Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Ο αλληλογράφος Καββαδίας

Νί­κος Καβ­βα­δίας
«Γράμ­μα­τα στην α­δελ­φή του
Τζέ­νια
και στην Έλγκα»
Εκδό­σεις Άγρα
Φε­βρουά­ριος 2011

Πα­λαιό­τε­ρα, στην προ Δια­δι­κτύου ε­πο­χή, ναυ­τι­κός σή­μαι­νε αλ­λη­λο­γρα­φία. Αυ­τό, του­λά­χι­στον ό­ταν έ­χου­με κα­τά νου ναυ­τι­κό σε με­γά­λα, ε­μπο­ρι­κά και ε­πι­βα­τη­γά, βα­πό­ρια με υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια. Αλλη­λο­γρα­φία με την οι­κο­γέ­νεια, τους φί­λους, τις γυ­ναί­κες, αρ­ρα­βω­νια­στι­κιές και α­γα­πη­τι­κές, ό,τι εί­χε ο κα­θέ­νας. Κι αν πα­ρ’ ελ­πί­δα, ο ναυ­τι­κός δεν εί­χε α­φή­σει κα­νέ­ναν δι­κό του πί­σω στην πα­τρί­δα, α­να­ζη­τού­σε ά­γνω­στους, με σκο­πό και μό­νο την αλ­λη­λο­γρα­φία, α­κό­μη και μέ­σα α­πό αγ­γε­λίες. Αυ­τές διά­βα­ζαν οι στε­ρια­νοί σε πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες και φα­ντά­ζο­νταν τους ναυ­τι­κούς με­γά­λους αλ­λη­λο­γρά­φους. Πό­σω μάλ­λον τους ναυ­τι­κούς, που τύ­χαι­νε να εί­ναι γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι, με κο­ρυ­φαίους α­νά­με­σά τους ε­κεί­νους της λο­γο­τε­χνίας. Κι ό­μως, οι δη­μο­σιευ­μέ­νες αλ­λη­λο­γρα­φίες των συγ­γρα­φέω­ν-ναυ­τι­κών εί­ναι ε­λά­χι­στες. Τι συμ­βαί­νει; Μή­πως χά­θη­κα­ν; Ή μή­πως, κι αν α­κό­μη δια­σώ­θη­καν, μέ­νουν κα­τα­χω­νια­σμέ­νες σε ξέ­να αρ­χεία;
Ένας α­πό τους προ­σφι­λέ­στε­ρους, σή­με­ρα, λο­γο­τέ­χνες-ναυ­τι­κούς εί­ναι ο ποιη­τής Νί­κος Καβ­βα­δίας, που υ­πήρ­ξε δια βίου ναυ­τι­κός, α­πό τα δε­κα­εν­νιά του, που μπάρ­κα­ρε για πρώ­τη φο­ρά, μέ­χρι τέ­λους. Όταν ξε­μπάρ­κα­ρε ο­ρι­στι­κά ή­ταν ε­ξή­ντα τεσ­σά­ρων ε­τών. Τρεις μή­νες αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε, στις 10 Φε­βρουα­ρίου 1975, ό­ντας γεν­νη­μέ­νος στις 11 Ια­νουα­ρίου 1910. Αυ­τό ση­μαί­νει κο­ντά σα­ρά­ντα πέ­ντε χρό­νια στη θά­λασ­σα, με μια μό­νο υ­πο­χρεω­τι­κή α­νά­παυ­λα, ε­πτά ε­τών, στον Πό­λε­μο και την Κα­το­χή. Πολ­λοί ο­μό­τε­χνοί του αλ­λά και συ­νά­δελ­φοί του ναυ­τι­κοί μνη­μο­νεύουν τον αλ­λη­λο­γρά­φο Καβ­βα­δία. Τα μο­να­δι­κά, ω­στό­σο, ί­χνη αυ­τού του αλ­λη­λο­γρά­φου ή­ταν, μέ­χρι πρό­τι­νος, με­ρι­κές ε­πι­στο­λές δη­μο­σιευ­μέ­νες σε α­φιε­ρώ­μα­τα και βι­βλία γι’ αυ­τόν. Με α­φορ­μή, ό­μως, την περ­σι­νή ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του α­να­δύ­θη­κε, ε­πι­τέ­λους, ο αλ­λη­λο­γρά­φος Καβ­βα­δίας. Συ­γκε­κρι­μέ­να, Νοέμ­βριο 2010, εκ­δό­θη­κε η αλ­λη­λο­γρα­φία Καβ­βα­δία-Κα­ρα­γά­τση και τον πε­ρα­σμέ­νο Φε­βρουά­ριο, η αλ­λη­λο­γρα­φία του με τις δυο γυ­ναί­κες της ζωής του, την α­δελ­φή του και την α­νι­ψιά του. Στον α­να­γνώ­στη μέ­νει η α­πο­ρία, αν πρό­κει­ται για το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του αλ­λη­λο­γρά­φου Καβ­βα­δία ή μή­πως, για την κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Από έ­να νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο αρ­χείο, ό­πως υ­πο­θέ­του­με ό­τι εί­ναι το Αρχείο Καβ­βα­δία, θα πε­ρι­μέ­να­με μια α­πά­ντη­ση. Με άλ­λα λό­για, μια κα­τα­γρα­φή των αλ­λη­λο­γρά­φων του, ό­πως και των σω­ζό­με­νων ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των. Δε­δο­μέ­νου ό­τι πολ­λοί α­πό τους αλ­λη­λο­γρά­φους του ή­ταν συγ­γρα­φείς, κά­ποιοι, μά­λι­στα, με ε­πί­σης νοι­κο­κυ­ρε­μέ­να αρ­χεία, θα α­να­με­νό­ταν να γί­νουν δια­σταυ­ρώ­σεις και α­ντί­στοι­χες δη­μο­σιεύ­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, σε μια ε­πι­στο­λή προς την α­δελ­φή του, με η­με­ρο­μη­νία 14.1.41, α­να­φέ­ρει έ­να γράμ­μα του Θρά­σου Κα­στα­νά­κη, το ο­ποίο χα­ρα­κτη­ρί­ζει έ­ξο­χο. Δυ­στυ­χώς, στις υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, που έ­γι­ναν με τη φρο­ντί­δα της Μα­τί­νας Βα­σι­λείου και του εκ­δό­τη του Καβ­βα­δία, Σταύ­ρου Πε­τσό­που­λου, με τη συ­νερ­γα­σία της α­νι­ψιάς του Έλγκας Καβ­βα­δία, δεν α­να­φέ­ρε­ται τί­πο­τα για την τύ­χη της ε­πι­στο­λής. Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι, τε­λι­κά, α­πό το Μέ­τω­πο δια­σώ­θη­καν μό­νο οι ε­πι­στο­λές Κα­ρα­γά­τση; Κι ό­μως, ο Καβ­βα­δίας, κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, μνη­μο­νεύει γράμ­μα­τα που έ­στει­λε ή που προ­τί­θε­το να στεί­λει σε συγ­γε­νείς και φί­λους.
Όπως και να έ­χει, προ­σώ­ρας δια­θέ­του­με δυο αλ­λη­λο­γρα­φίες Καβ­βα­δία, οι ο­ποίες, με την σχε­δόν ταυ­τό­χρο­νη έκ­δο­σή τους, λει­τουρ­γούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, α­να­δει­κνύο­ντας δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του. Από μια ά­πο­ψη, κά­τι τέ­τοιο εί­ναι α­να­με­νό­με­νο. Αλλιώς γρά­φεις στους δι­κούς σου αν­θρώ­πους κι αλ­λιώς σε έ­ναν φί­λο. Και μά­λι­στα, ό­ταν δεν πρό­κει­ται για μια α­δελ­φή ψυ­χή. Ο Κα­ρα­γά­τσης μπο­ρεί να ή­ταν ο­μό­τε­χνός του και κο­ντά συ­νο­μή­λι­κός του, αλ­λά α­νή­κε σε άλ­λη κοι­νω­νι­κή τά­ξη και δια­φο­ρε­τι­κή ι­δε­ο­λο­γία. Γι’ αυ­τό και η αλ­λη­λο­γρα­φία τους κι­νεί­ται κυ­ρίως στους λο­γο­τε­χνι­κούς τους κό­σμους και τις α­πο­λαύ­σεις ε­νός κα­λο­ζωι­στή του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­πως ή­ταν και οι δυο. Του­τέ­στιν τσι­γά­ρο, πο­τό, γυ­ναί­κες. Προ­πα­ντός, το τε­λευ­ταίο. Βε­βαίως, ο κα­θέ­νας τους τα α­πο­λάμ­βα­νε κα­τά τον τρό­πο που ζού­σε.
Ο Καβ­βα­δίας της δεύ­τε­ρης αλ­λη­λο­γρα­φίας δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρων. Ίσως, για­τί γρά­φει πιο αυ­θόρ­μη­τα, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας τον βα­θύ­τε­ρο ε­αυ­τό του. Αυ­τός, ο ναυ­τι­κός, που δεν α­πέ­κτη­σε μό­νι­μη σύ­ντρο­φο και που δια­τεί­νε­ται πως πο­τέ του δεν α­γά­πη­σε, εκ­πλήσ­σει με την τρυ­φε­ρό­τη­τά του. Έτσι ό­πως την εκ­δη­λώ­νει στην α­νι­ψιά του, προς την ο­ποία α­πευ­θύ­νει ε­πι­στο­λές, πριν α­κό­μη ε­κεί­νη κλεί­σει τα δυο, με γλυ­κό­λο­γα και διη­γή­σεις σαν πα­ρα­μύ­θια. Αλλά και ό­πως την εκ­φρά­ζει προς την α­δελ­φή του, της ο­ποίας έ­χει συ­νε­χώς την έ­γνοια. Και ύ­στε­ρα, προς την υ­πό­λοι­πη οι­κο­γέ­νεια, την μη­τέ­ρα του και τους δυο α­δελ­φούς του, προς τους ο­ποίους στέλ­νει α­νελ­λι­πώς χαι­ρε­τί­σμα­τα, α­πο­κα­λώ­ντας τους με α­γα­πη­σιά­ρι­κα υ­πο­κο­ρι­στι­κά. Τέ­λος, με τρυ­φε­ρό­τη­τα, αλ­λά και ποιη­τι­κή διά­θε­ση, α­να­φέ­ρε­ται στις γυ­ναί­κες των λι­μα­νιών. Σκόρ­πιες φρά­σεις, που μοιά­ζουν με α­πα­στρά­πτο­ντα θραύ­σμα­τα μιας ε­ρω­τι­κής αλ­λη­λο­γρα­φίας, που φαί­νε­ται ό­τι δεν γρά­φτη­κε.
Ο Καβ­βα­δίας φα­νε­ρώ­νε­ται στις ε­πι­στο­λές του συ­ναι­σθη­μα­τι­κά δι­χα­σμέ­νος. Μοιά­ζει με πα­ντρε­μέ­νο, που μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στην οι­κο­γέ­νεια και την ε­ρω­μέ­νη. Για τον Καβ­βα­δία, η ε­ρω­μέ­νη εί­ναι η θά­λασ­σα. Νιώ­θει ε­νο­χές, που α­φή­νει για χά­ρη της τους δι­κούς του αν­θρώ­πους. Εξι­λεώ­νε­ται ψω­νί­ζο­ντάς τους δώ­ρα και κά­νο­ντας σχέ­δια για τις συ­να­ντή­σεις τους. Έστω κι αν αυ­τές εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά σύ­ντο­μες. Σε έ­ναν στε­ρια­νό φαί­νε­ται α­σύλ­λη­πτο να τα­ξι­δεύει κά­ποιος τρεις μή­νες και η ε­πι­στρο­φή να εί­ναι λί­γες μό­νο ώ­ρες και με­τά να α­κο­λου­θεί έ­να άλ­λο τρί­μη­νο τα­ξί­δι. Όμως ο ναυ­τι­κός Καβ­βα­δίας δεν υ­πο­φέ­ρει α­πό νό­στο. Κα­τα­με­σής του Ινδι­κού Ωκε­α­νού δη­λώ­νει ό­τι νιώ­θει “σα στο σπί­τι” του. Ή και “σαν το ψά­ρι στο νε­ρό”. Όταν τα­ξι­δεύει, χά­νε­ται “στα πα­ρα­μύ­θια της Χα­λι­μάς”. “Ίσως να ’ναι αυ­τό που λέ­νε ευ­τυ­χία”, α­πο­φαί­νε­ται. Αν και με­γα­λύ­τε­ροι οι εν­θου­σια­σμοί στις ε­πι­στο­λές της νε­α­ρής η­λι­κίας, κρα­τά­νε, πά­ντως, μέ­χρι τέ­λους.
Οι δυο αλ­λη­λο­γρα­φίες, με τη μορ­φή που εκ­δό­θη­καν, δια­φέ­ρουν και ως προς τη δο­μή τους, με α­πο­τέ­λε­σμα να δια­φο­ρο­ποιού­νται α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ως α­να­γνώ­σμα­τα. Η αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Κα­ρα­γά­τση, πα­ρό­τι α­ριθ­μεί 25 ε­πι­στο­λές του Καβ­βα­δία και λό­γω α­πω­λειών μό­νο δέ­κα του Κα­ρα­γά­τση, έ­χει τη μορ­φή δια­λό­γου. Ακό­μη και προς το τέ­λος, που α­ραιώ­νει η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών, αλ­λά και οι ί­διοι α­πο­μα­κρύ­νο­νται ψυ­χι­κά λό­γω της μα­κράς α­που­σίας του Καβ­βα­δία, δια­τη­ρεί­ται ο χα­ρα­κτή­ρας της συ­νο­μι­λίας. Ενώ, η αλ­λη­λο­γρα­φία με τις δυο γυ­ναί­κες, έ­τσι που δη­μο­σιεύε­ται χω­ρίς τις δι­κές τους α­πα­ντή­σεις, πα­ρό­λο που οι ε­πι­στο­λές τους πρέ­πει να δια­σώ­ζο­νται και θα μπο­ρού­σαν του­λά­χι­στον με­ρι­κές να πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ως εν­δει­κτι­κές του δια­λό­γου τους, παίρ­νει τη μορ­φή ε­νός ε­πι­στο­λι­κού μο­νό­λο­γου, που ξε­δι­πλώ­νε­ται στο διά­στη­μα μιας ζωής.
Η αλ­λη­λο­γρα­φία τους α­ριθ­μεί 87 ε­πι­στο­λές. Οι 57 εί­ναι προς την α­δελ­φή του, οι 24 προς την α­νι­ψιά του και έ­ξι έ­χουν και τις δυο ως α­πο­δέ­κτες. Οι ε­πι­στο­λές α­πλώ­νο­νται σε μία τρια­κο­ντα­ε­τία, α­πό τις 20.6.1935 η πρώ­τη μέ­χρι τις 17.12.1965 η τε­λευ­ταία. Εί­ναι, ω­στό­σο, ά­νι­σα κα­τα­νε­μη­μέ­νες, κα­θώς συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε 14 χρό­νια, α­πο­τε­λώ­ντας, ου­σια­στι­κά, τρεις με­γά­λες ε­νό­τη­τες. Η πρώ­τη ε­νό­τη­τα α­πο­τε­λεί­ται α­πό πέ­ντε ε­πι­στο­λές προς την α­δελ­φή του, α­πό το κα­λο­καί­ρι του 1935, ό­ταν ο Καβ­βα­δίας τα­ξί­δευε με το «Queen Alexandra» α­πό τον Περ­σι­κό Κόλ­πο στο Κάρ­ντιφ της Ουαλ­λίας. Οι τρεις συ­νι­στούν, ου­σια­στι­κά, μια ε­πι­στο­λή, α­φού τις γρά­φει μέ­σα σε έ­να τριή­με­ρο, 30.8-1.9, α­πό μια την η­μέ­ρα. Στην πρώ­τη, πε­ρι­γρά­φει τα δώ­ρα, που τους έ­χει α­γο­ρά­σει, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας μια σι­βυλ­λι­κή α­να­φο­ρά σε μια πρώ­τη γυ­ναί­κα των λι­μα­νιών. Ενώ, στις δυο άλ­λες, πε­ρι­γρά­φει τους Εγγλέ­ζους αλ­λά και μια γυ­ναί­κα, που κοι­μό­ταν με έ­να μα­χαί­ρι κά­τω α­πό το προ­σκέ­φα­λό της. Ανά­μνη­ση μιας νύ­χτας στο πα­λιό Αλγέ­ρι. Αυ­τός ο συ­νειρ­μι­κός τρό­πος του Καβ­βα­δία, που α­να­κα­τώ­νει ε­ντυ­πώ­σεις α­πό αν­θρώ­πους και τό­πους με τα ε­σώ­ψυ­χά του, συ­νι­στά τη μο­να­δι­κό­τη­τα αυ­τών των ε­πι­στο­λών.
Ο Καβ­βα­δίας τα­ξι­δεύει ή­δη έ­ξι χρό­νια, α­πό το 1929, που μπάρ­κα­ρε για πρώ­τη φο­ρά στο φορ­τη­γό «Άγιος Νι­κό­λα­ος» της γραμ­μής Αλε­ξάν­δρεια-Μασ­σα­λία-Πορτ Σάι­ντ. Αυ­τές οι ε­πι­στο­λές, αν δεν έ­γι­νε ξά­κρι­σμα κα­τά τη δη­μο­σίευ­ση, θα πρέ­πει να εί­ναι οι μό­νες σω­ζό­με­νες α­πό την πρώ­τη πε­ρίο­δο του ναυ­τι­κού Καβ­βα­δία, την προ του Πο­λέ­μου. Όπως τους γρά­φει την 1η Σε­πτεμ­βρίου 1935, τού μέ­νουν εί­κο­σι η­μέ­ρες, που θα ε­ξα­σκή­σει α­κό­μη το ε­πάγ­γελ­μα του ναυ­τι­κού και προ­σπα­θεί να δει ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρεί. Για τα τα­ξί­δια του Καβ­βα­δία, δεν γνω­ρί­ζου­με αν έ­χει δη­μο­σιευ­τεί λε­πτο­με­ρές χρο­νο­λό­γιο. Δεί­χνει, ω­στό­σο, α­πα­ραί­τη­το ως συ­νο­δευ­τι­κό των αλ­λη­λο­γρα­φιών του. Όπως και να έ­χει, η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, α­πο­τε­λού­με­νη α­πό δώ­δε­κα ε­πι­στο­λές, εί­ναι α­πό τα χρό­νια της στε­ρια­νής α­νά­παυ­λας.
Συ­γκε­κρι­μέ­να, πέ­ντε ε­πι­στο­λές στέλ­νο­νται α­πό την Ξάν­θη, ό­που ο Καβ­βα­δίας κλή­θη­κε το 1938 για στρα­τιω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση, α­φού, ως προ­στά­της οι­κο­γε­νείας, εί­χε α­παλ­λα­γεί της στρα­τιω­τι­κής θη­τείας. Εί­ναι α­πό το φθι­νό­πω­ρο του 1939, τό­τε που ξε­κι­νά­ει η αλ­λη­λο­γρα­φία του με τον Κα­ρα­γά­τση. Τέσ­σε­ρις προς την α­δελ­φή του, ό­που η μία εί­ναι η πρώ­τη α­πό κοι­νού, σε ε­κεί­νη και την α­νι­ψιά του. “Στο α­γα­πη­μέ­νο του κο­ρι­τσά­κι” α­πευ­θύ­νο­νται και οι δυο ε­πό­με­νες ε­πι­στο­λές: Χρι­στού­γεν­να 1939, Χρι­στού­γεν­να 1940. Η δεύ­τε­ρη στέλ­νε­ται α­πό τον Λό­χο Δια­βι­βά­σεων, κα­θώς, εν­δια­μέ­σως, ο Καβ­βα­δίας ε­πι­στρα­τεύ­τη­κε. Αρχι­κά, ως η­μιο­νη­γός και τραυ­μα­τιο­φο­ρέ­ας και με­τά, ως α­συρ­μα­τι­στής. Στρα­τιώ­της πλέ­ον παίρ­νει το δί­πλω­μα του ρα­διο­τη­λε­γρα­φη­τή Β’ τά­ξεως. Ως στρα­τιώ­της στέλ­νει ε­πτά ε­πι­στο­λές στις α­γα­πη­μέ­νες του και πέ­ντε στον Κα­ρα­γά­τση. Στην α­δελ­φή του, πά­ντως, γρά­φει ό­τι εί­ναι κα­κιω­μέ­νος μα­ζί του. Δεί­χνει να τον έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει, κα­θώς δεν ντύ­θη­κε στο χα­κί, ό­πως έ­σπευ­σαν να κά­νουν πολ­λοί άν­θρω­ποι του πνεύ­μα­τος και της τέ­χνης, αλ­λά έ­μει­νε ξα­πλω­μέ­νος στην πο­λυ­θρό­να του. Εδώ, μνη­μο­νεύει και την ε­πι­στο­λή του ο­μοϊδεά­τη του Κα­στα­νά­κη, που πέ­ρα­σε την Κα­το­χή στην Αθή­να, παίρ­νο­ντας μέ­ρος στην Αντί­στα­ση, ό­πως και ο Καβ­βα­δίας.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μας πα­ρα­ξε­νεύει μια υ­πο­σε­λί­διος ση­μείω­ση στην ε­πι­στο­λή της 10ης Φε­βρουα­ρίου 1941. Ο Καβ­βα­δίας γρά­φει: “… Για το θά­να­το του με­γά­λου Έλλη­να η λύ­πη σου εί­ναι πο­λύ δι­καιο­λο­γη­μέ­νη. Όμως μας ά­φη­σε δρό­μους ω­ραίους ν’ α­κο­λου­θή­σου­με. «Η Ελλά­δα ο έ­ρω­τάς μας και ο Σταυ­ρός μας», α­πό τις ω­ραιό­τε­ρες φρά­σεις που έ­χω κι ε­γώ α­κού­σει…” Στη ση­μείω­ση, ει­κά­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου. Όμως, ο Πα­πα­ντω­νίου εί­χε πε­θά­νει σχε­δόν έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, την 1η Φε­βρουα­ρίου 1940, ο­πό­τε προς τι αυ­τή η τό­σο ε­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη έκ­φρα­ση λύ­πης και μά­λι­στα, ό­ταν υ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη ε­πι­στο­λή, με η­με­ρο­μη­νία 14.1.40; Πά­ντως, στο διά­στη­μα με­τα­ξύ των δυο ε­πι­στο­λών, ο μό­νος Έλλη­νας, που πέ­θα­νε και ο ο­ποίος θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί με­γά­λος, του­λά­χι­στον ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο, με τις νι­κη­φό­ρες μά­χες στο Αλβα­νι­κό Μέ­τω­πο, εί­ναι ο Ιωάν­νης Με­τα­ξάς, στις 29 Ια­νουα­ρίου 1941. Όσο για τη φρά­ση, δεν εί­ναι σί­γου­ρα του Πα­πα­ντω­νίου.
Απο­μέ­νει η τρί­τη και με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα ε­πι­στο­λών α­πό τα υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια του α­συρ­μα­τι­στή πλέ­ον Καβ­βα­δία. Σύμ­φω­να με το χρο­νο­λό­γιο του Φί­λιπ­που Φι­λίπ­που, με τη λή­ξη του Πο­λέ­μου, Οκτώ­βριο 1945, ο Καβ­βα­δίας μπάρ­κα­ρε ως δό­κι­μος α­συρ­μα­τι­στής στο ε­πι­βα­τη­γό «Κο­ρίν­θια», που αρ­χι­κά έ­κα­νε τη γραμ­μή Πει­ραιάς-Θεσ­σα­λο­νί­κη-Κα­βά­λα και με­τά, Πει­ραιάς-Αλε­ξάν­δρεια-Μασ­σα­λία. Από αυ­τά τα τα­ξί­δια, δη­μο­σιεύε­ται μό­νο μια κάρ­τα α­πό τη Μασ­σα­λία, με η­με­ρο­μη­νία 31.8.46. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, αρ­χί­ζει το πή­γαι­νε-έ­λα του Καβ­βα­δία στην πέ­μπτη Ήπει­ρο, την Αυ­στρα­λία, που τον μα­γεύει. Το 1949 μπαρ­κά­ρει ως α­συρ­μα­τι­στής στο ε­πι­βα­τη­γό «Κυ­ρή­νεια», που με­τα­φέ­ρει τις κα­ρα­βιές των με­τα­να­στών. “Κά­νει τη γραμ­μή Αυ­στρα­λία, Genova, Πόρ­το, Άντεν, Κο­λό­μπο, Φρι­μάν, Μέλ­μπουρν, τριά­ντα τρεις μέ­ρες τα­ξί­δι.” Την πρώ­τη χρο­νιά, το 1949, πα­ρα­κο­λου­θού­με α­πό κο­ντά το τα­ξί­δι, κα­θώς γρά­φει μια ε­πι­στο­λή α­πό κά­θε σταθ­μό. Η ε­κτε­νέ­στε­ρη α­πό τον Ινδι­κό Ωκε­α­νό, πε­ρι­μέ­νο­ντας να φα­νεί το Κο­λό­μπο. Ενώ, συ­νη­θί­ζει τη νέα του κα­τοι­κία, το «Κυ­ρή­νεια», και παύει να νο­σταλ­γεί το «Κο­ρίν­θια». Στην προ­τε­λευ­ταία ε­πι­στο­λή του 1949, ε­τοι­μά­ζε­ται για το τα­ξί­δι της ε­πι­στρο­φής και ή­δη ο­νει­ρεύε­ται τα ε­πό­με­να α­λέ ρε­τούρ α­νά­με­σα στις Ηπεί­ρους. Η τε­λευ­ταία του 1949 εί­ναι α­πό έ­να άλ­λο τα­ξί­δι της ί­διας πά­ντο­τε γραμ­μής. Γραμ­μέ­νη α­νή­με­ρα στη γιορ­τή του, α­να­κα­λεί πε­ρα­σμέ­νες γιορ­τές και γυ­ναί­κες. Τις πραγ­μα­τι­κές, και τις άλ­λες, των ζω­γρά­φων, που στοι­χειώ­νουν τη φα­ντα­σία του και πολ­λά­κις μνη­μο­νεύο­νται στις ε­πι­στο­λές του.
Δη­μο­σιεύο­νται 26 ε­πι­στο­λές του 1951, μια του 1952, 11 του 1953, χρο­νιά που παίρ­νει το δί­πλω­μα α­συρ­μα­τι­στή Α’ τά­ξεως, τέσ­σε­ρις του 1954, έ­ξι του 1955, ό­ταν ε­γκα­τα­λεί­πει το «Κυ­ρή­νεια» για το «Λυ­δία», “έ­να κα­λο­θά­λασ­σο σκα­ρί”. Άλλες εν­νέα ε­πι­στο­λές του 1956 και δυο του 1957, τα­ξι­δεύο­ντας σε άλ­λες γραμ­μές. Η αλ­λη­λο­γρα­φία κλεί­νει με δυο γράμ­μα­τα, πο­λύ με­τα­γε­νέ­στε­ρα, του 1965. Χω­ρίς τις ε­πι­στο­λές των δυο γυ­ναι­κών, ού­τε υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις για τις κα­κου­χίες, αρ­ρώ­στιες και θα­νά­τους, που συμ­βαί­νουν στην οι­κο­γέ­νεια, ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­στο­λές α­πο­μέ­νουν ε­νο­χλη­τι­κά γρι­φώ­δεις.
Σε μια ε­πι­στο­λή, ο Καβ­βα­δίας γρά­φει πως “θα μπο­ρού­σε ευ­κο­λό­τα­τα να τους τη­λε­γρα­φεί κά­θε μέ­ρα”, ό­μως, τό­τε, “θα ’χα­νε τη ση­μα­σία της η α­πό­στα­ση που τό­σο φο­βό­μα­στε κι α­γα­πά­με”. Εί­ναι προ­φα­νές, ό­τι ό­σες ζωές κι αν εί­χε, δεν θα άλ­λα­ζε με τί­πο­τε τη θά­λασ­σα. Ίσως, οι ε­πι­στο­λές του Καβ­βα­δία προς τις δυο γυ­ναί­κες, να εί­ναι α­πό τα συ­ναρ­πα­στι­κό­τε­ρα τα­ξι­διω­τι­κά. Τε­λι­κά, ο πυ­ρε­τός για τη θά­λασ­σα του Μαυ­ρή, κα­τα­πώς υ­πο­γρά­φει τις ε­πι­στο­λές του, κρά­τη­σε σχε­δόν μι­σό αιώ­να…

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νίκος Καββάδιας με τον Θράσο Καστανάκη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/6/2011.

1 σχόλιο:

irinivergopoulou είπε...

Εξαιρετικά ενδιαφέρον!!