Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Το περιοδικό της Θεσσαλονίκης

Μία α­πό τις έ­ντε­κα φω­το­γρα­φίες του Γιώρ­γου Δε­πόλ­λα,
στο έν­θε­το Camera Obscura. 







«Εντευ­κτή­ριο»
Τεύ­χος 106
Ιούλ.-Σεπ. 2014
Έκδο­ση 10/2/2015
Θεσ­σα­λο­νί­κη

“Τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά ο­φεί­λουν να εί­ναι προ­σω­πο­πα­γή. Με δη­μο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σίες δεν βγαί­νουν πε­ριο­δι­κά. Εγώ ή­μουν δι­κτα­το­ρι­κός.” Αυ­τά έ­λε­γε ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης σε συ­νέ­ντευ­ξή του, α­να­φε­ρό­με­νος και στα προ­πο­λε­μι­κά πε­ριο­δι­κά, που “ή­ταν πε­ριο­δι­κά πα­ρέ­ας, πε­ριο­δι­κά ι­δεώ­ν”. Και συ­μπλή­ρω­νε: “Σή­με­ρα τα πε­ριο­δι­κά δεν συ­γκρούο­νται με­τα­ξύ τους. Οι ί­διοι συ­νερ­γά­τες μπο­ρεί να εί­ναι στο έ­να πε­ριο­δι­κό και στο άλ­λο. Οι ί­διες ι­δέες να εκ­φρά­ζο­νται στο έ­να πε­ριο­δι­κό, οι ί­διες και στο άλ­λο. Τα πε­ριο­δι­κά σή­με­ρα εί­ναι έ­ντυ­πα κα­λής αν­θο­λο­γίας. Μπο­ρούν τα ί­δια κεί­με­να να δη­μο­σιευ­τούν και σ’ έ­να άλ­λο πε­ριο­δι­κό, ε­νώ πρώ­τα κά­τι τέ­τοιο ή­ταν α­δια­νό­η­το.” Το “σή­με­ρα” ε­κεί­νης της συ­νέ­ντευ­ξης το­πο­θε­τεί­ται το 1992. Κο­ντά έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, η κα­τά­στα­ση δεν έ­χει και πο­λύ αλ­λά­ξει. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­σω­πο­πα­γή, αλ­λά δια­τη­ρούν  και μια πα­ρέα φί­λων. Αν και μάλ­λον πρό­κει­ται για κύ­κλο μό­νι­μων συ­νερ­γα­τών. Πά­ντως, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γρα­φείς δί­νουν συ­νερ­γα­σίες, ό­που τους ζη­τη­θεί. Ενώ στέλ­νουν κεί­με­νά τους σε ό­ποιο πε­ριο­δι­κό έ­χουν κά­ποιας μορ­φής πρό­σβα­ση. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση “πε­ριο­δι­κού πα­ρέ­ας”, ό­πως την α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν ο Ανα­γνω­στά­κης, που ε­πι­βιώ­νει έ­στω και με φα­γω­μέ­νη α­πό τη φθο­ρά του χρό­νου την πα­ρέα, εί­ναι οι «Ση­μειώ­σεις».
Τρία προ­σω­πο­πα­γή πε­ριο­δι­κά α­να­φέ­ρει ο Ανα­γνω­στά­κης: «Νέα Γράμ­μα­τα», «Νέα Εστία», «Δια­γώ­νιος». Ενώ, δεν ξε­χω­ρί­ζει κα­νέ­να α­πό τα πε­ριο­δι­κά, που ξε­κί­νη­σαν με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά. Μέ­χρι τό­τε, πά­ντως, το μο­να­δι­κό πε­ριο­δι­κό, που του εί­χε κά­νει α­φιέ­ρω­μα, α­κρι­βέ­στε­ρα του εί­χε α­φιε­ρώ­σει σε­λί­δες, ή­ταν το θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο «Εντευ­κτή­ριο». Τό­τε, α­κό­μη, η συ­μπρω­τεύου­σα εί­χε πε­ριο­δι­κά. Σή­με­ρα, ε­ξαι­ρου­μέ­νου του ε­τή­σιου φι­λο­λο­γι­κού πε­ριο­δι­κού «Κον­δυ­λο­φό­ρος», αν δεν σφάλ­λου­με, το «Εντευ­κτή­ριο» α­πέ­μει­νε μο­να­δι­κό. Πε­ριο­δι­κό αρ­χι­κά δι­μη­νιαίο, σή­με­ρα τρι­μη­νιαίο, με το πρώ­το τεύ­χος να κυ­κλο­φο­ρεί την 7η Νοε. 1987. Οι “σε­λί­δες για τον Ανα­γνω­στά­κη” δη­μο­σιεύο­νται στο έ­κτο τεύ­χος. Σί­γου­ρα προ­σω­πο­πα­γές, α­φού δη­μιουρ­γός του και πά­γιος διευ­θυ­ντής εί­ναι ο Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης. Ως “μέ­ντο­ρά” του α­να­γνω­ρί­ζει τον Ντί­νο Χρι­στια­νό­που­λο, τον “δι­κτα­το­ρι­κό διευ­θυ­ντή” της «Δια­γω­νίου». Μό­νο που ο Κορ­δο­με­νί­δης, πα­ρά τη μα­θη­τεία δί­πλα του και τη λαϊκή ρή­ση, “με ό­ποιον δά­σκα­λο κα­θί­σεις, τέ­τοια γράμ­μα­τα θα μά­θεις”, ού­τε στα τριά­ντα του, ού­τε ε­φέ­τος, που συ­μπλη­ρώ­νει τα ε­ξή­ντα, λει­τουρ­γεί δι­κτα­το­ρι­κά. 
Ξε­κι­νώ­ντας το πε­ριο­δι­κό του εί­χε μία κο­ντά δε­κα­ε­τή θη­τεία σε διά­φο­ρα έ­ντυ­πα, με πιο μα­κρό­χρο­νη ε­κεί­νη στο α­ξιό­λο­γο πε­ριο­δι­κό της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, το «Εμείς», που διηύ­θυ­νε ο Δη­μή­τρης Δα­σκα­λό­που­λος. Μια άλ­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου, που στε­ρεί­ται αυ­ταρ­χι­κού προ­φίλ. Στη νε­ο­λαιί­στι­κη αρ­γκό, ο Δα­σκα­λό­που­λος θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί “ή­ρε­μη δύ­να­μη”. Ο Κορ­δο­με­νί­δης, α­ντι­θέ­τως, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση του α­βρού, στα ό­ρια του α­να­σφα­λούς, που μάλ­λον χρειά­ζε­ται πα­ρά προ­σφέ­ρει στή­ρι­ξη. Δεν α­πο­κλείε­ται, ω­στό­σο, να πρό­κει­ται για α­πα­τη­λή ε­ντύ­πω­ση, την ο­ποία κα­τα­φέρ­νει να δη­μιουρ­γεί έ­νας τα­λα­ντού­χος στις δη­μό­σιες σχέ­σεις. Ίσως, πά­λι, το 1987, που, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, “έ­νιω­θε με­τέω­ρος στα προ­σω­πι­κά του α­διέ­ξο­δα” και έ­στη­σε το πε­ριο­δι­κό, να ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρο, αντ’ αυ­τού, να ξε­κι­νού­σε μία ψυ­χα­να­λυ­τι­κή δια­δι­κα­σία. Αν το εί­χε α­πο­φα­σί­σει, το πι­θα­νό­τε­ρο να μην εί­χε στο βιο­γρα­φι­κό του μό­λις μία ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Και αυ­τή με ψευ­δώ­νυ­μο, που πο­τέ δεν κα­τα­γρά­φτη­κε. Εί­κο­σι συ­να­πτά έ­τη με­τά την υιο­θέ­τη­σή του, πά­ντο­τε σε α­να­μο­νή συ­νέ­χειας, θα μπο­ρού­σα­με να το α­πο­κα­λύ­ψου­με. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Αδα­μί­δης, ο συγ­γρα­φέ­ας της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των «Βο­λή εγ­γύς φι­λίων τμη­μά­των». Αντί, ό­μως, να ε­μπι­στευ­θεί ε­αυ­τόν στον θείο Φρόυ­ντ, προ­τί­μη­σε να μεί­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά με­τέω­ρος, με “περ­πα­τού­ρα” το πε­ριο­δι­κό του, ό­πως το χα­ρα­κτη­ρί­ζει αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος. 
Στο «Εντευ­κτή­ριο», δη­μο­σιεύ­τη­κε και το πρώ­το, με­τά θά­να­το, α­φιέ­ρω­μα στον Ανα­γνω­στά­κη. Εκεί­νος, πά­ντως, μάλ­λον συ­γκα­τα­τάσ­σει το πε­ριο­δι­κό στα “έ­ντυ­πα κα­λής αν­θο­λο­γίας”. Μό­νο που σή­με­ρα, αυ­τός ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εί­ναι μα­κράν του να θεω­ρεί­ται αυ­το­νό­η­τος. Το πρό­σφατο τεύχος διατηρεί το ί­διο πά­ντο­τε προ­σω­πι­κό στίγ­μα του εκ­δό­τη του, ό­σο α­φο­ρά αι­σθη­τι­κή και βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες, βελ­τιώ­νο­ντας την πρώ­τη και διευ­ρύ­νο­ντας τον αρ­χι­κά στε­νό κύ­κλο των δεύ­τε­ρων. Σε αυτό μετρούμε 39 συ­νερ­γά­τες, οι 15 Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες του­λά­χι­στον ως προς τον τό­πο γέν­νη­σης, στους ο­ποίους θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τους Γιάν­νη Κο­τσι­φό και Ηρα­κλή Πα­παϊωάν­νου, που διέ­λα­θαν της ευ­ρε­τη­ρία­σης. Οπό­τε, στους 41 συ­νερ­γά­τες, οι 17 έρ­χο­νται α­πό τη Βό­ρεια Ελλά­δα, σή­με­ρα, ό­μως, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι την έ­χουν ε­γκα­τα­λεί­ψει. Με­γά­λη, λοι­πόν, εί­ναι η συμ­με­το­χή των Αθη­ναίων. Γε­γο­νός, που μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί και ως α­τού και σαν μειο­νέ­κτη­μα. Ατού λό­γω της α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τας που α­πο­λαμ­βά­νουν, μειο­νέ­κτη­μα για­τί α­πο­δει­κνύο­νται γρα­φο­μα­νείς και ά­πι­στοι, σκορ­πί­ζο­ντας κεί­με­να σε ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα έ­ντυ­πα δύ­να­νται. Αντι­θέ­τως, ο Κορ­δο­με­νί­δης μέ­νει πι­στός στις “α­γά­πες” του, με πρώ­το τον φί­λο του Γιώρ­γο Ιωάν­νου. Εκεί­νος δεν πρό­λα­βε το «Εντευ­κτή­ριο», α­πε­βίω­σε στις 16 Φεβ. 1985. Ήδη, στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα και έ­να δεύ­τε­ρο, στο δέ­κα­το. Το πρό­σφα­το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, “Ο Γιώρ­γος Ιωάν­νου δια­βά­ζει πε­ζο­γρα­φή­μα­τά του”.

Επε­τεια­κό το α­φιέ­ρω­μα του τεύ­χους στον Χρι­στό­φο­ρο Λιο­ντά­κη, γεν­νη­μέ­νο στις 20 Φεβ. 1945, σύμ­φω­να με την ερ­γο­βιο­γρα­φία, που συ­ντάσ­σει ο δο­κι­μιο­γρά­φος και κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας Ζα­χα­ρίας Κα­τσα­κός. Γέν­νη­μα θρέμ­μα Κρη­τι­κός αυ­τός, α­πό το Ηρά­κλειο, ό­πως και ο τι­μώ­με­νος, κλεί­νει τις σε­λί­δες του α­φιε­ρώ­μα­τος δί­νο­ντας το στίγ­μα ε­κά­στης α­πό τις συ­νο­λι­κά ε­πτά ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Λιο­ντά­κη. Επτά συν μία, την πιο πρό­σφα­τη και συ­γκε­ντρω­τι­κή των τριών πρώ­των ποιη­τι­κών του συλ­λο­γών, που εί­χαν εκ­δο­θεί μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70. Η συ­γκε­ντρω­τι­κή εκ­δό­θη­κε το 2012, με τίτ­λο, «Ει­κό­νες που ε­πι­μέ­νουν», και ως ε­πι­σφρά­γι­σμα μίας 40ε­τούς ποιη­τι­κής πα­ρου­σίας. Από τις θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κες εκ­δό­σεις του πε­ριο­δι­κού «Τραμ», εκ­δό­θη­καν οι δυο πρώ­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, αρ­χές 1973 «Το τέ­λος του το­πίου», τέ­λη 1976 «Με­τά­θε­ση». Αν δεν σφάλ­λου­με, ο πρώ­τος κρι­τι­κός, που ε­πι­ση­μαί­νει τό­τε τη νέα ποιη­τι­κή φω­νή, εί­ναι ο Αντρέ­ας Κα­ρα­ντώ­νης. Πα­ρου­σιά­ζει και τις τρεις πρώ­τες συλ­λο­γές. Την ε­πό­με­νη, του 1982, «Ο Μι­νώ­ταυ­ρος με­τα­κο­μί­ζει», δεν την προ­λα­βαί­νει. Απο­βιώ­νει 27 Ιουν. 1982. 
Για την τρί­τη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, του 1978, «Υπό­γειο γκα­ράζ», ο Κα­ρα­ντώ­νης κά­νει την εύ­στο­χη πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι ο Λιο­ντά­κης δια­θέ­τει το “τρί­το μά­τι” ή και “μά­τι της διαί­σθη­σης”. Τα ποιή­μα­τα της ί­διας συλ­λο­γής, ο Τά­σος Λει­βα­δί­της τα δια­βά­ζει ως αλ­λη­γο­ρία ε­νός α­πό τους κύ­κλους της «Κό­λα­σης» του Δά­ντη, στη σύγ­χρο­νη εκ­δο­χή τους. Ερμη­νεία που υιο­θε­τεί και ε­παυ­ξά­νει η Χρι­στί­να Ντου­νιά στο ε­κτε­νές κεί­με­νό της στο α­φιέ­ρω­μα, με τίτ­λο, «Τα δι­καιώ­μα­τα του “θυ­μού” και η ποίη­ση του Χρι­στό­φο­ρου Λιο­ντά­κη». Σε αυ­τό, α­να­ζη­τεί τον μί­το της “α­φή­γη­σης”, ό­πως αυ­τή, ελ­λει­πτι­κή και α­πο­σπα­σμα­τι­κή, α­νε­λίσ­σε­ται στις ε­πτά συλ­λο­γές. Τε­λι­κά, ε­πι­λέ­γει ως στα­θε­ρό προ­σω­πι­κό ί­χνος του ποιη­τή στην ε­πτά­λο­φη ποιη­τι­κή πο­ρεία του την φρά­ση , “θυ­μώ μά­χε­σθαι χα­λε­πόν ο γαρ αν θέ­λη ψυ­χής ω­νεί­ται”. Δά­νειο του Λιο­ντά­κη α­πό τον Ηρά­κλει­το, που δη­λώ­νει την α­πο­δο­χή του “θυ­μού”, του­τέ­στιν του πά­θους, και την έν­δο­ση στην α­κα­τα­νί­κη­τη ε­πι­θυ­μία. 

Η με­λε­τή­τρια, στην ε­γκω­μια­στι­κή κα­τα­κλεί­δα του κει­μέ­νου της, τσι­μπά­ει στί­χους α­πό το ποίη­μα «Τα ε­πι­κίν­δυ­να» του Κα­βά­φη (“το σώ­μα μου στες η­δο­νές θα δώ­σω /...για­τί ό­ταν θέ­λω - / και θα ’χω θέ­λη­σι, δυ­να­μω­μέ­νος / ως θα ’μαι με θεω­ρία και με­λέ­τη - / στες κρί­σι­μες στιγ­μές θα ξα­να­βρί­σκω / το πνεύ­μα μου, σαν πριν, α­σκη­τι­κό”), προ­σθέ­τει και τον σο­λω­μι­κό με “λο­γι­σμό και μ’ ό­νει­ρο”, για να στρογ­γυ­λέ­ψει το συλ­λο­γι­σμό της, πως “το πά­θος της ψυ­χής και του σώ­μα­τος, δυ­να­μω­μέ­νο με θεω­ρία και με­λέ­τη, καλ­λιερ­γη­μέ­νο με λο­γι­σμό και μ’ ό­νει­ρο, κα­τα­κτά την καλ­λι­τε­χνι­κή του δι­καίω­ση”. Κι ό­μως, α­πό τα συμ­φρα­ζό­με­να του ποιή­μα­τος του Λιο­ντά­κη, «Εξι­λα­στή­ριο», ό­που και το η­ρα­κλεί­τειο α­πό­φθεγ­μα, ει­κά­ζου­με πως ο ποιη­τής, του­λά­χι­στον σε ε­κεί­νο, μάλ­λον στί­χους α­πό το κα­βα­φι­κό ποίη­μα «Νό­η­σις» α­να­κα­λεί (“Τα χρό­νια της νεό­τη­τάς μου, ο η­δο­νι­κός μου βίος - / πώς βλέ­πω τώ­ρα κα­θα­ρά το νό­η­μά των. / Τι με­τα­μέ­λειες πε­ριτ­τές, τι μά­ταιες... ”). 
Σε έ­να πα­ρα­πλή­σιο συ­μπέ­ρα­σμα ω­θεί, αν δια­βά­ζου­με σω­στά, και το κεί­με­νο, με τίτ­λο, «Ένας δια βίου λυ­ρι­σμός», του Βαγ­γέ­λη Χατ­ζη­βα­σι­λείου, του μό­νου α­μι­γούς κρι­τι­κού λο­γο­τε­χνίας στους συμ­με­τέ­χο­ντες στο α­φιέ­ρω­μα. Εκεί­νος, ζη­τώ­ντας να πα­ρου­σιά­σει τον λυ­ρι­κό Λιο­ντά­κη, α­ντι­πα­ρα­θέ­τει τη συ­γκε­ντρω­τι­κή πρό­σφα­τη έκ­δο­ση των τριών πρώ­των ποιη­τι­κών συλ­λο­γών με την έ­βδο­μη συλ­λο­γή του. Σχε­τι­κά, ο Χατ­ζη­βα­σι­λείου πα­ρα­τη­ρεί: “Ο έ­ρω­τας, που α­πο­τε­λού­σε πά­ντο­τε μό­νο έ­να εν δυ­νά­μει στοι­χείο, μια δυ­να­τό­τη­τα σε α­να­στο­λή, υ­πο­ταγ­μέ­νη στο κυ­νή­γι του ω­ραίου, θα α­νέ­βει τώ­ρα με πρω­τό­γνω­ρη ορ­μή στην ε­πι­φά­νεια...Πρό­κει­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για έ­ναν χώ­ρο ε­πε­ξερ­γα­σίας, με­ταλ­λα­γής και εν τέ­λει χει­ρα­φέ­τη­σης του ποιη­τι­κού προ­σώ­που και της ε­ρω­τι­κής του ταυ­τό­τη­τας.” Για την ε­ρω­τι­κή διά­θε­ση, με α­φορ­μή την πέ­μπτη συλ­λο­γή του 1988, «Ο ρο­δώ­νας με τους χω­ρο­φύ­λα­κες», γρά­φει ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης. Με συ­γκί­νη­ση δια­βλέ­πει πως “ο ποιη­τής δεν δι­στά­ζει να τη συμ­φι­λιώ­σει α­κό­μη και με τον χρι­στια­νι­σμό, βά­ζο­ντας τη βρο­χή να ζω­γρα­φί­ζει έ­να ρό­δο, το κυ­ρίαρ­χο σύμ­βο­λο του έ­ρω­τα, στο κλί­τος μιας βα­σι­λι­κής”. 
Εκτός α­πό τα α­πο­σπά­σμα­τα των πα­λαιό­τε­ρων κρι­τι­κών κει­μέ­νων Λει­βα­δί­τη και Τσα­ρού­χη, α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­πό­σπα­σμα ε­πι­φυλ­λί­δας του Δ. Ν. Μα­ρω­νί­τη. Επί­σης, κεί­με­νο του Διο­νύ­ση Χαλ­κω­μα­τά, που ε­γκα­τέ­λει­ψε προ­σω­ρι­νά τον Κι­κέ­ρω­να και τους κα­νό­νες της ρη­το­ρι­κής, για να α­σχο­λη­θεί με τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κή αι­σθη­τι­κή. Αυ­τά ό­σο α­φο­ρά το ποιη­τι­κό έρ­γο του Λιο­ντά­κη. Για το με­τα­φρα­στι­κό του, γρά­φει η Τι­τί­κα Δη­μη­τρού­λια, ό­που μνη­μο­νεύει συ­νο­πτι­κά και τις λοι­πές “δεύ­τε­ρες γρα­φές” του, του­τέ­στιν αν­θο­λο­γίες και βι­βλιο­κρι­σίες. Έτσι, του­λά­χι­στον σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση, μνη­μο­νεύε­ται “το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι”, η πρώ­τη αν­θο­λο­γία διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, που ο Λιο­ντά­κης εί­χε εκ­δώ­σει προ 20ε­τίας, κα­θώς και ο “ε­ρω­τι­κός Πα­πα­δια­μά­ντης”, ό­πως με­τε­ξε­λί­χθη­κε ο τίτ­λος στη δεύ­τε­ρη αν­θο­λο­γία, προ πε­ντα­ε­τίας. Επί­σης, α­να­φέ­ρε­ται η αν­θο­λο­γία του για τον γε­νέ­θλιο τό­πο, το Ηρά­κλειο Κρή­της, στη Σει­ρά, «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία». Σε αυτήν την ανθολογία, υπάρχει έμμεση μνεία και στο κεί­με­νο της Μα­ρι­λί­ζας Μη­τσού, «Πρό­σω­πα και προ­σω­πεία του μύ­θου στην ποίη­ση του Χρι­στό­φο­ρου Λιο­ντά­κη». Εκκι­νεί, ό­μως, α­πό το μο­να­δι­κό βι­βλίο του Λιο­ντά­κη με κεί­με­να, το «Νυ­κτε­ρι­νό γυ­μνα­στή­ριο», ό­που υ­πάρ­χει και κεί­με­νο για τον γε­νέ­θλιο τό­πο, το Ηρά­κλειο και τον μύ­θο του, που α­πο­τέ­λε­σε “το έ­δα­φος της ποίη­σής του”. 
Στο «Μια πό­λη στη λο­γο­τε­χνία», ο πρό­λο­γος τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Εί­κο­σι τέσ­σε­ρις ψη­φί­δες για τον Χάν­δα­κα». Κα­τά τον προ­λο­γι­στή, “μια πό­λη που τρέ­φει το μύ­θο και τρέ­φε­ται α­πό αυ­τό­ν” και α­κό­μη, “μια πό­λη ό­που ο μύ­θος γί­νε­ται πραγ­μα­τι­κό­τη­τα”. Ανθο­λο­γεί 24 συγ­γρα­φείς, με ά­νοιγ­μα κο­ντά ε­νός αιώ­να: το 1862 γεν­νη­θείς ο Ιωάν­νης Δαμ­βέρ­γης, το 1959 ο Γιώρ­γος Ξε­νά­ριος. Ανα­δη­μο­σιεύο­νται 18 πε­ζά, μία ε­πι­στο­λή Σι­κε­λια­νού προς Κα­ζα­ντζά­κη και πέ­ντε ποιή­μα­τα, α­νά­με­σα σε αυ­τά και το δι­κό του, με τίτ­λο, «Χάν­δαξ». Ο πρό­λο­γος εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νος “στον Γ. Π. Σαβ­βί­δη, φί­λο του Ηρα­κλείου”. Στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση του α­φιε­ρώ­μα­τος, δη­μο­σιεύε­ται φω­το­γρα­φία του Λιο­ντά­κη με τον Σαβ­βί­δη, την Μη­τσού και τον ο­μή­λι­κο ο­μό­τε­χνό του Θ. Θ. Νιάρ­χο. Μό­νο που φω­το­γρα­φίες, χω­ρίς το πού και κυ­ρίως, το πό­τε, μέ­νουν χω­λές, κά­τι σαν γε­ρο­ντι­κές α­να­μνή­σεις. Στο α­φιέ­ρω­μα, προ­τάσ­σε­ται α­δη­μο­σίευ­το ποίη­μα του τι­μώ­με­νου.
Τα τε­λευ­ταία τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού α­νοί­γουν με σε­λί­δες που φι­λο­ξε­νούν “νέες φω­νές”, δηλαδή πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους αλ­λά και νέ­ους ως προς την η­λι­κία. Ως ε­πι­λο­γή δεί­χνει ρη­ξι­κέ­λευ­θη, με βά­ση τα έως σή­με­ρα μέ­τρα και σταθ­μά του πε­ριο­δι­κού, ω­στό­σο ε­ντάσ­σε­ται στη γε­νι­κό­τε­ρη τά­ση, που θα μπο­ρού­σε να έ­χει την ε­τι­κέ­τα “τό­πο στα νιά­τα”. Απο­μέ­νει ζη­τού­με­νο αν αυ­τή η μό­δα προέ­κυ­ψε ως μί­μη­ση ε­νός γε­νι­κό­τε­ρου ρεύ­μα­τος στα χρό­νια της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης ή α­πό α­νά­γκη για α­να­νέω­ση των προ­σώ­πων. Πά­ντως, τεί­νει να κυ­ριαρ­χή­σει σε ό­λους τους χώ­ρους α­πό την πο­λι­τι­κή μέ­χρι το χώ­ρο του βι­βλίου. Σε αυ­τό το τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται ποιή­μα­τα δε­κα­ε­ξά­χρο­νης Κύ­πριας. Ακο­λου­θούν με­τα­φρά­σεις, ποιή­μα­τα και πε­ζά ε­νη­λί­κων. Επί­σης, νε­κρο­λο­γίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις. 
Υπάρ­χει, βε­βαίως και σε αυ­τό το τεύ­χος το φω­το­γρα­φι­κό 16σέ­λι­δο Camera Obscura, που συ­νι­στά μό­νι­μο δια­κρι­τι­κό στοι­χείο του πε­ριο­δι­κού. Με τίτ­λο «The Artist and his Masterpiece», δη­μο­σιεύο­νται 11 φω­το­γρα­φίες του Γιώρ­γου Δε­πόλ­λα, ό­που σαρ­κά­ζει τις με­τα­νεω­τε­ρι­κές καλ­λι­τε­χνι­κές τά­σεις, πο­ζά­ρο­ντας σο­βα­ρο­φα­νώς προς αυ­το­φω­το­γρά­φι­ση δί­πλα σε σω­ρούς σκου­πι­διών σε δη­μό­σιους χώ­ρους. Πρό­κει­ται για τολ­μη­ρό σαρ­κα­σμό, αλλά ριψοκίνδυνο, καθώς μπορεί να παρεξηγηθεί α­πό α­φε­λείς θια­σώ­τες της ση­με­ρι­νής πρω­το­πο­ρίας στη φω­το­γρα­φία.   

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου   

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/3/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: