Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Το περιοδικό της Θεσσαλονίκης

Μία α­πό τις έ­ντε­κα φω­το­γρα­φίες του Γιώρ­γου Δε­πόλ­λα,
στο έν­θε­το Camera Obscura. 







«Εντευ­κτή­ριο»
Τεύ­χος 106
Ιούλ.-Σεπ. 2014
Έκδο­ση 10/2/2015
Θεσ­σα­λο­νί­κη

“Τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά ο­φεί­λουν να εί­ναι προ­σω­πο­πα­γή. Με δη­μο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σίες δεν βγαί­νουν πε­ριο­δι­κά. Εγώ ή­μουν δι­κτα­το­ρι­κός.” Αυ­τά έ­λε­γε ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης σε συ­νέ­ντευ­ξή του, α­να­φε­ρό­με­νος και στα προ­πο­λε­μι­κά πε­ριο­δι­κά, που “ή­ταν πε­ριο­δι­κά πα­ρέ­ας, πε­ριο­δι­κά ι­δεώ­ν”. Και συ­μπλή­ρω­νε: “Σή­με­ρα τα πε­ριο­δι­κά δεν συ­γκρούο­νται με­τα­ξύ τους. Οι ί­διοι συ­νερ­γά­τες μπο­ρεί να εί­ναι στο έ­να πε­ριο­δι­κό και στο άλ­λο. Οι ί­διες ι­δέες να εκ­φρά­ζο­νται στο έ­να πε­ριο­δι­κό, οι ί­διες και στο άλ­λο. Τα πε­ριο­δι­κά σή­με­ρα εί­ναι έ­ντυ­πα κα­λής αν­θο­λο­γίας. Μπο­ρούν τα ί­δια κεί­με­να να δη­μο­σιευ­τούν και σ’ έ­να άλ­λο πε­ριο­δι­κό, ε­νώ πρώ­τα κά­τι τέ­τοιο ή­ταν α­δια­νό­η­το.” Το “σή­με­ρα” ε­κεί­νης της συ­νέ­ντευ­ξης το­πο­θε­τεί­ται το 1992. Κο­ντά έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, η κα­τά­στα­ση δεν έ­χει και πο­λύ αλ­λά­ξει. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­σω­πο­πα­γή, αλ­λά δια­τη­ρούν  και μια πα­ρέα φί­λων. Αν και μάλ­λον πρό­κει­ται για κύ­κλο μό­νι­μων συ­νερ­γα­τών. Πά­ντως, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γρα­φείς δί­νουν συ­νερ­γα­σίες, ό­που τους ζη­τη­θεί. Ενώ στέλ­νουν κεί­με­νά τους σε ό­ποιο πε­ριο­δι­κό έ­χουν κά­ποιας μορ­φής πρό­σβα­ση. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση “πε­ριο­δι­κού πα­ρέ­ας”, ό­πως την α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν ο Ανα­γνω­στά­κης, που ε­πι­βιώ­νει έ­στω και με φα­γω­μέ­νη α­πό τη φθο­ρά του χρό­νου την πα­ρέα, εί­ναι οι «Ση­μειώ­σεις».
Τρία προ­σω­πο­πα­γή πε­ριο­δι­κά α­να­φέ­ρει ο Ανα­γνω­στά­κης: «Νέα Γράμ­μα­τα», «Νέα Εστία», «Δια­γώ­νιος». Ενώ, δεν ξε­χω­ρί­ζει κα­νέ­να α­πό τα πε­ριο­δι­κά, που ξε­κί­νη­σαν με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά. Μέ­χρι τό­τε, πά­ντως, το μο­να­δι­κό πε­ριο­δι­κό, που του εί­χε κά­νει α­φιέ­ρω­μα, α­κρι­βέ­στε­ρα του εί­χε α­φιε­ρώ­σει σε­λί­δες, ή­ταν το θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο «Εντευ­κτή­ριο». Τό­τε, α­κό­μη, η συ­μπρω­τεύου­σα εί­χε πε­ριο­δι­κά. Σή­με­ρα, ε­ξαι­ρου­μέ­νου του ε­τή­σιου φι­λο­λο­γι­κού πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος», αν δεν σφάλ­λου­με, το «Εντευ­κτή­ριο» α­πέ­μει­νε μο­να­δι­κό. Πε­ριο­δι­κό αρ­χι­κά δι­μη­νιαίο, σή­με­ρα τρι­μη­νιαίο, με το πρώ­το τεύ­χος να κυ­κλο­φο­ρεί την 7η Νοε. 1987. Οι “σε­λί­δες για τον Ανα­γνω­στά­κη” δη­μο­σιεύο­νται στο έ­κτο τεύ­χος. Σί­γου­ρα προ­σω­πο­πα­γές, α­φού δη­μιουρ­γός του και πά­γιος διευ­θυ­ντής εί­ναι ο Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης. Ως “μέ­ντο­ρά” του α­να­γνω­ρί­ζει τον Ντί­νο Χρι­στια­νό­που­λο, τον “δι­κτα­το­ρι­κό διευ­θυ­ντή” της «Δια­γω­νίου». Μό­νο που ο Κορ­δο­με­νί­δης, πα­ρά τη μα­θη­τεία δί­πλα του και τη λαϊκή ρή­ση, “με ό­ποιον δά­σκα­λο κα­θί­σεις, τέ­τοια γράμ­μα­τα θα μά­θεις”, ού­τε στα τριά­ντα του, ού­τε ε­φέ­τος, που συ­μπλη­ρώ­νει τα ε­ξή­ντα, λει­τουρ­γεί δι­κτα­το­ρι­κά. 
Ξε­κι­νώ­ντας το πε­ριο­δι­κό του εί­χε μία κο­ντά δε­κα­ε­τή θη­τεία σε διά­φο­ρα έ­ντυ­πα, με πιο μα­κρό­χρο­νη ε­κεί­νη στο α­ξιό­λο­γο πε­ριο­δι­κό της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, το «Εμείς», που διηύ­θυ­νε ο Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος. Μια άλ­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου, που στε­ρεί­ται αυ­ταρ­χι­κού προ­φίλ. Στη νε­ο­λαιί­στι­κη αρ­γκό, ο Δα­σκα­λό­που­λος θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί “ή­ρε­μη δύ­να­μη”. Ο Κορ­δο­με­νί­δης, α­ντι­θέ­τως, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση του α­βρού, στα ό­ρια του α­να­σφα­λούς, που μάλ­λον χρειά­ζε­ται πα­ρά προ­σφέ­ρει στή­ρι­ξη. Δεν α­πο­κλείε­ται, ω­στό­σο, να πρό­κει­ται για α­πα­τη­λή ε­ντύ­πω­ση, την ο­ποία κα­τα­φέρ­νει να δη­μιουρ­γεί έ­νας τα­λα­ντού­χος στις δη­μό­σιες σχέ­σεις. Ίσως, πά­λι, το 1987, που, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, “έ­νιω­θε με­τέω­ρος στα προ­σω­πι­κά του α­διέ­ξο­δα” και έ­στη­σε το πε­ριο­δι­κό, να ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, αντ’ αυ­τού, να ξε­κι­νού­σε μία ψυ­χα­να­λυ­τι­κή δια­δι­κα­σία. Αν το εί­χε α­πο­φα­σί­σει, το πι­θα­νό­τε­ρο να μην εί­χε στο βιο­γρα­φι­κό του μό­λις μία ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Και αυ­τή με ψευ­δώ­νυ­μο, που πο­τέ δεν κα­τα­γρά­φτη­κε. Εί­κο­σι συ­να­πτά έ­τη με­τά την υιο­θέ­τη­σή του, πά­ντο­τε σε α­να­μο­νή συ­νέ­χειας, θα μπο­ρού­σα­με να το α­πο­κα­λύ­ψου­με. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Αδα­μί­δης, ο συγ­γρα­φέ­ας της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των «Βο­λή εγ­γύς φι­λίων τμη­μά­των». Αντί, ό­μως, να ε­μπι­στευ­θεί ε­αυ­τόν στον θείο Φρόυ­ντ, προ­τί­μη­σε να μεί­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά με­τέω­ρος, με “περ­πα­τού­ρα” το πε­ριο­δι­κό του, ό­πως το χα­ρα­κτη­ρί­ζει αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος. 
Στο «Εντευ­κτή­ριο», δη­μο­σιεύ­τη­κε και το πρώ­το, με­τά θά­να­το, α­φιέ­ρω­μα στον Ανα­γνω­στά­κη. Εκεί­νος, πά­ντως, μάλ­λον συ­γκα­τα­τάσ­σει το πε­ριο­δι­κό στα “έ­ντυ­πα κα­λής αν­θο­λο­γίας”. Μό­νο που σή­με­ρα, αυ­τός ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εί­ναι μα­κράν του να θεω­ρεί­ται αυ­το­νό­η­τος. Το πρό­σφατο τεύχος διατηρεί το ί­διο πά­ντο­τε προ­σω­πι­κό στίγ­μα του εκ­δό­τη του, ό­σο α­φο­ρά αι­σθη­τι­κή και βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες, βελ­τιώ­νο­ντας την πρώ­τη και διευ­ρύ­νο­ντας τον αρ­χι­κά στε­νό κύ­κλο των δεύ­τε­ρων. Σε αυτό μετρούμε 39 συ­νερ­γά­τες, οι 15 Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες του­λά­χι­στον ως προς τον τό­πο γέν­νη­σης, στους ο­ποίους θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τους Γιάν­νη Κο­τσι­φό και Ηρα­κλή Πα­παϊωάν­νου, που διέ­λα­θαν της ευ­ρε­τη­ρία­σης. Οπό­τε, στους 41 συ­νερ­γά­τες, οι 17 έρ­χο­νται α­πό τη Βό­ρεια Ελλά­δα, σή­με­ρα, ό­μως, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι την έ­χουν ε­γκα­τα­λεί­ψει. Με­γά­λη, λοι­πόν, εί­ναι η συμ­με­το­χή των Αθη­ναίων. Γε­γο­νός, που μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί και ως α­τού και σαν μειο­νέ­κτη­μα. Ατού λό­γω της α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας που α­πο­λαμ­βά­νουν, μειο­νέ­κτη­μα για­τί α­πο­δει­κνύο­νται γρα­φο­μα­νείς και ά­πι­στοι, σκορ­πί­ζο­ντας κεί­με­να σε ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα έ­ντυ­πα δύ­να­νται. Αντι­θέ­τως, ο Κορ­δο­με­νί­δης μέ­νει πι­στός στις “α­γά­πες” του, με πρώ­το τον φί­λο του Γιώρ­γο Ιωάν­νου. Εκεί­νος δεν πρό­λα­βε το «Εντευ­κτή­ριο», α­πε­βίω­σε στις 16 Φεβ. 1985. Ήδη, στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα και έ­να δεύ­τε­ρο, στο δέ­κα­το. Το πρό­σφα­το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, “Ο Γιώρ­γος Ιωάν­νου δια­βά­ζει πε­ζο­γρα­φή­μα­τά του”.

Επε­τεια­κό το α­φιέ­ρω­μα του τεύ­χους στον Χρι­στό­φο­ρο Λιο­ντά­κη, γεν­νη­μέ­νο στις 20 Φεβ. 1945, σύμ­φω­να με την ερ­γο­βιο­γρα­φία, που συ­ντάσ­σει ο δο­κι­μιο­γρά­φος και κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας Ζα­χα­ρίας Κα­τσα­κός. Γέν­νη­μα θρέμ­μα Κρη­τι­κός αυ­τός, α­πό το Ηρά­κλειο, ό­πως και ο τι­μώ­με­νος, κλεί­νει τις σε­λί­δες του α­φιε­ρώ­μα­τος δί­νο­ντας το στίγ­μα ε­κά­στης α­πό τις συ­νο­λι­κά ε­πτά ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Λιο­ντά­κη. Επτά συν μία, την πιο πρό­σφα­τη και συ­γκε­ντρω­τι­κή των τριών πρώ­των ποιη­τι­κών του συλ­λο­γών, που εί­χαν εκ­δο­θεί μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70. Η συ­γκε­ντρω­τι­κή εκ­δό­θη­κε το 2012, με τίτ­λο, «Ει­κό­νες που ε­πι­μέ­νουν», και ως ε­πι­σφρά­γι­σμα μίας 40ε­τούς ποιη­τι­κής πα­ρου­σίας. Από τις θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κες εκ­δό­σεις του πε­ριο­δι­κού «Τραμ», εκ­δό­θη­καν οι δυο πρώ­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, αρ­χές 1973 «Το τέ­λος του το­πίου», τέ­λη 1976 «Με­τά­θε­ση». Αν δεν σφάλ­λου­με, ο πρώ­τος κρι­τι­κός, που ε­πι­ση­μαί­νει τό­τε τη νέα ποιη­τι­κή φω­νή, εί­ναι ο Αντρέ­ας Κα­ρα­ντώ­νης. Πα­ρου­σιά­ζει και τις τρεις πρώ­τες συλ­λο­γές. Την ε­πό­με­νη, του 1982, «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος με­τα­κο­μί­ζει», δεν την προ­λα­βαί­νει. Απο­βιώ­νει 27 Ιουν. 1982. 
Για την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, του 1978, «Υπό­γειο γκα­ράζ», ο Κα­ρα­ντώ­νης κά­νει την εύ­στο­χη πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι ο Λιο­ντά­κης δια­θέ­τει το “τρί­το μά­τι” ή και “μά­τι της διαί­σθη­σης”. Τα ποιή­μα­τα της ί­διας συλ­λο­γής, ο Τά­σος Λει­βα­δί­της τα δια­βά­ζει ως αλ­λη­γο­ρία ε­νός α­πό τους κύ­κλους της «Κό­λα­σης» του Δά­ντη, στη σύγ­χρο­νη εκ­δο­χή τους. Ερμη­νεία που υιο­θε­τεί και ε­παυ­ξά­νει η Χρι­στί­να Ντου­νιά στο ε­κτε­νές κεί­με­νό της στο α­φιέ­ρω­μα, με τίτ­λο, «Τα δι­καιώ­μα­τα του “θυ­μού” και η ποίη­ση του Χρι­στό­φο­ρου Λιο­ντά­κη». Σε αυ­τό, α­να­ζη­τεί τον μί­το της “α­φή­γη­σης”, ό­πως αυ­τή, ελ­λει­πτι­κή και α­πο­σπα­σμα­τι­κή, α­νε­λίσ­σε­ται στις ε­πτά συλ­λο­γές. Τε­λι­κά, ε­πι­λέ­γει ως στα­θε­ρό προ­σω­πι­κό ί­χνος του ποιη­τή στην ε­πτά­λο­φη ποιη­τι­κή πο­ρεία του την φρά­ση , “θυ­μώ μά­χε­σθαι χα­λε­πόν ο γαρ αν θέ­λη ψυ­χής ω­νεί­ται”. Δά­νειο του Λιο­ντά­κη α­πό τον Ηρά­κλει­το, που δη­λώ­νει την α­πο­δο­χή του “θυ­μού”, του­τέ­στιν του πά­θους, και την έν­δο­ση στην α­κα­τα­νί­κη­τη ε­πι­θυ­μία. 

Η με­λε­τή­τρια, στην ε­γκω­μια­στι­κή κα­τα­κλεί­δα του κει­μέ­νου της, τσι­μπά­ει στί­χους α­πό το ποίη­μα «Τα ε­πι­κίν­δυ­να» του Κα­βά­φη (“το σώ­μα μου στες η­δο­νές θα δώ­σω /...για­τί ό­ταν θέ­λω - / και θα ’χω θέ­λη­σι, δυ­να­μω­μέ­νος / ως θα ’μαι με θεω­ρία και με­λέ­τη - / στες κρί­σι­μες στιγ­μές θα ξα­να­βρί­σκω / το πνεύ­μα μου, σαν πριν, α­σκη­τι­κό”), προ­σθέ­τει και τον σο­λω­μι­κό με “λο­γι­σμό και μ’ ό­νει­ρο”, για να στρογ­γυ­λέ­ψει το συλ­λο­γι­σμό της, πως “το πά­θος της ψυ­χής και του σώ­μα­τος, δυ­να­μω­μέ­νο με θεω­ρία και με­λέ­τη, καλ­λιερ­γη­μέ­νο με λο­γι­σμό και μ’ ό­νει­ρο, κα­τα­κτά την καλ­λι­τε­χνι­κή του δι­καίω­ση”. Κι ό­μως, α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να του ποιή­μα­τος του Λιο­ντά­κη, «Εξι­λα­στή­ριο», ό­που και το η­ρα­κλεί­τειο α­πό­φθεγ­μα, ει­κά­ζου­με πως ο ποιη­τής, του­λά­χι­στον σε ε­κεί­νο, μάλ­λον στί­χους α­πό το κα­βα­φι­κό ποίη­μα «Νό­η­σις» α­να­κα­λεί (“Τα χρό­νια της νεό­τη­τάς μου, ο η­δο­νι­κός μου βίος - / πώς βλέ­πω τώ­ρα κα­θα­ρά το νό­η­μά των. / Τι με­τα­μέ­λειες πε­ριτ­τές, τι μά­ταιες... ”). 
Σε έ­να πα­ρα­πλή­σιο συ­μπέ­ρα­σμα ω­θεί, αν δια­βά­ζου­με σω­στά, και το κεί­με­νο, με τίτ­λο, «Ένας δια βίου λυ­ρι­σμός», του Βαγ­γέ­λη Χατ­ζη­βα­σι­λείου, του μό­νου α­μι­γούς κρι­τι­κού λο­γο­τε­χνίας στους συμ­με­τέ­χο­ντες στο α­φιέ­ρω­μα. Εκεί­νος, ζη­τώ­ντας να πα­ρου­σιά­σει τον λυ­ρι­κό Λιο­ντά­κη, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει τη συ­γκε­ντρω­τι­κή πρό­σφα­τη έκ­δο­ση των τριών πρώ­των ποιη­τι­κών συλ­λο­γών με την έ­βδο­μη συλ­λο­γή του. Σχε­τι­κά, ο Χατ­ζη­βα­σι­λείου πα­ρα­τη­ρεί: “Ο έ­ρω­τας, που α­πο­τε­λού­σε πά­ντο­τε μό­νο έ­να εν δυ­νά­μει στοι­χείο, μια δυ­να­τό­τη­τα σε α­να­στο­λή, υ­πο­ταγ­μέ­νη στο κυ­νή­γι του ω­ραίου, θα α­νέ­βει τώ­ρα με πρω­τό­γνω­ρη ορ­μή στην ε­πι­φά­νεια...Πρό­κει­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για έ­ναν χώ­ρο ε­πε­ξερ­γα­σίας, με­ταλ­λα­γής και εν τέ­λει χει­ρα­φέ­τη­σης του ποιη­τι­κού προ­σώ­που και της ε­ρω­τι­κής του ταυ­τό­τη­τας.” Για την ε­ρω­τι­κή διά­θε­ση, με α­φορ­μή την πέ­μπτη συλ­λο­γή του 1988, «Ο ρο­δώ­νας με τους χω­ρο­φύ­λα­κες», γρά­φει ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης. Με συ­γκί­νη­ση δια­βλέ­πει πως “ο ποιη­τής δεν δι­στά­ζει να τη συμ­φι­λιώ­σει α­κό­μη και με τον χρι­στια­νι­σμό, βά­ζο­ντας τη βρο­χή να ζω­γρα­φί­ζει έ­να ρό­δο, το κυ­ρίαρ­χο σύμ­βο­λο του έ­ρω­τα, στο κλί­τος μιας βα­σι­λι­κής”. 
Εκτός α­πό τα α­πο­σπά­σμα­τα των πα­λαιό­τε­ρων κρι­τι­κών κει­μέ­νων Λει­βα­δί­τη και Τσα­ρού­χη, α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­πό­σπα­σμα ε­πι­φυλ­λί­δας του Δ. Ν. Μα­ρω­νί­τη. Επί­σης, κεί­με­νο του Διο­νύ­ση Χαλ­κω­μα­τά, που ε­γκα­τέ­λει­ψε προ­σω­ρι­νά τον Κι­κέ­ρω­να και τους κα­νό­νες της ρη­το­ρι­κής, για να α­σχο­λη­θεί με τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κή αι­σθη­τι­κή. Αυ­τά ό­σο α­φο­ρά το ποιη­τι­κό έρ­γο του Λιο­ντά­κη. Για το με­τα­φρα­στι­κό του, γρά­φει η Τι­τί­κα Δη­μη­τρού­λια, ό­που μνη­μο­νεύει συ­νο­πτι­κά και τις λοι­πές “δεύ­τε­ρες γρα­φές” του, του­τέ­στιν αν­θο­λο­γίες και βι­βλιο­κρι­σίες. Έτσι, του­λά­χι­στον σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση, μνη­μο­νεύε­ται “το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι”, η πρώ­τη αν­θο­λο­γία διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, που ο Λιο­ντά­κης εί­χε εκ­δώ­σει προ 20ε­τίας, κα­θώς και ο “ε­ρω­τι­κός Πα­πα­δια­μά­ντης”, ό­πως με­τε­ξε­λί­χθη­κε ο τίτ­λος στη δεύ­τε­ρη αν­θο­λο­γία, προ πε­ντα­ε­τίας. Επί­σης, α­να­φέ­ρε­ται η αν­θο­λο­γία του για τον γε­νέ­θλιο τό­πο, το Ηρά­κλειο Κρή­της, στη Σει­ρά, «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία». Σε αυτήν την ανθολογία, υπάρχει έμμεση μνεία και στο κεί­με­νο της Μα­ρι­λί­ζας Μη­τσού, «Πρό­σω­πα και προ­σω­πεία του μύ­θου στην ποίη­ση του Χρι­στό­φο­ρου Λιο­ντά­κη». Εκκι­νεί, ό­μως, α­πό το μο­να­δι­κό βι­βλίο του Λιο­ντά­κη με κεί­με­να, το «Νυ­κτε­ρι­νό γυ­μνα­στή­ριο», ό­που υ­πάρ­χει και κεί­με­νο για τον γε­νέ­θλιο τό­πο, το Ηρά­κλειο και τον μύ­θο του, που α­πο­τέ­λε­σε “το έ­δα­φος της ποίη­σής του”. 
Στο «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία», ο πρό­λο­γος τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Εί­κο­σι τέσ­σε­ρις ψη­φί­δες για τον Χάν­δα­κα». Κα­τά τον προ­λο­γι­στή, “μια πό­λη που τρέ­φει το μύ­θο και τρέ­φε­ται α­πό αυ­τό­ν” και α­κό­μη, “μια πό­λη ό­που ο μύ­θος γί­νε­ται πραγ­μα­τι­κό­τη­τα”. Ανθο­λο­γεί 24 συγ­γρα­φείς, με ά­νοιγ­μα κο­ντά ε­νός αιώ­να: το 1862 γεν­νη­θείς ο Ιωάν­νης Δαμ­βέρ­γης, το 1959 ο Γιώρ­γος Ξε­νά­ριος. Ανα­δη­μο­σιεύο­νται 18 πε­ζά, μία ε­πι­στο­λή Σι­κε­λια­νού προς Κα­ζα­ντζά­κη και πέ­ντε ποιή­μα­τα, α­νά­με­σα σε αυ­τά και το δι­κό του, με τίτ­λο, «Χάν­δαξ». Ο πρό­λο­γος εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νος “στον Γ. Π. Σαβ­βί­δη, φί­λο του Ηρα­κλείου”. Στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση του α­φιε­ρώ­μα­τος, δη­μο­σιεύε­ται φω­το­γρα­φία του Λιο­ντά­κη με τον Σαβ­βί­δη, την Μη­τσού και τον ο­μή­λι­κο ο­μό­τε­χνό του Θ. Θ. Νιάρ­χο. Μό­νο που φω­το­γρα­φίες, χω­ρίς το πού και κυ­ρίως, το πό­τε, μέ­νουν χω­λές, κά­τι σαν γε­ρο­ντι­κές α­να­μνή­σεις. Στο α­φιέ­ρω­μα, προ­τάσ­σε­ται α­δη­μο­σίευ­το ποίη­μα του τι­μώ­με­νου.
Τα τε­λευ­ταία τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού α­νοί­γουν με σε­λί­δες που φι­λο­ξε­νούν “νέες φω­νές”, δηλαδή πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους αλ­λά και νέ­ους ως προς την η­λι­κία. Ως ε­πι­λο­γή δεί­χνει ρη­ξι­κέ­λευ­θη, με βά­ση τα έως σή­με­ρα μέ­τρα και σταθ­μά του πε­ριο­δι­κού, ω­στό­σο ε­ντάσ­σε­ται στη γε­νι­κό­τε­ρη τά­ση, που θα μπο­ρού­σε να έ­χει την ε­τι­κέ­τα “τό­πο στα νιά­τα”. Απο­μέ­νει ζη­τού­με­νο αν αυ­τή η μό­δα προέ­κυ­ψε ως μί­μη­ση ε­νός γε­νι­κό­τε­ρου ρεύ­μα­τος στα χρό­νια της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης ή α­πό α­νά­γκη για α­να­νέω­ση των προ­σώ­πων. Πά­ντως, τεί­νει να κυ­ριαρ­χή­σει σε ό­λους τους χώ­ρους α­πό την πο­λι­τι­κή μέ­χρι το χώ­ρο του βι­βλίου. Σε αυ­τό το τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τα δε­κα­ε­ξά­χρο­νης Κύ­πριας. Ακο­λου­θούν με­τα­φρά­σεις, ποιή­μα­τα και πε­ζά ε­νη­λί­κων. Επί­σης, νε­κρο­λο­γίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις. 
Υπάρ­χει, βε­βαίως και σε αυ­τό το τεύ­χος το φω­το­γρα­φι­κό 16σέ­λι­δο Camera Obscura, που συ­νι­στά μό­νι­μο δια­κρι­τι­κό στοι­χείο του πε­ριο­δι­κού. Με τίτ­λο «The Artist and his Masterpiece», δη­μο­σιεύο­νται 11 φω­το­γρα­φίες του Γιώρ­γου Δε­πόλ­λα, ό­που σαρ­κά­ζει τις με­τα­νεω­τε­ρι­κές καλ­λι­τε­χνι­κές τά­σεις, πο­ζά­ρο­ντας σο­βα­ρο­φα­νώς προς αυ­το­φω­το­γρά­φι­ση δί­πλα σε σω­ρούς σκου­πι­διών σε δη­μό­σιους χώ­ρους. Πρό­κει­ται για τολ­μη­ρό σαρ­κα­σμό, αλλά ριψοκίνδυνο, καθώς μπορεί να παρεξηγηθεί α­πό α­φε­λείς θια­σώ­τες της ση­με­ρι­νής πρω­το­πο­ρίας στη φω­το­γρα­φία.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου   

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/3/2015.

Παρελκόμενα χορτοφαγίας

Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης
«Αντί Στε­φά­νου»
Εκδό­σεις  Εστίας
Φε­βρ. 2015

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια πα­ρου­σιά­ζο­νται συ­χνό­τε­ρα νέ­οι Έλλη­νες συγ­γρα­φείς ερ­χό­με­νοι α­πό την Αγγλία ή και τις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τείες πα­ρά κά­τοι­κοι της ελ­λη­νι­κής ε­παρ­χίας, της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης. Σή­με­ρα, ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας που προ­βάλ­λε­ται στον Τύ­πο εί­ναι κα­τά κα­νό­να Αθη­ναίος. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, ο Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης, που γεν­νή­θη­κε στη Χίο και ε­ξα­κο­λου­θεί να κα­τοι­κεί ε­κεί, με δια­κο­πή μό­νο στα χρό­νια των σπου­δών, α­πο­τε­λεί ε­ξαί­ρε­ση. Αλλά κι αυ­τός, την α­νά­δει­ξή του την ο­φεί­λει στον Αθη­ναίο εκ­δό­τη που ε­ξα­σφά­λι­σε. Τα δυο πρώ­τα βι­βλία του, που ή­ταν το­πι­κές εκ­δό­σεις, έ­μει­ναν στην α­φά­νεια. Το πρώ­το σχο­λιά­στη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν ε­πα­νεκ­δό­θη­κε α­πό τον Αθη­ναίο εκ­δό­τη, στον ο­ποίο και έ­χει μεί­νει, μέ­χρι σή­με­ρα, πι­στός. Δεν ε­πέ­δει­ξε την κι­νη­τι­κό­τη­τα των συ­νο­μη­λί­κων του, που, μό­λις φα­νούν τα πρώ­τα ση­μεία κά­ποιας πλα­τύ­τε­ρης α­πο­δο­χής, α­πο­σκιρ­τούν α­πό τον αρ­χι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­να­ζη­τώ­ντας άλ­λον με α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρο μη­χα­νι­σμό προώ­θη­σης στο πε­ριο­ρι­σμέ­νης μεν κλί­μα­κας αλ­λά πε­ριω­πής “σταρ σύ­στε­μ” του χώ­ρου του βι­βλίου. Υιο­θέ­τη­σε, ω­στό­σο, τους δι­κούς τους ρυθ­μούς έκ­δο­σης, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν τα­χείς, δί­νο­ντας πρό­σφα­τα και την ε­ντύ­πω­ση του ε­σπευ­σμέ­νου. Αν και κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή, α­πο­κα­λού­νται α­πλώς ε­παγ­γελ­μα­τι­κοί. Ο Μα­κρι­δά­κης, που συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους πιο πα­ρα­γω­γι­κούς, εκ­δί­δει έ­να βι­βλίο τον χρό­νο, που εί­ναι η συ­νή­θης πα­ρα­γω­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα των συγ­γρα­φέων πο­λυ­σέ­λι­δων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αι­σθη­μα­τι­κών και α­στυ­νο­μι­κών. Η δια­φο­ρά εί­ναι ό­τι ε­κεί­νοι δεν α­νή­κουν στη λο­γο­τε­χνι­κή εν­δο­χώ­ρα, όπου, εξαρχής, η κριτική τοποθέτησε τον Μα­κρι­δά­κη. Ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά, αλ­λά, ως φαί­νε­ται, τό­σο λε­πτή, ώ­στε να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό τον ί­διο, αλ­λά ού­τε α­πό το σώ­μα των κρι­τών, ό­πως πα­ρου­σιά­ζε­ται σή­με­ρα, διευ­ρυ­μέ­νο με τους ε­πώ­νυ­μους και α­νώ­νυ­μους κα­τό­χους βι­βλιο­φι­λι­κών μπλο­γκ.
Ο Μα­κρι­δά­κης, με σπου­δές μα­θη­μα­τι­κού, έ­κα­νε την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση πριν εν­νιά χρό­νια, με βι­βλίο ε­ντασ­σό­με­νο στο χώ­ρο της Ιστο­ρίας, που α­κο­λού­θη­σε και έ­να δεύ­τε­ρο. Το πρώ­το βι­βλίο μυ­θο­πλα­σίας ή­ταν το τρί­το, το 2008. Σε ο­λό­κλη­ρη την ε­πό­με­νη ε­πτα­ε­τία εκ­δί­δει έ­να βι­βλίο μυ­θο­πλα­σίας α­νά έ­τος, με ε­ξαί­ρε­ση το 2010, που ε­ξέ­δω­σε δυο, και πέ­ρυ­σι, που δεν έ­δω­σε το εκ­δο­τι­κό πα­ρόν. Συ­νο­λι­κά, μα­ζί με το πρό­σφα­το, ο­κτώ. Εξαρ­χής, ε­ναλ­λάσ­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό των πε­ζο­γρα­φι­κών του βι­βλίων. Ξε­κί­νη­σε με μυ­θι­στό­ρη­μα, α­κο­λού­θη­σε νου­βέ­λα, με­τά πά­λι μυ­θι­στό­ρη­μα και ού­τω κα­θε­ξής. Μέ­χρι το έ­βδο­μο, που το χα­ρα­κτή­ρι­σε νου­βέ­λα, ε­νώ ή­ταν η σει­ρά μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, και α­κο­λού­θη­σε το πρό­σφα­το, ε­πί­σης με τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό νου­βέ­λα. Όπως φαί­νε­ται, κρι­τή­ριο α­πο­βαί­νει ο α­ριθ­μός σε­λί­δων, ό­που το ό­ριο με­τα­ξύ νου­βέ­λας και μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το­πο­θε­τεί­ται πε­ρί­που στις 150 σε­λί­δες. Ωστό­σο, στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ι­διαί­τε­ρα στα δυο πρώ­τα, η ύ­παρ­ξη κά­ποιας πλο­κής και η πε­ρι­γρα­φή ε­πει­σο­δίων, στα ο­ποία ε­μπλέ­κο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα, αι­τιο­λο­γούν ως έ­να βαθ­μό τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό. Όπως και να έ­χει, σε αυ­τήν την τα­κτι­κό­τη­τα λαν­θά­νει έ­νας μη­χα­νι­στι­κός τρό­πος.          
Το εκ πρώ­της ό­ψεως πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι ε­νώ γέρ­νει ως συγ­γρα­φέ­ας προς τη σύ­ντο­μη φόρ­μα, δεν έ­χει δη­μο­σιεύ­σει διή­γη­μα. Τε­λι­κά, θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με πως το πε­ζο­γρα­φι­κό εί­δος, που ται­ριά­ζει στο συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του εί­ναι το α­φή­γη­μα. Άλλω­στε, πριν γί­νει συγ­γρα­φέ­ας, α­σχο­λή­θη­κε με την έ­ρευ­να της Ιστο­ρίας της Χίου, ως συλ­λέ­κτης τεκ­μη­ρίων και κα­τα­γρα­φέ­ας προ­σω­πι­κών μαρ­τυ­ριών. Το πρώ­το βι­βλίο του εί­ναι συλ­λο­γή μαρ­τυ­ριών και ε­ντάσ­σε­ται στην προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία του νη­σιού. Από αυ­τό το ε­ρευ­νη­τι­κό α­πό­θε­μα, προέ­κυ­ψαν και τα δυο πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Πα­ρό­λο που ε­γκα­τέ­λει­ψε το στά­διο του ε­ρευ­νη­τή για ε­κεί­νο του συγ­γρα­φέα, η μα­θη­τεία του στις προ­φο­ρι­κές α­φη­γή­σεις στά­θη­κε μάλ­λον κα­θο­ρι­στι­κή. Ακό­μη και ό­ταν έ­χει μία υ­πό­θε­ση, που ε­πι­δέ­χε­ται μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη, αυ­τός, με τον α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο που υιο­θε­τεί, δη­μιουρ­γεί ε­πί­φα­ση ε­νιαίας α­φή­γη­σης. 
Όπως σχο­λιά­ζα­με στην πα­ρου­σία­ση της δεύ­τε­ρης νου­βέ­λας του, ε­κεί­νο που α­πο­δυ­να­μώ­νει τη μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­θε­ση, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το χιώ­τι­κο ι­διό­λε­κτο, εί­ναι η εν μέ­ρει κα­τάρ­γη­ση της τε­λείας και η α­πό­δο­ση μιας πο­λυε­στια­κής α­φή­γη­σης ως έ­ναν ε­νιαίο μα­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο. Στην ε­πό­με­νη νου­βέ­λα, πε­ριό­ρι­σε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τη χρή­ση της τε­λείας, για να την ε­πα­να­φέ­ρει ως έ­να βαθ­μό στο πρό­σφα­το. Τα ση­μεία στί­ξεως, ό­μως, προέ­κυ­ψαν λό­γω α­νά­γκης του γρα­πτού λό­γου, και α­ντί­στοι­χα, η κα­τάρ­γη­σή τους ο­ρί­ζε­ται α­πό τις α­νά­γκες της α­φή­γη­σης και ό­χι α­πό τη διά­θε­ση για μορ­φι­κούς πει­ρα­μα­τι­σμούς. Σχη­μα­το­ποιώ­ντας, αν η συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­παι­τεί το πλά­σι­μο ε­νός α­ριθ­μού χα­ρα­κτή­ρων και της νου­βέ­λας ε­νός βα­σι­κού, η α­φή­γη­ση αυ­τής της μορ­φής εί­ναι δε­μέ­νη με τον φο­ρέα της, ο ο­ποίος κα­θο­ρί­ζει την προο­πτι­κή και μέ­σω αυ­τού α­να­πτύσ­σει τις α­πό­ψεις του.   
Την πε­ρίο­δο της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς, α­κο­λου­θώ­ντας ξε­νό­γλωσ­σα πρό­τυ­πα, ε­πι­δό­θη­καν σε α­φη­γή­σεις με φι­λο­σο­φί­ζο­ντα χα­ρα­κτή­ρα. Σε αυ­τές α­να­μι­γνύουν με­τα­νε­ο­τε­ρι­κά δια­βά­σμα­τα, κυ­ρίως αγ­γλό­φω­νης προέ­λευ­σης, με α­κού­σμα­τα α­πό στό­μα­τα χω­ρι­κών πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Έτσι προ­κύ­πτουν δι­δα­κτι­κής φύ­σεως βι­βλία, στα ο­ποία α­να­πτύσ­σο­νται θεω­ρίες πε­ρί του ευ ζην και τρό­ποι α­ντι­με­τώ­πι­σης των προ­βλη­μά­των σε α­το­μι­κή, κοι­νο­τι­κή ή και σε πλα­νη­τι­κή κλί­μα­κα. Πα­ρό­μοια βι­βλία δια­βά­ζο­νται α­πό έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, με α­πο­τέ­λε­σμα να γνω­ρί­ζουν ε­πα­νεκ­δό­σεις και τα πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­να να φτά­νουν σε πω­λή­σεις, α­ριθ­μούς πολ­λα­πλά­σιους των χι­λίων α­ντι­τύ­πων, ό­ριο, που με­τά βίας προ­σεγ­γί­ζει έ­να πε­ζο­γρά­φη­μα. Μα­ζί με τα ε­κλαϊκευ­τι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, τύ­που εγ­χει­ρι­δίου με συμ­βου­λές προς ε­πι­βίω­ση, αυ­τές οι σω­τη­ριο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­φη­γή­σεις κα­λύ­πτουν τη ζή­τη­ση που δη­μιούρ­γη­σαν οι δυ­σκο­λίες των ση­με­ρι­νών πε­ρι­στά­σεων.  
Ο Μα­κρι­δά­κης στρά­φη­κε στα μυ­θο­πλα­στι­κά πε­ζά λί­γο πριν το ξε­κί­νη­μα της κρί­σης και, αν­τλώ­ντας α­πό αυ­τήν ι­δέες, πο­ρεύε­ται. Συν­δυά­ζει ση­μα­δια­κά γε­γο­νό­τα με μυ­θο­πλα­στι­κές κα­τα­στά­σεις, που, σε με­γα­λύ­τε­ρη ή μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα, πλά­θει α­πό τις ι­στο­ρίες που του α­φη­γού­νται οι συ­ντο­πί­τες του. Άλλω­στε, το σκη­νι­κό και ο χο­ρός των προ­σώ­πων πα­ρα­μέ­νουν α­μι­γώς χιώ­τι­κα. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των πε­ζο­γρα­φη­μά­των του εί­ναι η α­που­σία του έ­ρω­τα. Αντι­θέ­τως, ο θά­να­τος, στα πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­να, α­πο­βαί­νει το βα­σι­κό θέ­μα. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για τρα­γι­κές α­πο­βιώ­σεις, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν σε ι­στο­ρίες που ε­κτυ­λίσ­σο­νται εν και­ρώ οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης. Κα­τά κα­νό­να, ο τρό­πος και ο χρό­νος του θα­νά­του συ­νι­στούν το εύ­ρη­μα για το στή­σι­μο μίας ι­στο­ρίας με α­δό­κη­τη κα­τά­λη­ξη, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δί­νει ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία στην έκ­πλη­ξη του τέ­λους, την πε­ρι­βό­η­τη α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών κα­τά τους θεω­ρη­τι­κούς της λο­γο­τε­χνίας. Αυ­τοί ί­σως να πρό­σθε­ταν ό­τι προοι­κο­νο­μεί το ξάφ­νια­σμα με έ­ναν τίτ­λο, που διε­γεί­ρει την πε­ριέρ­γεια. Εκεί­νο, πά­ντως, που φαί­νε­ται να τον ε­μπνέει συγ­γρα­φι­κά σε έ­ναν θά­να­το εί­ναι η νε­κρώ­σι­μη τε­λε­τή, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα το τε­λε­τουρ­γι­κό του πέν­θους με­τά την τα­φή με την τέ­λε­ση των μνη­μο­σύ­νων. Στο πρό­σφα­το, μά­λι­στα, το νε­κρο­τα­φείο α­πο­βαί­νει ο κυ­ρίως χώ­ρος ε­κτύ­λι­ξης της ι­στο­ρίας. 
Αυ­τή τη φο­ρά, δεν ξε­κι­νά­ει α­πό την τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα σε ελ­λα­δι­κό ε­πί­πε­δο, αλ­λά α­πο­φα­σί­ζει να στρα­φεί στα δι­κά του, οι­κο­λο­γι­κής φύ­σης, εν­δια­φέ­ρο­ντα και να τα προ­βάλ­λει μέ­σω και της λο­γο­τε­χνίας. Στο ε­πί­κε­ντρο βρί­σκε­ται και πά­λι η κρί­ση, αλ­λά σαν έ­να γε­νι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα, που α­παι­τεί ριζοσπα­στικές λύσεις. Όπως είναι η εγκατά­λειψη του κα­τα­να­λω­τι­σμού και η υιο­θέ­τη­ση φυ­σι­κού τρό­που ζωής, φυ­σι­κής δια­τρο­φής και “φυ­σι­κής καλ­λιέρ­γειας” της γης. Ξε­κι­νά­ει α­πό το πρό­τυ­πο του οι­κο­λο­γι­κού χω­ριού, με “το σπί­τι μέ­σα στο χω­ρά­φι”. Εί­ναι το α­πο­κα­λού­με­νο και “πρό­τυ­πο της Χίου”, που α­να­φέ­ρε­ται σε μια κοι­νω­νία, ό­που το 80% του πλη­θυ­σμού θα εί­ναι α­γρό­τες, με το σπί­τι τους μέ­σα στο χω­ρά­φι τους. Ως ι­δα­νι­κή έ­κτα­ση του χω­ρα­φιού ο­ρί­ζο­νται τα πέ­ντε στρέμ­μα­τα, ε­νώ, ως μαρ­ξι­στι­κή ε­πι­τα­γή, ό­λα τα χω­ρά­φια θα πρέ­πει να έ­χουν την ί­δια έ­κτα­ση. Τα βα­σι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα εί­ναι η ε­ξοι­κο­νό­μη­ση ε­νέρ­γειας και η α­ξιο­ποίη­ση των α­πορ­ριμ­μά­των, των κο­πρά­νων συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Αν δώ­σου­με βά­ση στην πρό­σφα­τη νου­βέ­λα, τα αν­θρώ­πι­να κό­πρα­να δεν ε­ξαι­ρού­νται, υ­πό την προϋπό­θε­ση ο α­γρό­της, α­πό μια η­λι­κία και ύ­στε­ρα, να εί­ναι χορ­το­φά­γος. Επι­στη­μο­νι­κώς, αυ­τό ει­δι­κά το ση­μείο της ό­λης σύλ­λη­ψης, αν δεν σφάλλουμε, ελέγχεται ως ανακριβές. 
Όπως και να έ­χει, σε αυ­τό το βι­βλίο, ο συγ­γρα­φέ­ας γί­νε­ται αυ­το­βιο­γρα­φι­κός, κα­θώς ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­πο­τε­λεί, ως έ­να βαθ­μό, alter ego του. Ενδια­φέ­ρε­ται για την α­πο­α­νά­πτυ­ξη και τις “φυ­σι­κές καλ­λιέρ­γειες”, τις ο­ποίες και θέ­τει σε ε­φαρ­μο­γή στο χω­ρά­φι του. Δεν εί­ναι, ό­μως, έ­νας δια­νοού­με­νος λο­γο­τέ­χνης αλ­λά έ­χει κα­τα­λή­ξει νε­κρο­θά­φτης, που δεν ε­φαρ­μό­ζει το χιώ­τι­κο πρό­τυ­πο καλ­λιέρ­γειας της γης μό­νο στο χω­ρά­φι του, αλ­λά και στον τά­φο της άρ­τι α­πο­θα­νού­σης μη­τέ­ρας του. Ο Μα­κρι­δά­κης, α­πό την πρώ­τη του νου­βέ­λα, με την ο­ποία α­πέ­σπα­σε το εν­δια­φέ­ρον της κρι­τι­κής, εκ­πλήσ­σει με την ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του. Στην πρό­σφα­τη, ε­πέ­κτει­νε τη δρα­στη­ριό­τη­τα του  μπλό­γκερ σε ε­κεί­νη του συγ­γρα­φέα, προ­βάλ­λο­ντας τις ι­δέες του και μέ­σω της πε­ζο­γρα­φίας. Αλλά, μάλ­λον, έ­πε­σε θύ­μα υ­περ­βάλ­λου­σας πρω­το­τυ­πίας. 
Το εύ­ρη­μα για την α­νά­δει­ξη της ι­δε­ο­λο­γι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης των δυο τρό­πων ε­πι­βίω­σης και ευη­με­ρίας ταυ­τί­ζε­ται με τη φροντίδα της νε­κρής μη­τέ­ρας του νε­κρο­θά­φτη. Ο γιος θέ­λει έ­ναν α­πέ­ριτ­το τά­φο κο­ντά στη μά­ντρα, ό­που θά­βο­νται οι πα­ρα­κα­τια­νοί, α­ντι­θέ­τως ο με­τα­νά­στης στην Αμε­ρι­κή α­δελ­φός ε­πι­θυ­μεί έ­να μαυ­σω­λείο σε πε­ρίο­πτη θέ­ση, ό­που εν και­ρώ θα α­να­παυ­θεί και αυ­τός μα­ζί με την οι­κο­γέ­νειά του. Πρό­σφο­ρο έ­δα­φος για σά­τι­ρα η δου­λο­πρέ­πεια των ντό­πιων μέ­χρι και του ιε­ρέα α­πέ­να­ντι στον ζά­μπλου­το εξ Αμε­ρι­κής, ό­πως και η α­κα­λαι­σθη­σία αλ­λά και η βαρ­βα­ρό­τη­τα ε­κεί­νου α­πέ­να­ντι στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Φω­τει­νό προ­βάλ­λει το πα­ρά­δειγ­μα του γιου, που δεν θέ­λει να πλη­γώ­νει ού­τε καν τη γη, αλ­λά και των φί­λων του, που συμ­με­ρί­ζο­νται τις και­νο­τό­μες α­πό­ψεις του. Με­τα­ξύ αυ­τών εί­ναι και ο κα­θη­γη­τής Θε­ο­λο­γίας του Γυ­μνα­σίου. Μέ­χρις ε­δώ, μέ­σα α­πό μια σά­τι­ρα νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού τύ­που, με κά­ποιες πλα­τειά­ζου­σες ε­πα­να­λή­ψεις, πε­ρι­γρά­φο­νται, κά­πως σχη­μα­τι­κά λό­γω τρα­γε­λα­φι­κής διό­γκω­σης, νοο­τρο­πίες και στά­σεις ζωής. 
Μό­νο που ο συγ­γρα­φέ­ας, στο πλά­σι­μο του νε­κρο­θά­φτη ως ου­μα­νι­στή χορ­το­φά­γου, δεν ε­ξαί­ρε­σε τους προ­σω­πι­κούς του θε­ο­λο­γι­κούς προ­βλη­μα­τι­σμούς γύ­ρω α­πό το φθαρ­τό σαρ­κίο και τις με­τα­θα­νά­τιες τύ­χες του. Πλά­θει, ό­μως, έ­ναν ή­ρωα, που τι­μά τους αρ­χέ­γο­νους τρό­πους α­ντι­με­τώ­πι­σης του ζωι­κού και φυ­τι­κού σύ­μπα­ντος. Οπό­τε, θα α­να­με­νό­ταν να σέ­βε­ται τα ιε­ρά και ό­σια μίας αρ­χέ­γο­νης κοι­νω­νίας. Όπου, υ­πε­ρά­νω πά­ντων το­πο­θε­τεί­ται η μνή­μη των νε­κρών, ο τά­φος και ο ιε­ρός τό­πος α­να­παύ­σεώς τους, το νε­κρο­τα­φείο. Η βε­βή­λω­σή τους εί­θι­σται να α­πο­δί­δε­ται σε σα­τα­νι­στές και λοι­πούς μια­ρούς. Και βε­βαίως, πέ­ραν α­πό τις ό­ποιες με­τα­νε­ο­τε­ρι­κές α­πό­ψεις, βε­βή­λω­ση συ­νι­στά το να κο­πρί­ζει ο νε­κρο­θά­φτης έ­ναν τά­φο, πό­σω μάλ­λον της μη­τέ­ρας του. Ακό­μη, κι αν δε­χτού­με πως τα κό­πρα­να του χορ­το­φά­γου, ά­νευ πε­ραι­τέ­ρω ε­πε­ξερ­γα­σίας, συ­νι­στούν λί­πα­σμα. Ύστε­ρα, το να α­πο­δέ­χε­ται την πρά­ξη ο θε­ο­λό­γος, ό­σο ι­διόρ­ρυθ­μος και αν πα­ρου­σιά­ζε­ται, το να την συ­γκα­λύ­πτει ο ιε­ρέ­ας, έ­στω και προς α­πο­τρο­πή του σκαν­δά­λου, βάλ­λουν ως μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα την α­λη­θο­φά­νεια της σά­τι­ρας. Όταν, βε­βαίως, η σά­τι­ρα εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη σε ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια. Αντι­θέ­τως, κα­θώς η σά­τι­ρα δεν γνω­ρί­ζει ιε­ρά και ό­σια, αν κι­νεί­ται στο χώ­ρο της ου­το­πίας, ό­πως ε­κεί­νες του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, ό­λα μπο­ρούν να συμ­βούν. Όπως και να έ­χει, άλ­λο  με­τα­κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νία, κι άλ­λο το αί­σθη­μα του ιε­ρού και οι η­θι­κές α­να­στο­λές. Αυ­τά βρί­σκο­νται πέ­ραν αρ­νη­σι­θεΐας και ό­ποιας άλ­λης ε­κλο­γί­κευ­σης.      
Ο Μα­κρι­δά­κης, σε πα­λαιό­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή του, έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί πως τον α­πω­θούν “οι τε­λειω­μέ­νοι, του τύ­που διο­ρί­στη­κα, πα­ντρεύ­τη­κα και τε­λείω­σε η ζωή μου”. Αντι­θέ­τως, τον ελ­κύουν αυ­τοί που έ­χουν “α­νοι­κτούς λο­γα­ρια­σμούς με τη ζωή”. Που ση­μαί­νει ό­σοι θεω­ρούν ό­τι δεν έ­χουν ο­λο­κλη­ρώ­σει σχέ­δια και προο­πτι­κές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, θα α­να­με­νό­ταν να τον α­πα­σχο­λούν οι τε­λειω­μέ­νοι με τη λο­γο­τε­χνία. Αυ­τοί που έ­χουν βρει τη συ­ντα­γή και ξε­φουρ­νί­ζουν βι­βλία. Αν ά­φη­νε το πρό­σφα­το να κρυώ­σει, ί­σως να το πα­ράλ­λασ­σε ή και να το σέρ­βι­ρε σε έκ­δο­ση ε­κτός ε­μπο­ρίου. Προ­φα­νώς, αυ­τή εί­ναι η δι­κή μας ά­πο­ψη. Σε α­ντί­θε­ση, στα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, ε­πι­κρα­τεί εν­θου­σια­σμός με­τά την “μο­νο­ρού­φι” α­νά­γνω­σή του. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/3/2015.