θη­σαν πολ­λούς σε φυ­γή. Έτσι άρ­χι­σε ο διά­πλους του στε­νού και η κα­τα­φυ­γή αρ­χι­κά α­πέ­να­ντι, στην Τουρ­κία. Οι μαρ­τυ­ρίες του δεύ­τε­ρου κε­φα­λαίου κά­νουν λό­γο για τις νυ­χτε­ρι­νές α­πο­δρά­σεις, τα μπου­λού­κια, τις σα­θρές βάρ­κες και τη γερ­μα­νι­κή πε­ρί­πο­λο στο κα­τό­πι τους. Κά­ποια τα­ξί­δια κα­τέ­λη­γαν α­λε ρε­τού­ρ, ό­ταν οι Τούρ­κοι τους έ­στελ­ναν πί­σω. Κά­ποια, α­κό­μη πιο δρα­μα­τι­κά, συ­νε­χί­ζο­νταν ε­μπρός πί­σω, κα­θώς ού­τε οι Γερ­μα­νοί ή­θε­λαν να ξα­να­πα­ρα­λά­βουν α­μά­χους. Το ζη­τού­με­νο και των δυο πλευ­ρών ή­ταν οι μά­χι­μοι. Μπο­ρεί ό­σοι έ­φευ­γαν να α­να­ζη­τού­σαν κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες, κυ­ρίως να μην πε­θά­νουν α­πό την πεί­να, ό­μως το κλι­μά­κιο της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης, με τους Άγγλους να έ­χουν το γε­νι­κό πρό­σταγ­μα, ζη­τού­σε στρα­τεύ­σι­μους. Εκό­ντες ά­κο­ντες οι πρό­σφυ­γες συ­γκρό­τη­σαν, μα­ζί με τους Έλλη­νες πά­ροι­κους της Αι­γύ­πτου, τις ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις ξη­ράς, θα­λάσ­σης και αέ­ρος της Μέ­σης Ανα­το­λής.
Στο τρί­το κε­φά­λαιο, οι πρό­σφυ­γες, πολ­λοί α­πό αυ­τούς Μι­κρα­σιά­τες, δη­λα­δή για δεύ­τε­ρη φο­ρά πρό­σφυ­γες, έ­χουν να λέ­νε για την κα­λή υ­πο­δο­χή των Τούρ­κων, που τους προέ­κυ­πταν Τουρ­κο­χιώ­τες και Τουρ­κο­κρη­τι­κοί. Στο ε­πό­με­νο κε­φά­λαιο, αρ­χί­ζει η “προώ­θη­ση” προς τη Χάϊφα μέ­σω Κύ­πρου. Κι ό­ταν η Κύ­προς γέ­μι­σε, σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς προω­θού­ντο μέ­σω Σμύρ­νης για το Χα­λέ­πι της Συ­ρίας. Εκεί­νος ο πρώ­τος α­φη­γη­τής, ο Λεω­νής, θυ­μά­ται τη θερ­μή υ­πο­δο­χή στην Κύ­προ σε συν­δυα­σμό με την αιω­νίως υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ελ­λη­νι­κό­τη­τα της Με­γα­λο­νή­σου. Τους υ­πο­δέχ­θη­καν σαν α­δέλ­φια και ε­κεί­νοι έ­νιω­θαν σαν σε ελ­λη­νι­κό έ­δα­φος. Τους α­πο­κα­λού­σαν, ό­μως, και πρό­σφυ­γες. Πά­ντως, ο Λεω­νής ως Έλλη­νας εξ Ελλά­δος εί­χε την τύ­χη, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, να γνω­ρί­σει τον Μα­κά­ριο στη Μο­νή Κύκ­κου.
Ακο­λου­θεί το κε­φά­λαιο “στο στρα­τό της Μέ­σης Ανα­το­λής”. Πώς τους ντύ­σα­νε στην Πα­λαι­στί­νη, πώς, ό­σοι έ­φτα­σαν πρώ­τοι, κα­τα­τάχ­θη­καν στην 1η Τα­ξιαρ­χία και τους έ­λα­χε το Μέ­τω­πο του Ελ Αλα­μέιν, ε­νώ, ό­σοι άρ­γη­σαν, έ­μει­ναν στη 2η Τα­ξιαρ­χία. Ο Μα­κρι­δά­κης α­να­σύ­ρει κά­ποιες ε­ντυ­πω­σια­κές φρά­σεις και τις το­πο­θε­τεί ως πλα­γιό­τιτ­λους. Όπως το «Οι νε­κροί φρέ­σκοι», ό­ταν έ­νας α­φη­γη­τής θυ­μά­ται ό­τι εί­χαν κα­τα­σκη­νώ­σει μέ­σα σε πρό­χει­ρο, στη­μέ­νο βια­στι­κά με­τά τη μά­χη, νε­κρο­τα­φείο. Δια­σώ­ζει ε­κτε­νέ­στε­ρα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τις μαρ­τυ­ρίες του Με­τώ­που και ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν στο Ελ Αλα­μέιν.
Στο έ­κτο κε­φά­λαιο, “α­πό τα κι­νή­μα­τα στα σύρ­μα­τα”, α­να­λαμ­βά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, εκ του προ­χεί­ρου, να πα­ρου­σιά­σει την Αντι­φα­σι­στι­κή Στρα­τιω­τι­κή Οργά­νω­ση (Α.Σ.Ο.), που ι­δρύ­θη­κε το 1941, τα κι­νή­μα­τα, τα στρα­τό­πε­δα και τα σύρ­μα­τα. Οι μαρ­τυ­ρίες αυ­τού του κε­φα­λαίου, ό­πως και του ε­πό­με­νου για τον Ιε­ρό Λό­χο, ά­ξι­ζαν μιας αυ­το­τε­λούς πα­ρου­σία­σης. Μό­νο σε το­πι­κές μο­νο­γρα­φίες α­να­φέ­ρο­νται οι ε­πι­χει­ρή­σεις στα Δω­δε­κά­νη­σα, η στά­ση των Ελλή­νων και των Εγγλέ­ζων, κα­θώς και οι με­τα­ξύ τους προ­στρι­βές. Πώς, λ.χ., κα­τέ­λα­βαν τη Σύ­μη με τον Τσι­γά­ντες διοι­κη­τή, πώς τη χά­σα­νε οι Εγγλέ­ζοι και πώς την α­να­κα­τέ­λα­βαν.
Σε αυ­τά τα δυο κε­φά­λαια, αλ­λά και σε ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο, α­κό­μη και στα δυο τε­λευ­ταία για τους κα­ταυ­λι­σμούς των προ­σφύ­γων και την ε­πι­στρο­φή στο νη­σί τους, στις α­φη­γή­σεις α­να­φέ­ρο­νται πολ­λά ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και τό­πων, ε­νώ πε­ρι­γρά­φο­νται συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πι­χει­ρή­σεις. Και τα δυο κα­θι­στούν α­να­γκαίες τό­σο τις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις ό­σο και έ­να ευ­ρε­τή­ριο. Πα­ρά­δειγ­μα ο Φώ­της Αγγου­λές: Οι ι­στο­ρίες που τους έ­λε­γε α­πό τη Χίο, το ποίη­μα που α­πήγ­γει­λε και έ­τρε­ξαν οι Εγγλέ­ζοι να τον συλ­λά­βουν. Ακό­μη, το ποίη­μά του, το «Μπιρ Χα­κίμ». “Εκεί στο Μπιρ Χα­κί­μ, οι να­ζί ε­σκο­τώ­σα­νε δε­κα­πέ­ντε χι­λιά­δες α­ντι­φα­σί­στες Γάλ­λους στρα­τιώ­τες. Για­τί, ό­ταν έ­γι­νε η υ­πο­χώ­ρη­ση των συμ­μα­χι­κών στρα­τευ­μά­των, οι Άγγλοι δεν ει­δο­ποιή­σα­νε τους Γάλ­λους κι αυ­τοί ή­τα­νε μες στην άμ­μο μες στα α­μπριά κι ά­ξαφ­να εί­δα­νε α­πό πά­νω τους να­ζί με τα αυ­τό­μα­τα. Κι άρ­χι­σε μά­χη στή­θος με στή­θος. Δεν έ­μει­νε ού­τε έ­νας Γάλ­λος ζω­ντα­νός… Εί­δα το μέ­ρος που τους εί­χα­νε θά­ψει… Δά­σος α­πό σταυ­ρούς…” Ήταν η 1η Τα­ξιαρ­χία των Ελεύ­θε­ρων Γάλ­λων υ­πό τη διοί­κη­ση του στρα­τη­γού Μα­ρί-Πιερ Κε­νί­γκ.
Δεν εί­ναι ά­γνω­στος ο Αγγου­λές. Υπάρ­χει το βι­βλίο της Έλλης Πα­πα­δη­μη­τρίου πριν 35 χρό­νια, αλ­λά και η αν­θο­λό­γη­ση της ποίη­σής του α­πό τον Γιώρ­γο Μπλά­να προ τριε­τίας. Χιώ­της, γεν­νη­μέ­νος στο Τσε­σμέ, ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Ανυ­πό­τα­κτος μια ζωή, βρέ­θη­κε στρα­τευ­μέ­νος στη Μέ­ση Ανα­το­λή, ε­κεί ε­ξέ­δι­δε το στρα­τιω­τι­κό πε­ριο­δι­κό «Ελλάς», που τυ­πω­νό­ταν στο τυ­πο­γρα­φείο του Πα­τριαρ­χείου, αρ­γό­τε­ρα υ­πη­ρέ­τη­σε ως υ­φι­στά­με­νος του Σε­φέ­ρη στο κυ­βερ­νη­τι­κό γρα­φείο Τύ­που στο Κάΐρο. Πολ­λά χρό­νια τα πέ­ρα­σε σε στρα­τό­πε­δα, φυ­λα­κές και ε­ξο­ρίες. Πέ­θα­νε το 1964.
Θα α­δι­κού­σα­με το βι­βλίο, αν δεν το­νί­ζα­με ό­τι εί­ναι έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο. Με έμ­φυ­τη, ό­μως, την τά­ση να βλέ­που­με το πο­τή­ρι γε­μά­το μό­νο μέ­χρι τη μέ­ση, δεν μπο­ρού­με να μην α­να­λο­γι­στού­με πό­σο εν­δια­φέ­ρον θα εί­χε μια πλη­ρέ­στε­ρη και υ­πο­μνη­μα­τι­σμέ­νη έκ­δο­ση των μαρ­τυ­ριών.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Χαρακτικό του Α. Τάσσου.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/6/2011.

Εκδοχές ενός ταξιδιού

Δώ­ρα Κα­σκά­λη
«Στο τρέ­νο»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Αθή­να, 2010

Τα διη­γή­μα­τα μιας συλ­λο­γής μπο­ρεί να εί­ναι σκόρ­πια παι­διά της έ­μπνευ­σης, μπο­ρεί, ό­μως, και να έ­χουν κά­ποιους δε­σμούς α­να­με­τα­ξύ τους. Αυ­τοί, πά­λι, μπο­ρεί να εί­ναι δε­σμοί αί­μα­τος, ό­πως θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν οι θε­μα­τι­κές συγ­γέ­νειες. Μπο­ρεί, ό­μως, να εί­ναι και δε­σμοί εξ αγ­χι­στείας, που ση­μαί­νει χα­λα­ρό­τε­ροι και πι­θα­νώς, ό­τι προέ­κυ­ψαν α­πό την α­νά­γκη συ­στέ­γα­σης των διη­γη­μά­των σε μια συλ­λο­γή. Έτσι θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τους δε­σμούς τό­που ή και χρό­νου, α­φού, σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις, μπο­ρεί ο συγ­γρα­φέ­ας να πα­ραλ­λά­ξει, εκ των υ­στέ­ρων, αυ­τά τα στοι­χεία στα διη­γή­μα­τα, ώ­στε να τα κά­νει ο­μο­ει­δή. Στο πρώ­το της βι­βλίο, η Δώ­ρα Κα­σκά­λη συ­γκε­ντρώ­νει ο­κτώ διη­γή­μα­τα, με συν­δε­τι­κό κρί­κο τον τό­πο, στον ο­ποίο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται. Μό­νο που, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ο τό­πος συ­νι­στά μέ­ρος του θέ­μα­τος και συ­νε­πώς, θα ή­ταν α­δύ­να­το να δια­φο­ρο­ποιη­θεί.
Όπως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του βι­βλίου, στα ε­πτά α­πό τα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, οι ή­ρωες τα­ξι­δεύουν με τρέ­νο. Μά­λι­στα, ο α­ριθ­μός της θέ­σης τους μα­ζί με τον α­ριθ­μό του βα­γο­νιού α­πο­τε­λούν τον τίτ­λο του κά­θε διη­γή­μα­τος. Πρό­κει­ται για τα συ­νο­λι­κά πέ­ντε βα­γό­νια μιας α­μα­ξο­στοι­χίας, του «Συρ­μού 27», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του κα­τα­λη­κτι­κού διη­γή­μα­τος. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή μο­νο­λό­γου. Πρό­κει­ται για τον μο­νό­λο­γο του ί­διου του συρ­μού, ό­ταν αυ­τός ε­γκα­τα­λεί­πει τον κε­ντρι­κό σταθ­μό και ο­δεύει προς βορ­ρά, ό­πως έ­χει κά­νει ά­πει­ρες φο­ρές στον μα­κρό­χρο­νο βίο του. Το ει­κά­ζου­με ό­τι υ­πήρ­ξε μα­κρό­χρο­νος, μια και πρό­κει­ται για τον συρ­μό «Αρι­στο­τέ­λης», της γραμ­μής Αθή­να-Θεσ­σα­λο­νί­κη, που φη­μί­ζε­ται για την πα­λαιό­τη­τα των τρέ­νων της. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι η τε­λευ­ταία φο­ρά, κα­θώς πη­γαί­νει για α­πό­συρ­ση.
Για το τρέ­νο, ως θέ­μα ή και α­πλώς ως σκη­νι­κό, έ­χουν γρα­φεί ουκ ο­λί­γα διη­γή­μα­τα, κα­θώς και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Θε­μα­τι­κή, πά­ντως, αν­θο­λο­γία, ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χει. Μό­νο μια με διη­γή­μα­τα ι­σπα­νών, αρ­γε­ντί­νων και μα­ξι­κά­νων συγ­γρα­φέων, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει προ ε­τών, με τίτ­λο, «Σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς». Προ­σφά­τως, για να ε­ορ­τα­σθούν τα δε­κά­χρο­να του Διε­θνούς Αε­ρο­λι­μέ­να Αθη­νών, προ­κη­ρύχ­θη­κε δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος με θέ­μα «Τα­ξί­δι στον Αέ­ρα». Κα­νο­νι­κά, θα έ­πρε­πε να εί­χε προ­η­γη­θεί δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος για το τρέ­νο, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί σι­δη­ρό­δρο­μοι, που κρα­τούν α­πό την ε­πο­χή του Χα­ρί­λα­ου Τρι­κού­πη, έ­χουν προ πολ­λού συ­μπλη­ρώ­σει την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα τους. Δεν γνω­ρί­ζου­με, πά­ντως, άλ­λο συγ­γρα­φέα στα κα­θ’ η­μάς, που να έ­γρα­ψε σει­ρά διη­γη­μά­των με θέ­μα το τρέ­νο.
Η Κα­σκά­λη προ­τι­μά την α­φή­γη­ση στο τρί­το πρό­σω­πο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ι­στο­ρίες της πα­ρα­κο­λου­θούν την ο­πτι­κή ε­νός μό­νο προ­σώ­που. Εκτός α­πό δυο διη­γή­μα­τα, που, στον τίτ­λο τους, έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας θέ­σεις, ο­πό­τε και η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί ι­σά­ριθ­μα πρό­σω­πα. Σε κά­θε ι­στο­ρία, ο τα­ξι­διώ­της αλ­λά­ζει φύλ­λο, η­λι­κία και ε­πάγ­γελ­μα. Έτσι δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση μιας ε­πι­λε­κτι­κής πε­ρι­πτω­σιο­λο­γίας, που φαί­νε­ται να γί­νε­ται σε μια προ­σπά­θεια εμ­βά­θυν­σης στην ψυ­χο­σύν­θε­ση των τα­ξι­διω­τών, κα­θώς και στις νοο­τρο­πίες δια­φο­ρε­τι­κών η­λι­κιών και κοι­νω­νι­κών τά­ξεων. Στο πρώ­το διή­γη­μα, ο τα­ξι­διώ­της εί­ναι έ­νας ι­διω­τι­κός υ­πάλ­λη­λος, που η ε­ται­ρεία του, με έ­δρα τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, τον στέλ­νει στην Αθή­να για εκ­παι­δευ­τι­κό σε­μι­νά­ριο. Εί­ναι δέ­κα χρό­νια πα­ντρε­μέ­νος και έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός τέ­κνα. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν τον ε­μπο­δί­ζει να κυ­νη­γά τις ε­ρω­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες. Σε ό­λη τη διάρ­κεια του τα­ξι­διού, α­να­πο­λεί μια πα­λαιό­τε­ρη σχέ­ση του. Ήταν μια γυ­ναί­κα, χω­ρίς α­να­στο­λές, που ζού­σε μό­νη της. Η σχέ­ση τους δια­κό­πη­κε ξαφ­νι­κά, με πρω­το­βου­λία ε­κεί­νης. Η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­μπλο­κή και των δυο, την ο­ποία δεν ή­θε­λαν να πα­ρα­δε­χτούν, την κα­τέ­στη­σε α­δύ­να­τη. Το διή­γη­μα σκια­γρα­φεί τον γνώ­ρι­μο τύ­πο του ά­ντρα, που έ­χει με­γά­λη ι­δέα για τη γο­η­τεία και τον αν­δρι­σμό του.
Στο δεύ­τε­ρο, μια φοι­τή­τρια θέλ­γε­ται α­πό νε­α­ρό συ­ντα­ξι­διώ­τη της. Τα αι­σθή­μα­τα δεί­χνουν α­μοι­βαία. Μό­νο που ε­κεί­νη έ­χει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­ναν η­λι­κιω­μέ­νο ε­ρα­στή, που την συ­ντη­ρεί, ε­νώ ε­κεί­νον τον πε­ρι­μέ­νει ο μό­νι­μος δε­σμός του στην Αθή­να. Τε­λι­κά, δεν τολ­μούν ού­τε να συ­στη­θούν, πό­σω μάλ­λον να α­νταλ­λά­ξουν τη­λέ­φω­να. Η κο­πέ­λα, ω­στό­σο, ελ­πί­ζει σε μια μελ­λο­ντι­κή συ­νά­ντη­σή τους, ό­ταν α­δέ­σμευ­τοι θα βρε­θούν ε­κτός Ελλά­δος. Αυ­τή η ρο­μα­ντι­κή της διά­θε­ση δεν πο­λυ­ται­ριά­ζει με το πρα­κτι­κό πνεύ­μα, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν οι σκέ­ψεις της.
Στο τρί­το διή­γη­μα, πε­ρι­γρά­φε­ται μια συ­γκυ­ρία δρα­μα­τι­κών κα­τα­στά­σεων με κε­ντρι­κό πρό­σω­πο έ­ναν συ­ντα­ξιού­χο, που τα­ξι­δεύει στην Αθή­να για να δει τα δυο πα­ντρε­μέ­να παι­διά του. Ο ί­διος, με­τά α­πό χρό­νια σκλη­ρής δου­λειάς στις οι­κο­δο­μές, έ­χει ε­γκα­τα­στα­θεί στο χω­ριό του, κο­ντά στη Βέ­ροια, και έ­χει ξα­να­πα­ντρευ­τεί, α­φού έ­χα­σε νω­ρίς α­πό καρ­κί­νο τη γυ­ναί­κα του. Στο ε­πό­με­νο διή­γη­μα, το τα­ξί­δι εί­ναι τα­ξί­δι ε­πι­στρο­φής μιας γυ­ναί­κας στον ά­ντρα και το παι­δί της. Στην Αθή­να εί­χε έρ­θει για να ε­πι­σκε­φτεί μια φί­λη της, πα­λιά συ­νά­δελ­φο στο α­θη­ναϊκό “κα­λό σπί­τι”, ό­που δού­λευε, πριν την α­πο­κα­τα­στή­σει έ­νας χτί­στης α­πό βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο χω­ριό. Την έ­βγα­λε α­πό το βούρ­κο, θα έ­γρα­φε έ­νας πα­λαιό­τε­ρος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος.
Στο πέ­μπτο διή­γη­μα, α­να­τέ­μνε­ται το πρό­βλη­μα της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας στον κλοιό στρα­τώ­να και οι­κο­γέ­νειας. Ένας φα­ντά­ρος, στην πρώ­τη του έ­ξο­δο, ε­πι­στρέ­φει στο πα­τρι­κό του στην Αθή­να. Με σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, ή­δη τρια­ντά­ρης, βρέ­θη­κε πα­ρα­δό­ξως να υ­πη­ρε­τεί στον Έβρο. Έχει ζή­σει έ­να δυ­να­τό δε­σμό με φί­λο του στη Γερ­μα­νία. Ακα­τα­στά­λα­κτος, ό­μως, σκέ­φτε­ται σο­βα­ρά τον μό­νι­μο δε­σμό με γυ­ναί­κα. Ακο­λου­θεί το διή­γη­μα, που έ­χει ως τίτ­λο πολ­λές θέ­σεις, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται τα προ­βλή­μα­τα μιας οι­κο­γέ­νειας λό­γω ε­νός δια­ζυ­γίου, κα­τά το ε­νός κα­κού μύ­ρια έ­πο­νται. Τη συλ­λο­γή κλεί­νει το διή­γη­μα, με τίτ­λο δυο θέ­σεις, στο ο­ποίο έ­νας η­λι­κιω­μέ­νος α­πό χω­ριό μο­νο­λο­γεί, ε­νώ ο νε­α­ρός συ­ντα­ξι­διώ­της του σκέ­πτε­ται, τις δι­κές του δυ­σκο­λίες, ε­παγ­γελ­μα­τι­κές και οι­κο­γε­νεια­κές. Επι­μύ­θιο, ο κα­θείς και τα βά­σα­νά του. Αυ­τό εί­ναι το ευ­ρύ φά­σμα η­ρώων και προ­βλη­μα­τι­σμών, που κα­θο­ρί­ζει ως έ­να βαθ­μό το α­πο­τέ­λε­σμα.
Το πρώ­το βι­βλίο της Κα­σκά­λη δεί­χνει την α­φη­γη­μα­τι­κή της ά­νε­ση. Λι­γό­τε­ρο ι­κα­νο­ποιη­τι­κές δεί­χνουν οι ψυ­χο­γρα­φή­σεις, που α­πο­πει­ρά­ται. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού ξα­νοί­γε­ται σε τό­σες δια­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις. Στις πιο α­νοί­κειες προς αυ­τήν, σχη­μα­το­ποιεί, κα­τα­λή­γο­ντας να στρογ­γυ­λεύει τους χα­ρα­κτή­ρες. Τα πά­θη, ό­μως, δεν ε­πι­δέ­χο­νται πα­ρό­μοιες τα­χτο­ποιή­σεις. Για­τί άλ­λα τα υ­λι­κά της πε­ζο­γρα­φίας κι άλ­λα μιας κοι­νω­νιο­λο­γι­κής με­λέ­της. Για πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα, που δη­μο­σιεύει στο πρό­σφα­το τεύ­χος του «Εντευ­κτη­ρίου», δεί­χνει σαν α­φη­γη­μα­τι­κή ε­φαρ­μο­γή της δι­δα­κτο­ρι­κής της γύ­ρω α­πό τις εκ­φάν­σεις της ελ­λη­νι­κό­τη­τας στη με­τα­να­στευ­τι­κή λο­γο­τε­χνία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/5/2011.

«Εντευκτήριο» Τεύχος 91 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010 Θεσσαλονίκη

Το και­νού­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού α­νοί­γει με δυο ε­ξαι­ρε­τι­κά πε­ζά: του Γιώρ­γου Σκα­μπαρ­δώ­νη και του Δια­μα­ντή Αξιώ­τη. Συ­νε­χί­ζει με άλ­λα εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­ζά και ποιή­μα­τα. Με­τά έρ­χο­νται οι “σε­λί­δες για τον Αντώ­νη Φω­στιέ­ρη”. Τρία α­νέκ­δο­τα ποιή­μα­τά του και τα κεί­με­να των Αλ. Ζή­ρα, Κ. Γεωρ­γου­σό­που­λου, Σ. Σό­ρο­γκα, Γ. Βαρ­βέ­ρη και Θ. Νιάρ­χου. Με κα­τα­γω­γή α­πό την Αμορ­γό ο Φω­στιέ­ρης, ε­ξέ­δω­σε δε­κα­ο­κτα­ε­τής την πρώ­τη του συλ­λο­γή «Το με­γά­λο τα­ξί­δι» και την έ­στει­λε, με­τα­ξύ άλ­λων, στον Τ. Κ. Πα­πα­τσώ­νη και τον Πα­να­γιώ­τη Κα­νελ­λό­που­λο και ε­κεί­νοι του α­πά­ντη­σαν. Πρώ­τος ο Πα­πα­τσώ­νης, την 1η Σε­πτεμ­βρίου 1971 και με­τά, ο Κα­νελ­λό­που­λος, στις 7 Νο­εμ­βρίου 1971. Οι ε­πι­στο­λές α­να­δη­μο­σιεύο­νται στο α­φιέ­ρω­μα. Η ε­πι­στο­λή του Πα­πα­τσώ­νη κα­τα­λή­γει:
«...Τρεις-τέσ­σε­ρις δε­κά­δες χρό­νια πριν α­π’ τη γε­νιά σας, το Τα­ξί­δι έ­κλει­νε μέ­σα του την Ιδέα του αυ­τό­χρη­μα Ωραίου, ή­ταν Σκο­πός της υ­πέ­ρο­χης ζωής: navigare necesse est, vivere non est necesse.
Το πώς άλ­λα­ξαν ρα­γδαία οι και­ροί ξε­χω­ρί­ζει στο δι­κό σας Τα­ξί­δι. Έγι­νε τε­ρα­τώ­δες, του ’μει­νε η α­γω­νία μό­νο πο­λι­κών ε­ρη­μώ­σεων. Κι αυ­τό το Σι­σύ­φειο χά­ος της δι­κής σας (της γε­νιάς σας) “πε­ρι­πο­λίας” σε ά­ξε­να πε­λά­γη το ζω­γρα­φί­ζε­τε τό­σο κα­λά! Lasciando ogni speranza…»
Του Κα­νελ­λό­που­λου ξε­κι­νά­ει:
«Αγα­πη­τέ κύ­ριε Φω­στιέ­ρη,
Όταν πή­ρα στα χέ­ρια μου τη Συλ­λο­γή των ποιη­μά­των Σας, που εί­χα­τε την κα­λω­σύ­νη να μου προ­σφέ­ρε­τε, ο συ­σχε­τι­σμός του τίτ­λου της με την η­λι­κία Σας μ’ έ­κα­με να φο­βη­θώ. Να φο­βη­θώ, ό­τι τολ­μή­σα­τε κά­τι πο­λύ πα­ρα­πά­νω α­πό τις δυ­να­τό­τη­τές μιας τό­σο νε­α­ρής ψυ­χής. Πώς μπο­ρεί –εί­πα μέ­σα μου- έ­νας νέ­ος δε­κα­ο­χτώ χρο­νών να ’χει την ε­μπει­ρία του “Με­γά­λου Τα­ξι­διού”; Αφού, ό­μως, διά­βα­σα τα ποιή­μα­τά Σας, σκέ­φθη­κα ό­τι ό­ποιος δεν έ­χει την ε­μπει­ρία του “Με­γά­λου Τα­ξι­διού”, ό­ταν ξε­κι­νά­ει για τη Ζωή, δε θα την α­πο­κτή­σει πο­τέ! Ανα­πό­λη­σα και τα δι­κά μου νιά­τα. Δε­κα­εν­νιά ε­τών –στο 1921– εί­χα γρά­ψει έ­να ποίη­μα, που δυο α­πό τους 24 στί­χους του λέ­νε:
Με­σο­στρα­τίς το δρό­μο πή­ραν πί­σω!
...
Για­τί εί­χαν πά­ει να βρουν ό,τι δε βρή­καν...»
Με­τά τις δυο ε­πι­στο­λές, δη­μο­σιεύο­νται δυο κρι­τι­κές: του Τά­σου Λει­βα­δί­τη για την τέ­ταρ­τη στη σει­ρά συλ­λο­γή του Φω­στιέ­ρη, «Σκο­τει­νός έ­ρω­τας», του 1977, και της Μαρ­γα­ρί­τας Κα­ρα­πά­νου για την έ­κτη συλ­λο­γή του, «Το θα και το να του θα­νά­του», του 1987.
Επί­σης, στο τεύ­χος, πα­ρου­σιά­ζε­ται η 3η Διε­θνής Λο­γο­τε­χνι­κή Συ­νά­ντη­ση DASEIN 2010 και δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τα τριών α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες. Ακο­λου­θούν σε­λί­δες για το θέ­α­τρο και τα ει­κα­στι­κά, το δε­κα­ε­ξα­σέ­λι­δο της CAMERA OBSCURA με τη δου­λειά της Γκλό­ρυς Ρο­ζά­κη και έ­να ε­κτε­νές τε­λευ­ταίο μέ­ρος με κρι­τι­κές και πα­ρου­σιά­σεις. Το τεύ­χος ει­κο­νο­γρα­φεί ο Σταύ­ρος Πα­να­γιω­τά­κης.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/5/2011.

Ποιος ακριβώς ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης

Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος
«Μα­νό­λης Α. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης (1883-1959)
Σε­λί­δες α­πό τη ζωή και το έρ­γο του»
Έκδο­ση του Μου­σείου Μπε­νά­κη
Δε­κέμ­βριος 2010

Άπα­ντες, δε­δο­μέ­νου ό­τι η βα­σι­κή εκ­παί­δευ­ση εί­ναι υ­πο­χρεω­τι­κή, γνω­ρί­ζουν τη Γραμ­μα­τι­κή Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Όσοι α­να­σφα­λείς ε­ξαρ­τώ­νται α­πό τα λε­ξι­κά, γνω­ρί­ζουν και το Λε­ξι­κό Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, κα­θό­λου σί­γου­ρο ό­τι έ­χουν έ­στω και α­μυ­δρή ει­κό­να για το ποιος ή­ταν αυ­τός ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Δεν α­να­κα­λούν, λ.χ., τη φυ­σιο­γνω­μία του, ό­πως συμ­βαί­νει με τις με­γά­λες προ­σω­πι­κό­τη­τες. Ού­τε εί­ναι σε θέ­ση, εκ του προ­χεί­ρου, να α­να­φέ­ρουν κά­ποια βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία ή κά­τι τε­λο­σπά­ντων συ­γκε­κρι­μέ­νο για το έρ­γο του. Όπως φαί­νε­ται, συμ­βαί­νει αυ­τό το ο­ξύ­μω­ρο με τον Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Η σχο­λι­κή εκ­παί­δευ­ση στη­ρί­χτη­κε μεν στο έρ­γο του, αλ­λά δεν τον συ­μπε­ριέ­λα­βε ως πρό­σω­πο στην προ­σφε­ρό­με­νη ε­γκυ­κλο­παι­δι­κής φύ­σεως παι­δεία. Κι αν κά­ποιοι θεω­ρούν ό­τι τον γνω­ρί­ζουν, τον μνη­μο­νεύουν ως έ­ναν εκ των τριών του πε­ρι­βό­η­του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου. Κα­τ’ αυ­τούς, εί­ναι μάλ­λον ο λι­γό­τε­ρο ση­μα­ντι­κός, α­φού πρώ­τος έρ­χε­ται ο Δη­μή­τρης Γλη­νός, χά­ρις στην ι­δε­ο­λο­γι­κή του έ­ντα­ξη και πο­λι­τι­κή δρά­ση, και α­κο­λου­θεί ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, αυ­τός λό­γω του Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου και του σκαν­δά­λου, που προ­κά­λε­σε.
Ποιος ή­ταν ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης και ταυ­τό­χρο­να, ποια η πνευ­μα­τι­κή κί­νη­ση στο πρώ­το μι­σό του 20ου αιώ­να, κα­τά το ο­ποίο ε­κεί­νος δέ­σπο­ζε ως δά­σκα­λος, τα μα­θαί­νου­με α­πό το και­νού­ριο βι­βλίο του Γιώρ­γου Αλι­σαν­δρά­του. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, που εκ­δί­δε­ται με­τά το θά­να­τό του, στις 7 Μαρ­τίου 2004. Και τα δυο εί­ναι σε τό­σο άρ­τια μορ­φή, ώ­στε ο α­να­γνώ­στης σχε­δόν να λη­σμο­νεί την α­που­σία του συγ­γρα­φέα τους. Για­τί το Αρχείο Αλι­σαν­δρά­του εί­χε μια πε­ρί­που μο­να­δι­κή τύ­χη. Δεν έ­μει­νε σε χέ­ρια α­πλώς έ­μπι­στα, αυ­τό, σε τε­λευ­ταία α­νά­λυ­ση, συμ­βαί­νει σε ό­λους ό­σους ευ­τύ­χη­σαν να έ­χουν σύ­ντρο­φο στη ζωή τους – τα πα­ρα­δείγ­μα­τα στορ­γι­κών τέ­κνων εί­ναι πο­λύ λι­γό­τε­ρα –, αλ­λά και σε χέ­ρια ι­κα­νά να φέ­ρουν σε πέ­ρας έ­να πα­ρό­μοιο έρ­γο. Την φρο­ντί­δα για το πρώ­το βι­βλίο, «Κεί­με­να για τον ε­πτα­νη­σια­κό ρι­ζο­σπα­στι­σμό», και για το πρό­σφα­το α­να­λαμ­βά­νει η φι­λό­λο­γος Τα­σία Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του, κι αυ­τή γέν­νη­μα θρέμ­μα Κε­φαλ­λή­νια ό­πως ο Αλι­σαν­δρά­τος. Ως γνω­στόν, ό­μως, αν δεν υ­πάρ­ξει βοή­θεια α­πό την πλευ­ρά του εκ­δό­τη, οι κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις ναυα­γούν. Εδώ, έ­βα­λε το χέ­ρι του έ­νας Ζα­κύν­θιος, ο Δη­μή­τρης Αρβα­νι­τά­κης, και το α­πο­τέ­λε­σμα έ­δε­σε κα­λύ­τε­ρα.
Οι φι­λο­λο­γι­κές και ι­στο­ρι­κές με­λέ­τες του Αλι­σαν­δρά­του, ό­λες εν­δε­λε­χώς τεκ­μη­ριω­μέ­νες και πυ­κνά σχο­λια­σμέ­νες, κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα, με κύ­ριο κορ­μό την ι­στο­ρία της Επτα­νη­σια­κής Πο­λι­τείας, το ε­ντό­πιο κί­νη­μα του ρι­ζο­σπα­στι­σμού και τα ε­πτα­νη­σια­κά γράμ­μα­τα. Ένας δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κός ά­ξο­νας εί­ναι το κί­νη­μα του δη­μο­τι­κι­σμού, στον ο­ποίο και ε­ντάσ­σε­ται το πρό­σφα­το βι­βλίο. Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα της Ευ­θυ­μιά­του, ο Αλι­σαν­δρά­τος υ­πήρ­ξε βο­η­θός και οι­κείος του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια. Μα­ζί ε­ξέ­δω­σαν το 1938 την «Ιστο­ρι­κή ει­σα­γω­γή στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τι­κή». Όπως φαί­νε­ται, το πρό­σφα­το βι­βλίο έ­μει­νε για χρό­νια α­νέκ­δο­το, κα­θώς η συγ­γρα­φή του εί­χε α­να­τε­θεί στον Αλι­σαν­δρά­το α­πό το Ίδρυ­μα Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’70. Πι­θα­νώς να εί­χε σχε­δια­στεί ως συ­μπλή­ρω­μα στην έκ­δο­ση των Απά­ντων Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που εκ­δό­θη­καν στη διε­τία 1963-1965. Ως συ­μπλή­ρω­μα, άλ­λω­στε, εί­χε εκ­δο­θεί το 2001 η «Αλλη­λο­γρα­φία» του, με­τά α­πό προ­ε­τοι­μα­σία δε­κα­πέ­ντε και πλέ­ον ε­τών.
Από τις “σε­λί­δες”, που έ­γρα­ψε ο Αλι­σαν­δρά­τος, με τον γνω­στό α­κρι­βο­λό­γο και φι­λο­λο­γι­κά πλή­ρη τρό­πο του, α­να­δύε­ται α­κέ­ραιος ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Εκτός μέ­νουν μό­νο κά­ποιες πτυ­χές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του, οι ο­ποίες δια­φαί­νο­νται στις ε­πι­στο­λές του. Σε έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο, δί­νο­νται οι χρο­νο­λο­γίες και ό­που εί­ναι δυ­να­τόν, οι η­με­ρο­μη­νίες των βα­σι­κών συμ­βά­ντων του βίου του. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης γεν­νή­θη­κε στις 16 Νο­εμ­βρίου 1883, την ί­δια χρο­νιά με δυο με­γά­λους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, τον Νί­κο Κα­ζα­ντζά­κη και τον Κώ­στα Βάρ­να­λη. Δεν μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε ό­πως ο Βάρ­να­λης, αλ­λά πέ­θα­νε δυο χρό­νια με­τά τον Κα­ζα­ντζά­κη, μό­νο που τα δι­κά του τε­λευ­ταία χρό­νια στά­θη­καν ο­δυ­νη­ρά, κα­θώς έ­πα­σχε α­πό τη νό­σο του Πάρ­κιν­σον. Σε α­ντί­θε­ση με τους δύο άλ­λους, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης δεν πα­ντρεύ­τη­κε. Στο τρα­πέ­ζι του φα­γη­τού, “κου­βε­ντιά­ζο­ντας” με το κα­να­ρί­νι του, το ο­ποίο - ά­γνω­στο για­τί - α­πο­κα­λού­σε Κί­τσο, πέ­θα­νε στις 20 Απρι­λίου 1959.
Σε τρεις Χιώ­τες, ό­πως λέ­γε­ται, στη­ρίχ­θη­κε η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα: Κο­ραή-Ψυ­χά­ρη-Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Από την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, της Ιου­λίας Ρο­δο­κα­νά­κη, ή­ταν Χιώ­της ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Ο πα­τέ­ρας του ή­ταν Κο­ζα­νί­της, γεν­νη­μέ­νος στο Βου­κου­ρέ­στι, με σπου­δές μη­χα­νι­κού στη Ζυ­ρί­χη, στέ­λε­χος του Υπουρ­γείου Δη­μο­σίων Έργων. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης α­πή­λαυ­σε παι­διό­θεν τα κα­λά μιας εύ­πο­ρης α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Φοί­τη­σε στα κα­λύ­τε­ρα σχο­λεία της Αθή­νας, με οι­κο­γε­νεια­κά τα­ξί­δια α­να­ψυ­χής στην Ευ­ρώ­πη, τε­λείω­σε τη Φι­λο­σο­φι­κή και συ­νέ­χι­σε με­τα­πτυ­χια­κά σε Μό­να­χο, Χαϊδελ­βέρ­γη και Ελβε­τία. Δια­παι­δα­γω­γή­θη­κε στην πει­θαρ­χία, ή­ταν μα­θη­τής του ά­ρι­στα και θε­τι­κι­στής δια βίου. Ωστό­σο, ου­δέν κα­λόν α­μι­γές κα­κού. Στις ε­πι­στο­λές α­πό τη Γερ­μα­νία προς τον πα­τέ­ρα του, α­να­φέ­ρε­ται σε προ­βλή­μα­τα υ­γείας, ό­πως με­λαγ­χο­λία και α­δυ­να­μία για πο­λύ­πλευ­ρη και συ­στη­μα­τι­κή ερ­γα­σία. Τα α­πο­κα­λεί ψυ­χο­νεύ­ρω­ση και πι­στεύει ό­τι ο μό­νος τρό­πος να α­παλ­λα­γεί α­πό αυ­τές τις ε­νο­χλή­σεις εί­ναι η ψυ­χα­νά­λυ­ση. Το 1910, το πι­θα­νό­τε­ρο, ξε­κι­νά­ει την α­νά­λυ­σή του.
Όταν, στην Ελλά­δα, ι­δρύο­νταν η «Κοι­νω­νιο­λο­γι­κή Εται­ρεία» του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­να­στα­σίου και το «Ανώ­τε­ρον Δη­μο­τι­κόν Παρ­θε­να­γω­γείο» Βό­λου, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης έ­γρα­φε στο Μό­να­χο τη δια­τρι­βή του «Πε­ρί τι­νών ξέ­νων λέ­ξεων της νέ­ας ελ­λη­νι­κής» και το κα­λο­καί­ρι του 1908, α­ρί­στευε στις ε­ξε­τά­σεις. Η ι­χνη­λα­σία των ξέ­νων λέ­ξεων και η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή δο­κι­μα­σία γί­νο­νται πα­ράλ­λη­λα με το προ­γραμ­μα­τι­κό σχέ­διο για την εκ­παι­δευ­τι­κή α­να­γέν­νη­ση, που στέλ­νει σε φί­λους, ε­ντός και ε­κτός Ελλά­δος, με στό­χο τη δη­μιουρ­γία ε­νός «Αδερ­φά­του της Εθνι­κής γλώσ­σας», στο πρό­τυ­πο ε­κεί­νου που εί­χε ι­δρύ­σει ο Φώ­της Φω­τιά­δης στην Πό­λη το 1904. Τε­λι­κά, το “Αδερ­φά­το” δεν έ­λα­βε πο­τέ υ­πό­στα­ση. Το πρό­λα­βαν οι δη­μο­τι­κι­στές των Αθη­νών, ι­δρύο­ντας, Μάρ­τιο 1910, τον «Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο». Ως ι­δέα ή­ταν ταυ­τό­ση­μη: “Με την κα­θα­ρεύου­σα δε γί­νε­ται κα­μία α­να­γέν­νη­ση του Σκο­λειού, η ε­θνι­κή α­γω­γή δεν μπο­ρεί πα­ρά να στα­θεί α­πά­νω στη γλώσ­σα”.
“Παι­δί της ελ­λη­νι­κής παι­δείας” και ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, με­γά­λω­σε με “το ι­δα­νι­κό του αρ­χαϊσμού”. “Τον πρώ­το δυ­να­τό κλο­νι­σμό στις ι­δέες του για τη γλώσ­σα” του τον έ­δω­σαν τα μα­θή­μα­τα του Γεωρ­γίου Χατ­ζι­δά­κι, ό­ταν ή­ταν δευ­τε­ρο­ε­τής φοι­τη­τής. Η μύη­ση συ­νε­χί­στη­κε στο Βυ­ζα­ντι­νό και Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Φρο­ντι­στή­ριο του Καρλ Κρουμ­βά­χε­ρ, με τον ο­ποίο έ­κα­με το δι­δα­κτο­ρι­κό του. Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, ο Αλι­σαν­δρά­τος τον πα­ρα­κο­λου­θεί στα χρό­νια των σπου­δών του, ε­νώ, στο τρί­το, σκια­γρα­φεί την πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα και την α­νά­δυ­ση του εκ­παι­δευ­τι­κού δη­μο­τι­κι­σμού, που προ­σπά­θη­σε να γε­φυ­ρώ­σει τον ψυ­χα­ρι­σμό με την τρέ­χου­σα γλωσ­σι­κή κα­τά­στα­ση, κα­τα­λή­γο­ντας σε μια πε­ρι­λη­πτι­κή κα­τα­γρα­φή της “πνευ­μα­τι­κής αν­θο­φο­ρίας” ε­κεί­νων των χρό­νων. Το βα­σι­κό και ε­κτε­νέ­στε­ρο κε­φά­λαιο εί­ναι το τέ­ταρ­το, χω­ρι­σμέ­νο σε δυο πε­ρί­που ι­σο­μή­κεις χρο­νι­κές πε­ριό­δους: Την πε­ρίο­δο, 1913-1934, του δη­μό­σιου βίου του και τα με­τέ­πει­τα χρό­νια της ι­διώ­τευ­σης.
Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης ε­πι­στρέ­φει α­πό τη Γερ­μα­νία το 1912, με πρώ­το μέ­λη­μά του τον Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο. Ανα­λαμ­βά­νει το πε­ριο­δι­κό του Ομί­λου, το «Δελ­τίο», και τις εκ­δο­τι­κές του δρα­στη­ριό­τη­τες. Στο «Δελ­τίο» δη­μο­σιεύει ό­τι γρά­φει, α­πό με­λέ­τες και βι­βλιο­κρι­σίες μέ­χρι σχό­λια και ση­μειώ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, ερ­γά­ζε­ται ως συ­ντά­κτης στο Ιστο­ρι­κό Λε­ξι­κό της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Από αυ­τήν την ε­να­σχό­λη­σή του προέ­κυ­ψαν δύο ση­μα­ντι­κές με­λέ­τες: το 1915, «Το λήμ­μα» και το 1920, «Τα Υπο­μνή­μα­τα πε­ρί του Ιστο­ρι­κού Λε­ξι­κού (1916-1917)». Η γλωσ­σο­εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση α­πό τον Βε­νι­ζέ­λο, το 1917, με το νό­μο πε­ρί δι­δα­κτι­κών βι­βλίων, κα­θο­δη­γεί­ται α­πό την τριαν­δρία του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου. Οι τρεις εκ­παι­δευ­τι­κοί, ως “α­νώ­τε­ροι ε­πό­πται Δη­μο­τι­κής Εκπαι­δεύ­σεως”, κα­τευ­θύ­νουν την αλ­λα­γή σε ό­λους τους το­μείς, πο­λι­τι­κό, κοι­νω­νι­κό, παι­δα­γω­γι­κό και γλωσ­σι­κό. Ο Αλι­σαν­δρά­τος κα­τορ­θώ­νει να συ­νο­ψί­σει σε έ­να υ­πο­κε­φά­λαιο τα ε­πι­τεύγ­μα­τα ε­κεί­νης της σύ­ντο­μης ά­νοι­ξης, που α­να­κό­πη­κε με την ήτ­τα του Βε­νι­ζέ­λου στις ε­κλο­γές της 1ης Νο­εμ­βρίου 1920. Πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις α­νό­δους και τις πτώ­σεις του Βε­νι­ζέ­λου, η τριαν­δρία ε­πα­νήλ­θε στο υ­πουρ­γείο Παι­δείας το 1923, για να ξα­να­φύ­γει με τη δι­κτα­το­ρία του Πα­γκά­λου.
Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης υ­πέ­βα­λε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της Γλωσ­σο­λο­γίας στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών αλ­λά εις μά­την. Η πρώ­τη ή­ταν το 1924 και προ­σέ­κρου­σε στους κα­θα­ρο­λό­γους, με ε­πι­κε­φα­λής τον Χατ­ζι­δά­κι. Η τε­λευ­ταία, το 1948. Αυ­τή προ­σέ­κρου­σε στην ταύ­τι­ση του δη­μο­τι­κι­σμού με τον σο­σια­λι­σμό και τον κομ­μου­νι­σμό. Για τον ί­διο λό­γο και η Ακα­δη­μία Αθη­νών, το 1949, α­πο­φά­σι­σε “κα­τά πλειο­ψη­φία­ν” να μην προ­κη­ρύ­ξει την πλή­ρω­ση της έ­δρας της Γλωσ­σο­λο­γίας, και­νής α­πό τον θά­να­το του Χατ­ζι­δά­κι, το 1941. Κι ας πα­ρέ­μει­νε ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης σε ό­λη του τη ζωή έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος βε­νι­ζε­λι­κός. Ωστό­σο, για μια ο­κτα­ε­τία, 1926-1934, δια­τέ­λε­σε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής γλωσ­σο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο. Και ε­κεί, πα­ρά τις α­πο­στά­σεις του α­πό το σο­σια­λι­σμό και τις συ­ντη­ρη­τι­κές, ό­πως α­πο­κα­λού­νταν, κοι­νω­νι­κές του ι­δέες, θεω­ρή­θη­κε, α­πό μια με­ρί­δα, ε­πι­κίν­δυ­νος, κα­θό­σον δη­μο­τι­κι­στής. Από το 1934 και μέ­χρι τέ­λους, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης δεν κα­τεί­χε κα­μιά δη­μό­σια θέ­ση, ω­στό­σο δί­δα­σκε στην Αθή­να, έ­χο­ντας δη­μιουρ­γή­σει κά­τι α­ντί­στοι­χο με τα ση­με­ρι­νά Ελεύ­θε­ρα Πα­νε­πι­στή­μια.
Ο Αλι­σαν­δρά­τος κά­νει μια ε­ξαν­τλη­τι­κή πα­ρου­σία­ση του ε­ρευ­νη­τι­κού και παι­δα­γω­γι­κού έρ­γου του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Η Γραμ­μα­τι­κή Τρια­ντα­φυλ­λί­δη κα­τα­λαμ­βά­νει έ­να ι­διαί­τε­ρο υ­πο­κε­φά­λαιο. Εκδό­θη­κε το κα­λο­καί­ρι του 1941 α­πό τον Οργα­νι­σμό Εκδό­σεως Σχο­λι­κών Βι­βλίων σε 20.000 α­ντί­τυ­πα, χω­ρίς α­να­γρα­φή του ο­νό­μα­τος του κυ­ρίως συ­ντά­κτη της. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης πί­στευε ό­τι “η Γραμ­μα­τι­κή του α­ντι­προ­σώ­πευε την πρα­χτι­κή ε­μπει­ρία και τη γλωσ­σι­κή συ­νεί­δη­ση των πρώ­των με­τα­ψυ­χα­ρι­κών γε­νεών, που δεν πα­ρα­πλα­νή­θη­καν α­πό τις υ­περ­βο­λές της προ­η­γού­με­νης γε­νεάς”. Σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Κρια­ράς πι­στεύει “ό­τι για δε­κα­ε­τίες πολ­λές θα εί­ναι η πυ­ξί­δα και ο φά­ρος σε ό­σους θα πλέ­ουν και θα τα­λα­νί­ζο­νται στα τρι­κυ­μι­σμέ­να α­κό­μη νε­ρά της γλωσ­σι­κής μας θά­λασ­σας”.
Σε έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο γί­νε­ται συ­νο­πτι­κή ε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να φω­το­γρα­φι­κό δε­κα­ε­ξα­σέ­λι­δο και α­κο­λου­θεί έ­να τε­λείως α­πα­ραί­τη­το κε­φά­λαιο, που προ­σπα­θεί να δώ­σει μια ει­κό­να για τον άν­θρω­πο Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, μέ­σα α­πό ό­σα έ­γρα­ψαν γι’ αυ­τόν συ­νο­μή­λι­κοι και νεό­τε­ροι. Υπήρ­ξε θερ­μός ε­ρα­στής της μου­σι­κής. Δει­νός πε­ζο­πό­ρος, ο­ρει­βά­της και χιο­νο­δρό­μος. Επι­στή­μο­νας με ευ­γέ­νεια χα­ρα­κτή­ρος και υ­ψη­λό ε­πι­στη­μο­νι­κό ή­θος. Το με­γά­λο πά­θος του στά­θη­κε η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα. Όπως λέ­γε­ται, συ­χνά διέ­κο­πτε τους συ­νο­μι­λη­τές του, ρω­τώ­ντας: “Πώς το εί­πες αυ­τό; Πού το ά­κου­σες; Πώς το κλί­νεις; Για ξα­να­πές το”. Με το τε­φτε­ρά­κι του πά­ντο­τε α­νά χεί­ρας. Ήθε­λε να γεύε­ται τις λέ­ξεις ζω­ντα­νές, ό­πως μι­λιού­νται ή βρί­σκο­νται στα λα­ο­γρα­φι­κά κεί­με­να.
Οι “σε­λί­δες” για τον Τρια­ντα­φυλ­λί­δη εί­ναι και “σε­λί­δες” για τον δη­μο­τι­κι­σμό και το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Γι’ αυ­τό και ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται με δυο κεί­με­να του Αλι­σαν­δρά­του, που το­πο­θε­τού­νται ως πα­ράρ­τη­μα: μια διά­λε­ξη προ ει­κο­σα­ε­τίας στο Βα­φο­πού­λειο, με τίτ­λο, «Πώς εί­δε ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης τον Ψυ­χά­ρη», και μια δη­μο­σιευ­μέ­νη προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ερ­γα­σία του για «Τα Φρο­ντι­στή­ρια» του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που γί­νο­νταν στο σπί­τι του, Πα­τριάρ­χου Ιωα­κείμ 19. Κα­τά τα άλ­λα, τα κεί­με­να της με­λέ­της συ­νο­δεύουν υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις και ευ­ρε­τή­ριο. Αυ­τά την κα­θι­στούν πρό­σφο­ρη για πολ­λα­πλές χρή­σεις, α­πό μια α­νά­γνω­ση μέ­χρι βι­βλίο α­να­φο­ράς, για­τί, ό­σο πά­νε, σπα­νί­ζουν οι με­λέ­τες που μπο­ρεί ο α­να­γνώ­στης να στη­ριχ­θεί στα στοι­χεία τους.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/5/2011

Ένα αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη

«Το Δέντρο»
Τεύχος 179 - 180
Ιανουάριος - Μάρτιος 2011

Προ έ­ντε­κα ε­τών, στις 13/2/2000, σε έ­να δη­μο­σίευ­μα για τις υ­πο­σχέ­σεις και τις ε­ξαγ­γε­λίες του Έτους Σε­φέ­ρη, εκ­φρά­ζα­με α­πο­γοή­τευ­ση, για­τί οι διορ­γα­νω­τές του ε­πε­τεια­κού έ­τους δεν προέ­βλε­παν κα­μία έκ­δο­ση α­πό τα υ­πο­λει­πό­με­να σε­φε­ρι­κά α­νέκ­δο­τα. Δη­λα­δή, ό­λα ε­κεί­να τα κεί­με­να, που ο ποιη­τής ά­φη­σε στο συρ­τά­ρι του, α­να­χω­ρώ­ντας, στις 22/7/1971, για την προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη εγ­χεί­ρη­ση στον Ευαγ­γε­λι­σμό, α­πό την ο­ποία δεν έ­μελ­λε να ε­πι­στρέ­ψει. Αφορ­μή του δη­μο­σιεύ­μα­τος εί­χε στα­θεί η συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, στις 3/2/2000, που εί­χε δώ­σει η Ομά­δα Εργα­σίας και στην ο­ποία πα­ρευ­ρι­σκό­ταν η τό­τε υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού Ελι­σά­βετ Πα­πα­ζώη. Η Ομά­δα Εργα­σίας ή­ταν εν­δε­κα­με­λής, με πρό­ε­δρο τον Δ. Ν. Μα­ρω­νί­τη και μέ­λη, τους κα­θη­γη­τές Γ. Δάλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη και Μ. Πιε­ρή, τους κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας Αλέξ. Αργυ­ρίου και Δ. Δα­σκα­λό­που­λο, τη συγ­γρα­φέα Μ. Ευ­στα­θιά­δη, την εκ­δό­τρια Αικ. Κα­ρύ­δη, την ει­κα­στι­κό Β. Σκού­ρα και εκ μέ­ρους του Υπουρ­γείου, τους Ειρ. Λε­βί­δη και Κ. Κο­ρού­λη. Πλην ε­νός, ό­λοι ζώ­ντες σή­με­ρα, θα μπο­ρού­σαν με κά­ποιο τρό­πο να συμ­με­τά­σχουν στην ε­φε­τι­νή ε­πέ­τειο της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας α­πό το θά­να­το του ποιη­τή, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1971.
Σε ε­κεί­νο το δη­μο­σίευ­μα κά­να­με μια κα­τα­γρα­φή των α­να­με­νό­με­νων α­νέκ­δο­των έρ­γων του Σε­φέ­ρη, κά­ποια α­πό τα ο­ποία εί­χαν κα­τα­λή­ξει ερ­γο­λα­βίες, που χρό­νι­ζαν στα χέ­ρια φι­λο­λό­γων. Δεν στε­ρεί­ται εν­δια­φέ­ρο­ντος μια μα­τιά σε ε­κεί­νο τον κα­τά­λο­γο, που κό­ντυ­νε μεν, αλ­λά δυ­στυ­χώς πά­ντα υ­φί­στα­ται. Κα­τ’ αρ­χάς, ο ό­γδοος και τε­λευ­ταίος τό­μος των η­με­ρο­λο­γίων Σε­φέ­ρη, οι «Μέ­ρες Η΄», που κα­λύ­πτουν τη δε­κα­ε­τία 1961-1971. Εργο­λα­βία της Κα­τε­ρί­νας Κρί­κου, που υ­πο­σχό­ταν την έκ­δο­σή του ε­ντός του 2001. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ου­δέν νεό­τε­ρο υ­πάρ­χει για την τύ­χη του. Ενώ, ε­ξα­κο­λου­θούν να λεί­πουν τα ευ­ρε­τή­ρια των έ­ξι πρώ­των τό­μων. Το μο­να­δι­κό ευ­ρε­τή­ριο εί­ναι αυ­τό του έ­βδο­μου τό­μου, α­πό την ε­πι­με­λή­τριά του, Θε­α­νώ Ν. Μι­χα­η­λί­δου. Ένα δεύ­τε­ρο ελ­λεί­πον η­με­ρο­λό­γιο ή­ταν ο τρί­τος τό­μος του «Πο­λι­τι­κού Ημε­ρο­λο­γίου» του Σε­φέ­ρη, ερ­γο­λα­βία του τε­χνο­κρι­τι­κού Αλέ­ξαν­δρου Ξύ­δη. Τό­τε, εί­χε ε­ξα­σφα­λι­στεί η βοή­θεια του Δα­σκα­λό­που­λου και προ­βλε­πό­ταν και αυ­τή η έκ­δο­ση ε­ντός του 2001. Ο Ξύ­δης α­πε­βίω­σε το 2004. Το έρ­γο, πριν το θά­να­τό του, εί­χε α­να­λά­βει ο Κύ­πριος Γιώρ­γος Γεωρ­γής. Ου­δέν νεό­τε­ρο και για τη δι­κή του τύ­χη.
Στις εκ­κρε­μό­τη­τες του 2000 συ­γκα­τα­λε­γό­ταν και το “η­μι­τε­λές κυ­πρια­κό μυ­θι­στό­ρη­μα” του Σε­φέ­ρη, ο «Βαρ­νά­βας Κα­λο­στέ­φα­νος», που πέ­ρα­σε α­πό τα χέ­ρια του Γ. Π. Σαβ­βί­δη στον Πιε­ρή για να κα­τα­λή­ξει στη Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη, η ο­ποία και το πα­ρου­σία­σε σε μια υ­πο­δειγ­μα­τι­κή έκ­δο­ση το 2007. Ακο­λου­θούν οι α­νέκ­δο­τες αλ­λη­λο­γρα­φίες Σε­φέ­ρη. Εδώ, η δε­κα­ε­τία στά­θη­κε α­πο­δο­τι­κή: το 2002, εκ­δό­θη­κε η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Γιώρ­γο Απο­στο­λί­δη σε ε­πι­μέ­λεια Βα­σι­λι­κής Κο­ντο­γιάν­νη, το 2004, η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Νά­νο Βα­λαω­ρί­τη σε ε­πι­μέ­λεια Λί­λας Θε­ο­δό­ση, το 2005, ο δεύ­τε­ρος τό­μος της αλ­λη­λο­γρα­φίας Γιώρ­γου και Μα­ρώς Σε­φέ­ρη σε ε­πι­μέ­λεια Μα­ρίας Στα­σι­νο­πού­λου και το 2009, η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρη ό­λων των αλ­λη­λο­γρα­φιών του Σε­φέ­ρη, αυ­τή με τον Κα­τσί­μπα­λη, δί­το­μη, σε ε­πι­μέ­λεια Δα­σκα­λό­που­λου.
Στα desiderata του 2000 ή­ταν και η βι­βλιο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, που α­να­με­νό­ταν κι αυ­τή α­πό τον Δα­σκα­λό­που­λο. Με την έκ­δο­ση των η­με­ρο­λο­γίων Σε­φέ­ρη και της βι­βλιο­γρα­φίας θα έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί η τα­κτο­ποίη­ση του Σε­φέ­ρη, η ο­ποία, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της, ο­φεί­λε­ται στον Σαβ­βί­δη. Εκεί­νος στά­θη­κε ο ε­νορ­χη­στρω­τής της ό­λης προ­σπά­θειας, αρ­χι­κά, με τις φρο­ντι­σμέ­νες εκ­δό­σεις του και στη συ­νέ­χεια, πα­ρο­τρύ­νο­ντας και κα­θο­δη­γώ­ντας μια ο­μά­δα νεό­τε­ρων με­λε­τη­τών. Κα­θο­ρι­στι­κή, ω­στό­σο, υ­πήρ­ξε η συμ­βο­λή της Μα­ρώς Σε­φέ­ρη. Σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα τα­κτι­κή πολ­λών κλη­ρο­νό­μων να κλει­δα­μπα­ρώ­νουν τα αρ­χεία, που έ­χουν α­πο­μεί­νει στη φύ­λα­ξή τους, για να έ­χουν ή­συ­χο το κε­φά­λι τους, και να πολ­το­ποιούν ό­ποια έκ­δο­ση ξε­μυ­τί­σει, η Μα­ρώ ά­νοι­ξε το Αρχείο Σε­φέ­ρη και στά­θη­κε συ­μπα­ρα­στά­της, αλ­λά και ά­γρυ­πνος φρου­ρός. Η Μα­ρώ πέ­θα­νε στις 29 Μαρ­τίου 2000. Αν η συμ­βο­λή του Σαβ­βί­δη τεί­νει να λη­σμο­νη­θεί, η Μα­ρώ α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με α­δι­καιο­λό­γη­τη ε­μπά­θεια.
Στο πρώ­το τρί­μη­νο του 2011, τα σα­ρα­ντά­χρο­να του ποιη­τή ου­δό­λως μνη­μο­νεύ­θη­καν, έ­τσι ό­πως έ­τυ­χε να συ­μπέ­σουν με τα ε­πε­τεια­κά έ­τη Πα­πα­δια­μά­ντη, Ελύ­τη, Γκά­τσου. Το Ε.ΚΕ.ΒΙ δεν έ­χει ε­νη­με­ρώ­σει ού­τε καν το δια­δι­κτυα­κό του Αρχείο. Τα πε­ρί Σε­φέ­ρη, αν δεν σφάλ­λου­με, στα­μα­τούν εν έ­τει 2000. Δεν κα­τα­γρά­φε­ται ού­τε η βιο­γρα­φία Σε­φέ­ρη α­πό τον Ρό­ντρικ Μπή­τον, που εκ­δό­θη­κε το 2003, ού­τε κα­μία άλ­λη α­πό τις σε­φε­ρι­κές με­λέ­τες, που εκ­δό­θη­καν ε­ντός της δε­κα­ε­τίας. Εν μέ­σω αυ­τής της σιω­πής, ή, σω­στό­τε­ρα, α­μέ­λειας, το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο», που ε­τοί­μα­σαν οι Κώ­στας Μαυ­ρου­δής και Τά­σος Γου­δέ­λης, εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κα­λο­δε­χού­με­νο. Εκτε­νές και πο­λυ­πρό­σω­πο, ό­πως ό­λα τα α­φιε­ρώ­μα­τα του πε­ριο­δι­κού, κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο το τεύ­χος, με­τρώ­ντας 150 σε­λί­δες και 23 συμ­με­τέ­χο­ντες, χω­ρίς ει­κο­νο­γρά­φη­ση, πέ­ραν της φω­το­γρα­φίας Σε­φέ­ρη στο ε­ξώ­φυλ­λο. Απο­τε­λεί­ται α­πό τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τών, εί­κο­σι κεί­με­να και δυο συ­νο­μι­λίες.
Στον πρό­λο­γο τί­θε­ται το κα­τευ­θυ­ντή­ριο του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σον ο Σε­φέ­ρης έ­χει ε­πι­βιώ­σει στην πρό­σφα­τη δια­δρο­μή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Εναλ­λα­κτι­κά δια­τυ­πω­μέ­νο, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη “σκιά” του Σε­φέ­ρη. Με άλ­λα λό­για, “στην ε­πί­δρα­ση ή ό­χι της σε­φε­ρι­κής μα­νιέ­ρας στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ποιη­τές και στην πα­ρου­σία των ι­δεών του πί­σω α­πό τις γραμ­μές της νεό­τα­της δο­κι­μια­κής ποίη­σης”. Εδώ, η λέ­ξη “μα­νιέ­ρα” μας φαί­νε­ται πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, κα­θώς μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως μειω­τι­κή, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην κα­θη­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης έ­χει υ­πε­ρι­σχύ­σει η ση­μα­σία της μη­χα­νι­στι­κής χρη­σι­μο­ποίη­σης ο­ρι­σμέ­νου τρό­που. Η ει­σα­γω­γι­κή, πά­ντως, πα­ρου­σία­ση του Σε­φέ­ρη, θα λέ­γα­με ό­τι εί­ναι συ­γκρα­τη­μέ­να θαυ­μα­στι­κή. Ο πρό­λο­γος κα­τα­λή­γει με τη δια­πί­στω­ση ό­τι “κοι­νό στοι­χείο των κει­μέ­νων εί­ναι η α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νη μα­τιά, η ο­ποία σταθ­μί­ζε­ται ψύ­χραι­μα, χω­ρίς ι­δε­ο­λο­γι­κές ή άλ­λες προ­κα­τα­λή­ψεις”. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια δια­πί­στω­ση, που δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται στο σύ­νο­λο των συ­νερ­γα­σιών. Όπως και να έ­χει, έ­να α­φιέ­ρω­μα σταθ­μί­ζε­ται με βά­ση τους συ­νερ­γά­τες, που ε­πι­λέχ­θη­καν, και κα­τά πό­σο αυ­τοί α­κο­λού­θη­σαν την κα­τευ­θυ­ντή­ρια γραμ­μή του α­φιε­ρώ­μα­τος.
Ένα α­φιέ­ρω­μα δεν το χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μό­νο οι πα­ρό­ντες αλ­λά και οι α­πό­ντες. Από το πρό­σφα­το α­που­σιά­ζει ο­λο­σχε­ρώς η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Ακό­μη και ο Μα­ρω­νί­της, συ­νο­μή­λι­κος του Σαβ­βί­δη, πα­ρό­λο που μό­λις προ διε­τίας ε­ξέ­δω­σε τα σε­φε­ρι­κά του, α­φή­νο­ντας πε­ρίσ­σευ­μα, ό­πως δεί­χνουν οι ε­πι­φυλ­λί­δες του. Γε­νι­κό­τε­ρα, λεί­πουν τα γνω­στά ο­νό­μα­τα των μέ­χρι τώ­ρα σε­φε­ρι­κών α­φιε­ρω­μά­των και α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως έκ­κε­ντρο. Υπάρ­χουν, πά­ντως, εκ­πρό­σω­ποι ό­λων των ε­πό­με­νων γε­νιώ­ν: τέσ­σε­ρις της δεύ­τε­ρης, τρεις της γε­νιάς του ’70, πέ­ντε του ’80 και ο­κτώ νεό­τε­ροι, κα­τα­νε­μη­μέ­νοι σε τρεις δε­κα­ε­τίες, έ­ξι στου ’60 και α­πό έ­νας στις δυο ε­πό­με­νες. Η ο­μά­δα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον Μπή­τον. Μπο­ρεί μεν να συμ­με­τέ­χουν τέσ­σε­ρις α­πό τη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, αλ­λά έ­νας και μο­να­δι­κός εί­ναι ποιη­τής. Ο Δα­σκα­λό­που­λος, μό­νο που αυ­τός δεν συμ­με­τέ­χει με κεί­με­νο, αλ­λά πα­ρου­σιά­ζει έ­να βι­βλιο­γρα­φι­κό εύ­ρη­μα.
Ο πρε­σβύ­τε­ρος της ο­μά­δας, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, α­φη­γεί­ται δυο συ­να­ντή­σεις του με τον Σε­φέ­ρη. Την πρώ­τη την το­πο­θε­τεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’60, σε γεύ­μα στο σπί­τι του Σαβ­βί­δη, και τη δεύ­τε­ρη, έ­ξι μή­νες πριν το θά­να­το του Σε­φέ­ρη, στο Πα­ρί­σι, στο σπί­τι της Ανν Φι­λίπ. Εδώ, μάλ­λον τον προ­δί­δει η μνή­μη του. Η συ­νά­ντη­ση θα πρέ­πει να έ­γι­νε το φθι­νό­πω­ρο του 1970, ό­ταν ο Σε­φέ­ρης τα­ξί­δε­ψε με τη Μα­ρώ στο Πα­ρί­σι για ια­τρι­κές ε­ξε­τά­σεις, ε­πει­δή η υ­γεία του εί­χε ε­πι­δει­νω­θεί. Ο Βα­σι­λι­κός με­τα­φέ­ρει αυ­το­λε­ξεί μια στι­χο­μυ­θία του ζεύ­γους, που δεν τους κα­λο­συ­σταί­νει, έ­τσι ό­πως πα­ρα­τί­θε­ται, χω­ρίς κά­ποια α­να­φο­ρά στις συν­θή­κες ε­κεί­νου του τα­ξι­διού. Με­τά τη Δή­λω­ση του Σε­φέ­ρη κα­τά της Δι­κτα­το­ρίας, του εί­χε α­φαι­ρε­θεί το δι­πλω­μα­τι­κό δια­βα­τή­ριο. Εί­χαν τα­λαι­πω­ρη­θεί, ι­δίως η Μα­ρώ, για να ε­ξα­σφα­λί­σουν δια­βα­τή­ρια για ε­κεί­νο το α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­το τα­ξί­δι. Εί­ναι, πά­ντως, η μο­να­δι­κή α­να­φο­ρά του α­φιε­ρώ­μα­τος στη Μα­ρώ και δεί­χνει ι­διαί­τε­ρα δη­κτι­κή. Αντι­θέ­τως, α­γα­πη­σιά­ρι­κη φαί­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του Σε­φέ­ρη και της συ­μπε­ρι­φο­ράς του, χω­ρίς να λεί­πουν και ε­δώ κά­ποιες αιχ­μές για τον ποιη­τή, αλ­λά και τον Σαβ­βί­δη, τον ο­ποίο ο Βα­σι­λι­κός α­πο­κα­λεί προ­στά­τη του.
Όπως και να έ­χει, το κεί­με­νο του Βα­σι­λι­κού διεκ­δι­κεί χα­ρα­κτή­ρα α­νεκ­δο­το­λο­γι­κό, κά­τι που δεν ι­σχύει για το ε­πό­με­νο, του Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λου. Επει­δή η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής εί­ναι γλι­στε­ρό έ­δα­φος, πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε σε στα­χυο­λό­γη­ση α­πο­φάν­σεω­ν: “Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι κα­κός με­τα­φρα­στής των κει­μέ­νων, με τα ο­ποία κα­τα­πιά­στη­κε: α­πό τα αι­σχυ­λι­κά έως τα ε­λιο­τι­κά” (πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Σε­φέ­ρης α­ντί με­τα­φρά­σεις χρη­σι­μο­ποιεί τον ό­ρο “με­τα­γρα­φές”). Η ποίη­σή του σώ­θη­κε χά­ρη σε έ­να ω­ραίο εύ­ρη­μα φόρ­μας, πέ­ραν αυ­τού μη­δέν (το μη­δέν εί­ναι δι­κή μας προ­σθή­κη προς συ­μπλή­ρω­ση μιας φρά­σης που τε­λειώ­νει με α­πο­σιω­πη­τι­κά. Αυ­θαί­ρε­τη μεν, αλ­λά πι­στή στο πνεύ­μα του κει­μέ­νου). “Ο Σε­φέ­ρης ο­φεί­λει πολ­λά στις ι­δέες του Θε­ο­το­κά”. Πά­ντως, εί­ναι σπου­δαίος λό­γιος και τα δο­κί­μιά του –πι­στεύει ο Γεωρ­γου­σό­που­λος– θα ε­πι­βιώ­σουν. Απο­φάν­σεις που συ­μπλη­ρώ­νο­νται με τις γνω­στές θέ­σεις του θε­α­τρι­κού κρι­τι­κού πε­ρί Ρο­ντή­ρη, Κουν και α­ντι­κομ­μου­νι­σμού. Όσο για την ε­πί­δρα­ση του Σε­φέ­ρη στους νεό­τε­ρους, κα­τ’ αυ­τόν τε­λειώ­νει με τον Τά­κη Σι­νό­που­λο και τον Γιώρ­γη Παυ­λό­που­λο. Από μια ά­πο­ψη, πρό­κει­ται για έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κεί­με­νο του Γεωρ­γου­σό­που­λου, ο ο­ποίος, τό­σο στα ε­γκώ­μια ό­σο και στις ε­πι­τι­μή­σεις, στε­ρεί­ται μέ­τρου. Δεν μπο­ρεί, ό­μως, κα­νείς να μην το συ­γκρί­νει με τα θαυ­μα­στι­κά κεί­με­να, που δη­μο­σιεύει τε­λευ­ταίως για την Κι­κή Δη­μου­λά.
Ο Γεωρ­γου­σό­που­λος ε­πε­κτεί­νει την α­πο­κα­θή­λω­ση και στους με­λε­τη­τές του Σε­φέ­ρη, κρί­νο­ντας ό­τι δεν έ­χουν προ­σφέ­ρει κά­τι ι­διαί­τε­ρο, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση τον Νά­σο Βα­γε­νά. Εί­ναι ο έ­νας α­πό τους τρεις της γε­νιάς του ’70, που συμ­με­τέ­χει στο α­φιέ­ρω­μα, Συμ­με­τέ­χει, μά­λι­στα, με τη δι­πλή υ­πό­στα­ση ποιη­τή-φι­λο­λό­γου και α­πο­τε­λεί τον δεύ­τε­ρο, με­τά τον Δα­σκα­λό­που­λο, πιο σε­φε­ρι­κό συ­νερ­γά­τη. Ού­τε αυ­τός, ό­μως, δί­νει μια α­ντί­στοι­χη προς το εύ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος συ­νερ­γα­σία. Το κεί­με­νό του, με τίτ­λο, «Ο συγ­γρα­φέ­ας ως α­να­γνώ­στης», ε­στιά­ζει σε μια πτυ­χή της ποιη­τι­κής του Σε­φέ­ρη. Πα­ρα­θέ­τει τρεις σε­φε­ρι­κούς στί­χους και ι­χνη­λα­τεί σε αυ­τούς τα κα­τά­λοι­πα α­πό προ­γε­νέ­στε­ρους ξέ­νους στί­χους. Το εν­δια­φέ­ρον του δη­μο­σιεύ­μα­τος βρί­σκε­ται στην ει­σα­γω­γή, ό­που ο με­λε­τη­τής προ­κρί­νει την ε­πί­δρα­ση ως κι­νη­τή­ριο μο­χλό της λο­γο­τε­χνίας έ­να­ντι της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας. Όρος, που εί­ναι πιο πρό­σφα­τος, προ­φα­νώς και πιο μο­δά­τος, ταυ­τό­χρο­να ό­μως, ο­ρι­ζό­με­νος ως συ­νο­μι­λία κει­μέ­νων, και πιο δι­πλω­μα­τι­κός.
Τα υ­πό­λοι­πα δέ­κα ε­πτά κεί­με­να του α­φιε­ρώ­μα­τος θα μπο­ρού­σαν χο­ντρι­κά να ε­ντα­χτούν σε τρεις κα­τη­γο­ρίες: α) Σε ε­κεί­να, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια ό­ψη ή και τμή­μα του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. β) Σε ε­κεί­να, που εκ­κι­νούν α­πό εν­διά­με­σες σε­φε­ρι­κές με­λέ­τες. Και γ) στα ο­λι­γά­ριθ­μα, που α­πα­ντούν στο ε­ρώ­τη­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος. Στην πρώ­τη κα­τη­γο­ρία, που εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη, α­νή­κει το εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο του τέ­ταρ­του συ­νερ­γά­τη α­πό την δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, του Νί­κου Δή­μου, για τον “παι­γνιώ­δη Σε­φέ­ρη”, με την ε­πι­σή­μαν­ση για τον α­πο­κλει­σμό του αι­σθη­σια­κού και φι­λο­παίγ­μο­να Σε­φέ­ρη α­πό την έκ­δο­ση α­πά­ντων των ποιη­μά­των του. Επί­σης, το κεί­με­νο του Γιάν­νη Ευ­στα­θιά­δη, που μας ξε­να­γεί στις σχέ­σεις του Σε­φέ­ρη με την κλα­σι­κή μου­σι­κή. Δια­φο­ρε­τι­κής υ­φής αλ­λά στην ί­δια κα­τη­γο­ρία ε­ντάσ­σε­ται και το κεί­με­νο του Θα­νά­ση Χατ­ζό­που­λου, του πιο σε­φε­ρι­κού α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες της γε­νιάς του ’80. Πρό­κει­ται για μια πλά­για α­να­φο­ρά στο σε­φε­ρι­κό στί­χο “ό­που και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει”, που κα­τή­ντη­σε σλό­γκαν ε­ρή­μην του ποιή­μα­τος, στο ο­ποίο α­νή­κει. Ο Χατ­ζό­που­λος, τε­λι­κά, προ­τεί­νει ως πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πί­και­ρη την πα­ραλ­λα­γή: «Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με θυ­μώ­νει». Σε σχέ­σεις και δια­λό­γους προ­σώ­πων ε­στιά­ζουν τα κεί­με­να του Δη­μή­τρη Κό­κο­ρη πε­ρί Κάλ­βου και του Μπί­τον, που ε­τοι­μά­ζει την ε­πό­με­νη βιο­γρα­φία, αυ­τή του Μπάυ­ρον και α­να­ζη­τά­ει πα­ραλ­λη­λίες με τον Σε­φέ­ρη. Επί­και­ρο το κεί­με­νο του Γιάν­νη Μπα­σκό­ζου, ορ­μά­ται α­πό μια ο­μι­λία του Σε­φέ­ρη, το 1964, για “τις ρυ­τί­δες των βι­βλίω­ν”. Ένας άλ­λος ποιη­τής της γε­νιάς του ’80, ο Βα­σί­λης Πα­πάς, ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να κε­νό στη χρο­νι­κή συ­νέ­χεια της σε­φε­ρι­κής ποίη­σης, που πα­ρα­τη­ρεί­ται α­πό το 1946 έως το 1953. Το α­πο­κα­λεί “μαύ­ρη τρύ­πα” και ό­πως γρά­φει, “νιώ­θει διαρ­κώς να με­γα­λώ­νει”. Και α­κό­μη, το κεί­με­νο του Αντώ­νη Δρα­κό­που­λου, συγ­γρα­φέα της με­λέ­της, “Ο Σε­φέ­ρης και η κρι­τι­κή».
Στη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρία ε­ντάσ­σο­νται τα ε­κτε­νή κεί­με­να νεό­τε­ρων φι­λο­λό­γω­ν: της Να­τα­λίας Δε­λη­γιαν­νά­κη για τις σε­φε­ρι­κές ρί­μες, των δύο ο­μη­λί­κων, Γιώρ­γου Κόκ­κι­νου και Αφρο­δί­της Αθα­να­σο­πού­λου, που εκ­κι­νούν α­πό τα “σε­φε­ρι­κά” του Μα­ρω­νί­τη, και της νεό­τε­ρης Νε­κτα­ρίας Κλα­πά­κη. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία α­νή­κει και το κεί­με­νο του Χά­ρη Ψαρ­ρά, ό­χι φι­λο­λό­γου αλ­λά ποιη­τή της πιο πρό­σφα­της φουρ­νιάς, που ε­στιά­ζει στο ποίη­μα «Piazza San Nicolό». Τέ­λος, πώς βλέ­πουν τον Σε­φέ­ρη, πα­λαιό­τε­ρα και σή­με­ρα, σκια­γρα­φούν οι ποιη­τές, Παυ­λί­να Πα­μπού­δη της γε­νιάς του ’70, Ηλίας Κε­φά­λας και Γιώρ­γος Μπλά­νας του ’80 και ο δη­μο­σιο­γρά­φος Μα­νώ­λης Πι­μπλής. Ξε­χω­ρί­ζει ο Κε­φά­λας, πε­ρί­που ο μο­να­δι­κός α­πό τους συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, που α­γκα­λιά­ζει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ο­λό­κλη­ρο τον Σε­φέ­ρη
Το α­φιέ­ρω­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τη συ­νο­μι­λία του συν­θέ­τη Άκη Μπο­γιατ­ζή με τον Γιάν­νη Πα­λα­βό για τα «Δε­καέ­ξι χαϊκού» σε ροκ με­λο­ποιή­σεις και μια ά­γνω­στη συ­νέ­ντευ­ξη του Σε­φέ­ρη. Η τε­λευ­ταία προέρ­χε­ται α­πό βι­βλιο­γρα­φι­κό εύ­ρη­μα του Δα­σκα­λό­που­λου, έ­να α­πό τα πολ­λά, υ­πο­θέ­του­με, πα­ρά­πλευ­ρα ο­φέ­λη, που προέ­κυ­ψαν α­πό την ε­πι­μέ­λεια της αλ­λη­λο­γρα­φίας Σε­φέ­ρη-Κα­τσί­μπα­λη. Ο με­λε­τη­τής πι­θα­νο­λο­γεί, ό­τι πρό­κει­ται για την πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη του Σε­φέ­ρη, Σε­πτέμ­βριο 1951, στον Μή­τσο Λυ­γί­ζο. Συ­γκρα­τού­με μια α­πό­φαν­ση του Σε­φέ­ρη, που α­πα­ντά­ει πλα­γίως στο κεί­με­νο του Βα­γε­νά: “Η δη­μιουρ­γι­κή ε­πιρ­ροή εί­ναι α­πό τις πιο μυ­στι­κές αν­θρώ­πι­νες λει­τουρ­γίες που υ­πάρ­χουν. Η ε­πιρ­ροή που φαί­νε­ται το πε­ρισ­σό­τε­ρο, που φα­ντά­ζει θέ­λω να πω, εί­ναι και η πιο ε­πι­δερ­μι­κή”.
Αν βγαί­νει κά­ποιο συ­μπέ­ρα­σμα α­πό το α­φιέ­ρω­μα εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο, που πι­στεύου­με ό­τι θα ε­πι­βε­βαιω­θεί και α­πό τα α­φιε­ρώ­μα­τα στον Ελύ­τη. Όσο μι­κραί­νουν οι η­λι­κίες, τό­σο μειώ­νε­ται ο θαυ­μα­σμός. Γί­νε­ται α­πο­δο­χή, α­πό συ­γκρα­τη­μέ­νη έως ε­πι­φυ­λα­κτι­κή. Πα­ρά­πλευ­ρο φαι­νό­με­νο εί­ναι οι με­γα­λύ­τε­ροι, που σιω­πού­σαν ό­σο ο ά­νε­μος ή­ταν ού­ριος και τώ­ρα, στη γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δο­μι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα, βρί­σκουν την ευ­και­ρία - τόλ­μη το α­πο­κα­λούν - να φα­νε­ρώ­σουν τις προ­κα­τα­λή­ψεις τους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/5/2011