Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Μα­κρο­νή­σου με­θεόρ­τια

  Γε­λοιο­γρα­φία α­πό ε­πο­χή δό­ξας της Μα­κρο­νή­σου.
















Δη­μή­τρης Φύσ­σας
«Η Νι­λου­φέρ στα χρό­νια
της κρί­σης»
Εκδό­σεις Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2015


Σύμ­φω­να με το σύ­ντο­μο κεί­με­νο στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, “αν τε­λι­κά έ­να μέ­ρος της σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής θεω­ρη­θεί στο μέλ­λον λο­γο­τε­χνία της κρί­σης, τό­τε το πρό­σφα­το”, πέ­μπτο ε­ντός μιας δε­κα­ε­τίας μυ­θι­στό­ρη­μα του Δη­μή­τρη Φύσ­σα, “θα διεκ­δι­κή­σει τη θέ­ση του σ’ αυ­τή­ν”. Προς το πα­ρόν, θα μπο­ρού­σε να διεκ­δι­κή­σει θέ­ση στη λο­γο­τε­χνία της Μα­κρο­νή­σου. Πα­ρό­τι η Μα­κρό­νη­σος, ως τό­πος ε­ξο­ρίας, α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της με­τα­πο­λε­μι­κής Ιστο­ρίας, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­χει κα­ταρ­τι­στεί βι­βλιο­γρα­φία χρο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων γύ­ρω α­πό αυ­τήν. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, χρο­νι­κά και μαρ­τυ­ρίες, μάλ­λον πλε­ο­νά­ζουν. Για τα κα­θ’ αυ­τά λο­γο­τε­χνι­κά, αυτό ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο ψη­λά βά­ζει κά­ποιος τον πή­χυ. Στη δεύ­τε­ρη Διη­με­ρί­δα για τη Μα­κρό­νη­σο, Μάρ. 1998, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, που εί­χε α­να­λά­βει να μι­λή­σει για “την πε­ζο­γρα­φία της Μα­κρο­νή­σου ή πε­ρί αυ­τής”, πρό­βα­λε ει­σα­γω­γι­κά τις υ­ψη­λές του α­παι­τή­σεις, με τη φρά­ση, “αν και ό­σο τυ­χόν υ­πάρ­χει”. Έκα­νε, μά­λι­στα, διά­κρι­ση με­τα­ξύ “λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλίων και ό­σων τα υ­πο­δύο­νται”. Μία πα­ρό­μοια διά­κρι­ση μάλ­λον θα α­πο­βεί α­να­γκαία και στην πε­ρί­πτω­ση που ό­σα μυ­θο­πλα­στι­κά βι­βλία έ­χουν ως κυ­ρίως θέ­μα την κρί­ση ή και α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τήν, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο ε­πι­δερ­μι­κά, αυ­το­νο­μη­θούν σε ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία, ό­πως έ­χει γί­νει με άλ­λες κρί­σι­μες πε­ριό­δους, λ.χ., ε­κεί­νη της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου.
Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Φύσ­σα διεκ­δι­κεί θέ­ση στο σύ­νο­λο της το­μής των δυο συ­νό­λων που α­να­φέ­ρα­με, των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της κρί­σης και ε­κεί­νων της Μα­κρο­νή­σου. Δη­λα­δή, σε έ­να σύ­νο­λο, που πα­ρέ­με­νε κε­νό, μέ­χρι τον Φεβ. του 2015, που αυ­τό κυ­κλο­φό­ρη­σε. Για­τί ό­σοι συ­νέ­θε­σαν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα το­πο­θε­τη­μέ­να μέ­σα στην πε­ντα­ε­τία της κρί­σης, ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στα δει­νά των η­ρώων τους, με α­να­δρο­μές στον προ­η­γού­με­νο, σχε­τι­κά του­λά­χι­στον, ά­νε­το βίο τους. Ο Φύσ­σας εί­ναι ο πρώ­τος, που δί­νει ι­στο­ρι­κό βά­θος, και μά­λι­στα, ό­χι μίας 70ε­τίας, που, για τους πολ­λούς, θα ση­μα­το­δο­τού­σε η α­να­φο­ρά στη Μα­κρό­νη­σο, αλ­λά ε­νός αιώ­να. Κα­θό­σον ι­στο­ρη­μέ­νος, το­πο­θε­τεί τις α­παρ­χές της ι­στο­ρίας του στη διάρ­κεια του πρώ­του Βαλ­κα­νι­κού Πο­λέ­μου, ό­ταν η Μα­κρό­νη­σος, μέ­χρι τό­τε βο­σκό­το­πος, “χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως στρα­τό­πε­δο Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­τω­ν”, σύμ­φω­να με την Εγκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα. Λα­κω­νι­κή η α­να­φο­ρά, ό­πως και ε­κεί­νη της με­σο­πο­λε­μι­κής Εγκυ­κλο­παί­δειας του Δραν­δά­κη, της ο­ποίας τη συ­ντο­μία ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δι­καιο­λο­γεί, σχο­λιά­ζο­ντας πως “οι Τούρ­κοι αιχ­μά­λω­τοι του ’12- ’13 δεν εν­δια­φέ­ρα­νε και πο­λύ τους Έλλη­νες α­να­γνώ­στες εί­κο­σι χρό­νια με­τά”. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη Εγκυ­κλο­παί­δεια, ού­τε και τους κα­το­πι­νούς εν­δια­φέ­ρουν. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, οι ε­κά­στο­τε συ­ντά­κτες δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν ή και δεν ε­πι­θυ­μού­σαν την προ­βο­λή τους.
Πο­λι­τι­κός ε­πι­στή­μο­νας ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­τά τις α­να­φε­ρό­με­νες σπου­δές του βιο­γρα­φι­κού στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, με την α­ντι­πα­ρά­θε­ση που κά­νει της σχέ­σης Ελλά­δας-Τουρ­κίας, τό­τε και σή­με­ρα, ό­χι σε δια­κρα­τι­κό ε­πί­πε­δο αλ­λά ό­σο α­φο­ρά τις ε­πα­φές των δυο λαών, σχο­λιά­ζει έμ­με­σα την αλ­λα­γή στις θέ­σεις ε­ξου­σια­στή και ε­ξου­σια­ζό­με­νου, που κα­τέ­λη­ξε σε σχέ­ση οι­κο­νο­μι­κά προ­νο­μιού­χου και μειο­νε­κτού­ντα. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, χά­ρις και στη λαν­θά­νου­σα αι­σθη­μα­τι­κή αύ­ρα, που πε­ρι­βάλ­λει τον α­φη­γη­τή και την συ­ντα­ξι­διώ­τισ­σά του σε ορ­γα­νω­μέ­νη εκ­δρο­μή στη Μα­κρό­νη­σο, την Νι­λου­φέρ του τίτ­λου, το μυ­θι­στό­ρη­μα παίρ­νει θέ­ση στην εκ­κο­λα­πτό­με­νη λο­γο­τε­χνία της ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής φι­λίας, ό­που το­πο­θε­τεί­ται και το προ­πέρ­σι­νο μυ­θι­στό­ρη­μα της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη, «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης».
Κα­τά τα άλ­λα, στη συ­ζή­τη­σή τους για τα δει­νά των Τούρ­κων αιχ­μα­λώ­των, της δη­λώ­νει ό­τι “δεν έ­χει κα­θό­λου σκο­πό να υ­πε­ρα­σπι­στεί τους Έλλη­νες του 1912”. Αντι­θέ­τως, συ­γκε­ντρώ­νει και της πα­ρου­σιά­ζει μαρ­τυ­ρίες για τους “χι­λιά­δες Τούρ­κους αιχ­μα­λώ­τους που πέ­θα­ναν α­πό την πεί­να, τη δί­ψα  και τις αρ­ρώ­στιες.” “Μια α­πέ­ρα­ντη σει­ρά α­πό τά­φους Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων αιχ­μα­λώ­τω­ν”. Κα­τά μία δια­φο­ρε­τι­κή μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­δο­χή, θα μπο­ρού­σε να της σκια­γρα­φή­σει την ο­λέ­θρια οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ελλά­δας των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων και με­τά, να της ε­ξι­στο­ρή­σει τον αι­μα­τη­ρό α­γώ­να για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των Ιωαν­νί­νων α­πό τους Οθω­μα­νούς. Την πρώ­τη α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­πό­πει­ρα για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που, στις 28 Νοε. 1912, σκο­τώ­θη­κε ο ποιη­τής Λο­ρέ­ντζος Μα­βί­λης. Πι­θα­νόν, η Νι­λου­φέ­ρ, δη­μο­σιο­γρά­φος μεν, αλ­λά με δι­δα­κτο­ρι­κό στις Διε­θνείς Σχέ­σεις, δώ­δε­κα χρό­νια ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στην Αθή­να, ως α­ντα­πο­κρί­τρια τουρ­κι­κών ε­ντύ­πων, να τον εί­χε α­κου­στά ή και να εί­χε δια­βά­σει τα σο­νέ­τα του, λ.χ., στην αγ­γλι­κή.
Ακό­μη, να της διη­γη­θεί την τε­λευ­ταία, νι­κη­φό­ρα για τους Έλλη­νες, μά­χη της 20ης Φεβ. 1913, ό­που σκο­τώ­θη­καν κο­ντά 3 000 Τούρ­κοι, ε­νώ οι αιχ­μά­λω­τοι έ­φτα­σαν τους 10 000. Ανά­με­σα σε αυ­τούς και ο προ­πάπ­πος της, γεν­νη­μέ­νος στη Δρά­μα, “στρα­τιώ­της στα Γιάν­νε­να, αιχ­μά­λω­τος στο Μα­κρο­νή­σι”. Ει­κο­σά­ρης τό­τε, ά­ντε­ξε τις κα­κου­χίες. Άλλω­στε, με­ρι­κούς μό­νο μή­νες έ­μει­νε στο στρα­τό­πε­δο της Μα­κρο­νή­σου. Όταν γύ­ρι­σε στη Δρά­μα, “ή­τα­νε α­κό­μη κα­λο­καί­ρι, πρό­λα­βε τα στα­φύ­λια”. Έκα­νε οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά, με την α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών το ’23, βρέ­θη­κε στην Κιου­τά­χεια. “Οι Τούρ­κοι πή­ρα­νε τα χτή­μα­τα που ά­φη­σαν οι Ρω­μιοί.” Κα­ζά­ντι­σε και στα ε­βδο­μή­ντα του, έ­γρα­ψε το τι πέ­ρα­σε στη Μα­κρό­νη­σο.
Ο α­φη­γη­τής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Φύσ­σα υιο­θε­τεί την τρέ­χου­σα με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή ο­πτι­κή και στά­ση. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν ε­ξη­ντά­ρη φι­λό­λο­γο, δεν αρ­κεί­ται στις θη­ριω­δίες Τούρ­κων και Βουλ­γά­ρων, θέ­λει να δεί­ξει και ό­σα έ­γι­ναν α­πό την πλευ­ρά των Ελλή­νων. Με­τα­νε­ο­τε­ρι­κής δο­μής θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν και η μυ­θο­πλα­σία, την ο­ποία ξε­δι­πλώ­νει ως α­φη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά 18 κε­φά­λαια, ό­που τα 12 α­πο­τε­λούν κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που ο ί­διος γρά­φει. Αυ­τά πα­ρου­σιά­ζο­νται, εί­τε ως αυ­τό­νο­μες μαρ­τυ­ρίες εί­τε ως σχε­διά­σμα­τα, τα ο­ποία συ­νο­δεύο­νται α­πό σκέ­ψεις και πα­ρα­τη­ρή­σεις κα­τά την ε­ξεύ­ρε­ση πη­γών και τεκ­μη­ρίων. Αυ­τό το, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα δι­καιο­λο­γεί το φορ­τίο του πραγ­μα­το­λο­γι­κού υ­λι­κού. Τα υ­πό­λοι­πα κε­φά­λαια δια­σκε­δά­ζουν τη με­γά­λη, κα­τά μία ε­κτί­μη­ση, έ­κτα­ση πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο, με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ε­μπλο­κή Αφη­γη­τή-Νι­λου­φέρ. Για πρώ­τη φο­ρά στη ζωή του, φαί­νε­ται να α­να­πτύσ­σει και αυ­τός μία “σχέ­ση σχε­σέ­νια”, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του κε­φα­λαίου γύ­ρω α­πό τον ε­ρω­τι­κό βίο του. Ου­σια­στι­κά, πε­ρι­γρά­φει μια ζωή συ­ναι­σθη­μα­τι­κά ά­δεια. Ακό­μη έ­νας α­φη­γη­τής, ό­πως ε­κεί­νος στο διή­γη­μα του Χρί­στου Κυ­θρεώ­τη, «Το κα­λύ­τε­ρο που μπο­ρεί να συμ­βεί», που ι­κα­νο­ποιεί­ται με ται­νίες. Τσό­ντες αυ­τός, πορ­νο­ται­νίες ε­κεί­νος. Δια­φο­ρε­τι­κές γε­νιές οι δυο συγ­γρα­φείς, ό­πως και οι α­φη­γη­τές τους, αλ­λά το πα­ρόν των μυ­θο­πλα­σιών τους συ­μπί­πτει, το­πο­θε­τη­μέ­νο στα σα­ρα­ντά­χρο­να του Πο­λυ­τε­χνείου.
Πρω­τό­τυ­πη η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου του Φύσ­σα. Ίσως, το μό­νο κοι­νό­το­πο να εί­ναι το ό­νο­μα της Τουρ­κά­λας. Ελλη­νι­στί νού­φα­ρο ή και άν­θος του λω­τού, το έ­χου­με συ­να­ντή­σει στο παι­δι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα της Αλεξ. Μη­τσιά­λη, «Με λέ­νε Νι­λου­φέρ» (Πα­τά­κης, 2010), και πά­λι, στο πρό­σφα­το δρα­μα­τι­κό τουρ­κι­κό σί­ριαλ «Δια­μά­ντια και έ­ρω­τας». Ο Αφη­γη­τής και η Νι­λου­φέ­ρ, ο κα­θέ­νας για τους δι­κούς του λό­γους, θέ­λουν να γρά­ψουν έ­να βι­βλίο γύ­ρω α­πό την Μα­κρό­νη­σο. Εκεί­νη πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον προ­πάπ­πο της και “το χαρ­τί που ά­φη­σε”. Εκεί­νος, α­πό τα ευ­ρή­μα­τα του κου­μπά­ρου του, ε­ρα­σι­τέ­χνη δύ­τη, στο Νό­τιο Ευ­βοϊκό. Επρό­κει­το για υ­πο­λείμ­μα­τα δυο νε­κρών, εκ πρώ­της ό­ψεως, μυ­στη­ριώ­δους προέ­λευ­σης. Έτσι ξε­κί­νη­σε η “λό­ξα” του, για να ε­ξε­λι­χθεί στα χρό­νια της κρί­σης σε μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα, μία “α­χνή ελ­πί­δα” κά­τι να αλ­λά­ξει στο κα­θη­με­ρι­νό  ζό­ρι­σμα. Σε αυ­τήν την σπον­δυ­λω­τή α­φή­γη­ση, έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που την α­ντι­δια­στέλ­λει α­πό άλ­λες, πα­λαιό­τε­ρες, εί­ναι η ι­δε­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­ση του α­φη­γη­τή. Πρώ­το στους α­νοι­χτούς λο­γα­ρια­σμούς του με το πα­ρελ­θόν δεί­χνει να έρ­χε­ται το ΚΚΕ. Ως ε­πι­μύ­θιο σε αλ­λο­τι­νά και ση­με­ρι­νά πά­θη, ο Αφη­γη­τής προ­σθέ­τει: “Αχ, κόκ­κι­νη Ρό­ζα, ποιος θυ­μά­ται πως ό­ρι­ζες την ε­λευ­θε­ρία, με μέ­τρο την έκ­φρα­ση της δια­φο­ρε­τι­κής σκέ­ψης;”
Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αφη­γη­τή, που έ­μει­νε, λό­γω κρί­σης, η­μι­τε­λές, ό­πως διεκ­τρα­γω­δεί­ται στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, έ­χει τον τίτ­λο, «Ένα ΥΓ. Για το Μα­κρύ Νη­σί». Εύ­στο­χος τίτ­λος, α­φού, στα κε­φά­λαια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, συ­γκε­ντρώ­νει πρό­σθε­τα στοι­χεία, που συνή­θως παραλείπονται, καθώς τα χρονικά της Μακρονήσου επικεντρώνονται στη δύ­σκο­λη ζωή των ε­ξό­ρι­στων, κυ­ρίως στα βα­σα­νι­στή­ρια που ε­πι­νοού­σαν οι “α­να­μορ­φω­τές” τους. Εκεί­νος α­φιε­ρώ­νει έ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια στον βίο και την πο­λι­τεία “του α­ξιω­μα­τι­κού της Μα­κρο­νή­σου Δη­μη­τρίου Ιωαν­νί­δη” και έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία σε άλ­λους “ε­θνι­κούς δια­φω­τι­στές”, λι­γό­τε­ρο ε­πι­φα­νείς στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Επί­σης, προ­βλέ­πει έ­να σχε­τι­κά σύ­ντο­μο κε­φά­λαιο για το μυ­θι­στό­ρη­μα «Λοι­μός» του Αντρέα Φρα­γκιά, που “εκ­θειά­ζε­ται” ως υ­ψη­λό πρό­τυ­πο. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­κτε­νή κε­φά­λαια, ε­πι­μέ­νει στις πε­ρι­βό­η­τες “δη­λώ­σεις α­πο­κή­ρυ­ξης του κο­μου­νι­σμού”, πα­ρα­θέ­το­ντας το ι­στο­ρι­κό τους, τη χρή­ση τους και το συμ­βο­λι­κό για έ­ναν κο­μου­νι­στή βά­ρος τους. Απο­θη­σαυ­ρί­ζει δη­λώ­σεις δη­μο­σιευ­μέ­νες στο α­θη­ναϊκό Τύ­πο και στην ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα «Αλή­θεια» της Τρί­πο­λης. Αυτές τις θέτει σε αντιπαράθεση με προφορικές μαρτυρίες κά­ποιων που ά­ντε­ξαν, ό­σο χρό­νο ά­ντε­ξαν χω­ρίς να υ­πο­γρά­φουν το χαρ­τί της με­τα­νοίας.
Σε έ­να κε­φά­λαιο, ό­που, στις μαρ­τυ­ρίες ε­μπλέ­κο­νται και τα “ε­γκλή­μα­τα της Ο­ΠΛΑ” στα Δε­κεμ­βρια­νά, του ξε­φεύ­γει και έ­νας κα­λός λό­γος για τους κο­μου­νι­στές. “Μά­τια δεν βγά­λα­νε”, κι ας το βε­βαίω­νε ο ια­τρο­δι­κα­στής στην αυ­το­ψία και στη συ­νέ­χεια, το έ­γρα­φαν οι ε­φη­με­ρί­δες και έ­τσι μά­θαι­νε ο κό­σμος για “τρο­με­ρές α­γριό­τη­τες”. Σε δυο κε­φά­λαια, πλεί­στα ό­σα δε­δο­μέ­να πε­ρί Μα­κρο­νή­σου πα­ρου­σιά­ζο­νται δή­θεν α­τά­κτως συρ­ραμ­μέ­να, σαν πε­ρι­διά­βα­σμα του συ­γκε­ντρω­μέ­νου υ­λι­κού α­πό τον ε­πί­δο­ξο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Εί­ναι, ω­στό­σο, εμ­φα­νής η συ­νειρ­μι­κή ροή, με την ο­ποία ο α­φη­γη­τής-συγ­γρα­φέ­ας α­πο­πει­ρά­ται να α­πο­τυ­πώ­σει “την α­γριό­τη­τα και το πα­ρά­λο­γο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Αυ­τό που ο Φρα­γκιάς ε­πέ­τυ­χε α­φη­γη­μα­τι­κά, ε­κεί­νος το προ­σπα­θεί με έ­να με­τα­νε­ο­τε­ρι­κό κολ­λάζ τεκ­μη­ρίων. Στο ί­διο ύ­φος εί­ναι γραμ­μέ­νο και το κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο του βι­βλίου. “Και πτω­χα­λα­ζών και με κα­ρη­βα­ρίες”, κα­τά το τίτ­λο, ο Αφη­γη­τής, ε­γκα­τα­λεί­πει, λό­γω πα­ντε­λούς α­δυ­να­μίας να πλη­ρώ­σει τα χρω­στού­με­να, το δια­μέ­ρι­σμά του, για να ε­γκα­τα­στα­θεί “στο α­κι­νη­το­ποιη­μέ­νο γκολ­φ” του, ε­νώ συ­νει­δη­το­ποιεί πως η κρί­ση τον “τε­λείω­σε” του­λά­χι­στον ως συγ­γρα­φέα.
Κι ό­μως, υ­πάρ­χει μία αύ­ρα χα­ρω­πής διά­θε­σης. Άντε­ξε στον πει­ρα­σμό, αρ­νού­με­νος την πρό­σκλη­ση της Νι­λου­φέ­ρ, που τα εί­χε κα­τα­φέ­ρει και ή­ταν πλέ­ον μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για έ­να τα­ξί­δι στην Ισταν­μπού­λ, που θα του ά­νοι­γε πολ­λές προο­πτι­κές. Έτσι διέ­σω­σε την α­ξιο­πρέ­πειά του. Και η α­ξιο­πρέ­πεια γι’ αυ­τόν “τον ξε­πε­σμέ­νο Έλλη­να δια­νοού­με­νο”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του ο Φύσ­σας, χω­ρίς να κρύ­βει πως πρό­κει­ται για προ­σφι­λές alter ego, εί­ναι με­γά­λο κε­φά­λαιο. Δια­βά­ζο­ντας τα γκρά­φι­τι στους τοί­χους και τους τίτ­λους των ε­φη­με­ρί­δων στα πε­ρί­πτε­ρα, ο Αφη­γη­τής θυ­μά­ται έ­να αγ­γλι­κό “χι­τ” α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’70 και την “α­λή­τι­κη” φοι­τη­τι­κή ζωή της πα­ρέ­ας των “συ­ντρό­φω­ν”, που ε­ξόρ­γι­ζε τον “Γραμ­μα­τέα της Σπου­δά­ζου­σας Αθή­νας”. Το βι­βλίο κλεί­νει  με αυ­τούς τους στί­χους, που ται­ριά­ζουν και στα χρό­νια της κρί­σης: “My words but a whisper, your deafness a shout. / I may make you feel but I can’t make you think. /// you wise men don’t know how it feels to be thick as a brick.”  Ίσως, “ο Γραμ­μα­τέ­ας της Σπου­δά­ζου­σας” να μην ε­νέ­κρι­νε το βι­βλίο του Αφη­γη­τή. Το βι­βλίο ό­μως του Φύσ­σα μπο­ρεί και να ε­ρε­θί­σει το εν­δια­φέ­ρον κά­ποιων νεό­τε­ρων για τον α­να­ξιο­ποίη­το σή­με­ρα “βο­σκό­το­πο” της Μα­κρο­νή­σου.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/4/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: