Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Μεταγλωττισμένος Ραγκαβής

Λί­τσα Χατ­ζο­πού­λου
«Α. Ρ. Ρα­γκα­βής:
έ­νας “στρα­τευ­μέ­νος”
στον 19ο αιώ­να»
Εκδό­σεις Τό­πος
Φε­βρουά­ριος 2009

Στις 27 Δε­κεμ­βρίου του 2009 συ­μπλη­ρώ­νο­νται δια­κό­σια χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ρα­γκα­βή. Ως δώ­ρο για την ε­πέ­τειό του φαί­νε­ται πως του ε­πι­φυ­λάχ­θη­κε η τι­μή να με­τα­γλωτ­τι­σθεί κι αυ­τός στη νέα ελ­λη­νι­κή. Ένδει­ξη πως δεν έ­χει πα­ρα­γκω­νι­σθεί, αλ­λά πως συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στη χο­ρεία των α­ξια­νά­γνω­στων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να. Το 2005, που με­τα­γλωτ­τί­στη­κε για α­κό­μη μια φο­ρά η «Πά­πισ­σα Ιωάν­να» του Ροΐδη, θεω­ρή­θη­κε κο­σμοϊστο­ρι­κό γε­γο­νός. Αντι­θέ­τως, η με­τα­γλώτ­τι­ση διη­γη­μά­των του Ρα­γκα­βή έ­χει πα­ρα­μεί­νει μέ­χρι στιγ­μής α­σχο­λία­στη. Ίσως και για­τί δεν εκ­δό­θη­κε αυ­το­τε­λώς, αλ­λά μα­ζί με μια γε­νι­κό­τε­ρη πα­ρου­σία­ση του ί­διου και του έρ­γου του. Ωστό­σο, το ε­ρώ­τη­μα που α­να­φύε­ται στην πε­ρί­πτω­ση του Ρα­γκα­βή, εί­ναι κα­τά πό­σο οι ε­νά­ντιοι της με­τα­γλώτ­τι­σης των θεω­ρού­με­νων ως κλασ­σι­κών της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ου­σια­στι­κά της τριά­δας Πα­πα­δια­μά­ντης-Βι­ζυη­νός-Ροΐδης, θα πρό­βα­λαν εν­στά­σεις και για τη με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή ή μή­πως στην πε­ρί­πτω­σή του θα πε­ριό­ρι­ζαν τις α­ντιρ­ρή­σεις τους σε θέ­μα αρ­χής. Δη­λα­δή, πως η ελ­λη­νι­κή του 19ου αιώ­να, α­κό­μη και η αρ­χαιο­πρε­πής του Ρα­γκα­βή και των α­δελ­φών Σού­τσου, δεν χρή­ζει με­τα­γλώτ­τι­σης, α­φού πρό­κει­ται για μια και ε­νιαία γλώσ­σα, που κα­λά θα κά­νουν οι νεό­τε­ρες γε­νιές να μά­θουν. Αν ό­χι παι­διό­θεν, έ­στω με­γα­λώ­νο­ντας ι­δίοις κό­ποις, μια και το εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα ο­λι­γω­ρεί. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, ό­σο α­φο­ρά τον Ρα­γκα­βή, α­κό­μη και ό­σοι δεν αμ­φι­σβη­τούν τη λο­γο­τε­χνι­κή του α­ξία, ε­κτι­μούν στα διη­γή­μα­τά του, τα θέ­μα­τα, την πλο­κή, τους χα­ρα­κτή­ρες, τις ι­δε­ο­λο­γι­κές θέ­σεις, τε­λο­σπά­ντων, ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο πλην της γλώσ­σας. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, με τις α­πο­τι­μή­σεις τους σχε­δόν προ­τρέ­πουν να με­τα­γλωτ­τι­σθεί. Με­τα­ξύ αυ­τών, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος, ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Στην Ιστο­ρία του γρά­φει: “Όταν υ­περ­νι­κη­θεί η γλωσ­σι­κή α­νία, βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε έρ­γα που έ­χουν παλ­μό, ου­σία, σύν­θε­ση...» Αν και τον Δη­μα­ρά σε γλωσ­σι­κά θέ­μα­τα καλ­λί­τε­ρα να τον πα­ρα­κά­μπτου­με, α­φού οι προ­τι­μή­σεις του, ό­σο α­φο­ρά την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, δεν εκ­φρά­ζουν το λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο, που τε­λι­κά ε­πε­κρά­τη­σε. Θυ­μί­ζου­με πως σχε­δόν τυ­χαία χα­ρα­κτη­ρί­ζει την πα­πα­δια­μα­ντι­κή γλώσ­σα και κα­θ’ υ­περ­βο­λήν κα­θα­ρεύου­σα ε­κεί­νη του Ροΐδη.
Όπως και να έ­χει, η με­τα­γλώτ­τι­ση τριών διη­γη­μά­των του Ρα­γκα­βή δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο της Λί­τσας Χατ­ζο­πού­λου, που ε­γκαι­νιά­ζει τη σει­ρά «Επί των κει­μέ­νων». Ο διευ­θυ­ντής της σει­ράς, Άρης Μα­ρα­γκό­που­λος, ο­ρί­ζει ως στό­χο της την εκ νέ­ου α­νά­γνω­ση συγ­γρα­φέων και κει­μέ­νων υ­πό το φως της νεό­τε­ρης κρι­τι­κής. Και α­κρι­βώς, αυ­τήν τη νεό­τε­ρη κρι­τι­κή εκ­προ­σω­πεί, κα­τά τον καλ­λί­τε­ρο τρό­πο, για την πε­ρί­πτω­ση του Ρα­γκα­βή, η Χατ­ζο­πού­λου, κα­θώς α­σχο­λεί­ται συ­στη­μα­τι­κά μα­ζί του α­πό το 1990. Ο Ρα­γκα­βής α­πο­τέ­λε­σε το α­ντι­κεί­με­νο της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της και το θέ­μα τριών βι­βλίων της, μη συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας την α­πο­δελ­τίω­ση του πε­ριο­δι­κού «Ευ­τέρ­πη», που προέ­κυ­ψε ως ε­πα­κό­λου­θο της ε­να­σχό­λη­σής της με τον Ρα­γκα­βή. Θυ­μί­ζου­με πως αυ­τός έ­δω­σε το ό­νο­μα Ευ­τέρ­πη στο πε­ριο­δι­κό του συμ­μα­θη­τή του α­πό την Οδησ­σό Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλου, το ο­ποίο άρ­χι­σε να εκ­δί­δε­ται την 1η Σε­πτεμ­βρίου του 1847. Μέ­λος της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής του πε­ριο­δι­κού μέ­χρι τα τέ­λη του 1849 ο Ρα­γκα­βής, δη­μο­σίευ­σε σε αυ­τό 13 α­πό τα συ­νο­λι­κά 22 διη­γή­μα­τά του κα­θώς και άλ­λα κεί­με­νά του. Εγκα­τέ­λει­ψε την «Ευ­τέρ­πη» μό­νο ό­ταν εί­χε πια στα σκα­ριά το δι­κό του πε­ριο­δι­κό, την «Παν­δώ­ρα», που ε­ξέ­δω­σε με τους φί­λους του Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη και Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο.
Την ει­σα­γω­γή του βι­βλίου η Χατ­ζο­πού­λου την ξε­κι­νά με την ε­ναρ­κτή­ρια φρά­ση των «Απο­μνη­μο­νευ­μά­των» του Ρα­γκα­βή, «Εκ κα­τα­γω­γής ει­μί Φα­να­ριώ­της...». Εί­ναι μια φρά­ση που δεί­χνει προ­κλη­τι­κή, κα­θώς ο Ρα­γκα­βής την γρά­φει το 1887, ό­ταν γνω­ρί­ζει πλέ­ον πως συ­νι­στά “κη­λί­δα και ύ­βρι­ν” για τη γε­νιά του 1880. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το 2009 συ­μπλη­ρώ­νο­νται και 230 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του πα­τέ­ρα του Ια­κω­βά­κη Ρί­ζου Ρα­γκα­βή, που κα­τα­γό­ταν α­πό την πα­λαιά οι­κο­γέ­νεια των Ρα­γκα­βέ. Ο Ρα­γκα­βής με­γά­λω­σε στην αυ­λή του η­γε­μό­να Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου και στα με­τέ­πει­τα χρό­νια εί­χε δα­σκά­λους τον Γεώρ­γιο Γεν­νά­διο και τον Κων­στα­ντί­νο Βαρ­δα­λά­χο. Με λί­γα λό­για, μα­θή­τευ­σε στον Δια­φω­τι­σμό, ε­νώ οι σπου­δές του στο Μό­να­χο έ­γι­ναν στο κλί­μα του “κλα­σι­κι­στι­κού ρο­μα­ντι­σμού”. Αυ­τές οι ε­πιρ­ροές θα μπο­ρού­σαν να ερ­μη­νεύ­σουν τη στά­ση του, τό­σο στην πο­λι­τι­κή ό­σο και στη λο­γο­τε­χνία, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό με­τριο­πά­θεια και συ­ντη­ρη­τι­σμό.
Η Χατ­ζο­πού­λου βρί­σκει α­ντι­στοι­χίες α­νά­με­σα στον φα­να­ριω­τι­σμό και τον σή­με­ρα ι­σχύο­ντα πο­λι­τι­κό ρε­α­λι­σμό. Πα­ρο­μοίως, πα­ραλ­λη­λί­ζει τις ε­πι­λο­γές του Ρα­γκα­βή στην πε­ζο­γρα­φία με αυ­τές ε­νός “στρα­τευ­μέ­νου” συγ­γρα­φέα. Στα διη­γή­μα­τά του, ο Ρα­γκα­βής προ­σπα­θεί να συν­δυά­σει το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου. Ο έ­ρω­τας α­πο­τε­λεί μεν τον πυ­ρή­να στις πε­ρισ­σό­τε­ρες ι­στο­ρίες του, αλ­λά χω­ρίς ρο­μα­ντι­κές ε­ξάρ­σεις, υ­πα­κούο­ντας σε μια σει­ρά κοι­νω­νι­κών α­ξιών, ώ­στε να πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζο­νται οι νε­α­ρές α­να­γνώ­στριες. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, πα­ρό­λο που, κα­τά κα­νό­να, οι ι­στο­ρίες του δια­δρα­μα­τί­ζο­νται ε­κτός Ελλά­δος, στό­χος του εί­ναι, μέ­σω αυ­τών, να πα­ρου­σιά­σει τα φλέ­γο­ντα για την Ευ­ρώ­πη κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα, ό­πως η εκ­με­τάλ­λευ­ση της παι­δι­κής ερ­γα­σίας, το δου­λε­μπό­ριο, ο ρό­λος της γυ­ναί­κας και άλ­λα. Η ει­σα­γω­γή της Χατ­ζο­πού­λου εί­ναι ευ­σύ­νο­πτη και ταυ­τό­χρο­να πλή­ρης, δεί­χνο­ντας πό­σο κερ­δί­ζει η με­λέ­τη ε­νός θέ­μα­τος, ό­ταν πο­λιορ­κεί­ται ε­πί μα­κρόν και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές. Όσο α­φο­ρά τη με­τα­γλώτ­τι­ση, εκ­θέ­τει στο ε­πί­με­τρο το σκε­πτι­κό του εγ­χει­ρή­μα­τος, που ου­σια­στι­κά στη­ρί­χτη­κε στην ε­πι­και­ρό­τη­τα της θε­μα­τι­κής του Ρα­γκα­βή, θεω­ρώ­ντας ως αυ­το­νό­η­τη την α­νε­παρ­κή γνώ­ση της κα­θα­ρεύου­σας α­πό το ση­με­ρι­νό α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.
Η ι­δέα για τη με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή α­νή­κει στον τε­λευ­ταίο με­τα­φρα­στή της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας», τον Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη. Μό­νο που αυ­τός πρό­τει­νε να με­τα­φρα­στεί το μο­να­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα του Ρα­γκα­βή, «Ο Αυ­θέ­ντης του Μω­ρέως». Τε­λι­κά, ό­μως, ε­πε­κρά­τη­σε η ά­πο­ψη η αρ­χή να γί­νει με τρία α­πό τα διη­γή­μα­τά του, που εί­χαν πρω­το­δη­μο­σιευ­τεί στην «Ευ­τέρ­πη», και τα τρία ε­ντός του 1848: Τη «Λέι­λα», το «Χρυ­σό μα­στί­γιο» και το «Γλου­μυ­μά­ουθ». Για ό­σους θε­λή­σουν να δια­βά­σουν εκ πα­ραλ­λή­λου ή και εκ των υ­στέ­ρων τα διη­γή­μα­τα στο πρω­τό­τυ­πο, προ­σφέ­ρε­ται η προ δε­κα­ε­τίας δί­το­μη έκ­δο­ση των «Διη­γη­μά­των» του Ρα­γκα­βή, σε ε­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρη Τζιό­βα, α­πό το Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη. Επί­σης, η αυ­το­τε­λής έκ­δο­ση του «Γλου­μυ­μά­ουθ», α­πό τον Τά­κη Κα­για­λή, στις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη.
“Πα­τέ­ρα του νε­ο­ελ­λη­νι­κού διη­γή­μα­τος” έ­χουν α­πο­κα­λέ­σει τον Ρα­γκα­βή και ό­πως φαί­νε­ται, για πλεί­στους ό­σους λό­γους ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­σφέ­ρε­ται για α­νά­γνω­ση. Για­τί τα κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λού­σαν την ε­πο­χή του έ­μελ­λε να διαιω­νι­σθούν. Για­τί οι ή­ρωες του εί­ναι α­λη­θο­φα­νείς και με­τρη­μέ­νοι σαν χα­ρα­κτή­ρες. Για­τί οι πε­ρι­γρα­φές του εί­ναι α­κρι­βείς και πα­ρα­στα­τι­κές. Και τέ­λος, για­τί έ­χει κι αυ­τός, ό­πως και οι ση­με­ρι­νοί μα­κρι­νοί του α­πό­γο­νοι, προ­τί­μη­ση στις ξέ­νες χώ­ρες. Όσο για την με­τα­γλώτ­τι­ση μας φαί­νε­ται α­κρι­βής και στρω­τή. Από την άλ­λη, ό­πως η με­τά­φρα­ση ε­νός ξε­νό­γλωσ­σου κει­μέ­νου, α­κό­μη και η καλ­λί­τε­ρη, δια­τα­ράσ­σει το αρ­χι­κό κεί­με­νο, έ­τσι και η με­τα­γλώτ­τι­ση του Ρα­γκα­βή δια­φο­ρο­ποιεί το ύ­φος και τις α­πο­χρώ­σεις του πρω­το­τύ­που. Για πα­ρά­δειγ­μα πα­ρα­θέ­του­με έ­να σπά­ραγ­μα α­πό το τρί­το διή­γη­μα μα­ζί με τη με­τα­γλώτ­τι­σή του: «Αβέ­βαιοί τι­νες και φα­ντα­σιώ­δεις μορ­φαί, πλα­νω­μέ­νην τι­νά δε­χό­με­ναι α­κτί­να του ά­νω φω­τός, α­νε­φαί­νο­ντο ά­νευ κα­τα­λη­πτού δια­γράμ­μα­τος εκ του α­χα­νούς της νυ­κτός κόλ­που.» «Κά­τι α­σα­φείς και α­χνές μορ­φές, στις ο­ποίες έ­φτα­ναν σκόρ­πιες α­κτί­νες φω­τός α­πό πά­νω, ξε­πρό­βαλ­λαν χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρί­γραμ­μα μέ­σα α­πό τον α­χα­νή κόλ­πο της νύ­χτας.»
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου