Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Ένα αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη

«Το Δέντρο»
Τεύχος 179 - 180
Ιανουάριος - Μάρτιος 2011

Προ έ­ντε­κα ε­τών, στις 13/2/2000, σε έ­να δη­μο­σίευ­μα για τις υ­πο­σχέ­σεις και τις ε­ξαγ­γε­λίες του Έτους Σε­φέ­ρη, εκ­φρά­ζα­με α­πο­γοή­τευ­ση, για­τί οι διορ­γα­νω­τές του ε­πε­τεια­κού έ­τους δεν προέ­βλε­παν κα­μία έκ­δο­ση α­πό τα υ­πο­λει­πό­με­να σε­φε­ρι­κά α­νέκ­δο­τα. Δη­λα­δή, ό­λα ε­κεί­να τα κεί­με­να, που ο ποιη­τής ά­φη­σε στο συρ­τά­ρι του, α­να­χω­ρώ­ντας, στις 22/7/1971, για την προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη εγ­χεί­ρη­ση στον Ευαγ­γε­λι­σμό, α­πό την ο­ποία δεν έ­μελ­λε να ε­πι­στρέ­ψει. Αφορ­μή του δη­μο­σιεύ­μα­τος εί­χε στα­θεί η συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, στις 3/2/2000, που εί­χε δώ­σει η Ομά­δα Εργα­σίας και στην ο­ποία πα­ρευ­ρι­σκό­ταν η τό­τε υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού Ελι­σά­βετ Πα­πα­ζώη. Η Ομά­δα Εργα­σίας ή­ταν εν­δε­κα­με­λής, με πρό­ε­δρο τον Δ. Ν. Μα­ρω­νί­τη και μέ­λη, τους κα­θη­γη­τές Γ. Δάλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη και Μ. Πιε­ρή, τους κρι­τι­κούς λο­γο­τε­χνίας Αλέξ. Αργυ­ρίου και Δ. Δα­σκα­λό­που­λο, τη συγ­γρα­φέα Μ. Ευ­στα­θιά­δη, την εκ­δό­τρια Αικ. Κα­ρύ­δη, την ει­κα­στι­κό Β. Σκού­ρα και εκ μέ­ρους του Υπουρ­γείου, τους Ειρ. Λε­βί­δη και Κ. Κο­ρού­λη. Πλην ε­νός, ό­λοι ζώ­ντες σή­με­ρα, θα μπο­ρού­σαν με κά­ποιο τρό­πο να συμ­με­τά­σχουν στην ε­φε­τι­νή ε­πέ­τειο της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας α­πό το θά­να­το του ποιη­τή, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1971.
Σε ε­κεί­νο το δη­μο­σίευ­μα κά­να­με μια κα­τα­γρα­φή των α­να­με­νό­με­νων α­νέκ­δο­των έρ­γων του Σε­φέ­ρη, κά­ποια α­πό τα ο­ποία εί­χαν κα­τα­λή­ξει ερ­γο­λα­βίες, που χρό­νι­ζαν στα χέ­ρια φι­λο­λό­γων. Δεν στε­ρεί­ται εν­δια­φέ­ρο­ντος μια μα­τιά σε ε­κεί­νο τον κα­τά­λο­γο, που κό­ντυ­νε μεν, αλ­λά δυ­στυ­χώς πά­ντα υ­φί­στα­ται. Κα­τ’ αρ­χάς, ο ό­γδοος και τε­λευ­ταίος τό­μος των η­με­ρο­λο­γίων Σε­φέ­ρη, οι «Μέ­ρες Η΄», που κα­λύ­πτουν τη δε­κα­ε­τία 1961-1971. Εργο­λα­βία της Κα­τε­ρί­νας Κρί­κου, που υ­πο­σχό­ταν την έκ­δο­σή του ε­ντός του 2001. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ου­δέν νεό­τε­ρο υ­πάρ­χει για την τύ­χη του. Ενώ, ε­ξα­κο­λου­θούν να λεί­πουν τα ευ­ρε­τή­ρια των έ­ξι πρώ­των τό­μων. Το μο­να­δι­κό ευ­ρε­τή­ριο εί­ναι αυ­τό του έ­βδο­μου τό­μου, α­πό την ε­πι­με­λή­τριά του, Θε­α­νώ Ν. Μι­χα­η­λί­δου. Ένα δεύ­τε­ρο ελ­λεί­πον η­με­ρο­λό­γιο ή­ταν ο τρί­τος τό­μος του «Πο­λι­τι­κού Ημε­ρο­λο­γίου» του Σε­φέ­ρη, ερ­γο­λα­βία του τε­χνο­κρι­τι­κού Αλέ­ξαν­δρου Ξύ­δη. Τό­τε, εί­χε ε­ξα­σφα­λι­στεί η βοή­θεια του Δα­σκα­λό­που­λου και προ­βλε­πό­ταν και αυ­τή η έκ­δο­ση ε­ντός του 2001. Ο Ξύ­δης α­πε­βίω­σε το 2004. Το έρ­γο, πριν το θά­να­τό του, εί­χε α­να­λά­βει ο Κύ­πριος Γιώρ­γος Γεωρ­γής. Ου­δέν νεό­τε­ρο και για τη δι­κή του τύ­χη.
Στις εκ­κρε­μό­τη­τες του 2000 συ­γκα­τα­λε­γό­ταν και το “η­μι­τε­λές κυ­πρια­κό μυ­θι­στό­ρη­μα” του Σε­φέ­ρη, ο «Βαρ­νά­βας Κα­λο­στέ­φα­νος», που πέ­ρα­σε α­πό τα χέ­ρια του Γ. Π. Σαβ­βί­δη στον Πιε­ρή για να κα­τα­λή­ξει στη Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη, η ο­ποία και το πα­ρου­σία­σε σε μια υ­πο­δειγ­μα­τι­κή έκ­δο­ση το 2007. Ακο­λου­θούν οι α­νέκ­δο­τες αλ­λη­λο­γρα­φίες Σε­φέ­ρη. Εδώ, η δε­κα­ε­τία στά­θη­κε α­πο­δο­τι­κή: το 2002, εκ­δό­θη­κε η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Γιώρ­γο Απο­στο­λί­δη σε ε­πι­μέ­λεια Βα­σι­λι­κής Κο­ντο­γιάν­νη, το 2004, η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Νά­νο Βα­λαω­ρί­τη σε ε­πι­μέ­λεια Λί­λας Θε­ο­δό­ση, το 2005, ο δεύ­τε­ρος τό­μος της αλ­λη­λο­γρα­φίας Γιώρ­γου και Μα­ρώς Σε­φέ­ρη σε ε­πι­μέ­λεια Μα­ρίας Στα­σι­νο­πού­λου και το 2009, η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρη ό­λων των αλ­λη­λο­γρα­φιών του Σε­φέ­ρη, αυ­τή με τον Κα­τσί­μπα­λη, δί­το­μη, σε ε­πι­μέ­λεια Δα­σκα­λό­που­λου.
Στα desiderata του 2000 ή­ταν και η βι­βλιο­γρα­φία Σε­φέ­ρη, που α­να­με­νό­ταν κι αυ­τή α­πό τον Δα­σκα­λό­που­λο. Με την έκ­δο­ση των η­με­ρο­λο­γίων Σε­φέ­ρη και της βι­βλιο­γρα­φίας θα έ­χει ο­λο­κλη­ρω­θεί η τα­κτο­ποίη­ση του Σε­φέ­ρη, η ο­ποία, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της, ο­φεί­λε­ται στον Σαβ­βί­δη. Εκεί­νος στά­θη­κε ο ε­νορ­χη­στρω­τής της ό­λης προ­σπά­θειας, αρ­χι­κά, με τις φρο­ντι­σμέ­νες εκ­δό­σεις του και στη συ­νέ­χεια, πα­ρο­τρύ­νο­ντας και κα­θο­δη­γώ­ντας μια ο­μά­δα νεό­τε­ρων με­λε­τη­τών. Κα­θο­ρι­στι­κή, ω­στό­σο, υ­πήρ­ξε η συμ­βο­λή της Μα­ρώς Σε­φέ­ρη. Σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα τα­κτι­κή πολ­λών κλη­ρο­νό­μων να κλει­δα­μπα­ρώ­νουν τα αρ­χεία, που έ­χουν α­πο­μεί­νει στη φύ­λα­ξή τους, για να έ­χουν ή­συ­χο το κε­φά­λι τους, και να πολ­το­ποιούν ό­ποια έκ­δο­ση ξε­μυ­τί­σει, η Μα­ρώ ά­νοι­ξε το Αρχείο Σε­φέ­ρη και στά­θη­κε συ­μπα­ρα­στά­της, αλ­λά και ά­γρυ­πνος φρου­ρός. Η Μα­ρώ πέ­θα­νε στις 29 Μαρ­τίου 2000. Αν η συμ­βο­λή του Σαβ­βί­δη τεί­νει να λη­σμο­νη­θεί, η Μα­ρώ α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με α­δι­καιο­λό­γη­τη ε­μπά­θεια.
Στο πρώ­το τρί­μη­νο του 2011, τα σα­ρα­ντά­χρο­να του ποιη­τή ου­δό­λως μνη­μο­νεύ­θη­καν, έ­τσι ό­πως έ­τυ­χε να συ­μπέ­σουν με τα ε­πε­τεια­κά έ­τη Πα­πα­δια­μά­ντη, Ελύ­τη, Γκά­τσου. Το Ε.ΚΕ.ΒΙ δεν έ­χει ε­νη­με­ρώ­σει ού­τε καν το δια­δι­κτυα­κό του Αρχείο. Τα πε­ρί Σε­φέ­ρη, αν δεν σφάλ­λου­με, στα­μα­τούν εν έ­τει 2000. Δεν κα­τα­γρά­φε­ται ού­τε η βιο­γρα­φία Σε­φέ­ρη α­πό τον Ρό­ντρικ Μπή­τον, που εκ­δό­θη­κε το 2003, ού­τε κα­μία άλ­λη α­πό τις σε­φε­ρι­κές με­λέ­τες, που εκ­δό­θη­καν ε­ντός της δε­κα­ε­τίας. Εν μέ­σω αυ­τής της σιω­πής, ή, σω­στό­τε­ρα, α­μέ­λειας, το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο», που ε­τοί­μα­σαν οι Κώ­στας Μαυ­ρου­δής και Τά­σος Γου­δέ­λης, εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κα­λο­δε­χού­με­νο. Εκτε­νές και πο­λυ­πρό­σω­πο, ό­πως ό­λα τα α­φιε­ρώ­μα­τα του πε­ριο­δι­κού, κα­τα­λαμ­βά­νει σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο το τεύ­χος, με­τρώ­ντας 150 σε­λί­δες και 23 συμ­με­τέ­χο­ντες, χω­ρίς ει­κο­νο­γρά­φη­ση, πέ­ραν της φω­το­γρα­φίας Σε­φέ­ρη στο ε­ξώ­φυλ­λο. Απο­τε­λεί­ται α­πό τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τών, εί­κο­σι κεί­με­να και δυο συ­νο­μι­λίες.
Στον πρό­λο­γο τί­θε­ται το κα­τευ­θυ­ντή­ριο του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σον ο Σε­φέ­ρης έ­χει ε­πι­βιώ­σει στην πρό­σφα­τη δια­δρο­μή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Εναλ­λα­κτι­κά δια­τυ­πω­μέ­νο, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη “σκιά” του Σε­φέ­ρη. Με άλ­λα λό­για, “στην ε­πί­δρα­ση ή ό­χι της σε­φε­ρι­κής μα­νιέ­ρας στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ποιη­τές και στην πα­ρου­σία των ι­δεών του πί­σω α­πό τις γραμ­μές της νεό­τα­της δο­κι­μια­κής ποίη­σης”. Εδώ, η λέ­ξη “μα­νιέ­ρα” μας φαί­νε­ται πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, κα­θώς μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως μειω­τι­κή, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην κα­θη­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης έ­χει υ­πε­ρι­σχύ­σει η ση­μα­σία της μη­χα­νι­στι­κής χρη­σι­μο­ποίη­σης ο­ρι­σμέ­νου τρό­που. Η ει­σα­γω­γι­κή, πά­ντως, πα­ρου­σία­ση του Σε­φέ­ρη, θα λέ­γα­με ό­τι εί­ναι συ­γκρα­τη­μέ­να θαυ­μα­στι­κή. Ο πρό­λο­γος κα­τα­λή­γει με τη δια­πί­στω­ση ό­τι “κοι­νό στοι­χείο των κει­μέ­νων εί­ναι η α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νη μα­τιά, η ο­ποία σταθ­μί­ζε­ται ψύ­χραι­μα, χω­ρίς ι­δε­ο­λο­γι­κές ή άλ­λες προ­κα­τα­λή­ψεις”. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια δια­πί­στω­ση, που δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται στο σύ­νο­λο των συ­νερ­γα­σιών. Όπως και να έ­χει, έ­να α­φιέ­ρω­μα σταθ­μί­ζε­ται με βά­ση τους συ­νερ­γά­τες, που ε­πι­λέχ­θη­καν, και κα­τά πό­σο αυ­τοί α­κο­λού­θη­σαν την κα­τευ­θυ­ντή­ρια γραμ­μή του α­φιε­ρώ­μα­τος.
Ένα α­φιέ­ρω­μα δεν το χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μό­νο οι πα­ρό­ντες αλ­λά και οι α­πό­ντες. Από το πρό­σφα­το α­που­σιά­ζει ο­λο­σχε­ρώς η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Ακό­μη και ο Μα­ρω­νί­της, συ­νο­μή­λι­κος του Σαβ­βί­δη, πα­ρό­λο που μό­λις προ διε­τίας ε­ξέ­δω­σε τα σε­φε­ρι­κά του, α­φή­νο­ντας πε­ρίσ­σευ­μα, ό­πως δεί­χνουν οι ε­πι­φυλ­λί­δες του. Γε­νι­κό­τε­ρα, λεί­πουν τα γνω­στά ο­νό­μα­τα των μέ­χρι τώ­ρα σε­φε­ρι­κών α­φιε­ρω­μά­των και α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως έκ­κε­ντρο. Υπάρ­χουν, πά­ντως, εκ­πρό­σω­ποι ό­λων των ε­πό­με­νων γε­νιώ­ν: τέσ­σε­ρις της δεύ­τε­ρης, τρεις της γε­νιάς του ’70, πέ­ντε του ’80 και ο­κτώ νεό­τε­ροι, κα­τα­νε­μη­μέ­νοι σε τρεις δε­κα­ε­τίες, έ­ξι στου ’60 και α­πό έ­νας στις δυο ε­πό­με­νες. Η ο­μά­δα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τον Μπή­τον. Μπο­ρεί μεν να συμ­με­τέ­χουν τέσ­σε­ρις α­πό τη δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, αλ­λά έ­νας και μο­να­δι­κός εί­ναι ποιη­τής. Ο Δα­σκα­λό­που­λος, μό­νο που αυ­τός δεν συμ­με­τέ­χει με κεί­με­νο, αλ­λά πα­ρου­σιά­ζει έ­να βι­βλιο­γρα­φι­κό εύ­ρη­μα.
Ο πρε­σβύ­τε­ρος της ο­μά­δας, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, α­φη­γεί­ται δυο συ­να­ντή­σεις του με τον Σε­φέ­ρη. Την πρώ­τη την το­πο­θε­τεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’60, σε γεύ­μα στο σπί­τι του Σαβ­βί­δη, και τη δεύ­τε­ρη, έ­ξι μή­νες πριν το θά­να­το του Σε­φέ­ρη, στο Πα­ρί­σι, στο σπί­τι της Ανν Φι­λίπ. Εδώ, μάλ­λον τον προ­δί­δει η μνή­μη του. Η συ­νά­ντη­ση θα πρέ­πει να έ­γι­νε το φθι­νό­πω­ρο του 1970, ό­ταν ο Σε­φέ­ρης τα­ξί­δε­ψε με τη Μα­ρώ στο Πα­ρί­σι για ια­τρι­κές ε­ξε­τά­σεις, ε­πει­δή η υ­γεία του εί­χε ε­πι­δει­νω­θεί. Ο Βα­σι­λι­κός με­τα­φέ­ρει αυ­το­λε­ξεί μια στι­χο­μυ­θία του ζεύ­γους, που δεν τους κα­λο­συ­σταί­νει, έ­τσι ό­πως πα­ρα­τί­θε­ται, χω­ρίς κά­ποια α­να­φο­ρά στις συν­θή­κες ε­κεί­νου του τα­ξι­διού. Με­τά τη Δή­λω­ση του Σε­φέ­ρη κα­τά της Δι­κτα­το­ρίας, του εί­χε α­φαι­ρε­θεί το δι­πλω­μα­τι­κό δια­βα­τή­ριο. Εί­χαν τα­λαι­πω­ρη­θεί, ι­δίως η Μα­ρώ, για να ε­ξα­σφα­λί­σουν δια­βα­τή­ρια για ε­κεί­νο το α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­το τα­ξί­δι. Εί­ναι, πά­ντως, η μο­να­δι­κή α­να­φο­ρά του α­φιε­ρώ­μα­τος στη Μα­ρώ και δεί­χνει ι­διαί­τε­ρα δη­κτι­κή. Αντι­θέ­τως, α­γα­πη­σιά­ρι­κη φαί­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του Σε­φέ­ρη και της συ­μπε­ρι­φο­ράς του, χω­ρίς να λεί­πουν και ε­δώ κά­ποιες αιχ­μές για τον ποιη­τή, αλ­λά και τον Σαβ­βί­δη, τον ο­ποίο ο Βα­σι­λι­κός α­πο­κα­λεί προ­στά­τη του.
Όπως και να έ­χει, το κεί­με­νο του Βα­σι­λι­κού διεκ­δι­κεί χα­ρα­κτή­ρα α­νεκ­δο­το­λο­γι­κό, κά­τι που δεν ι­σχύει για το ε­πό­με­νο, του Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λου. Επει­δή η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής εί­ναι γλι­στε­ρό έ­δα­φος, πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε σε στα­χυο­λό­γη­ση α­πο­φάν­σεω­ν: “Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι κα­κός με­τα­φρα­στής των κει­μέ­νων, με τα ο­ποία κα­τα­πιά­στη­κε: α­πό τα αι­σχυ­λι­κά έως τα ε­λιο­τι­κά” (πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Σε­φέ­ρης α­ντί με­τα­φρά­σεις χρη­σι­μο­ποιεί τον ό­ρο “με­τα­γρα­φές”). Η ποίη­σή του σώ­θη­κε χά­ρη σε έ­να ω­ραίο εύ­ρη­μα φόρ­μας, πέ­ραν αυ­τού μη­δέν (το μη­δέν εί­ναι δι­κή μας προ­σθή­κη προς συ­μπλή­ρω­ση μιας φρά­σης που τε­λειώ­νει με α­πο­σιω­πη­τι­κά. Αυ­θαί­ρε­τη μεν, αλ­λά πι­στή στο πνεύ­μα του κει­μέ­νου). “Ο Σε­φέ­ρης ο­φεί­λει πολ­λά στις ι­δέες του Θε­ο­το­κά”. Πά­ντως, εί­ναι σπου­δαίος λό­γιος και τα δο­κί­μιά του –πι­στεύει ο Γεωρ­γου­σό­που­λος– θα ε­πι­βιώ­σουν. Απο­φάν­σεις που συ­μπλη­ρώ­νο­νται με τις γνω­στές θέ­σεις του θε­α­τρι­κού κρι­τι­κού πε­ρί Ρο­ντή­ρη, Κουν και α­ντι­κομ­μου­νι­σμού. Όσο για την ε­πί­δρα­ση του Σε­φέ­ρη στους νεό­τε­ρους, κα­τ’ αυ­τόν τε­λειώ­νει με τον Τά­κη Σι­νό­που­λο και τον Γιώρ­γη Παυ­λό­που­λο. Από μια ά­πο­ψη, πρό­κει­ται για έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κεί­με­νο του Γεωρ­γου­σό­που­λου, ο ο­ποίος, τό­σο στα ε­γκώ­μια ό­σο και στις ε­πι­τι­μή­σεις, στε­ρεί­ται μέ­τρου. Δεν μπο­ρεί, ό­μως, κα­νείς να μην το συ­γκρί­νει με τα θαυ­μα­στι­κά κεί­με­να, που δη­μο­σιεύει τε­λευ­ταίως για την Κι­κή Δη­μου­λά.
Ο Γεωρ­γου­σό­που­λος ε­πε­κτεί­νει την α­πο­κα­θή­λω­ση και στους με­λε­τη­τές του Σε­φέ­ρη, κρί­νο­ντας ό­τι δεν έ­χουν προ­σφέ­ρει κά­τι ι­διαί­τε­ρο, με μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση τον Νά­σο Βα­γε­νά. Εί­ναι ο έ­νας α­πό τους τρεις της γε­νιάς του ’70, που συμ­με­τέ­χει στο α­φιέ­ρω­μα, Συμ­με­τέ­χει, μά­λι­στα, με τη δι­πλή υ­πό­στα­ση ποιη­τή-φι­λο­λό­γου και α­πο­τε­λεί τον δεύ­τε­ρο, με­τά τον Δα­σκα­λό­που­λο, πιο σε­φε­ρι­κό συ­νερ­γά­τη. Ού­τε αυ­τός, ό­μως, δί­νει μια α­ντί­στοι­χη προς το εύ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος συ­νερ­γα­σία. Το κεί­με­νό του, με τίτ­λο, «Ο συγ­γρα­φέ­ας ως α­να­γνώ­στης», ε­στιά­ζει σε μια πτυ­χή της ποιη­τι­κής του Σε­φέ­ρη. Πα­ρα­θέ­τει τρεις σε­φε­ρι­κούς στί­χους και ι­χνη­λα­τεί σε αυ­τούς τα κα­τά­λοι­πα α­πό προ­γε­νέ­στε­ρους ξέ­νους στί­χους. Το εν­δια­φέ­ρον του δη­μο­σιεύ­μα­τος βρί­σκε­ται στην ει­σα­γω­γή, ό­που ο με­λε­τη­τής προ­κρί­νει την ε­πί­δρα­ση ως κι­νη­τή­ριο μο­χλό της λο­γο­τε­χνίας έ­να­ντι της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας. Όρος, που εί­ναι πιο πρό­σφα­τος, προ­φα­νώς και πιο μο­δά­τος, ταυ­τό­χρο­να ό­μως, ο­ρι­ζό­με­νος ως συ­νο­μι­λία κει­μέ­νων, και πιο δι­πλω­μα­τι­κός.
Τα υ­πό­λοι­πα δέ­κα ε­πτά κεί­με­να του α­φιε­ρώ­μα­τος θα μπο­ρού­σαν χο­ντρι­κά να ε­ντα­χτούν σε τρεις κα­τη­γο­ρίες: α) Σε ε­κεί­να, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια ό­ψη ή και τμή­μα του σε­φε­ρι­κού έρ­γου. β) Σε ε­κεί­να, που εκ­κι­νούν α­πό εν­διά­με­σες σε­φε­ρι­κές με­λέ­τες. Και γ) στα ο­λι­γά­ριθ­μα, που α­πα­ντούν στο ε­ρώ­τη­μα του α­φιε­ρώ­μα­τος. Στην πρώ­τη κα­τη­γο­ρία, που εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη, α­νή­κει το εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο του τέ­ταρ­του συ­νερ­γά­τη α­πό την δεύ­τε­ρη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά, του Νί­κου Δή­μου, για τον “παι­γνιώ­δη Σε­φέ­ρη”, με την ε­πι­σή­μαν­ση για τον α­πο­κλει­σμό του αι­σθη­σια­κού και φι­λο­παίγ­μο­να Σε­φέ­ρη α­πό την έκ­δο­ση α­πά­ντων των ποιη­μά­των του. Επί­σης, το κεί­με­νο του Γιάν­νη Ευ­στα­θιά­δη, που μας ξε­να­γεί στις σχέ­σεις του Σε­φέ­ρη με την κλα­σι­κή μου­σι­κή. Δια­φο­ρε­τι­κής υ­φής αλ­λά στην ί­δια κα­τη­γο­ρία ε­ντάσ­σε­ται και το κεί­με­νο του Θα­νά­ση Χατ­ζό­που­λου, του πιο σε­φε­ρι­κού α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες της γε­νιάς του ’80. Πρό­κει­ται για μια πλά­για α­να­φο­ρά στο σε­φε­ρι­κό στί­χο “ό­που και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με πλη­γώ­νει”, που κα­τή­ντη­σε σλό­γκαν ε­ρή­μην του ποιή­μα­τος, στο ο­ποίο α­νή­κει. Ο Χατ­ζό­που­λος, τε­λι­κά, προ­τεί­νει ως πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πί­και­ρη την πα­ραλ­λα­γή: «Όπου και να τα­ξι­δέ­ψω η Ελλά­δα με θυ­μώ­νει». Σε σχέ­σεις και δια­λό­γους προ­σώ­πων ε­στιά­ζουν τα κεί­με­να του Δη­μή­τρη Κό­κο­ρη πε­ρί Κάλ­βου και του Μπί­τον, που ε­τοι­μά­ζει την ε­πό­με­νη βιο­γρα­φία, αυ­τή του Μπάυ­ρον και α­να­ζη­τά­ει πα­ραλ­λη­λίες με τον Σε­φέ­ρη. Επί­και­ρο το κεί­με­νο του Γιάν­νη Μπα­σκό­ζου, ορ­μά­ται α­πό μια ο­μι­λία του Σε­φέ­ρη, το 1964, για “τις ρυ­τί­δες των βι­βλίω­ν”. Ένας άλ­λος ποιη­τής της γε­νιάς του ’80, ο Βα­σί­λης Πα­πάς, ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να κε­νό στη χρο­νι­κή συ­νέ­χεια της σε­φε­ρι­κής ποίη­σης, που πα­ρα­τη­ρεί­ται α­πό το 1946 έως το 1953. Το α­πο­κα­λεί “μαύ­ρη τρύ­πα” και ό­πως γρά­φει, “νιώ­θει διαρ­κώς να με­γα­λώ­νει”. Και α­κό­μη, το κεί­με­νο του Αντώ­νη Δρα­κό­που­λου, συγ­γρα­φέα της με­λέ­της, “Ο Σε­φέ­ρης και η κρι­τι­κή».
Στη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρία ε­ντάσ­σο­νται τα ε­κτε­νή κεί­με­να νεό­τε­ρων φι­λο­λό­γω­ν: της Να­τα­λίας Δε­λη­γιαν­νά­κη για τις σε­φε­ρι­κές ρί­μες, των δύο ο­μη­λί­κων, Γιώρ­γου Κόκ­κι­νου και Αφρο­δί­της Αθα­να­σο­πού­λου, που εκ­κι­νούν α­πό τα “σε­φε­ρι­κά” του Μα­ρω­νί­τη, και της νεό­τε­ρης Νε­κτα­ρίας Κλα­πά­κη. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία α­νή­κει και το κεί­με­νο του Χά­ρη Ψαρ­ρά, ό­χι φι­λο­λό­γου αλ­λά ποιη­τή της πιο πρό­σφα­της φουρ­νιάς, που ε­στιά­ζει στο ποίη­μα «Piazza San Nicolό». Τέ­λος, πώς βλέ­πουν τον Σε­φέ­ρη, πα­λαιό­τε­ρα και σή­με­ρα, σκια­γρα­φούν οι ποιη­τές, Παυ­λί­να Πα­μπού­δη της γε­νιάς του ’70, Ηλίας Κε­φά­λας και Γιώρ­γος Μπλά­νας του ’80 και ο δη­μο­σιο­γρά­φος Μα­νώ­λης Πι­μπλής. Ξε­χω­ρί­ζει ο Κε­φά­λας, πε­ρί­που ο μο­να­δι­κός α­πό τους συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, που α­γκα­λιά­ζει α­νε­πι­φύ­λα­κτα ο­λό­κλη­ρο τον Σε­φέ­ρη
Το α­φιέ­ρω­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τη συ­νο­μι­λία του συν­θέ­τη Άκη Μπο­γιατ­ζή με τον Γιάν­νη Πα­λα­βό για τα «Δε­καέ­ξι χαϊκού» σε ροκ με­λο­ποιή­σεις και μια ά­γνω­στη συ­νέ­ντευ­ξη του Σε­φέ­ρη. Η τε­λευ­ταία προέρ­χε­ται α­πό βι­βλιο­γρα­φι­κό εύ­ρη­μα του Δα­σκα­λό­που­λου, έ­να α­πό τα πολ­λά, υ­πο­θέ­του­με, πα­ρά­πλευ­ρα ο­φέ­λη, που προέ­κυ­ψαν α­πό την ε­πι­μέ­λεια της αλ­λη­λο­γρα­φίας Σε­φέ­ρη-Κα­τσί­μπα­λη. Ο με­λε­τη­τής πι­θα­νο­λο­γεί, ό­τι πρό­κει­ται για την πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη του Σε­φέ­ρη, Σε­πτέμ­βριο 1951, στον Μή­τσο Λυ­γί­ζο. Συ­γκρα­τού­με μια α­πό­φαν­ση του Σε­φέ­ρη, που α­πα­ντά­ει πλα­γίως στο κεί­με­νο του Βα­γε­νά: “Η δη­μιουρ­γι­κή ε­πιρ­ροή εί­ναι α­πό τις πιο μυ­στι­κές αν­θρώ­πι­νες λει­τουρ­γίες που υ­πάρ­χουν. Η ε­πιρ­ροή που φαί­νε­ται το πε­ρισ­σό­τε­ρο, που φα­ντά­ζει θέ­λω να πω, εί­ναι και η πιο ε­πι­δερ­μι­κή”.
Αν βγαί­νει κά­ποιο συ­μπέ­ρα­σμα α­πό το α­φιέ­ρω­μα εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο, που πι­στεύου­με ό­τι θα ε­πι­βε­βαιω­θεί και α­πό τα α­φιε­ρώ­μα­τα στον Ελύ­τη. Όσο μι­κραί­νουν οι η­λι­κίες, τό­σο μειώ­νε­ται ο θαυ­μα­σμός. Γί­νε­ται α­πο­δο­χή, α­πό συ­γκρα­τη­μέ­νη έως ε­πι­φυ­λα­κτι­κή. Πα­ρά­πλευ­ρο φαι­νό­με­νο εί­ναι οι με­γα­λύ­τε­ροι, που σιω­πού­σαν ό­σο ο ά­νε­μος ή­ταν ού­ριος και τώ­ρα, στη γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δο­μι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα, βρί­σκουν την ευ­και­ρία - τόλ­μη το α­πο­κα­λούν - να φα­νε­ρώ­σουν τις προ­κα­τα­λή­ψεις τους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 1/5/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: