Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Χτες στη ντουλάπα, σήμερα σημαιοφόροι

Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου
«Σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι.
Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης
και η ποιη­τι­κή της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Μάιος 2014

Ο Δη­μή­τρης Πα­πα­νι­κο­λά­ου ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στην πρώ­τη συ­νέ­ντευ­ξη, που έ­δω­σε μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε το βι­βλίο του, πως ή­ταν συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος, για την α­κρί­βεια θυ­μω­μέ­νος, ό­ταν το έ­γρα­φε. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του και το πρώ­το στα ελ­λη­νι­κά. Θέ­λη­σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο στη μη­τρι­κή του γλώσ­σα να εί­ναι για τον Κα­βά­φη, με τον ο­ποίο α­σχο­λεί­ται α­πό δε­κα­ε­τίας. Ου­σια­στι­κά, α­πό τό­τε που αρ­χί­ζει να δι­δά­σκει στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης, ό­που σή­με­ρα εί­ναι α­να­πλη­ρω­τής κα­θη­γη­τής Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών. Στο ί­διο Πα­νε­πι­στή­μιο, στην έ­δρα της Ποίη­σης, δί­δα­ξε με­τά τον πό­λε­μο Κα­βά­φη ο ελ­λη­νι­στής Σέ­σιλ Μώ­ρις Μπά­ου­ρα, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας τις ο­μι­λίες του στη σχέ­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού με το ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν. Εκεί­νος ξε­κι­νού­σε α­πό την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή ποίη­ση, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, κι αυ­τός κλα­σι­κός φι­λό­λο­γος, τον προά­γει σε έ­να πε­δίο ευ­ρύ­τε­ρο του α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κού, προ­τεί­νο­ντας μία “νέα α­νά­γνω­ση” α­πό την πλευ­ρά των σπου­δών φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σε αυ­τήν την ε­πι­λο­γή τον ώ­θη­σε η δια­πί­στω­ση, πως κα­νείς δεν έ­χει α­σχο­λη­θεί με τον Κα­βά­φη κά­τω α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­πτι­κή. Άλλω­στε, η εν λό­γω έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος α­πό την πλευ­ρά της ελ­λη­νι­κής α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και ευ­ρύ­τε­ρα της ελ­λη­νι­κής κρι­τι­κής, σε συν­δυα­σμό με την α­ντι­με­τώ­πι­ση της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας εί­τε με α­πο­σιώ­πη­ση εί­τε με α­πα­ξίω­ση, εί­ναι αυ­τό που τον θυ­μώ­νει. Το γε­γο­νός ό­τι η πρώ­τη Σχο­λή Σπου­δών Φύ­λου, αν δεν σφάλ­λου­με, προέ­κυ­ψε στις Η­ΠΑ μό­λις το 1989 και στην Ελλά­δα, υ­πό τη μορ­φή Εργα­στη­ρίου του Τμή­μα­τος Κοι­νω­νι­κής Πο­λι­τι­κής της Σχο­λής Πο­λι­τι­κών Επι­στη­μών του Πα­ντείου Πα­νε­πι­στη­μίου το 2006, φαί­νε­ται να μην το συ­νυ­πο­λο­γί­ζει, μάλ­λον πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό την προ­σω­πι­κή του, προ­νο­μιού­χο ε­μπει­ρία. Εμπλε­κό­με­νος ο ί­διος, κρί­νει μέ­σα α­πό τον δι­κό του χω­ρό­χρο­νο: Λον­δί­νο-αρ­χές 21ου.
Η πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­νι­κο­λά­ου πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον. Γεν­νη­μέ­νος στην Αθή­να 40 χρό­νια με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη, ο­λο­κλη­ρώ­νει το 1995 πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές στο Κα­πο­δι­στρια­κό και στη συ­νέ­χεια σπου­δά­ζει για δυο χρό­νια μου­σι­κή και φλά­ου­το στο Ωδείο Αθη­νών. Ως υ­πό­τρο­φος του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία και τη με­τα­φρα­σε­ο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης. Το 2002 πα­ρου­σιά­ζει δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή, που αρ­γό­τε­ρα α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το του βι­βλίο, με τίτ­λο, «Singing poets: Popular Music and Litterature in France and Greece (1945-1975): Reading Brassens, Ferre, Theodorakis, Savvopoulos». Τα ε­ρευ­νη­τι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα πα­ρα­μέ­νουν σε διε­πι­στη­μο­νι­κούς το­μείς: συ­γκρι­τι­κή λο­γο­τε­χνία, ελ­λη­νι­κή και ξέ­νη, μου­σι­κή, κι­νη­μα­το­γρά­φος και κυ­ρίως, στην αλ­λη­λε­πί­δρα­ση ό­λων αυ­τών με τις σπου­δές φύ­λου και σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Σή­με­ρα δι­δά­σκει σε με­τα­πτυ­χια­κούς φοι­τη­τές στο International Gender Studies Center του πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης. Εκεί­νο που τον φέρ­νει στην ελ­λη­νι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Αγγλίας, εί­ναι το Αρχείο Κα­βά­φη. Με την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του Αρχείου, Δε­κέμ­βριο 2012, ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­νέ­λα­βε ε­πι­στη­μο­νι­κός σύμ­βου­λος. Ο τίτ­λος δη­λώ­νει θέ­ση γνω­μο­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ, στην πρά­ξη, κα­θώς ο νέ­ος ι­διο­κτή­της δεν α­νή­κει στη χο­ρεία των συγ­γρα­φέων και με­λε­τη­τών, η δι­καιο­δο­σία διευ­ρύ­νε­ται. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου φαί­νε­ται να ε­πέ­χει σή­με­ρα τη θέ­ση διευ­θύ­νο­ντα του Αρχείου.
Ωστό­σο, το βι­βλίο του ελ­κύει α­πό μό­νο του την προ­σο­χή, κα­θώς ει­σά­γει στα α­νοί­κεια για τον Έλλη­να α­να­γνώ­στη πε­δία των φυ­λε­τι­κών σπου­δών. Επι­κε­ντρώ­νε­ται στη διτ­τή ι­διό­τη­τα του ο­μο­φυ­λό­φι­λου και ποιη­τή, ε­πι­λέ­γο­ντας ως πρό­τυ­πο πα­ρά­δειγ­μα τον Κα­βά­φη. Το γε­γο­νός ό­τι εί­ναι θυ­μι­κά γραμ­μέ­νο μπο­ρεί να α­πο­τε­λεί μειο­νέ­κτη­μα για έ­να α­κα­δη­μαϊκό σύγ­γραμ­μα, συ­νι­στά ό­μως α­τού για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται στο πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό. Με την ευ­θύ­τη­τα ε­νός λό­γου σχε­δόν προ­φο­ρι­κού, σαν ο­μι­λία με διά­σπαρ­τα δο­κι­μια­κής υ­φής μέ­ρη, α­να­ζη­τεί­ται το πώς δια­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά η σε­ξουα­λι­κή ταυ­τό­τη­τα την ε­πο­χή του Κα­βά­φη και σή­με­ρα. Στην ερ­μη­νεία των τεκ­μη­ρίων, κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των και ση­μειω­μά­των, έρ­χε­ται σε ε­πι­κου­ρία η ε­μπει­ρία του σύγ­χρο­νου ο­μο­φυ­λό­φι­λου για το πώς η συ­νει­δη­το­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού φύ­λου ο­δη­γεί σε πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα το­πο­θε­τή­σεις ως προς τους μη­χα­νι­σμούς ε­ξου­σίας, κα­τα­πίε­σης και α­ντί­στα­σης. 
Η δο­μή του βι­βλίου δεν εί­ναι χρο­νο­λο­γι­κή, ού­τε α­κρι­βώς θε­μα­τι­κή. Ο πρό­λο­γος και τα πέ­ντε κε­φά­λαια α­φορ­μώ­νται α­πό πα­λαιό­τε­ρες συ­ζη­τή­σεις, τις ο­ποίες συ­νε­χί­ζουν, α­ντι­δι­κώ­ντας με γνω­στές θέ­σεις και δί­νο­ντάς τους νέα τρο­πή. Τα κε­φά­λαια υ­πο­διαι­ρού­νται σε μι­κρό­τε­ρες ε­νό­τη­τες, ε­στια­σμέ­νες σε ε­πι­μέ­ρους πτυ­χές, τις ο­ποίες ση­μα­το­δο­τούν προ­κλη­τι­κοί τίτ­λοι δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ευ­θυ­βο­λίας. Σε κά­θε ε­νό­τη­τα ε­πι­λέ­γε­ται ως έ­ναυ­σμα έ­να πα­ρελ­θο­ντι­κό κα­τά­λοι­πο, που μπο­ρεί να εί­ναι δη­μο­σίευ­μα, εκ­δή­λω­ση, αρ­χεια­κό εύ­ρη­μα και κυ­ρίως, στοι­χεία α­πό το κα­βα­φι­κό σώ­μα, στί­χοι ή και ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα, προ­σω­πι­κά ση­μειώ­μα­τα. Έτσι η α­φή­γη­ση συμ­βα­δί­ζει με τη ση­με­ρι­νή πε­ρί Κα­βά­φη γνώ­ση.
Με αυ­τήν την υ­φο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή κερ­δί­ζουν έ­δα­φος οι α­πό­ψεις του με­λε­τη­τή, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά έ­να νεό­τε­ρο κοι­νό, που προ­σέρ­χε­ται παρ­θέ­νο στα κα­βα­φι­κά. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό το κοι­νό εί­ναι και το ζη­τού­με­νο, για­τί για τους πα­λαιό­τε­ρους, η α­πο­δο­χή της “νέ­ας α­νά­γνω­σης” που α­να­πτύσ­σε­ται στο βι­βλίο, θα συ­νι­στού­σε μία ευ­ρύ­τε­ρη, κα­τά Τό­μας Κουν, “αλ­λα­γή πα­ρα­δείγ­μα­τος”. Δεν θα σή­μαι­νε δη­λα­δή,  μό­νο την α­πο­δο­χή στην α­ντι­με­τώ­πι­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών πα­ρα­γό­ντων, αλ­λά θα προϋπέ­θε­τε και μία ε­πα­να­στα­τι­κή α­να­τρο­πή ως προς τις φυ­λε­τι­κές σχέ­σεις. Κά­τι πα­ρό­μοιο, σε πε­ριο­χές των αν­θρω­πι­στι­κών ε­πι­στη­μών, α­παι­τεί στα­δια­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού κλί­μα­τος, που δεν έ­χουν α­κό­μη λά­βει τέ­τοια έ­κτα­ση. Σή­με­ρα, τα θέ­μα­τα ταυ­τό­τη­τας και φύ­λου προ­κα­λούν α­νη­συ­χία. Θα πρέ­πει να αλ­λά­ξου­με μα­το­γυά­λια, ό­πως πλα­γίως συ­νι­στά ο Μι­σέλ Φου­κώ, για να δού­με τους “anormaux”, “normaux”. Πα­ρό­μοιες ρι­ζο­σπα­στι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις μπο­ρεί να προ­κύ­ψουν, δεν α­πο­κλείε­ται ό­μως να πα­ρα­μεί­νουν ου­το­πι­κό ό­ρα­μα μειο­ψη­φίας.
Το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου, που α­να­φέ­ρε­ται στην πρόσ­λη­ψη του κα­βα­φι­κού έρ­γου, δια­χω­ρί­ζει “ο­μα­λούς και α­νώ­μα­λους”. Ήδη, ό­μως, ο τίτ­λος του βι­βλίου, δη­λώ­νει εμ­φα­τι­κά την ύ­παρ­ξη μιας δια­φο­ρε­τι­κής κοι­νό­τη­τας. Αλιεύε­ται α­πό έ­να κα­βα­φι­κό ση­μείω­μα, με η­με­ρο­μη­νία 15.12.1905, για να ση­μα­το­δο­τή­σει αυ­τήν την και­νο­φα­νή κοι­νό­τη­τα. Σε μία ε­πο­χή που οι ι­δε­ο­λο­γι­κές συλ­λο­γι­κό­τη­τες έ­χουν α­πο­δυ­να­μω­θεί, η έ­ντα­ξη σε μια πα­γκό­σμια κοι­νό­τη­τα α­πο­πνέει αί­σθη­ση α­σφά­λειας. Σύμ­φω­να με τον υ­πό­τιτ­λο του βι­βλίου, ως προ­φή­της και αρ­χη­γέ­της προ­βάλ­λει “ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου σχο­λιά­ζει προ­λο­γι­κά ό­τι θεω­ρεί α­κρι­βέ­στε­ρο το “κουήρ Κα­βά­φης”, που α­πο­δί­δε­ται ως αλ­λό­κο­τος. Αρχι­κά, στα αγ­γλι­κά, η λέ­ξη ή­ταν κα­κό­ση­μη, ω­στό­σο υιο­θε­τή­θη­κε προς α­ντι­κα­τά­στα­ση του γκέι, ως αρ­κού­ντως αό­ρι­στη και ά­ρα, προ­σφε­ρό­με­νη για α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση. Με τη χρή­ση της σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, ε­πι­διώ­κε­ται η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα να μην ταυ­τί­ζε­ται α­πό­λυ­τα με το φύ­λο, αλ­λά να πα­ρα­μέ­νει αό­ρι­στη σε συμ­φω­νία με τις ε­ρω­τι­κές ε­πι­θυ­μίες, που ο­δη­γούν σε η­δο­νές κα­τά μό­νας ή συ­ντρο­φευ­μέ­νες.
Ας ε­πα­νέλ­θου­με, λοι­πόν, στον Κα­βά­φη, ό­χι ό­μως με­μο­νω­μέ­να στον ποιη­τή, ού­τε “βιο­γρα­φί­στι­κα”. Αλλά σε έ­ναν Κα­βά­φη προάγ­γε­λο κοι­νω­νι­κών α­να­τρο­πών, πέ­ραν του πε­δίου της ποίη­σης. Στο διά­λο­γο με τους πα­λαιό­τε­ρους, που α­νοί­γει ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, φαί­νε­ται να μη δί­νει την α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία στην πα­ρά­με­τρο του χρό­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η α­να­φο­ρά του στις α­ντι­δρά­σεις που προ­κά­λε­σε το editorial στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του «Journal of the Hellenic Diaspora» για τα 50 χρό­νια α­πό το θά­να­το του Κα­βά­φη. Συ­γκε­κρι­μέ­να, η ε­πι­γραμ­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση: «Cavafy is neither “perverse” not “obsessed” nor even “erotic”. Cavafy is gay.», την ο­ποία με­τα­φρά­ζει: «Ο Κα­βά­φης δεν εί­ναι πρό­στυ­χος, ού­τε μο­νο­μα­νής, ού­τε καν ε­ρω­τι­κός. Ο Κα­βά­φης εί­ναι γκέι». Ακρι­βέ­στε­ρα, τα ε­πί­θε­τα θα α­πο­δί­δο­νταν, α­ντί­στοι­χα, ως διε­στραμ­μέ­νος, ι­δε­ο­λη­πτι­κός, ε­ρω­τι­κός και κυ­ρίως, το τε­λευ­ταίο ως ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Εν έ­τει 1983, αλ­λά α­κό­μη και μέ­χρι σή­με­ρα, οι δυο λέ­ξεις στα ελ­λη­νι­κά δεν εί­ναι α­κρι­βώς συ­νώ­νυ­μες. 
Στον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, με­τά τον Πό­λε­μο, υιο­θε­τή­θη­κε το γκέι α­κό­μη και σε α­κα­δη­μαϊκό ε­πί­πε­δο, λ.χ., οι σπου­δές φύ­λου αρ­χι­κά α­πο­κα­λού­νταν “σπου­δές γκέι και λε­σβια­κές”, προς α­ντι­κα­τά­στα­ση της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος, που εί­χε προσ­λά­βει μία δυ­σά­ρε­στα κλι­νι­κή χροιά, κα­θώς η ο­μο­φυ­λο­φι­λία α­να­γνω­ρι­ζό­ταν ε­πί­ση­μα ως πνευ­μα­τι­κή νό­σος. Αντι­θέ­τως, στα κα­θ’ η­μάς, το μεν ο­μο­φυ­λό­φι­λος ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νο α­ντι­δά­νειο του γερ­μα­νι­κού homosexual δια­τη­ρού­σε την ου­δε­τε­ρό­τη­τά του, ε­νώ το γκέι ει­σή­χθη στα πρώ­τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια, ως σύν­δρο­μο των μπαρ και της του­ρι­στι­κής ε­πέ­λα­σης. Εξαρ­χής, ε­κτός της κοι­νό­τη­τας των ε­μπλε­κο­μέ­νων, ή­ταν κα­κό­ση­μο. Σε αυ­τό, ό­πως εί­ναι προ­φα­νές και α­πό τις πε­ρι­κο­πές των κει­μέ­νων τους, α­ντέ­δρα­σαν οι Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Δ. Μα­ρω­νί­της, Χα­ρί­κλεια Βα­λιέ­ρι κό­ρη του τρι­τό­το­κου Αρι­στεί­δη Κα­βά­φη. Τους ε­νό­χλη­σε το φορ­τίο της λέ­ξης γκέι, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, το φορ­τίο της λέ­ξης ο­μο­φυ­λό­φι­λος εί­χε ε­νο­χλή­σει τους νεό­τε­ρους αγ­γλό­φω­νους. Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου α­να­φέ­ρε­ται στην ι­στο­ρι­κό­τη­τα των ό­ρων, πα­ρα­βλέ­πει ό­μως τις δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις τους στις δυο γλώσ­σες.
Το βι­βλίο εκ­κι­νεί με τη φρά­ση του Σαβ­βί­δη, «...the erotic poems… earned for Cavafy the ineptly catachrestic label of gay…», που αλ­λοιώ­νε­ται στη με­τά­φρα­ση. Ση­μαί­νει «...η ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά  ε­ξα­σφά­λι­σε στον Κα­βά­φη την α­νό­η­τα υ­περ­βο­λι­κή ε­τι­κέ­τα του γκέι...» και ό­χι, «...την α­νάρ­μο­στη και κα­τα­χρη­στι­κή...». Πι­θα­νώς, λε­πτο­μέ­ρειες. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει έ­να ε­φετ­ζί­δι­κο ά­νοιγ­μα. Ωστό­σο, δεν καλ­λιερ­γεί τον διά­λο­γο, α­ντι­θέ­τως του δί­νει ε­ξαρ­χής ε­πι­θε­τι­κό τό­νο. Το ί­διο θα ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε και για το ξε­κί­νη­μα του πρώ­του κε­φα­λαίου, ό­που ο­λό­κλη­ρο το βι­βλίο πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν α­ντί­δρα­ση σε έ­να δη­μο­σίευ­μα, που, κα­τά τη γνώ­μη του με­λε­τη­τή, συ­νι­στά κά­τι σαν ε­πι­το­μή της πα­ρα­δο­σια­κής ελ­λη­νι­κής κα­βα­φι­κής κρι­τι­κής, α­να­δει­κνύο­ντας την ο­μο­φο­βι­κή στά­ση της. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­φέ­ρε­ται στη φω­το­σει­ρά του ζω­γρά­φου-φω­το­γρά­φου Δη­μή­τρη Γέ­ρου, ό­που ει­κο­νο­γρα­φεί κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα με σκη­νο­θε­τη­μέ­νες α­πό τον ί­διο, βά­σει  συ­γκε­κρι­μέ­νου κά­θε φο­ρά στί­χου ή και ποιή­μα­τος, φω­το­γρα­φίες γνω­στών συγ­γρα­φέων και ει­κα­στι­κών καλ­λι­τε­χνών. Στη ρε­α­λι­στι­κή αυ­τή προσ­γείω­ση της κα­βα­φι­κής ποίη­σης στη σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, με τη δη­μό­σια πε­ρί­πτυ­ξη ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου ζευ­γα­ριού προς ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ποιή­μα­τος «Πο­λυέ­λαιος», εί­χε α­ντι­δρά­σει με καυ­στι­κό άρ­θρο ο Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κης. Από αυ­τό ορ­μώ­με­νος ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, χω­ρί­ζει τους με­λε­τη­τές σε δυο ο­μά­δες, “τους πα­λια­κούς Κα­βα­φι­στές” και τους “Cavafistas”, που βλέ­πουν τον Κα­βά­φη ως “τον πρω­το­τυ­πι­κό ο­μο­φυ­λό­φι­λο ποιη­τή της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας”.   
Βε­βαίως, ο κα­θέ­νας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται έ­ναν συγ­γρα­φέα και το έρ­γο του  μέ­σα α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή. Ωστό­σο, οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές, ι­δίως ό­ταν τρα­βιού­νται με ύ­φος φα­να­τι­κού φί­λα­θλου, εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν έρ­χο­νται α­πό τον διευ­θύ­νο­ντα το Αρχείο Κα­βά­φη. Ο ί­διος δια­τυ­πώ­νει έ­ντο­να και κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη στο βι­βλίο του πα­ρά­πο­να ό­τι στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία το Αρχείο Κα­βά­φη στά­θη­κε α­πέ­να­ντί του έ­να κλει­στό Αρχείο, δυ­σχε­ραί­νο­ντας την ε­ρευ­νη­τι­κή του ερ­γα­σία. Μό­νο που πα­ρό­μοια πα­ρά­πο­να δια­τυ­πώ­νο­νται α­πό με­λε­τη­τές και με­τά την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη. Αλλά σε έ­να ι­διω­τι­κό Αρχείο, εί­ναι στη δια­κρι­τι­κή ευ­χέ­ρεια του διευ­θύ­νο­ντα να ε­πι­τρέ­πει την εί­σο­δο ή να την α­πα­γο­ρεύει, προς δια­φύ­λα­ξη του Αρχείου α­πό κα­κή χρή­ση, ό­που θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι α­νε­πι­θύ­μη­τες α­να­δι­φή­σεις. Ο ί­διος δεν εί­χε το χρό­νο να το ε­ρευ­νή­σει, μό­νο σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση α­να­φέ­ρο­νται κά­ποια ευ­ρή­μα­τα, με την υ­πό­σχε­ση πως τα ό­ποια άλ­λα ε­ντο­πι­στούν θα στοι­χειο­θε­τή­σουν τα μελ­λο­ντι­κά βι­βλία του πε­ρί Κα­βά­φη. 
Με τη ση­με­ρι­νή ε­πο­πτεία του, προ­χω­ρά­ει σε μία μάλ­λον πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας. Υπο­στη­ρί­ζει ό­τι ο Κα­βά­φης ορ­γά­νω­σε τι θα α­φή­σει πί­σω του, κρα­τώ­ντας εν­δει­κτι­κά μό­νο τεκ­μή­ρια των εν­δια­φε­ρό­ντων του και ό­χι το σύ­νο­λο χαρ­τιών και βι­βλίων. Το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “αρ­χείο πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό”, με την έν­νοια ό­τι πε­ριέ­χει πα­ρα­δείγ­μα­τα ε­νός υ­λι­κού. Συ­μπε­ραί­νει, λ.χ., ό­τι υ­πήρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός φά­κε­λοι με α­πο­κόμ­μα­τα γαλ­λι­κών ε­φη­με­ρί­δων γύ­ρω α­πό ο­μο­φυ­λό­φι­λα σκάν­δα­λα στα τέ­λη του 19ου αι., κα­θώς και πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές του η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, που κα­τέ­στρε­ψε. Σύμ­φω­να με τον με­λε­τη­τή, κά­τι τέ­τοιο θα έ­δει­χνε πως “στη δια­μόρ­φω­ση της ποιη­τι­κής υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας” υ­πήρ­χε “συ­ναί­σθη­ση πα­ρα­δειγ­μα­τι­κό­τη­τας”. Λεί­πουν, ό­μως, τα τεκ­μή­ρια ή κά­ποια μαρ­τυ­ρία για πα­ρό­μοια εκ­κα­θά­ρι­ση. Ο μο­να­δι­κός φά­κε­λος σκαν­δά­λου που ε­ντο­πί­στη­κε, α­φο­ρά την πε­ρί­πτω­ση ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου που θεω­ρεί ό­τι οι ε­ρω­τι­κές του ε­μπει­ρίες έ­χουν λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις και τις εκ­μυ­στη­ρεύε­ται ε­πι­στο­λι­κά στον Εμίλ Ζο­λά. Πά­νω σε αυ­τό, θα μπο­ρού­σα­με να ι­σχυ­ρι­στού­με πως η πι­θα­νή λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γή­σεων ή­ταν αυ­τή που πα­ρα­κί­νη­σε τον Κα­βά­φη να κρα­τή­σει τα συ­γκε­κρι­μέ­να α­πο­κόμ­μα­τα. 
Η υ­πό­θε­ση της ύ­παρ­ξης ε­νός “πα­ρα­δειγ­μα­τι­κού αρ­χείου” αλ­λά και ο τρό­πος, με τον ο­ποίο ο Κα­βά­φης κοι­νο­ποιού­σε τα ποιή­μα­τά του, ε­ναλ­λάσ­σο­ντας φυλ­λά­δια και δη­μο­σιεύ­σεις, α­πο­φεύ­γο­ντας συ­στη­μα­τι­κά την έκ­δο­ση βι­βλίου και κρα­τώ­ντας γε­μά­το με α­νέκ­δο­τα ή και κρυμ­μέ­να το “συρ­τά­ρι” του, ω­θούν τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη σύλ­λη­ψη μιας ι­διαί­τε­ρης μορ­φής του α­πο­κα­λού­με­νου “the closet syndrome”. Η λέ­ξη σύν­δρο­μο δεν θα πρέ­πει να μας ο­δη­γή­σει στον Φρόυ­ντ, ο ο­ποίος, μη θεω­ρώ­ντας κα­μιάς φύ­σεως α­σθέ­νεια την ο­μο­φυ­λο­φι­λία, δεν α­σχο­λή­θη­κε με το θέ­μα. Το εν λό­γω σύν­δρο­μο προέ­κυ­ψε ό­ψι­μα, στη δε­κα­ε­τία του 1960, και α­φο­ρά τον “κρυ­φό” ο­μο­φυ­λό­φι­λο, που γε­μά­τος ε­νο­χές κρύ­βε­ται στη ντου­λά­πα μέ­χρι που α­πο­φα­σί­ζει να ε­γκα­τα­λεί­ψει την κρυ­ψώ­να του και να “εκ­δη­λω­θεί”. Ακού­στη­κε ως σύν­θη­μα στη φε­τι­νή Pride Parade, που συ­νέ­πε­σε με την κυ­κλο­φο­ρία του βι­βλίου: «Χθες στη ντου­λά­πα, σή­με­ρα στους δρό­μους, αύ­ριο με τα παι­διά μας». Ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου, στη­ρι­ζό­με­νος στον Φου­κώ και τις δια­νοί­ξεις στο πλαί­σιο της “queer theory” σχε­τι­κά με την κοι­νω­νι­κή κα­τα­σκευή του φύ­λου, σκια­γρα­φεί μία “στρα­τη­γι­κή του Κα­βά­φη” α­πό­κρυ­ψης-έκ­θε­σης της ο­μο­φυ­λό­φι­λης ταυ­τό­τη­τάς του.
Ένας, ω­στό­σο, “πα­λια­κός Κα­βα­φι­στής” θα πα­ρα­τη­ρού­σε ό­τι ο Κα­βά­φης ό­χι μό­νο δεν βγή­κε α­πό την ντου­λά­πα αλ­λά η φι­λο­δο­ξία να α­να­γνω­ρι­στεί το έρ­γο του τον έσ­πρω­ξε α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα. Σε μία χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη των τεκ­μη­ρίων, στα ο­ποία ο Πα­πα­νι­κο­λά­ου στη­ρί­ζει τη θεω­ρία του, πρώ­τα έρ­χο­νται τα ση­μειώ­μα­τα του 1897, που α­να­φέ­ρο­νται σε προ­βλή­μα­τα υ­γείας, τα ο­ποία, σύμ­φω­να με τις ε­πι­κρα­τού­σες τό­τε α­πό­ψεις, με­γε­θύ­νο­νται, κα­θώς ε­κλαμ­βά­νο­νται ως κλι­νι­κά συ­μπτώ­μα­τα των κα­τά μό­νας η­δο­νών. Ακο­λου­θούν τα κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα και ση­μειώ­μα­τα, που γρά­φτη­καν ύ­στε­ρα α­πό τα δυο πρώ­τα τα­ξί­δια στην Αθή­να. Όπου, εν­δια­μέ­σως, εί­χε α­πο­βιώ­σει η Χα­ρί­κλεια Κα­βά­φη, οι η­θι­κές α­να­στο­λές εί­χαν χα­λα­ρώ­σει και  οι συ­ντρο­φευ­μέ­νες η­δο­νές μπο­ρεί και να κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος. Αργό­τε­ρα, κά­ποια “κρυμ­μέ­να” με­ταμ­φιέ­ζο­νται σε ι­στο­ρι­κά, ε­νώ άλ­λα μέ­νουν α­νέκ­δο­τα ή και “α­τε­λή”. Η α­νι­ψιά του Κα­βά­φη γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «...η ό­λη στά­ση του ή­ταν ε­νός α­ρι­στο­κρά­τη. Οι α­δυ­να­μίες του; Έζη­σα σε μια ε­πο­χή ό­που δεν τις κου­βέ­ντια­ζαν...» Οι σύγ­χρο­νοί του λί­γο πο­λύ γνώ­ρι­ζαν τις προ­τι­μή­σεις του, αλ­λά σέ­βο­νταν το προ­φίλ που ο ί­διος πρό­βα­λε. Το γε­γο­νός ό­τι δεν κα­τέ­στρε­ψε τα τό­τε ε­πι­λή­ψι­μα ί­χνη, που υ­πήρ­χαν στο Αρχείο, ι­δίως τα “α­τε­λή” ποιή­μα­τα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί στο λι­γο­ψύ­χι­σμα κά­ποιου που ελ­πί­ζει μέ­χρι την ύ­στα­τη στιγ­μή. Δη­λα­δή, α­να­φύε­ται το ε­ρώ­τη­μα, μή­πως ο με­λε­τη­τής ε­πεν­δύει κα­θ’ υ­περ­βο­λή στην αί­σθη­ση κοι­νό­τη­τας, που εκ­φρά­ζει ο 42χρο­νος, τό­τε ε­ρω­τό­λη­πτος, Κα­βά­φης, με το “σαν κ’ ε­μέ­να κα­μω­μέ­νοι”. Εκτός κι αν πράγ­μα­τι το Αρχείο φυ­λά­ει μυ­στι­κά και ντο­κου­μέ­ντα. 
Σύμ­φω­να, πά­ντως, με τον Πα­πα­νι­κο­λά­ου, η πρώ­τη εκ­δο­χή της “ντου­λά­πας” στο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη βρί­σκε­ται στο ποίη­μα «Τεί­χη», του ο­ποίου τις τύ­χες α­κρο­θι­γώς εί­χα­με α­να­ζη­τή­σει (Επο­χή, 7/9/2014). Η α­να­φο­ρά του εί­ναι η πιο πρό­σφα­τη τύ­χη, που ε­πι­φυ­λά­χθη­κε στο εν λό­γω ποίη­μα, κι αυ­τή ε­πε­τεια­κή, ό­πως ε­κεί­νη του Σι­κε­λια­νού το 1943. Ωστό­σο, δεν το συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στα 22 ποιή­μα­τα που πα­ρα­θέ­τει στο βι­βλίο του. Συ­νο­λι­κά α­να­φέ­ρο­νται 72 ποιή­μα­τα, 53 “του κα­νό­να”, 14 α­νέκ­δο­τα και πέ­ντε “α­τε­λή”. Τα ε­κτός “του κα­νό­να” μπο­ρεί τα πε­ρισ­σό­τε­ρα να ε­κτι­μώ­νται ως “ποιη­τι­κώς α­δρα­νή”, κα­τα­λαμ­βά­νουν ό­μως κυ­ρίαρ­χη θέ­ση σε αυ­τήν τη “νέα α­νά­γνω­ση”. Τε­λι­κά, το κα­βα­φι­κό σώ­μα, ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η ε­νός και πλέ­ον αιώ­να κα­βο­φο­λο­γία, φέρ­νει στο νου την συρ­τα­ρω­τή Αφρο­δί­τη του Ντα­λί. Ένα συρ­τά­ρι, ου­σια­στι­κά το πρώ­το του τρέ­χο­ντος αιώ­να, εί­ναι αυ­τό του βι­βλίου. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/11/2014.