Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Ποιος ακριβώς ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης

Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος
«Μα­νό­λης Α. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης (1883-1959)
Σε­λί­δες α­πό τη ζωή και το έρ­γο του»
Έκδο­ση του Μου­σείου Μπε­νά­κη
Δε­κέμ­βριος 2010

Άπα­ντες, δε­δο­μέ­νου ό­τι η βα­σι­κή εκ­παί­δευ­ση εί­ναι υ­πο­χρεω­τι­κή, γνω­ρί­ζουν τη Γραμ­μα­τι­κή Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Όσοι α­να­σφα­λείς ε­ξαρ­τώ­νται α­πό τα λε­ξι­κά, γνω­ρί­ζουν και το Λε­ξι­κό Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Δεν εί­ναι, ω­στό­σο, κα­θό­λου σί­γου­ρο ό­τι έ­χουν έ­στω και α­μυ­δρή ει­κό­να για το ποιος ή­ταν αυ­τός ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Δεν α­να­κα­λούν, λ.χ., τη φυ­σιο­γνω­μία του, ό­πως συμ­βαί­νει με τις με­γά­λες προ­σω­πι­κό­τη­τες. Ού­τε εί­ναι σε θέ­ση, εκ του προ­χεί­ρου, να α­να­φέ­ρουν κά­ποια βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία ή κά­τι τε­λο­σπά­ντων συ­γκε­κρι­μέ­νο για το έρ­γο του. Όπως φαί­νε­ται, συμ­βαί­νει αυ­τό το ο­ξύ­μω­ρο με τον Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Η σχο­λι­κή εκ­παί­δευ­ση στη­ρί­χτη­κε μεν στο έρ­γο του, αλ­λά δεν τον συ­μπε­ριέ­λα­βε ως πρό­σω­πο στην προ­σφε­ρό­με­νη ε­γκυ­κλο­παι­δι­κής φύ­σεως παι­δεία. Κι αν κά­ποιοι θεω­ρούν ό­τι τον γνω­ρί­ζουν, τον μνη­μο­νεύουν ως έ­ναν εκ των τριών του πε­ρι­βό­η­του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου. Κα­τ’ αυ­τούς, εί­ναι μάλ­λον ο λι­γό­τε­ρο ση­μα­ντι­κός, α­φού πρώ­τος έρ­χε­ται ο Δη­μή­τρης Γλη­νός, χά­ρις στην ι­δε­ο­λο­γι­κή του έ­ντα­ξη και πο­λι­τι­κή δρά­ση, και α­κο­λου­θεί ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, αυ­τός λό­γω του Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου και του σκαν­δά­λου, που προ­κά­λε­σε.
Ποιος ή­ταν ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης και ταυ­τό­χρο­να, ποια η πνευ­μα­τι­κή κί­νη­ση στο πρώ­το μι­σό του 20ου αιώ­να, κα­τά το ο­ποίο ε­κεί­νος δέ­σπο­ζε ως δά­σκα­λος, τα μα­θαί­νου­με α­πό το και­νού­ριο βι­βλίο του Γιώρ­γου Αλι­σαν­δρά­του. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, που εκ­δί­δε­ται με­τά το θά­να­τό του, στις 7 Μαρ­τίου 2004. Και τα δυο εί­ναι σε τό­σο άρ­τια μορ­φή, ώ­στε ο α­να­γνώ­στης σχε­δόν να λη­σμο­νεί την α­που­σία του συγ­γρα­φέα τους. Για­τί το Αρχείο Αλι­σαν­δρά­του εί­χε μια πε­ρί­που μο­να­δι­κή τύ­χη. Δεν έ­μει­νε σε χέ­ρια α­πλώς έ­μπι­στα, αυ­τό, σε τε­λευ­ταία α­νά­λυ­ση, συμ­βαί­νει σε ό­λους ό­σους ευ­τύ­χη­σαν να έ­χουν σύ­ντρο­φο στη ζωή τους – τα πα­ρα­δείγ­μα­τα στορ­γι­κών τέ­κνων εί­ναι πο­λύ λι­γό­τε­ρα –, αλ­λά και σε χέ­ρια ι­κα­νά να φέ­ρουν σε πέ­ρας έ­να πα­ρό­μοιο έρ­γο. Την φρο­ντί­δα για το πρώ­το βι­βλίο, «Κεί­με­να για τον ε­πτα­νη­σια­κό ρι­ζο­σπα­στι­σμό», και για το πρό­σφα­το α­να­λαμ­βά­νει η φι­λό­λο­γος Τα­σία Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του, κι αυ­τή γέν­νη­μα θρέμ­μα Κε­φαλ­λή­νια ό­πως ο Αλι­σαν­δρά­τος. Ως γνω­στόν, ό­μως, αν δεν υ­πάρ­ξει βοή­θεια α­πό την πλευ­ρά του εκ­δό­τη, οι κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις ναυα­γούν. Εδώ, έ­βα­λε το χέ­ρι του έ­νας Ζα­κύν­θιος, ο Δη­μή­τρης Αρβα­νι­τά­κης, και το α­πο­τέ­λε­σμα έ­δε­σε κα­λύ­τε­ρα.
Οι φι­λο­λο­γι­κές και ι­στο­ρι­κές με­λέ­τες του Αλι­σαν­δρά­του, ό­λες εν­δε­λε­χώς τεκ­μη­ριω­μέ­νες και πυ­κνά σχο­λια­σμέ­νες, κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα, με κύ­ριο κορ­μό την ι­στο­ρία της Επτα­νη­σια­κής Πο­λι­τείας, το ε­ντό­πιο κί­νη­μα του ρι­ζο­σπα­στι­σμού και τα ε­πτα­νη­σια­κά γράμ­μα­τα. Ένας δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κός ά­ξο­νας εί­ναι το κί­νη­μα του δη­μο­τι­κι­σμού, στον ο­ποίο και ε­ντάσ­σε­ται το πρό­σφα­το βι­βλίο. Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα της Ευ­θυ­μιά­του, ο Αλι­σαν­δρά­τος υ­πήρ­ξε βο­η­θός και οι­κείος του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια. Μα­ζί ε­ξέ­δω­σαν το 1938 την «Ιστο­ρι­κή ει­σα­γω­γή στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τι­κή». Όπως φαί­νε­ται, το πρό­σφα­το βι­βλίο έ­μει­νε για χρό­νια α­νέκ­δο­το, κα­θώς η συγ­γρα­φή του εί­χε α­να­τε­θεί στον Αλι­σαν­δρά­το α­πό το Ίδρυ­μα Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’70. Πι­θα­νώς να εί­χε σχε­δια­στεί ως συ­μπλή­ρω­μα στην έκ­δο­ση των Απά­ντων Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που εκ­δό­θη­καν στη διε­τία 1963-1965. Ως συ­μπλή­ρω­μα, άλ­λω­στε, εί­χε εκ­δο­θεί το 2001 η «Αλλη­λο­γρα­φία» του, με­τά α­πό προ­ε­τοι­μα­σία δε­κα­πέ­ντε και πλέ­ον ε­τών.
Από τις “σε­λί­δες”, που έ­γρα­ψε ο Αλι­σαν­δρά­τος, με τον γνω­στό α­κρι­βο­λό­γο και φι­λο­λο­γι­κά πλή­ρη τρό­πο του, α­να­δύε­ται α­κέ­ραιος ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Εκτός μέ­νουν μό­νο κά­ποιες πτυ­χές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του, οι ο­ποίες δια­φαί­νο­νται στις ε­πι­στο­λές του. Σε έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο, δί­νο­νται οι χρο­νο­λο­γίες και ό­που εί­ναι δυ­να­τόν, οι η­με­ρο­μη­νίες των βα­σι­κών συμ­βά­ντων του βίου του. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης γεν­νή­θη­κε στις 16 Νο­εμ­βρίου 1883, την ί­δια χρο­νιά με δυο με­γά­λους της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, τον Νί­κο Κα­ζα­ντζά­κη και τον Κώ­στα Βάρ­να­λη. Δεν μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε ό­πως ο Βάρ­να­λης, αλ­λά πέ­θα­νε δυο χρό­νια με­τά τον Κα­ζα­ντζά­κη, μό­νο που τα δι­κά του τε­λευ­ταία χρό­νια στά­θη­καν ο­δυ­νη­ρά, κα­θώς έ­πα­σχε α­πό τη νό­σο του Πάρ­κιν­σον. Σε α­ντί­θε­ση με τους δύο άλ­λους, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης δεν πα­ντρεύ­τη­κε. Στο τρα­πέ­ζι του φα­γη­τού, “κου­βε­ντιά­ζο­ντας” με το κα­να­ρί­νι του, το ο­ποίο - ά­γνω­στο για­τί - α­πο­κα­λού­σε Κί­τσο, πέ­θα­νε στις 20 Απρι­λίου 1959.
Σε τρεις Χιώ­τες, ό­πως λέ­γε­ται, στη­ρίχ­θη­κε η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα: Κο­ραή-Ψυ­χά­ρη-Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Από την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, της Ιου­λίας Ρο­δο­κα­νά­κη, ή­ταν Χιώ­της ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Ο πα­τέ­ρας του ή­ταν Κο­ζα­νί­της, γεν­νη­μέ­νος στο Βου­κου­ρέ­στι, με σπου­δές μη­χα­νι­κού στη Ζυ­ρί­χη, στέ­λε­χος του Υπουρ­γείου Δη­μο­σίων Έργων. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης α­πή­λαυ­σε παι­διό­θεν τα κα­λά μιας εύ­πο­ρης α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Φοί­τη­σε στα κα­λύ­τε­ρα σχο­λεία της Αθή­νας, με οι­κο­γε­νεια­κά τα­ξί­δια α­να­ψυ­χής στην Ευ­ρώ­πη, τε­λείω­σε τη Φι­λο­σο­φι­κή και συ­νέ­χι­σε με­τα­πτυ­χια­κά σε Μό­να­χο, Χαϊδελ­βέρ­γη και Ελβε­τία. Δια­παι­δα­γω­γή­θη­κε στην πει­θαρ­χία, ή­ταν μα­θη­τής του ά­ρι­στα και θε­τι­κι­στής δια βίου. Ωστό­σο, ου­δέν κα­λόν α­μι­γές κα­κού. Στις ε­πι­στο­λές α­πό τη Γερ­μα­νία προς τον πα­τέ­ρα του, α­να­φέ­ρε­ται σε προ­βλή­μα­τα υ­γείας, ό­πως με­λαγ­χο­λία και α­δυ­να­μία για πο­λύ­πλευ­ρη και συ­στη­μα­τι­κή ερ­γα­σία. Τα α­πο­κα­λεί ψυ­χο­νεύ­ρω­ση και πι­στεύει ό­τι ο μό­νος τρό­πος να α­παλ­λα­γεί α­πό αυ­τές τις ε­νο­χλή­σεις εί­ναι η ψυ­χα­νά­λυ­ση. Το 1910, το πι­θα­νό­τε­ρο, ξε­κι­νά­ει την α­νά­λυ­σή του.
Όταν, στην Ελλά­δα, ι­δρύο­νταν η «Κοι­νω­νιο­λο­γι­κή Εται­ρεία» του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­να­στα­σίου και το «Ανώ­τε­ρον Δη­μο­τι­κόν Παρ­θε­να­γω­γείο» Βό­λου, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης έ­γρα­φε στο Μό­να­χο τη δια­τρι­βή του «Πε­ρί τι­νών ξέ­νων λέ­ξεων της νέ­ας ελ­λη­νι­κής» και το κα­λο­καί­ρι του 1908, α­ρί­στευε στις ε­ξε­τά­σεις. Η ι­χνη­λα­σία των ξέ­νων λέ­ξεων και η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή δο­κι­μα­σία γί­νο­νται πα­ράλ­λη­λα με το προ­γραμ­μα­τι­κό σχέ­διο για την εκ­παι­δευ­τι­κή α­να­γέν­νη­ση, που στέλ­νει σε φί­λους, ε­ντός και ε­κτός Ελλά­δος, με στό­χο τη δη­μιουρ­γία ε­νός «Αδερ­φά­του της Εθνι­κής γλώσ­σας», στο πρό­τυ­πο ε­κεί­νου που εί­χε ι­δρύ­σει ο Φώ­της Φω­τιά­δης στην Πό­λη το 1904. Τε­λι­κά, το “Αδερ­φά­το” δεν έ­λα­βε πο­τέ υ­πό­στα­ση. Το πρό­λα­βαν οι δη­μο­τι­κι­στές των Αθη­νών, ι­δρύο­ντας, Μάρ­τιο 1910, τον «Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο». Ως ι­δέα ή­ταν ταυ­τό­ση­μη: “Με την κα­θα­ρεύου­σα δε γί­νε­ται κα­μία α­να­γέν­νη­ση του Σκο­λειού, η ε­θνι­κή α­γω­γή δεν μπο­ρεί πα­ρά να στα­θεί α­πά­νω στη γλώσ­σα”.
“Παι­δί της ελ­λη­νι­κής παι­δείας” και ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, με­γά­λω­σε με “το ι­δα­νι­κό του αρ­χαϊσμού”. “Τον πρώ­το δυ­να­τό κλο­νι­σμό στις ι­δέες του για τη γλώσ­σα” του τον έ­δω­σαν τα μα­θή­μα­τα του Γεωρ­γίου Χατ­ζι­δά­κι, ό­ταν ή­ταν δευ­τε­ρο­ε­τής φοι­τη­τής. Η μύη­ση συ­νε­χί­στη­κε στο Βυ­ζα­ντι­νό και Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Φρο­ντι­στή­ριο του Καρλ Κρουμ­βά­χε­ρ, με τον ο­ποίο έ­κα­με το δι­δα­κτο­ρι­κό του. Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, ο Αλι­σαν­δρά­τος τον πα­ρα­κο­λου­θεί στα χρό­νια των σπου­δών του, ε­νώ, στο τρί­το, σκια­γρα­φεί την πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα και την α­νά­δυ­ση του εκ­παι­δευ­τι­κού δη­μο­τι­κι­σμού, που προ­σπά­θη­σε να γε­φυ­ρώ­σει τον ψυ­χα­ρι­σμό με την τρέ­χου­σα γλωσ­σι­κή κα­τά­στα­ση, κα­τα­λή­γο­ντας σε μια πε­ρι­λη­πτι­κή κα­τα­γρα­φή της “πνευ­μα­τι­κής αν­θο­φο­ρίας” ε­κεί­νων των χρό­νων. Το βα­σι­κό και ε­κτε­νέ­στε­ρο κε­φά­λαιο εί­ναι το τέ­ταρ­το, χω­ρι­σμέ­νο σε δυο πε­ρί­που ι­σο­μή­κεις χρο­νι­κές πε­ριό­δους: Την πε­ρίο­δο, 1913-1934, του δη­μό­σιου βίου του και τα με­τέ­πει­τα χρό­νια της ι­διώ­τευ­σης.
Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης ε­πι­στρέ­φει α­πό τη Γερ­μα­νία το 1912, με πρώ­το μέ­λη­μά του τον Εκπαι­δευ­τι­κό Όμι­λο. Ανα­λαμ­βά­νει το πε­ριο­δι­κό του Ομί­λου, το «Δελ­τίο», και τις εκ­δο­τι­κές του δρα­στη­ριό­τη­τες. Στο «Δελ­τίο» δη­μο­σιεύει ό­τι γρά­φει, α­πό με­λέ­τες και βι­βλιο­κρι­σίες μέ­χρι σχό­λια και ση­μειώ­μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να, ερ­γά­ζε­ται ως συ­ντά­κτης στο Ιστο­ρι­κό Λε­ξι­κό της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Από αυ­τήν την ε­να­σχό­λη­σή του προέ­κυ­ψαν δύο ση­μα­ντι­κές με­λέ­τες: το 1915, «Το λήμ­μα» και το 1920, «Τα Υπο­μνή­μα­τα πε­ρί του Ιστο­ρι­κού Λε­ξι­κού (1916-1917)». Η γλωσ­σο­εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση α­πό τον Βε­νι­ζέ­λο, το 1917, με το νό­μο πε­ρί δι­δα­κτι­κών βι­βλίων, κα­θο­δη­γεί­ται α­πό την τριαν­δρία του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου. Οι τρεις εκ­παι­δευ­τι­κοί, ως “α­νώ­τε­ροι ε­πό­πται Δη­μο­τι­κής Εκπαι­δεύ­σεως”, κα­τευ­θύ­νουν την αλ­λα­γή σε ό­λους τους το­μείς, πο­λι­τι­κό, κοι­νω­νι­κό, παι­δα­γω­γι­κό και γλωσ­σι­κό. Ο Αλι­σαν­δρά­τος κα­τορ­θώ­νει να συ­νο­ψί­σει σε έ­να υ­πο­κε­φά­λαιο τα ε­πι­τεύγ­μα­τα ε­κεί­νης της σύ­ντο­μης ά­νοι­ξης, που α­να­κό­πη­κε με την ήτ­τα του Βε­νι­ζέ­λου στις ε­κλο­γές της 1ης Νο­εμ­βρίου 1920. Πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τις α­νό­δους και τις πτώ­σεις του Βε­νι­ζέ­λου, η τριαν­δρία ε­πα­νήλ­θε στο υ­πουρ­γείο Παι­δείας το 1923, για να ξα­να­φύ­γει με τη δι­κτα­το­ρία του Πα­γκά­λου.
Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης υ­πέ­βα­λε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της Γλωσ­σο­λο­γίας στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών αλ­λά εις μά­την. Η πρώ­τη ή­ταν το 1924 και προ­σέ­κρου­σε στους κα­θα­ρο­λό­γους, με ε­πι­κε­φα­λής τον Χατ­ζι­δά­κι. Η τε­λευ­ταία, το 1948. Αυ­τή προ­σέ­κρου­σε στην ταύ­τι­ση του δη­μο­τι­κι­σμού με τον σο­σια­λι­σμό και τον κομ­μου­νι­σμό. Για τον ί­διο λό­γο και η Ακα­δη­μία Αθη­νών, το 1949, α­πο­φά­σι­σε “κα­τά πλειο­ψη­φία­ν” να μην προ­κη­ρύ­ξει την πλή­ρω­ση της έ­δρας της Γλωσ­σο­λο­γίας, και­νής α­πό τον θά­να­το του Χατ­ζι­δά­κι, το 1941. Κι ας πα­ρέ­μει­νε ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης σε ό­λη του τη ζωή έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος βε­νι­ζε­λι­κός. Ωστό­σο, για μια ο­κτα­ε­τία, 1926-1934, δια­τέ­λε­σε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής γλωσ­σο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο. Και ε­κεί, πα­ρά τις α­πο­στά­σεις του α­πό το σο­σια­λι­σμό και τις συ­ντη­ρη­τι­κές, ό­πως α­πο­κα­λού­νταν, κοι­νω­νι­κές του ι­δέες, θεω­ρή­θη­κε, α­πό μια με­ρί­δα, ε­πι­κίν­δυ­νος, κα­θό­σον δη­μο­τι­κι­στής. Από το 1934 και μέ­χρι τέ­λους, ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης δεν κα­τεί­χε κα­μιά δη­μό­σια θέ­ση, ω­στό­σο δί­δα­σκε στην Αθή­να, έ­χο­ντας δη­μιουρ­γή­σει κά­τι α­ντί­στοι­χο με τα ση­με­ρι­νά Ελεύ­θε­ρα Πα­νε­πι­στή­μια.
Ο Αλι­σαν­δρά­τος κά­νει μια ε­ξαν­τλη­τι­κή πα­ρου­σία­ση του ε­ρευ­νη­τι­κού και παι­δα­γω­γι­κού έρ­γου του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Η Γραμ­μα­τι­κή Τρια­ντα­φυλ­λί­δη κα­τα­λαμ­βά­νει έ­να ι­διαί­τε­ρο υ­πο­κε­φά­λαιο. Εκδό­θη­κε το κα­λο­καί­ρι του 1941 α­πό τον Οργα­νι­σμό Εκδό­σεως Σχο­λι­κών Βι­βλίων σε 20.000 α­ντί­τυ­πα, χω­ρίς α­να­γρα­φή του ο­νό­μα­τος του κυ­ρίως συ­ντά­κτη της. Ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης πί­στευε ό­τι “η Γραμ­μα­τι­κή του α­ντι­προ­σώ­πευε την πρα­χτι­κή ε­μπει­ρία και τη γλωσ­σι­κή συ­νεί­δη­ση των πρώ­των με­τα­ψυ­χα­ρι­κών γε­νεών, που δεν πα­ρα­πλα­νή­θη­καν α­πό τις υ­περ­βο­λές της προ­η­γού­με­νης γε­νεάς”. Σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Κρια­ράς πι­στεύει “ό­τι για δε­κα­ε­τίες πολ­λές θα εί­ναι η πυ­ξί­δα και ο φά­ρος σε ό­σους θα πλέ­ουν και θα τα­λα­νί­ζο­νται στα τρι­κυ­μι­σμέ­να α­κό­μη νε­ρά της γλωσ­σι­κής μας θά­λασ­σας”.
Σε έ­να σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο γί­νε­ται συ­νο­πτι­κή ε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να φω­το­γρα­φι­κό δε­κα­ε­ξα­σέ­λι­δο και α­κο­λου­θεί έ­να τε­λείως α­πα­ραί­τη­το κε­φά­λαιο, που προ­σπα­θεί να δώ­σει μια ει­κό­να για τον άν­θρω­πο Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, μέ­σα α­πό ό­σα έ­γρα­ψαν γι’ αυ­τόν συ­νο­μή­λι­κοι και νεό­τε­ροι. Υπήρ­ξε θερ­μός ε­ρα­στής της μου­σι­κής. Δει­νός πε­ζο­πό­ρος, ο­ρει­βά­της και χιο­νο­δρό­μος. Επι­στή­μο­νας με ευ­γέ­νεια χα­ρα­κτή­ρος και υ­ψη­λό ε­πι­στη­μο­νι­κό ή­θος. Το με­γά­λο πά­θος του στά­θη­κε η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα. Όπως λέ­γε­ται, συ­χνά διέ­κο­πτε τους συ­νο­μι­λη­τές του, ρω­τώ­ντας: “Πώς το εί­πες αυ­τό; Πού το ά­κου­σες; Πώς το κλί­νεις; Για ξα­να­πές το”. Με το τε­φτε­ρά­κι του πά­ντο­τε α­νά χεί­ρας. Ήθε­λε να γεύε­ται τις λέ­ξεις ζω­ντα­νές, ό­πως μι­λιού­νται ή βρί­σκο­νται στα λα­ο­γρα­φι­κά κεί­με­να.
Οι “σε­λί­δες” για τον Τρια­ντα­φυλ­λί­δη εί­ναι και “σε­λί­δες” για τον δη­μο­τι­κι­σμό και το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Γι’ αυ­τό και ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται με δυο κεί­με­να του Αλι­σαν­δρά­του, που το­πο­θε­τού­νται ως πα­ράρ­τη­μα: μια διά­λε­ξη προ ει­κο­σα­ε­τίας στο Βα­φο­πού­λειο, με τίτ­λο, «Πώς εί­δε ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης τον Ψυ­χά­ρη», και μια δη­μο­σιευ­μέ­νη προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας ερ­γα­σία του για «Τα Φρο­ντι­στή­ρια» του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που γί­νο­νταν στο σπί­τι του, Πα­τριάρ­χου Ιωα­κείμ 19. Κα­τά τα άλ­λα, τα κεί­με­να της με­λέ­της συ­νο­δεύουν υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις και ευ­ρε­τή­ριο. Αυ­τά την κα­θι­στούν πρό­σφο­ρη για πολ­λα­πλές χρή­σεις, α­πό μια α­νά­γνω­ση μέ­χρι βι­βλίο α­να­φο­ράς, για­τί, ό­σο πά­νε, σπα­νί­ζουν οι με­λέ­τες που μπο­ρεί ο α­να­γνώ­στης να στη­ριχ­θεί στα στοι­χεία τους.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/5/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: