Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Ανατρεπτική κωμωδία

Joe Orton «Loot»
Με­τά­φρα­ση Τώ­νια Ράλ­λη
Εκδό­σεις SCRIPTA
Αθή­να, 2010

Το μαύ­ρο χιού­μορ και η μαύ­ρη κω­μω­δία φέ­ρο­νται ως γεν­νή­μα­τα του Με­σο­πο­λέ­μου, τα ο­ποία γνώ­ρι­σαν ι­διαί­τε­ρη άν­θη­ση στις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Σή­με­ρα δεν φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στον ί­διο βαθ­μό, πα­ρό­τι οι κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες γί­νο­νται ό­λο και ευ­νοϊκό­τε­ρες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­βαί­νουν στο θέ­α­τρο ή γυ­ρί­ζο­νται ται­νίες τα πα­λαιό­τε­ρα έρ­γα του εί­δους πα­ρά γρά­φο­νται και­νούρ­για. Η λε­γό­με­νη μαύ­ρη, κά­πο­τε και σκο­τει­νή, κω­μω­δία ε­πι­στρα­τεύει το μαύ­ρο χιού­μο­ρ, που συ­νή­θως κα­τα­λή­γει συ­νώ­νυ­μο του νο­ση­ρού χιού­μορ ή και του αρ­ρω­στη­μέ­νου α­στείου. Στρέ­φε­ται, κα­τά προ­τί­μη­ση, γύ­ρω α­πό σο­βα­ρά κοι­νω­νι­κά ζη­τή­μα­τα, που δεν ε­πι­δέ­χο­νται α­στεϊσμούς, πα­ρα­βιά­ζο­ντας τα κοι­νω­νι­κά τα­μπού. Πλά­θει ή­ρωες κυ­νι­κούς, οι ο­ποίοι έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με άλ­λους, που βρί­σκο­νται στα ό­ρια της α­πό­γνω­σης. Ως προ­δρο­μι­κές εκ­φάν­σεις της μαύ­ρης κω­μω­δίας θεω­ρού­νται ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις πιο σκο­τει­νές σαιξ­πη­ρι­κές κω­μω­δίες. Γνω­στό­τε­ροι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς, που κα­τα­πιά­στη­καν με την μαύ­ρη κω­μω­δία, εί­ναι ο Ζαν Ανούι­γ, ο Ζαν Ζε­νέ, ο Χά­ρολ­ντ Πί­ντερ. Στους βα­σι­κούς εκ­προ­σώ­πους του εί­δους συ­γκα­τα­λέ­γε­ται και ο λι­γό­τε­ρο γνω­στός βρε­τα­νός θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Τζο Όρτον, του ο­ποίου ο βίος και η πο­λι­τεία θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν και θέ­μα μαύ­ρης κω­μω­δίας.
Γεν­νη­μέ­νος ο Όρτον στο Λέ­στερ της Αγγλίας, την 1η Ια­νουα­ρίου του 1933, σπού­δα­σε με υ­πο­τρο­φία η­θο­ποιός στη Βα­σι­λι­κή Ακα­δη­μία Δρα­μα­τι­κής Τέ­χνης. Στη δε­κα­ε­τία του '50 ή­ταν έ­νας ω­ραίος ά­ντρας, που έ­κα­νε μπό­ντι μπίλ­ντιν­γκ και α­ντί να κρύ­βει, ό­πως ε­πέ­βα­λαν τα τό­τε κοι­νω­νι­κά ή­θη, την ο­μο­φυ­λο­φι­λία του, ε­κεί­νος την ε­πι­δεί­κνυε. Μά­λι­στα, με τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του δεν προ­κα­λού­σε μό­νο τον κοι­νω­νι­κό πε­ρί­γυ­ρο του Λον­δί­νου ε­κεί­νης της ε­πο­χής αλ­λά και τον σύ­ντρο­φό του, έ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο κα­τά δέ­κα χρό­νια συμ­φοι­τη­τή του στην Ακα­δη­μία, με τον ο­ποίο συμ­βίω­νε με­τά την α­πο­φοί­τη­σή του. Ως η­θο­ποιοί φαί­νε­ται ό­τι δεν εί­χαν ι­διαί­τε­ρη τύ­χη, γι' αυ­τό και ε­πι­δό­θη­καν στο α­πό κοι­νού γρά­ψι­μο μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Και πά­λι, ό­μως, α­νε­πι­τυ­χώς. Ένα πα­ρά­ξε­νο χό­μπι ά­νοι­ξε τον δρό­μο του Όρτον προς τη μαύ­ρη κω­μω­δία. Ο βαν­δα­λι­σμός βι­βλίων. Δα­νεί­ζο­νταν βι­βλία λο­γο­τε­χνίας α­πό τη Δη­μό­σια Βι­βλιο­θή­κη και τα ε­πέ­στρε­φαν με ε­ξώ­φυλ­λα μαϊμού­δες. Δη­λα­δή, α­ντι­κα­θι­στού­σαν τις κα­θώς πρέ­πει φω­το­γρα­φίες του ε­μπρο­σθό­φυλ­λου και το σο­βα­ρό κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου με άλ­λα πορ­νο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Τε­λι­κά, συ­νε­λή­φθη­σαν και δι­κά­στη­καν για κα­τα­στρο­φή 70 βι­βλίων. Η ποι­νή δεν ή­ταν με­γά­λη, μια ε­ξά­μη­νη φυ­λά­κι­ση. Ωστό­σο, στά­θη­κε αρ­κε­τή, ώ­στε, α­φε­νός μεν, να χω­ρι­στεί για λί­γο το δί­δυ­μο, του­λά­χι­στον συγ­γρα­φι­κά, και α­φε­τέ­ρου, να δει ο Όρτον, μέ­σα α­πό τη δια­φθο­ρά των α­στυ­νο­μι­κών και δι­κα­στι­κών Αρχών, την άλ­λη πλευ­ρά της φι­λε­λεύ­θε­ρης χώ­ρας του. Όπως ο ί­διος γρά­φει: “Εί­χα α­νέ­κα­θεν μια α­σα­φή ε­ντύ­πω­ση ό­τι υ­πήρ­χε κά­που κά­τι σά­πιο. Η φυ­λα­κή μου α­πε­κά­λυ­ψε έ­να καρ­κί­νω­μα. Σαν η κοι­νω­νία, ό­μοια με γριά πόρ­νη, να σή­κω­σε τα φου­στά­νιά της. Η α­πο­φο­ρά ή­ταν α­νυ­πό­φο­ρη.” Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1960, ξε­κί­νη­σε η σύ­ντο­μη αλ­λά θε­α­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία του ως θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα. Τρία έρ­γα α­πο­τέ­λε­σαν την κο­ρω­νί­δα. Ανέ­βη­καν και ξα­να­νέ­βη­καν στο θέ­α­τρο, με­τα­φρά­στη­καν, γυ­ρί­στη­καν ται­νίες: «Τα γού­στα του κυ­ρίου Σλό­αν», «Το πλιά­τσι­κο», «Τι εί­δε ο μπάτ­λερ». Ωστό­σο, στην ακ­μή της η­λι­κίας του αλ­λά και της δό­ξας του, ήρ­θε το τέ­λος. Ένα ά­γριο έ­γκλη­μα, με δρά­στη τον σύ­ντρο­φό του, με τον ο­ποίο ε­ξα­κο­λου­θού­σε να συμ­βιώ­νει. Στις 9 Αυ­γού­στου 1967, τον σκό­τω­σε με εν­νέα σφυ­ριές στο κε­φά­λι. Ει­κά­ζε­ται ό­τι ο φί­λος του πρό­λα­βε και πέ­θα­νε πρώ­τος, α­φού προ­τί­μη­σε για την αυ­το­κτο­νία του μια γε­ρή δό­ση υ­πνω­τι­κών χα­πιών.
Αυ­τή, εν συ­ντο­μία, εί­ναι η μαύ­ρη κω­μω­δία της ζωής του. Όσο για τις μαύ­ρες κω­μω­δίες που έ­γρα­ψε, ε­φέ­τος ξα­να­θυ­μη­θή­κα­με δύο α­πό αυ­τές. Τον Ια­νουά­ριο α­νέ­βη­κε το «Τι εί­δε ο Μπάτ­λερ», σε ε­ναλ­λασ­σό­με­νο ρε­περ­τό­ριο με τη «Δω­δε­κά­τη νύ­χτα» του Σαίξ­πη­ρ, και την ά­νοι­ξη, «Το πλιά­τσι­κο». Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, το 1965, που α­νέ­βη­κε για πρώ­τη φο­ρά εί­χε κερ­δί­σει και έ­να ε­ξέ­χον τό­τε αγ­γλι­κό βρα­βείο για το κα­λύ­τε­ρο θε­α­τρι­κό έρ­γο. Στην Αθή­να, ε­φέ­τος, α­νέ­βη­κε με τον τίτ­λο «Loot» α­πό τον θία­σο «Νο­σταλ­γία», που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­ε­τή πα­ρου­σία. Η σκη­νο­θε­σία ή­ταν του δί­δυ­μου των θια­σαρ­χών Γιώρ­γου Σί­μω­να και Τώ­νιας Ράλ­λη, στην ο­ποία ο­φεί­λο­νταν και τα σκη­νι­κά. Σε δι­κή της με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το έρ­γο σε μό­λις 500 α­ντί­τυ­πα, και ως συ­νο­δευ­τι­κό του θε­α­τρι­κού α­νε­βά­σμα­τος. Οι πα­ρα­στά­σεις, ό­μως, α­νε­βαί­νουν και κα­τε­βαί­νουν, ε­νώ η έκ­δο­ση ε­νός θε­α­τρι­κού κει­μέ­νου πα­ρα­μέ­νει μια α­πό­λαυ­ση, ε­σα­εί πρό­σφο­ρη για την κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη ώ­ρα α­νά­γνω­σης.
Να θυ­μί­σου­με ό­τι, πέ­ρυ­σι, ε­πα­νεκ­δό­θη­κε α­πό τις εκ­δό­σεις Αστάρ­τη μια πα­λαιό­τε­ρη με­τά­φρα­ση του έρ­γου, ε­κεί­νη του 1982, των Τό­νυ Γουλφ και Κώ­στα Τσια­νά­κου. Επί­σης, υ­πάρ­χουν οι πο­λύ κα­λές με­τα­φρά­σεις των Παύ­λου Μά­τε­σι και Ερρί­κου Μπε­λιέ, που, δυ­στυ­χώς, δεν έ­χουν εκ­δο­θεί σε βι­βλίο. Έγι­ναν, η πρώ­τη για το α­νέ­βα­σμα α­πό τον Αντώ­νη Αντύ­πα το 1989 και η δεύ­τε­ρη για το α­νέ­βα­σμα α­πό τον Γιώρ­γο Μι­χα­λα­κό­που­λο και τον Πέ­τρο Φι­λιπ­πί­δη, αρ­χές του 1997. Και οι δύο με­τα­φρα­στές α­πέ­δω­σαν τον τίτ­λο ως λε­η­λα­σία.
Σε μια πρώ­τη μορ­φή του θε­α­τρι­κού κει­μέ­νου, «Το πλιά­τσι­κο» εί­χε τον τίτ­λο «Επι­κή­δεια παι­χνί­δια», που δί­νει μια συ­νο­λι­κό­τε­ρη ει­κό­να ό­σων συμ­βαί­νουν ε­πί σκη­νής. Όπου τη λέ­ξη παι­χνί­δια θα πρέ­πει να την ε­κλά­βου­με με την έν­νοια του γκρο­τέ­σκο. Δί­πρα­κτο το έρ­γο, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου μέ­σα σε έ­να δω­μά­τιο σπι­τιού, σύγ­χρο­νου της ε­πο­χής που γρά­φτη­κε το έρ­γο, δη­λα­δή της δε­κα­ε­τίας του 1960. Στη μέ­ση του δω­μα­τίου δε­σπό­ζει έ­να φέ­ρε­τρο. Η κυ­ρία του σπι­τιού πέ­θα­νε με­τά μα­κρό­χρο­νη α­σθέ­νεια. Ανα­μέ­νε­ται ο άν­θρω­πος του γρα­φείου κη­δειών για τη με­τα­φο­ρά του στην εκ­κλη­σία. Δί­πλα στο φέ­ρε­τρο κά­θε­ται ο θλιμ­μέ­νος σύ­ζυ­γος, έ­τοι­μος για την κη­δεία. Πι­στός κα­θο­λι­κός, ό­πως, κα­τά κα­νό­να, ό­λοι οι Ιρλαν­δοί, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως το πρό­τυ­πο του έ­ντι­μου και σε­βα­στού πο­λί­τη. Μο­να­δι­κή του έ­γνοια τα τρια­ντά­φυλ­λα και η ποι­κι­λία τους, που κο­σμούν τα στε­φά­νια της νε­κρής. Για τις α­νά­γκες της κω­μω­δίας, εμ­φα­νί­ζε­ται α­γα­θός και εύ­πι­στος.
Σε α­ντί­στι­ξη, τον πε­ρι­βάλ­λουν δυο ε­γκλη­μα­τι­κές υ­πάρ­ξεις. Ο γιος του και η νο­σο­κό­μα, που εί­χε προσ­λά­βει για τη σύ­ζυ­γό του. Ο νε­α­ρός δεί­χνει σαν μια δι­χα­σμέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Χά­ρις στην κα­λή του α­να­τρο­φή, α­δυ­να­τεί να ψευ­σθεί, ε­νώ, λό­γω κα­κών συ­να­να­στρο­φών, διά­γει έ­κλυ­το βίο. Δεί­χνει να ά­γε­ται και να φέ­ρε­ται α­πό τον ε­ρα­στή του, που εί­ναι υ­πάλ­λη­λος σε γρα­φείο κη­δειών. Έναν κυ­νι­κό και α­δί­στα­κτο τύ­πο, που χρη­σι­μο­ποιεί το ε­πάγ­γελ­μά του ως προ­κά­λυμ­μα για τις πα­ρα­νο­μίες του. Η νο­σο­κό­μα εί­ναι η σα­τα­νι­κή φι­γού­ρα της κω­μω­δίας. Θα­να­τώ­νει συ­στη­μα­τι­κά τους α­σθε­νείς της και ε­πι­προ­σθέ­τως, τους συ­ζύ­γους της, που φτά­νουν τους ε­πτά στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης. Το πέ­μπτο πρό­σω­πο, που α­πο­βαί­νει και το πρω­τα­γω­νι­στι­κό, εί­ναι ο α­στυ­νό­μος, έ­νας ε­πι­θεω­ρη­τής της Σκότ­λα­ντ Γιάρ­ντ, που έρ­χε­ται στο σπί­τι για να ε­ξι­χνιά­σει τη λη­στεία μιας Τρά­πε­ζας. Συ­μπτω­μα­τι­κά, δια­πράχ­θη­κε την βρα­διά που ξε­νυ­χτού­σαν τη νε­κρή, ε­νώ η Τρά­πε­ζα βρι­σκό­ταν α­κρι­βώς δί­πλα στο γρα­φείο κη­δειών. Από ε­κεί α­νοίχ­θη­κε το λα­γού­μι για να ει­σβάλ­λουν στην Τρά­πε­ζα, ε­νώ, για τα μπά­ζα, χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν ά­δεια φέ­ρε­τρα.
Στον πυ­ρή­να των φαρ­σι­κών δρώ­με­νων βρί­σκο­νται τα κλο­πι­μαία και το λεί­ψα­νο, τα ο­ποία, στην προ­σπά­θεια α­πό­κρυ­ψης των χρη­μά­των, συ­νε­χώς αλ­λά­ζουν α­να­με­τα­ξύ τους θέ­ση. Ο Όρτον προ­κα­λεί, θί­γο­ντας τα ιε­ρά και ό­σια του κοι­νού. Κα­τ' αρ­χήν, πα­ρου­σιά­ζει έ­να ζευ­γά­ρι ο­μο­φυ­λό­φι­λων, που κου­βε­ντιά­ζει ε­πί σκη­νής τη σχέ­ση του αλ­λά και τις ε­τε­ρο­φυ­λο­φι­λι­κές δια­θέ­σεις αμ­φο­τέ­ρων. Ένας δεύ­τε­ρος στό­χος εί­ναι η α­στυ­νο­μία, που δια­κω­μω­δεί­ται με ξε­τύ­λιγ­μα της συλ­λο­γι­στι­κής του α­στυ­νο­μι­κού ε­πι­θεω­ρη­τή. Ενώ, μέ­σα α­πό τη στά­ση του α­φε­λούς Ιρλαν­δού, χλευά­ζε­ται η ε­μπι­στο­σύ­νη, που τρέ­φουν οι πο­λί­τες στην α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα αλ­λά και τις με­θό­δους, τις ό­χι πά­ντο­τε νο­μό­τυ­πες, της α­στυ­νο­μίας. Ένας άλ­λος στό­χος, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νίε­ρος, α­φού σο­κά­ρει και έ­ναν ση­με­ρι­νό θε­α­τή ή α­κό­μη και α­να­γνώ­στη, εί­ναι ο ο­φει­λό­με­νος σε­βα­σμός στους νε­κρούς. Για­τί, στον κο­ντά μι­σό αιώ­να που έ­χει πα­ρέλ­θει, μπο­ρεί η α­στυ­νο­μία να έ­χει χά­σει, σχε­δόν ο­λο­σχε­ρώς, την υ­πό­λη­ψή της και η ο­μο­φυ­λο­φι­λία να α­πο­λαμ­βά­νει πε­ρί­που πλή­ρη ι­σο­τι­μία με την ε­τε­ρο­φυ­λο­φι­λία, ό­μως η σο­ρός του νε­κρού πα­ρα­μέ­νει κά­τι το ιε­ρό. Ωστό­σο, ο συγ­γρα­φέ­ας, μέ­σα α­πό τα δει­νο­πα­θή­μα­τα του τα­ρι­χευ­μέ­νου, για τις α­νά­γκες μιας ω­ραίας κη­δείας, λει­ψά­νου, προ­βάλ­λει την μα­ταιό­τη­τα της ό­λης ιε­ρο­τε­λε­στίας. Ένα βα­σι­κό στοι­χείο για την ε­πι­τυ­χία της σά­τι­ρας του Όρτον εί­ναι η γλώσ­σα. Δα­νεί­ζε­ται α­τά­κες α­πό λαϊκά θεά­μα­τα ή και δια­φη­μι­στι­κά σλό­γκαν και α­να­τρέ­πει το νό­η­μά τους αλ­λά­ζο­ντας ο­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις ή και α­πλώς α­να­δια­τάσ­σο­ντάς τες.
Ο Όρτον πλά­θει ή­ρωες κα­κούς ό­σο και κω­μι­κούς. Υπε­ρι­σχύει, ω­στό­σο, η αί­σθη­ση της θλι­βε­ρής κα­ρι­κα­τού­ρας. Πα­ρά τις α­στείες σκη­νές και τις πα­ρε­ξη­γή­σεις που δη­μιουρ­γεί η αμ­φι­ση­μία των δια­λό­γων, το γέ­λιο εί­ναι μό­νο πρό­σκαι­ρο. Ίσως, για­τί ο θρίαμ­βος των κα­κο­ποιών, με την αρ­ρα­γή συ­μπα­ρά­στα­ση του ε­πι­κε­φα­λής της α­στυ­νο­μίας, δεν α­πο­τε­λεί μό­νο μια α­ντι­συμ­βα­τι­κή α­να­τρο­πή του χά­πι ε­ντ, αλ­λά α­ντα­να­κλά, σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ, την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τε­λι­κά, πρό­κει­ται για έ­να έρ­γο α­να­τρε­πτι­κό, με ά­φθο­νο πι­κρί­ζον χιού­μορ.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Η μακέττα σκηνικού του Σάββα Χαρατσίδη για το έργο του Τζο Όρτον, «Το πλιάτσικο», που ανέβηκε το 1989 στο Απλό Θέατρο με τίτλο «Λεηλασία»

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010 Μάριο Βάργκας Λιόσα ή Γιόσα

Το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας, α­πό την πρώ­τη α­πο­νο­μή του (1901) και για ο­λό­κλη­ρο το πρώ­το μι­σό του 20ου αιώ­να, στά­θη­κε μια ευ­ρω­παϊκή υ­πό­θε­ση, με μό­λις πέ­ντε βρα­βεία να α­πο­νέ­μο­νται σε α­με­ρι­κα­νούς συγ­γρα­φείς. Ωστό­σο, αυ­τή η πρώ­τη πε­ρίο­δος κλεί­νει με δύο ση­μα­ντι­κούς της α­με­ρι­κα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Το 1948 α­πο­νέ­με­ται στον Τ. Σ. Έλιο­τ, που κα­τα­χω­ρεί­ται ως Νό­μπελ εξ η­μι­σείας στις Η­ΠΑ και την Με­γά­λη Βρε­τα­νία, και το 1949, στον Ουίλ­λιαμ Φώ­κνερ. Στο δεύ­τε­ρο μι­σό του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, η Σουη­δι­κή Ακα­δη­μία άρ­χι­σε, στα­δια­κά, να α­νοί­γε­ται και προς τις υ­πό­λοι­πες Ηπεί­ρους. Πά­ντο­τε, ό­μως, με φει­δώ. Άλλα πέ­ντε Νό­μπελ για τις Η­ΠΑ, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τον Κα­να­δά, έ­να για την Αυ­στρα­λία, τέσ­σε­ρα για την Αφρι­κή, τα δύο α­πό αυ­τά σε αγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φείς, και πέ­ντε για την Ασία (δύο για την Ια­πω­νία και α­πό έ­να σε Κί­να, Ισραή­λ, Τουρ­κία). Όσο για το υ­πό­λοι­πο της α­με­ρι­κα­νι­κής Ηπεί­ρου, ό­τι α­πο­κα­λού­με Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, δη­λα­δή το κε­ντρι­κό και νό­τιο τμή­μα, δό­θη­καν, πα­ρά την αί­γλη της λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, μό­λις έ­ξι βρα­βεία. Το πρώ­το ή­ταν το 1967, στον γαλ­λο­τρα­φή δι­πλω­μά­τη της Γουα­τε­μά­λας Μι­γκέλ Άνχελ Αστού­ριας. Ποιη­τής και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, δεν βρα­βεύ­τη­κε για τα σο­νέ­τα του, αλ­λά για το πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ό­που κα­ταγ­γέλ­λει τα δι­κτα­το­ρι­κά κα­θε­στώ­τα. Από τα υ­πό­λοι­πα πέ­ντε Νό­μπε­λ, έ­να δό­θη­κε, πριν εί­κο­σι χρό­νια, στον Με­ξι­κα­νό Οκτά­βιο Πας, έ­ναν α­κό­μη δι­πλω­μά­τη, δύο σε συγ­γρα­φείς της Κα­ραϊβι­κής και α­πο­μέ­νουν δύο για το νό­τιο κώ­νο της α­με­ρι­κα­νι­κής η­πεί­ρου, που εί­ναι και η κα­τ’ ε­ξο­χήν κοι­τί­δα της λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Δύο μεν, αλ­λά α­πο­νε­μή­θη­καν σε πραγ­μα­τι­κά ση­μαί­νο­ντες συγ­γρα­φείς: τον χι­λια­νό ποιη­τή Πά­μπλο Νε­ρού­δα, το 1971, και τον κο­λομ­βια­νό Γκα­μπριέλ Γκαρ­σία Μαρ­κές, το 1982.
Οι αρ­γε­ντι­νοί πρω­το­πό­ροι, Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες και Χού­λιο Κορ­τά­σα­ρ, καί­τοι μα­κρο­η­μέ­ρευ­σαν πε­ρι­μέ­νο­ντας, τε­λι­κά διέ­λα­θαν της νο­μπε­λο­ποίη­σης. Ενώ, ο τρί­τος και πιο στο­χα­στι­κός, ο Ερνέ­στο Σά­μπα­το, συ­νο­μή­λι­κος του Ελύ­τη, συν τω χρό­νω, λό­γω και η­λι­κίας, βρέ­θη­κε ε­κτός νυμ­φώ­νος. Όπως και να έ­χει, το τρί­το Νό­μπελ για την Νό­τια Αμε­ρι­κή και το έ­βδο­μο της λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­ναι το ε­φε­τι­νό στον πε­ρου­βια­νό Μά­ριο Βάρ­γκας Λιό­σα ή και Γιό­σα, ό­πως πρω­το­α­πο­δό­θη­κε το ό­νο­μά του στα ελ­λη­νι­κά, λό­γω των δύο δια­φο­ρε­τι­κών α­πο­δό­σεων του δι­πλού ι­σπα­νι­κού λάμ­δα. Να θυ­μί­σου­με πως το Βάρ­γκας εί­ναι το πα­τρώ­νυ­μο και το Λιό­σα, το μη­τρώ­νυ­μο. Γε­νι­κώς, α­να­φέ­ρε­ται με το μη­τρώ­νυ­μο, ω­στό­σο οι ε­γκυ­κλο­παί­δειες τον κα­τα­χω­ρούν με το πα­τρώ­νυ­μο. Και βε­βαίως, ο Λιό­σα εί­ναι το πρώ­το Νό­μπελ για τη χώ­ρα του. Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, η Σουη­δι­κή Ακα­δη­μία ε­ξαί­ρει το πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Κα­τά το σκε­πτι­κό της, τι­μή­θη­κε “για τη χαρ­το­γρά­φη­ση των δο­μών της ε­ξου­σίας και για τις αιχ­μη­ρές ει­κό­νες της α­το­μι­κής α­ντί­στα­σης, της ε­ξέ­γερ­σης και της ήτ­τας”. Ετυ­μη­γο­ρία, που θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο για τη βρά­βευ­ση δο­κι­μια­κής γρα­φής.
Τα δύο προ­η­γού­με­να Νό­μπελ της Νό­τιας Αμε­ρι­κής, Νε­ρού­δα-Μαρ­κές, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά. Πι­θα­νώς και για­τί, πα­λαιό­τε­ρα, το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας δεν εί­χε, σε αυ­τόν το βαθ­μό, πά­ρει πο­λι­τι­κή χροιά. Τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, η Σουη­δι­κή Ακα­δη­μία φαί­νε­ται να ε­ναλ­λάσ­σει δύο τα­κτι­κές. Εί­τε βρα­βεύει συγ­γρα­φείς ά­γνω­στους στον Δυ­τι­κό Κό­σμο, με κύ­ριο κρι­τή­ριο τη χώ­ρα προέ­λευ­σής τους και την γεω­πο­λι­τι­κή της θέ­ση. Εί­τε ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο πρό­σω­πο του συγ­γρα­φέα και το ι­δε­ο­λο­γι­κό του προ­φίλ. Ορι­σμέ­νοι, που μέ­νουν για χρό­νια στις λί­στες των φα­βο­ρί και τε­λι­κά, κά­ποιο έ­τος βρα­βεύο­νται, ό­πως εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Λιό­σα, δεν ση­μαί­νει ό­τι, ε­μπλου­τί­ζο­ντας το έρ­γο τους, αυ­τό φθά­νει να βα­ραί­νει τό­σο, ώ­στε να γεί­ρει η πλά­στιγ­γα της κρί­σης με το μέ­ρος τους. Χω­ρίς, βε­βαίως, να ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε ό­τι και αυ­τό δεν συμ­βάλ­λει. Το κα­θο­ρι­στι­κό, ό­μως, εί­ναι οι ι­δε­ο­λο­γι­κές θέ­σεις του συγ­γρα­φέα σε συν­δυα­σμό με τις πο­λι­τι­κές συ­γκυ­ρίες. Με άλ­λα λό­για, οι κρι­τές α­να­ζη­τούν τον πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο συγ­γρα­φέα, με τον προ­σφυή, κα­τά τις κρα­τού­σες α­ντι­λή­ψεις, προ­σα­να­το­λι­σμό. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά η πε­ρυ­σι­νή βρα­βευ­μέ­νη Χέρ­τα Μίλ­λε­ρ, α­πό τη γερ­μα­νό­φω­νη μειο­νό­τη­τα της Ρου­μα­νίας, κά­τοι­κος α­πό το 1987 της Δυ­τι­κής Γερ­μα­νίας, που, στα βι­βλία της, πε­ρι­γρά­φει τα δει­νά της πε­ριο­χής της α­πό τους Ρώ­σους, με­τά τον Πό­λε­μο. Όσοι πα­ρα­με­ρί­ζουν τον πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της βρά­βευ­σης, σχο­λιά­ζο­ντας το πο­λύ­πλο­κο τυ­πι­κό συλ­λο­γής των υ­πο­ψη­φιο­τή­των και πρό­κρι­σης, μάλ­λον ε­θε­λο­τυ­φλούν. Για πα­ρά­δειγ­μα, αν δεν βρα­βεύ­τη­καν οι Σι­κε­λια­νός και Κα­ζα­ντζά­κης, ό­ταν βρέ­θη­καν στους κα­τα­λό­γους των υ­πο­ψη­φίων, ο μό­νος λό­γος δεν ή­ταν ό­τι υ­πήρ­χαν στη λί­στα πολ­λοί υ­πο­ψή­φιοι. Ήταν, κυ­ρίως, το γε­γο­νός ό­τι το ι­δε­ο­λο­γι­κό προ­φί­λ, που τους α­πο­δό­θη­κε, κρί­θη­κε α­σύμ­βα­το με τις νόρ­μες της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας, η ο­ποία φαί­νε­ται ό­τι εί­χε υ­πο­κύ­ψει στις με­θο­δι­κές υ­πο­νο­μεύ­σεις, που α­κο­λού­θη­σε το τό­τε πνευ­μα­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο και ο δε­ξιός Τύ­πος της τρι­σέν­δο­ξης πα­τρί­δας μας.

Πο­λί­της του κό­σμου

Ο Μαρ­κές βρα­βεύ­τη­κε ως εκ­πρό­σω­πος του “μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού”. Με ιε­ράρ­χη­ση, βε­βαίως, των με­γε­θών, ε­κεί­νο το βρα­βείο θα α­να­με­νό­ταν να δο­θεί μάλ­λον στον Μπόρ­χες. Ίσως, ό­μως, να μέ­τρη­σε και η η­λι­κία. Το 1982, ο Μπόρ­χες ή­ταν 78 ε­τών και ο Μαρ­κές 54. Ο Λιό­σα, ε­φέ­τος, εί­ναι 74. Δη­λώ­νει “πο­λί­της του κό­σμου” και α­πό τα 54 του ζει στην Ευ­ρώ­πη. Κι­νεί­ται με­τα­ξύ Μα­δρί­της-Λον­δί­νου και τους κα­λο­και­ρι­νούς μή­νες πε­τά­γε­ται για δια­κο­πές στο Πε­ρού, που ε­γκα­τέ­λει­ψε ως μό­νι­μο τό­πο κα­τοι­κίας το 1990. Αι­τία στά­θη­κε η α­πο­τυ­χία του στις ε­κλο­γές για την προ­ε­δρία της Δη­μο­κρα­τίας, την ο­ποία εί­χε διεκ­δι­κή­σει ως υ­πο­ψή­φιος του Δη­μο­κρα­τι­κού Με­τώ­που, αλ­λά έ­χα­σε στον δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Κα­θο­ρι­στι­κά συ­νε­τέ­λε­σε το πρό­γραμ­μα α­ντι­πλη­θω­ρι­στι­κών μέ­τρων, που εί­χε προ­τεί­νει, μη ό­ντας ε­ξοι­κειω­μέ­νος με τα δη­μα­γω­γι­κά τε­χνά­σμα­τα της πο­λι­τι­κής. Απο­γο­η­τευ­μέ­νος πή­ρε των ομ­μα­τιών του και το 1993 α­πέ­κτη­σε και την ι­σπα­νι­κή υ­πη­κοό­τη­τα. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, του α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο Θερ­βά­ντες και, συγ­χρό­νως, ε­κλέ­χτη­κε στην Ακα­δη­μία της Ισπα­νίας. Τό­τε, έ­γρα­ψε και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό α­φή­γη­μα, «Ένα ψά­ρι στο νε­ρό», κα­τ’ α­ντι­στρο­φή του «Ένα ψά­ρι έ­ξω α­π’ το νε­ρό», κα­θώς ε­κεί­νος, με την πο­λι­τι­κή του α­πο­τυ­χία, βρέ­θη­κε να κο­λυ­μπά­ει και πά­λι σε οι­κεία ύ­δα­τα, αυ­τά της λο­γο­τε­χνίας. Εκεί, δια­γρά­φο­νται και οι ι­δε­ο­λο­γι­κές του με­τα­πτώ­σεις.
Στην ε­φη­βεία του ο Λιό­σα δή­λω­νε α­ρι­στε­ρός. Ήταν τα χρό­νια, που φοι­τού­σε στην Στρα­τιω­τι­κή Ακα­δη­μία της Λί­μας, ό­που τον εί­χε, με το ζό­ρι, εγ­γρά­ψει ο πα­τέ­ρας του. Οι γο­νείς του εί­χαν χω­ρί­σει, ό­ταν η μη­τέ­ρα του ή­ταν στον πέ­μπτο μή­να της ε­γκυ­μο­σύ­νης. Ένα ω­ραίο πρωί, ο σύ­ζυ­γός της την α­πο­χαι­ρέ­τη­σε, φεύ­γο­ντας για έ­να ε­παγ­γελ­μα­τι­κό τα­ξί­δι, α­πό το ο­ποίο ξέ­χα­σε να γυ­ρί­σει. Έδω­σε ση­μεία ζωής έ­ντε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­να­στα­τώ­νο­ντας τον δε­κα­ε­τή γιο του, που με­γά­λω­νε ευ­τυ­χής με την οι­κο­γέ­νεια της μη­τέ­ρας του και πά­τερ φα­μί­λια τον παπ­πού του, που του ε­νέ­πνευ­σε και το πρώ­το του διή­γη­μα. Σύμ­φω­να με τις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές ε­ξο­μο­λο­γή­σεις του, γεν­νή­θη­κε ξη­με­ρώ­μα­τα της 28ης Μαρ­τίου 1936. Την Στρα­τιω­τι­κή Ακα­δη­μία την ε­γκα­τέ­λει­ψε έ­να χρό­νο πριν το πτυ­χίο. Εργα­ζό­με­νος ως δη­μο­σιο­γρά­φος, κα­τόρ­θω­σε να γρα­φεί στο Πα­νε­πι­στή­μιο. Σπού­δα­σε νο­μι­κά αλ­λά κι αυ­τά τα ε­γκα­τέ­λει­ψε για τις αν­θρω­πι­στι­κές ε­πι­στή­μες. Τό­τε, εμ­βά­θυ­νε και στον μαρ­ξι­σμό. Τη διε­τία, 1958-1960, που σπού­δα­ζε με υ­πο­τρο­φία στη Μα­δρί­τη, τον συ­νε­πή­ρε ο εν­θου­σια­σμός για τη νι­κη­φό­ρα κου­βα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, πει­σμέ­νος πλέ­ον για τα ι­δεώ­δη του κομ­μου­νι­σμού. Η διά­στα­ση ήρ­θε το 1971, ό­ταν το κα­θε­στώς του Φι­ντέλ Κά­στρο φυ­λά­κι­σε τον κου­βα­νό ποιη­τή Χε­ρ-μπέρ­το Πα­ντί­για και ο Λιό­σα υ­πέ­γρα­ψε μα­ζί με άλ­λους δια­νοού­με­νους και συγ­γρα­φείς για την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή του. Έκτο­τε άρ­χι­σε να δη­λώ­νει φι­λε­λεύ­θε­ρος, κρα­τώ­ντας πλέ­ον α­πο­στά­σεις α­πό την α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία. Με­τα­κι­νεί­ται, δη­λα­δή, α­πό την κομ­μου­νι­στι­κή α­ρι­στε­ρά προς έ­ναν α­το­μο­κε­ντρι­κό φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό.
Η ε­πό­με­νη μάλ­λον α­τυ­χής ε­μπλο­κή του στα πο­λι­τι­κά της χώ­ρας του, που του στοί­χι­σε την κρι­τι­κή της πε­ρου­βια­νής δια­νό­η­σης, ή­ταν το 1983, ό­ταν η κυ­βέρ­νη­ση του Φερ­νά­ντο Με­λα­ού­ντε Τέ­ρυ βρι­σκό­ταν α­ντι­μέ­τω­πη με τους α­ντάρ­τες της μα­οϊκής ορ­γά­νω­σης Φω­τει­νό Μο­νο­πά­τι. Τό­τε, σε ο­ρει­νό χω­ριό, δο­λο­φο­νή­θη­καν ο­κτώ δη­μο­σιο­γρά­φοι. Ο Λιό­σα προ­σκλή­θη­κε α­πό τον Πρό­ε­δρο να συμ­με­τέ­χει στην Επι­τρο­πή, που διε­νερ­γού­σε έ­ρευ­νες. Το πό­ρι­σμα της εν λό­γω Επι­τρο­πής κα­τέ­λη­γε στην ε­νο­χή των χω­ρι­κών, ε­νώ η ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη ή­ταν ό­τι δο­λο­φο­νή­θη­καν για να μην α­πο­κα­λύ­ψουν τους πα­ρα­στρα­τιω­τι­κούς, που δρού­σαν στην πε­ριο­χή. Αυ­τή η ε­μπλο­κή του στά­θη­κε το θέ­μα δύο μυ­θι­στο­ρη­μά­των του: «Ποιος σκό­τω­σε τον Πα­λο­μί­νο Μο­λέ­ρο;» το 1988 και «Ο Λι­τού­μα στις Άνδεις» το 1993. Επό­με­νη ε­μπλο­κή, η κά­θο­δός του στις ε­κλο­γές. Σή­με­ρα, πά­ντως, α­πο­κα­λεί “πα­λιά­τσο” τον Κά­στρο και θεω­ρεί την δια­κυ­βέρ­νη­σή του έ­να α­κό­μη λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κό αυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς. Αυ­τό φαί­νε­ται ό­τι συ­μπα­ρέ­συ­ρε και την αλ­λο­τι­νή, στε­νή φι­λία του με τον Μαρ­κές. Επι­κίν­δυ­νο θεω­ρεί και τον Ού­γκο Τσά­βες, α­πο­φαι­νό­με­νος ό­τι “η Βε­νε­ζουέ­λα έ­χει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δι­κτα­το­ρία”.

Συγ­γρα­φι­κή πο­ρεία

Η συγ­γρα­φι­κή στα­διο­δρο­μία του Λιό­σα ξε­κί­νη­σε το 1957, ό­ταν ερ­γα­ζό­ταν ως δη­μο­σιο­γρά­φος. Τό­τε, δη­μο­σίευ­σε σε ε­φη­με­ρί­δες τα δύο πρώ­τα διη­γή­μα­τά του, «Οι αρ­χη­γοί» και «Ο παπ­πούς». Δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1959, ξε­διά­λε­ξε έ­ξι ι­στο­ρίες α­πό τις πολ­λές που εί­χε γρά­ψει α­πό το 1953 και ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το του βι­βλίο, με τίτ­λο, «Οι αρ­χη­γοί». Ακο­λού­θη­σαν δύο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που τον κα­θιέ­ρω­σαν και με τα ο­ποία α­πέ­σπα­σε τις πρώ­τες βρα­βεύ­σεις. Το 1963, «Η πό­λη και τα σκυ­λιά», και το 1965, «Το πρά­σι­νο σπί­τι», ε­μπνευ­σμέ­να, το πρώ­το α­πό τη Στρα­τιω­τι­κή Σχο­λή, στην ο­ποία εί­χε φοι­τή­σει, και το δεύ­τε­ρο α­πό έ­ναν θρυ­λι­κό οί­κο α­νο­χής στην πό­λη Πιού­ρα του Βο­ρειο­δυ­τι­κού Πε­ρού, ό­που πέ­ρα­σε μια πε­ρίο­δο α­πό τα παι­δι­κά του χρό­νια. Ευ­θύς εξ αρ­χής, ο Λιό­σα στη­λι­τεύει τα κα­κώς κεί­με­να της χώ­ρας του, δί­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στα μορ­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της α­φή­γη­σης. Συ­νε­χί­ζο­ντας να αν­τλεί θέ­μα­τα α­πό το Πε­ρού, ε­ξέ­δω­σε τη νου­βέ­λα «Τ’ α­γρί­μια», το 1967, και το πα­ρω­δια­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, «Συ­νο­μι­λία στον κα­θε­δρι­κό ναό» (στα ελ­λη­νι­κά α­πο­δό­θη­κε «Πό­τε πή­ρα­με την κά­τω βόλ­τα;»), το 1969, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη δι­κτα­το­ρία του στρα­τη­γού Αρτού­ρο Οντρία, κα­θώς συ­νέ­πε­σε με τα ε­φη­βι­κά του χρό­νια. Με­τά α­πο­πει­ρά­θη­κε να δώ­σει χιου­μο­ρι­στι­κές εκ­δο­χές σε θέ­μα­τα, ό­πως ο στρα­τός και η πορ­νεία, στο «Ο Κα­πε­τάν Πα­ντό­για και η Ει­δι­κή Υπη­ρε­σία», το 1973.
Ο Λιό­σα εί­χε φύ­γει για σπου­δές στη Μα­δρί­τη το 1958 και ε­πέ­στρε­ψε στο Πε­ρού το 1974, α­φού πε­ρι­πλα­νή­θη­κε σε Πα­ρί­σι και Λον­δί­νο. Το 1977 ε­ξέ­δω­σε το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό «Η θεία Τζού­λια και ο γρα­φιάς», ό­που α­νι­στο­ρεί τον έ­ρω­τά του με μια εξ αγ­χι­στείας θεία του, δε­κα­τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρή του, την ο­ποία πα­ντρεύ­τη­κε στα 19 του και χώ­ρι­σε στα 28 του. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε, δια­λέ­γο­ντας και τη δεύ­τε­ρη νύ­φη α­πό τον οι­κο­γε­νεια­κό του πε­ρί­γυ­ρο, μια ε­ξα­δέλ­φη του. Το 1981, ε­ξέ­δω­σε το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα «Ο πό­λε­μος της συ­ντέ­λειας του κό­σμου». Εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο του, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ε­κτός Πε­ρού, στη Βρα­ζι­λία, με θέ­μα την ε­ξέ­γερ­ση στο Κα­νού­ντος του 1889. Τον Δε­κέμ­βριο του 2006, έ­να α­φιέ­ρω­μα του «Magazine Litteraire», με τίτ­λο, «40 χρό­νια λο­γο­τε­χνίας», εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα βι­βλία της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας, ζη­τώ­ντας α­πό τους συγ­γρα­φείς τους να τα πα­ρου­σιά­σουν. Ανά­με­σα σε αυ­τά ή­ταν το «Αλέφ» του Μπόρ­χες, τα «Εκα­τό χρό­νια μο­να­ξιάς» του Μαρ­κές και «Ο πό­λε­μος της συ­ντέ­λειας του κό­σμου» του Λιό­σα. Ακο­λού­θη­σαν τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στις Άνδεις. Το 1983, «Μια ι­στο­ρία για τον Μάυ­τα», ό­που α­να­πλά­θει τον βίο του τρο­τσκι­στή Αλε­χά­ντρο Μάυ­τα μέ­σα α­πό διη­γή­σεις ό­σων τον γνώ­ρι­σαν, α­να­πτύσ­σο­ντας τον προ­βλη­μα­τι­σμό του γύ­ρω α­πό την ου­το­πία της ε­πα­νά­στα­σης. Και α­κο­λου­θούν τα δύο προ­α­να­φερ­θέ­ντα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που πη­γά­ζουν α­πό το μα­κε­λειό των ο­κτώ δη­μο­σιο­γρά­φων. Ένα α­πό τα ση­μα­ντι­κά πο­λι­τι­κά του βι­βλία εί­ναι «Η γιορ­τή του τρά­γου», που εκ­δό­θη­κε το 2000 και α­φο­ρά την τρια­κο­ντα­ε­τή δι­κτα­το­ρία του στρα­τη­γού Τρου­χί­γιο στη Δο­μι­νι­κα­νι­κή Δη­μο­κρα­τία, που τερ­μα­τί­στη­κε με τη δο­λο­φο­νία του. Πέ­ρα α­πό τα πο­λι­τι­κά θρί­λε­ρ, το 1988, ε­ξέ­δω­σε, πι­θα­νώς, το ε­ρω­τι­κό­τε­ρο βι­βλίο του, «Μη­τριάς ε­γκώ­μιο». Συ­νο­λι­κά έ­χει εκ­δώ­σει μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των και 16 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Σ’ αυ­τά προ­στί­θε­νται τα δο­κι­μια­κά του, ό­πως αυ­τά για τον Φλω­μπέρ και τον Μαρ­κές, τα λί­γα θε­α­τρι­κά του και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του. Για τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα των βι­βλίων του ι­σχύει το γε­νι­κό, ό­τι ό­σοι δεν μπο­ρούν να δια­βά­σουν στο πρω­τό­τυ­πο έ­ναν συγ­γρα­φέα, θα πρέ­πει να στη­ρί­ζο­νται στις κρι­τι­κές. Το με­τα­φρα­σμέ­νο βι­βλίο δια­σώ­ζει πλο­κή και χα­ρα­κτή­ρες. Κι αυ­τό, ό­μως, μό­νο ό­ταν η με­τά­φρα­ση ευ­τυ­χεί.

Στα ελ­λη­νι­κά

Από τα βι­βλία του Λιό­σα, στα ελ­λη­νι­κά, έ­χουν εκ­δο­θεί η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, 13 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του και έ­να δο­κι­μια­κό α­πό τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κούς εκ­δο­τι­κούς οί­κους. Στις εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, α­πό το 1997 μέ­χρι και το 2008, έ­χουν εκ­δο­θεί ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του και το δο­κι­μια­κό «Επι­στο­λές σ’ έ­να νέο συγ­γρα­φέ­α». Οι με­τα­φρά­σεις γί­νο­νται α­πό τα ι­σπα­νι­κά. Οι με­τα­φρα­στές, ό­μως, δεν στε­ριώ­νουν και αλ­λά­ζουν α­πό βι­βλίο σε βι­βλίο. Εκτός α­πό την Αγγε­λι­κή Αλε­ξο­πού­λου που με­τα­φρά­ζει τρία. Να συ­γκρα­τή­σου­με την Λή­δα Παλ­λα­ντίου, που με­τα­φρά­ζει το ο­γκώ­δες αυ­το­βιο­γρα­φι­κό του. Η ί­δια με­τα­φρά­ζει και τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του στις εκ­δό­σεις Πα­τά­κη, α­πό τις ο­ποίες κυ­κλο­φό­ρη­σε και το ε­ρω­το­γρά­φη­μα «Μη­τριάς ε­γκώ­μιο». Από τις εκ­δό­σεις Εξά­ντας έ­χουν εκ­δο­θεί έ­ξι βι­βλία. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των και πέ­ντε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­τα­ξύ αυ­τών, «Ο πό­λε­μος της συ­ντέ­λειας του κό­σμου», που α­πο­τέ­λε­σε τον 18ο τό­μο στη σει­ρά «Σύγ­χρο­νη Κλα­σι­κή Βι­βλιο­θή­κη». Ο πρώ­τος ή­ταν το «Πε­ρί η­ρώων και τά­φων» του Σά­μπα­το και ο 14ος, «Το κου­τσό» του Κορ­τά­ζαρ.
Τον Λιό­σα, ό­μως, τον γνω­ρί­σα­με πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Εμφα­νί­ζε­ται μα­ζί με ό­λη την κου­στω­δία του “μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού”, στα πρώ­τα χρό­νια της με­τα­πο­λί­τευ­σης. Ο Φί­λιπ­πος Δρα­κο­ντα­ει­δής εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει ε­πί­λε­κτα πε­ζά λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νών συγ­γρα­φέων και τα εί­χε με­τα­φρά­σει ο ί­διος. Η έκ­δο­ση ή­ταν του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου εκ­δο­τι­κού οί­κου «Εγνα­τία», που εί­χε στή­σει ο Γιώρ­γος Κά­τος. Ο Δρα­κο­ντα­ει­δής εί­χε ε­πι­λέ­ξει έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα του Λιό­σα, τη «Μο­νο­μα­χία». Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1983, κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τον Εξά­ντα η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, με αλ­λαγ­μέ­νο τον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που. Ο Λιό­σα εί­χε τιτ­λο­φο­ρή­σει τη συλ­λο­γή α­πό το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του, ε­νώ, στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση προ­τι­μή­θη­κε ο τίτ­λος ε­νός αλ­λού διη­γή­μα­τος, το «Απρό­σμε­νη ε­πί­σκε­ψη». Την με­τά­φρα­ση, α­πό τα γαλ­λι­κά, υ­πο­γρά­φει η τι­μη­θεί­σα ε­φέ­τος με το βρα­βείο λο­γο­τε­χνι­κής με­τά­φρα­σης γαλ­λό­φω­νης λο­γο­τε­χνίας, Ρί­τα Κο­λαΐτη. Το ε­πό­με­νο βι­βλίο του Λιό­σα στα ελ­λη­νι­κά εί­ναι το «Η θεία Χού­λια και ο γρα­φιάς». Κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1986, α­πό τις εκ­δό­σεις Οδυσ­σέ­ας, σε με­τά­φρα­ση Τα­σίας Χατ­ζή, που αρ­γό­τε­ρα με­τέ­φρα­σε έ­να α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μά του.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου