Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Με ομ­φα­λό την Ίσταν­μπου­λ


Ψαρόβαρκες στον Κεράτιο κόλπο, 1962. Φωτογραφία του αρμενικής καταγωγής Τούρκου φωτογράφου Αρά Γκιουλέ (Μουσείο Μπενάκη)







Ισμή­νη Κα­ρυω­τά­κη
«Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Αύ­γου­στος 2012

Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία του νέ­ου βι­βλίου της Ισμή­νης Κα­ρυω­τά­κη α­πό τις πρό­σφα­τες ε­ορ­τα­στι­κές προ­τά­σεις των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες. Σε ποιόν, ά­ρα­γε, χρεώ­νε­ται; Στον εκ­δο­τι­κό οί­κο, στην συγ­γρα­φέα, ή και στους δυο, που δεν το προώ­θη­σα­ν; Για­τί α­πο­κλείου­με να μην ά­ρε­σε στους συ­γκε­κρι­μέ­νους αν­θρώ­πους, που κα­ταρ­τί­ζουν τα έν­θε­τα. Κρί­νο­ντας, ω­στό­σο, α­πό ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­λο­γές, τα γού­στα φαί­νε­ται με την κρί­ση να έ­χουν υ­πο­στεί κι αυ­τά κά­ποια με­τα­βο­λή.
Όπως και να έ­χει, ε­πτά χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου, τρί­του στη σει­ρά, βι­βλίου της Κα­ρυω­τά­κη, «Με­τα­τρο­πή, Αντλιο­στά­σιο, Γιά­λο­βα», ας πιά­σου­με το νή­μα α­πό ε­κεί που το εί­χα­με α­φή­σει. Τό­τε, ση­μειώ­να­με, ό­τι τα δυο πρώ­τα βι­βλία της εί­ναι υ­βρι­δι­κής σύν­θε­σης. Στο πρώ­το, «Στο σκο­τά­δι και το φως λά­μνει η ψυ­χή μου», λι­μναίες ει­κό­νες ι­στο­ρού­νται με λέ­ξεις, ε­νώ, στο δεύ­τε­ρο, «Το νη­σί», η α­φή­γη­ση πε­ρι­πλέει τις ει­κό­νες. Αντι­θέ­τως, στο τρί­το, η α­φή­γη­ση παίρ­νει την πρω­το­κα­θε­δρία, με τις “φω­το­γρα­φίες, ζω­γρα­φιές και σχέ­δια” σε θέ­ση α­πλού διά­κο­σμου. Κα­τα­λή­γα­με, πά­ντως, με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι τα λο­γο­τε­χνι­κά φτε­ρου­γί­σμα­τα της συγ­γρα­φέως ά­φη­ναν την ε­ντύ­πω­ση του φευ­γα­λέ­ου. Αυ­τήν, λοι­πόν, την ε­ντύ­πω­ση, ό­χι μό­νο την δια­σκε­δά­ζει αλ­λά την δια­λύει, μάλ­λον ο­ρι­στι­κά, το τέ­ταρ­το εκ­δο­τι­κό της εγ­χεί­ρη­μα. Δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το, αυ­τό α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό, την συ­στή­νει ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη του 2012. Ώρι­μη και έ­τοι­μη να δρέ­ψει τις α­ντι­στοι­χού­σες δάφ­νες.
Ο τίτ­λος του βι­βλίου θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο γε­νι­κός τίτ­λος της τρι­λο­γίας, που ξε­κι­νά­ει το 2001 με το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της. Σε ε­κεί­νο, ε­στιά­ζει στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” δυο προ­σώ­πων στον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο ε­νός νη­σιού. Στο ε­πό­με­νο, με­τά τέσ­σε­ρα χρό­νια, στην “α­πό­πει­ρα συ­νά­ντη­σης” της αρ­χι­τέ­κτο­νος α­φη­γή­τριας με έ­ναν τό­πο, τη λι­μνο­θά­λασ­σα της Γιά­λο­βας. Ενώ, το πρό­σφα­το, μια ε­πτα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό συ­να­ντή­σεις της η­ρωί­δας, και πά­λι μιας αρ­χι­τέ­κτο­νος, αμ­φο­τέ­ρων των τύ­πων. Ο τίτ­λος α­να­φέ­ρε­ται τό­σο στη συ­νά­ντη­σή της με έ­ναν άν­δρα, ό­σο και με έ­ναν τό­πο. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για έ­να α­στι­κό το­πίο, την πό­λη της Ίσταν­μπουλ.

Πει­ραγ­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα

Αν στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο την α­φορ­μή για το τα­ξί­δι στο Ναυα­ρί­νο και την πα­ρα­κεί­με­νη λι­μνο­θά­λασ­σα την προ­σφέ­ρει η α­νά­θε­ση ε­νός αρ­χι­τε­κτο­νι­κού έρ­γου, στο πρό­σφα­το την δί­νει έ­να συ­νέ­δριο, στο ο­ποίο η η­ρωί­δα προ­σκλή­θη­κε να συμ­με­τά­σχει. Κα­τά την α­φή­γη­ση, αυ­τό εί­ναι το 20ό Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που έ­γι­νε στην Ίσταν­μπουλ 3-7 Ιου­λίου 2005. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται για το 22ο Πα­γκό­σμιο Συ­νέ­δριο Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που πράγ­μα­τι έ­λα­βε χώ­ρα στην Ίσταν­μπουλ ε­κεί­νη την ε­βδο­μά­δα. Το 20ό, έ­ξι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, α­φού τα εν λό­γω συ­νέ­δρια της Διε­θνούς Ένω­σης Αρχι­τε­κτό­νων διορ­γα­νώ­νο­νται α­νά τριε­τία, πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Πε­κί­νο.
Η αλ­λα­γή θα πρέ­πει να εί­ναι μέ­ρος της λε­γό­με­νης “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­πο­κλείε­ται να πρό­κει­ται πε­ρί lapsus calami, α­φού, στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι πρό­κει­ται για το 22ο. Ευ­και­ρία να α­να­φερ­θού­με σε αυ­τό το σχε­τι­κά νέο εί­δος με­ταλ­λαγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος στο με­τα­μο­ντέρ­νο το­πίο της λο­γο­τε­χνίας. Ο ό­ρος “πει­ραγ­μέ­νο” χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τις τρο­πο­ποιη­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις σε μη­χα­νή­μα­τα και μου­σι­κά όρ­γα­να προς βελ­τίω­ση της α­πο­δό­σεώς τους. Επί­σης, για τις αλ­λα­γές σε οι­κο­νο­μι­κά δε­δο­μέ­να προς νό­θευ­σή τους. Από ε­κεί τον δα­νεί­στη­καν οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας για να ο­νο­μα­τί­σουν μια μορ­φή ψευ­δούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που συ­νί­στα­ται σε μι­κρές, δυσ­διά­κρι­τες στον μη κα­λό γνώ­στη, δια­φο­ρο­ποιή­σεις των πραγ­μα­το­λο­γι­κών δε­δο­μέ­νων. Όσοι συγ­γρα­φείς κα­τα­φεύ­γουν σε πα­ρό­μοια α­φη­γη­μα­τι­κά τε­χνά­σμα­τα, δια­τεί­νο­νται ό­τι, με αυ­τόν τον τρό­πο, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση και δυ­να­μι­κή. Από την πλευ­ρά μας, δια­τη­ρού­με ε­πι­φυ­λά­ξεις για το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας” στη μυ­θο­πλα­σία. Πέ­ραν της στρε­βλής ει­κό­νας που δί­νει στον α­να­γνώ­στη, πα­ρα­σύ­ρει σε λά­θος συ­μπε­ρά­σμα­τα τους ει­δι­κούς δια­φό­ρων ε­πι­στη­μο­νι­κών κλά­δων, κυ­ρίως ι­στο­ρι­κούς και κοι­νω­νιο­λό­γους, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αν­τλούν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα στοι­χεία α­πό τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα ο­ποία συ­να­ριθ­μούν στα υ­πό­λοι­πα τεκ­μή­ρια.
Επα­νερ­χό­με­νοι στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, στην αλ­λη­λο­γρα­φία της η­ρωί­δας, συ­γκε­κρι­μέ­να σε ε­πι­στο­λή προς αυ­τήν της υ­πευ­θύ­νου της Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του Συ­νε­δρίου, α­να­φέ­ρε­ται ως χρο­νο­λο­γία το έ­τος 2009 α­ντί του 2005, που έ­λα­βε χώ­ρα το Συ­νέ­δριο. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί έ­να ε­πι­πλέ­ον στοι­χείο “πει­ραγ­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας”, ό­σο και τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος. Κα­τά κα­νό­να, πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­βλη­μα­τι­κές α­πο­βαί­νουν οι τρο­πο­ποιή­σεις σε δά­νεια α­πο­σπά­σμα­τα κει­μέ­νων. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νέ­δριο αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, στις ο­μι­λίες γνω­στών αρ­χι­τε­κτό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιά­πω­νας Τα­ντάο Άντο α­φη­γεί­ται το πώς υιο­θέ­τη­σε έ­ναν α­δέ­σπο­το σκύ­λο και του έ­δω­σε το ό­νο­μα του ση­μα­ντι­κό­τε­ρου αρ­χι­τέ­κτο­να της με­τα­πο­λε­μι­κής Ια­πω­νίας, του Κέν­ζο Τάν­γκε. Αυ­τή η ι­στο­ρία εί­ναι γνω­στή, αλ­λά σε μια δια­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή, που δεί­χνει τα πρό­τυ­πα που έ­χει ο αυ­το­δί­δα­χτος Άντο. Τον σκύ­λο σκέ­φτη­κε μεν να τον ο­νο­μά­σει Κέν­ζο, αλ­λά, τε­λι­κά, τον α­πο­κά­λε­σε Λε Κορ­μπυ­ζιέ.

Εμφα­νής δια­κει­με­νι­κό­τη­τα

Αυ­τή, ω­στό­σο, η πα­ραλ­λα­γή μάλ­λον ε­ντάσ­σε­ται στις “συ­νο­μι­λίες” με ξέ­να κεί­με­να, που στή­νει έ­νας συγ­γρα­φέ­ας και οι ο­ποίες, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη, εί­ναι ε­κτε­τα­μέ­νες. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για τη συ­νή­θη λαν­θά­νου­σα δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Εδώ, τα δά­νεια α­πό τους ε­πι­φα­νείς της λο­γο­τε­χνίας δη­λώ­νο­νται, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται ως δια­βά­σμα­τα της η­ρωί­δας, ε­νώ ε­κεί­να α­πό τους δια­πρε­πείς της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής δι­καιο­λο­γού­νται ως α­κού­σμα­τα α­πό ο­μι­λίες τους. Μό­νο στην πε­ρί­πτω­ση ε­νός νεό­τε­ρου Έλλη­να αρ­χι­τέ­κτο­να, το ό­νο­μά του δεν εν­σω­μα­τώ­νε­ται στην α­φή­γη­ση, αλ­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στις ση­μειώ­σεις στο τέ­λος του βι­βλίου. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Ση­μαιο­φο­ρί­δης, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κος της η­ρωί­δας, που θα μπο­ρού­σε να πά­ρει θέ­ση στον μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο της σαν έ­νας ο­ρα­μα­τι­στής, που έ­φυ­γε πρόω­ρα, το 2002, δη­λα­δή, σχε­τι­κά κο­ντά στο χρό­νο του Συ­νε­δρίου. Όσο για το αι­σθη­τι­κό ό­φε­λος α­πό αυ­τήν την ε­κτε­τα­μέ­νη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, μέ­νει κι αυ­τό ζη­τού­με­νο. Οφεί­λου­με, ω­στό­σο, να την συ­γκρα­τή­σου­με ως δο­μι­κό στοι­χείο της συγ­γρα­φι­κής αι­σθη­τι­κής.
Για το ε­ξώ­φυλ­λο, η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει μια ασ­πρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία α­πό την ται­νία, «Σταθ­μός α­πο­χαι­ρε­τι­σμού», του Κρις Μαρ­κέ­ρ, γυ­ρι­σμέ­νη πριν α­πό μι­σό αιώ­να. Πι­θα­νώς και ως έμ­με­ση υ­πεν­θύ­μι­ση του πρό­σφα­του θα­νά­του του Γάλ­λου κι­νη­μα­το­γρα­φι­στή, συ­μπτω­μα­τι­κά την ε­πο­μέ­νη των γε­νε­θλίων του, στις 30 Ιου­λίου, κλεί­νο­ντας τα 91. Η συγ­γρα­φέ­ας, πά­ντως, στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, ε­ξη­γεί την προ­τί­μη­σή της: “Τα πλά­να της τυ­χαίας συ­νά­ντη­σης του ζευ­γα­ριού και της πε­ρι­πλά­νη­σής του στην πό­λη εί­ναι ό,τι α­κρι­βώς εί­χα πλά­σει με τη φα­ντα­σία μου.” Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν πρό­κει­ται α­κρι­βώς για πλά­να, α­φού ο Μαρ­κέρ εί­χε φτιά­ξει σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη την 28λε­πτη ται­νία του, μο­ντά­ρο­ντας σει­ρά φω­το­γρα­φιών. Και βε­βαίως, η πό­λη δεν εί­ναι η Ίσταν­μπουλ αλ­λά το Πα­ρί­σι, σύμ­φω­να και με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο της ται­νίας «Η α­πο­βά­θρα του Ορλύ». Εκεί, ο ή­ρωας, έ­νας τα­ξι­δευ­τής στο χρό­νο κα­τά α­νά­στρο­φη φο­ρά, ξα­να­συ­να­ντά τη σύ­ζυ­γό του και τον αλ­λο­τι­νό ε­αυ­τό του. Εξ ου οι φα­σμα­τώ­δεις σι­λουέ­τες της φω­το­γρα­φίας, που, στην πε­ρί­πτω­ση της ι­στο­ρίας της Κα­ρυω­τά­κη, δη­μιουρ­γούν, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­θυ­μη­τή αί­σθη­ση μυ­στη­ρίου για τον ά­γνω­στο, που η αρ­χι­τε­κτό­νισ­σα συ­να­ντά­ει στα σο­κά­κια της Ίστα­ν­μπουλ. Τον Ορχάν, ό­πως τον α­πο­κα­λεί, α­φού πο­τέ δεν έ­μα­θε το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μά του.
Στο ε­ρώ­τη­μα για­τί του έ­δω­σε “αυ­τό το μυ­στή­ριο ό­νο­μα”, η η­ρωί­δα α­πα­ντά πως το διά­λε­ξε τυ­χαία, κα­θώς χρεια­ζό­ταν έ­να ό­νο­μα για να μπο­ρεί να α­φη­γεί­ται την ι­στο­ρία που έ­ζη­σε. Κα­θό­λου τυ­χαία, ω­στό­σο, δεν πρέ­πει να φά­νη­κε στους φί­λους της, η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος, α­φού μό­λις εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει στα ελ­λη­νι­κά, Οκτώ­βριο 2005, η «Ίσταν­μπουλ» του Ορχάν Πα­μούκ. Άλλω­στε, μέ­σα α­πό τις ε­πι­λο­γές για ο­νό­μα­τα και πρό­σω­πα, προ­βάλ­λει το προ­φίλ της δια­νοού­με­νης η­ρωί­δας, α­ντί των ε­κτε­νών σχο­λίων, που θα προ­βλέ­πο­νταν σε έ­να συμ­βα­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Πα­ρό­λο που ο τίτ­λος της ει­σή­γη­σής της στο Συ­νέ­δριο εί­ναι «Από­πει­ρα συ­νά­ντη­σης με την πό­λη», ού­τε μια φο­ρά δεν α­να­φέ­ρε­ται στην Ίσταν­μπουλ “τό­τε που ή­τα­ν” Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ακό­μη και ό­ταν κα­τα­φεύ­γει στη λέ­ξη πό­λη, δεν ε­πι­στρα­τεύει, ως έμ­με­ση α­να­φο­ρά, έ­να κε­φα­λαίο πι. Γε­νι­κώς, ε­κτός α­πό τον Βό­σπο­ρο, τον Γα­λα­τά και τα Πρι­γκι­πό­νη­σα, δεν μνη­μο­νεύο­νται το­πω­νύ­μια στα ελ­λη­νι­κά. Μό­νο ο Ορχάν της θυ­μί­ζει ό­τι “η Istiklal τό­τε ή­ταν το Πέ­ρα­ν”.

Συ­ναρ­πα­στι­κές
α­φη­γη­μα­τι­κές νη­σί­δες

Η α­φή­γη­ση της συ­νά­ντη­σής της με την Ίσταν­μπουλ α­πο­τυ­πώ­νε­ται με ει­κό­νες α­πό τα α­νό­θευ­τα μέ­ρη μιας πό­λης, που δια­τη­ρεί α­κό­μη α­να­το­λί­τι­κο αέ­ρα. Ενώ, τα α­φη­γη­μα­τι­κά “εν­στα­ντα­νέ” α­πό τους χώ­ρους του Συ­νε­δρίου το­νί­ζουν τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­θνό­τη­τες, που συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε πα­ρό­μοιες διε­θνούς χα­ρα­κτή­ρα εκ­δη­λώ­σεις, σε ό­ποιες με­γα­λου­πό­λεις Δύ­σης και Ανα­το­λής κι αν διορ­γα­νώ­νο­νται. Από την πλευ­ρά της η συγ­γρα­φέ­ας, δεν “συ­νο­μι­λεί” με τους συγ­γρα­φείς της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, αλ­λά με τους σύγ­χρο­νους της Ίσταν­μπουλ. Ωστό­σο, “το δια­κεί­με­νο”, ό­πως το α­πο­κα­λούν, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σει το βι­βλίο της, δεν εί­ναι ε­κεί­νο των τα­ξι­διω­τι­κών κει­μέ­νων. Οι ε­πι­διώ­ξεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες, κα­θώς τα βι­βλία με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί” η α­φή­γη­ση στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό “τον πλά­νη­τα” των πό­λεων. Εί­ναι τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι διά­βα­σε η η­ρωί­δα πριν την α­να­χώ­ρη­σή της για την Ίσταν­μπουλ. Κι ό­μως, ό­χι α­κρι­βώς. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ βι­βλίο του Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν με τίτ­λο «Ο πλά­νης». Μό­νο κε­φά­λαιο βι­βλίου του, που εκ­δό­θη­κε με­τά θά­να­το και ό­που συ­γκε­ντρώ­θη­καν δη­μο­σιευ­μέ­να και α­δη­μο­σίευ­τα κεί­με­νά του γύ­ρω α­πό τον Σαρλ Μπων­τλαίρ “έ­ναν λυ­ρι­κό στην ακ­μή του κα­πι­τα­λι­σμού”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του βι­βλίου. Οπό­τε θα χρεια­ζό­ταν ση­μείω­ση του α­φη­γη­τή με την ορ­θή πα­ρα­πο­μπή προς δια­φώ­τι­ση του α­να­γνώ­στη, ι­δίως του μη ε­ξοι­κειω­μέ­νου με τα “πει­ραγ­μέ­να” πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι η πράγ­μα­τι συ­ναρ­πα­στι­κή “συ­νο­μι­λία” της α­φή­γη­σης με τον «Άνθρω­πο του πλή­θους» του Πόε, ό­σο και με τον αρ­γό­σχο­λο πε­ρι­πα­τη­τή του Μπέν­για­μιν.
Η Κα­ρυω­τά­κη χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο της νου­βέ­λα, μάλ­λον με την ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία που έ­χει ο ό­ρος στην αγ­γλι­κή λο­γο­τε­χνία, πα­ρά σαν το εν­διά­με­σο, α­πό α­πό­ψεως έ­κτα­σης, με­τα­ξύ διη­γή­μα­τος και μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Επι­λέ­γει την α­πο­σπα­σμα­τι­κή μορ­φή, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας κε­φά­λαια ή και τμή­μα­τα κε­φα­λαίων, που α­νή­κουν σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές α­φη­γη­μα­τι­κές φόρ­μες: η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις, ε­πι­στο­λές, ο­μι­λίες σε συ­νέ­δριο, ε­λεύ­θε­ρος πλά­γιος λό­γος. Κα­τορ­θώ­νει, ω­στό­σο, σε αυ­τόν τον πο­λυει­δή κα­τα­κερ­μα­τι­σμό, να υ­περ­τε­ρεί η τε­λευ­ταία μορ­φή και τε­λι­κά, να υ­πε­ρι­σχύει η ε­ντύ­πω­ση μιας α­φή­γη­σης συ­νε­χούς ροής. Κι αυ­τό, χά­ρις σε έ­να τρί­το πρό­σω­πο, που πα­ρα­κο­λου­θεί νο­ε­ρά το ζευ­γά­ρι στις πε­ρι­πλα­νή­σεις του στην πό­λη. Εί­ναι ο α­φη­γη­τής της ι­στο­ρίας τους, “ο Α”, ό­πως αυ­το­συ­στή­νε­ται, ο ο­ποίος πα­ρεμ­βαί­νει στα προ­σω­πι­κά κεί­με­να της η­ρωί­δας, η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές. Μέ­ρος μό­νο α­πό αυ­τά πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σιο, ε­νώ το με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι τους το α­να­δια­τάσ­σει σε συ­νειρ­μι­κή αλ­λη­λου­χία. Σχο­λιά­ζει ό,τι δια­βά­ζει και φα­ντα­σιώ­νε­ται τα δια­τρέ­ξα­ντα.
Η συγ­γρα­φέ­ας φρο­ντί­ζει τις λε­κτι­κές α­πο­χρώ­σεις στο λό­γο του α­φη­γη­τή, έ­τσι ώ­στε να πε­ρι­γρά­φο­νται μεν οι δια­θέ­σεις της η­ρωί­δας, αλ­λά να δια­τη­ρεί­ται η δι­κή του ι­διο­προ­σω­πία. Μό­νο ο ε­πί­λο­γός του, με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες φα­ντα­σιώ­σεις, μέ­νει κά­πως με­τέω­ρος. Το κο­ρυ­φαίο, πά­ντως, συμ­βάν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­λα τα άλ­λα συ­νι­στούν δι­κά του προ­εόρ­τια και με­θεόρ­τια, η συ­νά­ντη­ση της η­ρωί­δας με τον ά­γνω­στο ά­ντρα, τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ορχάν, το α­φη­γεί­ται η ί­δια σε μια ε­γκι­βω­τι­σμέ­νη στη νου­βέ­λα μί­νι νου­βέ­λα. Αυ­τή την novelette την εκ­φω­νεί υ­πό μορ­φή ο­μι­λίας στο Συ­νέ­δριο α­ντί της προ­ε­τοι­μα­σμέ­νης ει­σή­γη­σης. Θα φαι­νό­ταν πρω­τό­τυ­πο ως εύ­ρη­μα, αν δεν εί­χε προ­η­γη­θεί η εκ­φώ­νη­ση της νου­βέ­λας «Ο τε­λευ­ταίος Βαρ­λά­μης» α­πό τον Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό α­ντί ο­μι­λίας στην Ακα­δη­μία κα­τά την ε­πί­ση­μη τε­λε­τή υ­πο­δο­χής του ως νέ­ου τα­κτι­κού μέ­λους, στις 27 Απρι­λίου 2010.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, το βι­βλίο της Κα­ρυω­τά­κη εί­ναι διτ­τά εν­δια­φέ­ρον. Κυ­ρίως, ως ε­πί­λε­κτο πε­ζό ε­πι­λε­κτι­κού συγ­γρα­φέα για την ι­σχνή με­ρί­δα ε­πι­λε­κτι­κών α­να­γνω­στών και δευ­τε­ρευό­ντως, ω­φέ­λι­μο για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, ως πα­ρα­κί­νη­ση για την α­νά­γνω­ση νε­ο­τε­ρι­κών κει­μέ­νων, που σή­με­ρα πλέ­ον θεω­ρού­νται κλα­σι­κά.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/1/2013.