Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Εκδοχές ενός ταξιδιού

Δώ­ρα Κα­σκά­λη
«Στο τρέ­νο»
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Αθή­να, 2010

Τα διη­γή­μα­τα μιας συλ­λο­γής μπο­ρεί να εί­ναι σκόρ­πια παι­διά της έ­μπνευ­σης, μπο­ρεί, ό­μως, και να έ­χουν κά­ποιους δε­σμούς α­να­με­τα­ξύ τους. Αυ­τοί, πά­λι, μπο­ρεί να εί­ναι δε­σμοί αί­μα­τος, ό­πως θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν οι θε­μα­τι­κές συγ­γέ­νειες. Μπο­ρεί, ό­μως, να εί­ναι και δε­σμοί εξ αγ­χι­στείας, που ση­μαί­νει χα­λα­ρό­τε­ροι και πι­θα­νώς, ό­τι προέ­κυ­ψαν α­πό την α­νά­γκη συ­στέ­γα­σης των διη­γη­μά­των σε μια συλ­λο­γή. Έτσι θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τους δε­σμούς τό­που ή και χρό­νου, α­φού, σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις, μπο­ρεί ο συγ­γρα­φέ­ας να πα­ραλ­λά­ξει, εκ των υ­στέ­ρων, αυ­τά τα στοι­χεία στα διη­γή­μα­τα, ώ­στε να τα κά­νει ο­μο­ει­δή. Στο πρώ­το της βι­βλίο, η Δώ­ρα Κα­σκά­λη συ­γκε­ντρώ­νει ο­κτώ διη­γή­μα­τα, με συν­δε­τι­κό κρί­κο τον τό­πο, στον ο­ποίο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται. Μό­νο που, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ο τό­πος συ­νι­στά μέ­ρος του θέ­μα­τος και συ­νε­πώς, θα ή­ταν α­δύ­να­το να δια­φο­ρο­ποιη­θεί.
Όπως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του βι­βλίου, στα ε­πτά α­πό τα ο­κτώ διη­γή­μα­τα, οι ή­ρωες τα­ξι­δεύουν με τρέ­νο. Μά­λι­στα, ο α­ριθ­μός της θέ­σης τους μα­ζί με τον α­ριθ­μό του βα­γο­νιού α­πο­τε­λούν τον τίτ­λο του κά­θε διη­γή­μα­τος. Πρό­κει­ται για τα συ­νο­λι­κά πέ­ντε βα­γό­νια μιας α­μα­ξο­στοι­χίας, του «Συρ­μού 27», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του κα­τα­λη­κτι­κού διη­γή­μα­τος. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή μο­νο­λό­γου. Πρό­κει­ται για τον μο­νό­λο­γο του ί­διου του συρ­μού, ό­ταν αυ­τός ε­γκα­τα­λεί­πει τον κε­ντρι­κό σταθ­μό και ο­δεύει προς βορ­ρά, ό­πως έ­χει κά­νει ά­πει­ρες φο­ρές στον μα­κρό­χρο­νο βίο του. Το ει­κά­ζου­με ό­τι υ­πήρ­ξε μα­κρό­χρο­νος, μια και πρό­κει­ται για τον συρ­μό «Αρι­στο­τέ­λης», της γραμ­μής Αθή­να-Θεσ­σα­λο­νί­κη, που φη­μί­ζε­ται για την πα­λαιό­τη­τα των τρέ­νων της. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι η τε­λευ­ταία φο­ρά, κα­θώς πη­γαί­νει για α­πό­συρ­ση.
Για το τρέ­νο, ως θέ­μα ή και α­πλώς ως σκη­νι­κό, έ­χουν γρα­φεί ουκ ο­λί­γα διη­γή­μα­τα, κα­θώς και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Θε­μα­τι­κή, πά­ντως, αν­θο­λο­γία, ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χει. Μό­νο μια με διη­γή­μα­τα ι­σπα­νών, αρ­γε­ντί­νων και μα­ξι­κά­νων συγ­γρα­φέων, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει προ ε­τών, με τίτ­λο, «Σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς». Προ­σφά­τως, για να ε­ορ­τα­σθούν τα δε­κά­χρο­να του Διε­θνούς Αε­ρο­λι­μέ­να Αθη­νών, προ­κη­ρύχ­θη­κε δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος με θέ­μα «Τα­ξί­δι στον Αέ­ρα». Κα­νο­νι­κά, θα έ­πρε­πε να εί­χε προ­η­γη­θεί δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος για το τρέ­νο, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί σι­δη­ρό­δρο­μοι, που κρα­τούν α­πό την ε­πο­χή του Χα­ρί­λα­ου Τρι­κού­πη, έ­χουν προ πολ­λού συ­μπλη­ρώ­σει την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα τους. Δεν γνω­ρί­ζου­με, πά­ντως, άλ­λο συγ­γρα­φέα στα κα­θ’ η­μάς, που να έ­γρα­ψε σει­ρά διη­γη­μά­των με θέ­μα το τρέ­νο.
Η Κα­σκά­λη προ­τι­μά την α­φή­γη­ση στο τρί­το πρό­σω­πο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ι­στο­ρίες της πα­ρα­κο­λου­θούν την ο­πτι­κή ε­νός μό­νο προ­σώ­που. Εκτός α­πό δυο διη­γή­μα­τα, που, στον τίτ­λο τους, έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας θέ­σεις, ο­πό­τε και η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί ι­σά­ριθ­μα πρό­σω­πα. Σε κά­θε ι­στο­ρία, ο τα­ξι­διώ­της αλ­λά­ζει φύλ­λο, η­λι­κία και ε­πάγ­γελ­μα. Έτσι δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση μιας ε­πι­λε­κτι­κής πε­ρι­πτω­σιο­λο­γίας, που φαί­νε­ται να γί­νε­ται σε μια προ­σπά­θεια εμ­βά­θυν­σης στην ψυ­χο­σύν­θε­ση των τα­ξι­διω­τών, κα­θώς και στις νοο­τρο­πίες δια­φο­ρε­τι­κών η­λι­κιών και κοι­νω­νι­κών τά­ξεων. Στο πρώ­το διή­γη­μα, ο τα­ξι­διώ­της εί­ναι έ­νας ι­διω­τι­κός υ­πάλ­λη­λος, που η ε­ται­ρεία του, με έ­δρα τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, τον στέλ­νει στην Αθή­να για εκ­παι­δευ­τι­κό σε­μι­νά­ριο. Εί­ναι δέ­κα χρό­νια πα­ντρε­μέ­νος και έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός τέ­κνα. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν τον ε­μπο­δί­ζει να κυ­νη­γά τις ε­ρω­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες. Σε ό­λη τη διάρ­κεια του τα­ξι­διού, α­να­πο­λεί μια πα­λαιό­τε­ρη σχέ­ση του. Ήταν μια γυ­ναί­κα, χω­ρίς α­να­στο­λές, που ζού­σε μό­νη της. Η σχέ­ση τους δια­κό­πη­κε ξαφ­νι­κά, με πρω­το­βου­λία ε­κεί­νης. Η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­μπλο­κή και των δυο, την ο­ποία δεν ή­θε­λαν να πα­ρα­δε­χτούν, την κα­τέ­στη­σε α­δύ­να­τη. Το διή­γη­μα σκια­γρα­φεί τον γνώ­ρι­μο τύ­πο του ά­ντρα, που έ­χει με­γά­λη ι­δέα για τη γο­η­τεία και τον αν­δρι­σμό του.
Στο δεύ­τε­ρο, μια φοι­τή­τρια θέλ­γε­ται α­πό νε­α­ρό συ­ντα­ξι­διώ­τη της. Τα αι­σθή­μα­τα δεί­χνουν α­μοι­βαία. Μό­νο που ε­κεί­νη έ­χει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­ναν η­λι­κιω­μέ­νο ε­ρα­στή, που την συ­ντη­ρεί, ε­νώ ε­κεί­νον τον πε­ρι­μέ­νει ο μό­νι­μος δε­σμός του στην Αθή­να. Τε­λι­κά, δεν τολ­μούν ού­τε να συ­στη­θούν, πό­σω μάλ­λον να α­νταλ­λά­ξουν τη­λέ­φω­να. Η κο­πέ­λα, ω­στό­σο, ελ­πί­ζει σε μια μελ­λο­ντι­κή συ­νά­ντη­σή τους, ό­ταν α­δέ­σμευ­τοι θα βρε­θούν ε­κτός Ελλά­δος. Αυ­τή η ρο­μα­ντι­κή της διά­θε­ση δεν πο­λυ­ται­ριά­ζει με το πρα­κτι­κό πνεύ­μα, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν οι σκέ­ψεις της.
Στο τρί­το διή­γη­μα, πε­ρι­γρά­φε­ται μια συ­γκυ­ρία δρα­μα­τι­κών κα­τα­στά­σεων με κε­ντρι­κό πρό­σω­πο έ­ναν συ­ντα­ξιού­χο, που τα­ξι­δεύει στην Αθή­να για να δει τα δυο πα­ντρε­μέ­να παι­διά του. Ο ί­διος, με­τά α­πό χρό­νια σκλη­ρής δου­λειάς στις οι­κο­δο­μές, έ­χει ε­γκα­τα­στα­θεί στο χω­ριό του, κο­ντά στη Βέ­ροια, και έ­χει ξα­να­πα­ντρευ­τεί, α­φού έ­χα­σε νω­ρίς α­πό καρ­κί­νο τη γυ­ναί­κα του. Στο ε­πό­με­νο διή­γη­μα, το τα­ξί­δι εί­ναι τα­ξί­δι ε­πι­στρο­φής μιας γυ­ναί­κας στον ά­ντρα και το παι­δί της. Στην Αθή­να εί­χε έρ­θει για να ε­πι­σκε­φτεί μια φί­λη της, πα­λιά συ­νά­δελ­φο στο α­θη­ναϊκό “κα­λό σπί­τι”, ό­που δού­λευε, πριν την α­πο­κα­τα­στή­σει έ­νας χτί­στης α­πό βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο χω­ριό. Την έ­βγα­λε α­πό το βούρ­κο, θα έ­γρα­φε έ­νας πα­λαιό­τε­ρος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος.
Στο πέ­μπτο διή­γη­μα, α­να­τέ­μνε­ται το πρό­βλη­μα της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας στον κλοιό στρα­τώ­να και οι­κο­γέ­νειας. Ένας φα­ντά­ρος, στην πρώ­τη του έ­ξο­δο, ε­πι­στρέ­φει στο πα­τρι­κό του στην Αθή­να. Με σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, ή­δη τρια­ντά­ρης, βρέ­θη­κε πα­ρα­δό­ξως να υ­πη­ρε­τεί στον Έβρο. Έχει ζή­σει έ­να δυ­να­τό δε­σμό με φί­λο του στη Γερ­μα­νία. Ακα­τα­στά­λα­κτος, ό­μως, σκέ­φτε­ται σο­βα­ρά τον μό­νι­μο δε­σμό με γυ­ναί­κα. Ακο­λου­θεί το διή­γη­μα, που έ­χει ως τίτ­λο πολ­λές θέ­σεις, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται τα προ­βλή­μα­τα μιας οι­κο­γέ­νειας λό­γω ε­νός δια­ζυ­γίου, κα­τά το ε­νός κα­κού μύ­ρια έ­πο­νται. Τη συλ­λο­γή κλεί­νει το διή­γη­μα, με τίτ­λο δυο θέ­σεις, στο ο­ποίο έ­νας η­λι­κιω­μέ­νος α­πό χω­ριό μο­νο­λο­γεί, ε­νώ ο νε­α­ρός συ­ντα­ξι­διώ­της του σκέ­πτε­ται, τις δι­κές του δυ­σκο­λίες, ε­παγ­γελ­μα­τι­κές και οι­κο­γε­νεια­κές. Επι­μύ­θιο, ο κα­θείς και τα βά­σα­νά του. Αυ­τό εί­ναι το ευ­ρύ φά­σμα η­ρώων και προ­βλη­μα­τι­σμών, που κα­θο­ρί­ζει ως έ­να βαθ­μό το α­πο­τέ­λε­σμα.
Το πρώ­το βι­βλίο της Κα­σκά­λη δεί­χνει την α­φη­γη­μα­τι­κή της ά­νε­ση. Λι­γό­τε­ρο ι­κα­νο­ποιη­τι­κές δεί­χνουν οι ψυ­χο­γρα­φή­σεις, που α­πο­πει­ρά­ται. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού ξα­νοί­γε­ται σε τό­σες δια­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις. Στις πιο α­νοί­κειες προς αυ­τήν, σχη­μα­το­ποιεί, κα­τα­λή­γο­ντας να στρογ­γυ­λεύει τους χα­ρα­κτή­ρες. Τα πά­θη, ό­μως, δεν ε­πι­δέ­χο­νται πα­ρό­μοιες τα­χτο­ποιή­σεις. Για­τί άλ­λα τα υ­λι­κά της πε­ζο­γρα­φίας κι άλ­λα μιας κοι­νω­νιο­λο­γι­κής με­λέ­της. Για πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα, που δη­μο­σιεύει στο πρό­σφα­το τεύ­χος του «Εντευ­κτη­ρίου», δεί­χνει σαν α­φη­γη­μα­τι­κή ε­φαρ­μο­γή της δι­δα­κτο­ρι­κής της γύ­ρω α­πό τις εκ­φάν­σεις της ελ­λη­νι­κό­τη­τας στη με­τα­να­στευ­τι­κή λο­γο­τε­χνία.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/5/2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια: