Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

“Μικρές λίστες” του «Διαβάζω». Πέντε απορίες και μια διαπίστωση

Την προ­η­γού­με­νη Δευ­τέ­ρα δό­θη­καν στη δη­μο­σιό­τη­τα οι “μι­κρές λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων για τα βρα­βεία του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», τα ο­ποία θα α­πο­νε­μη­θούν στις 4 Μαΐου. Τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία ε­πι­λέχ­θη­καν, ό­πως προσ­διο­ρί­ζε­ται, α­πό “τη βι­βλιο­πα­ρα­γω­γή του 2008”. Η ε­πτα­με­λής κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή α­παρ­τί­ζε­ται α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς, με­λε­τη­τές και κρι­τι­κούς: Αλέ­ξης Ζή­ρας, Κώ­στας Κα­ρα­κώ­τιας, Ντέι­βι­ντ Κό­νο­λι, Χρι­στί­να Ντου­νιά, Δη­μή­τρης Πο­λυ­χρο­νά­κης, Λί­ζυ Τσι­ρι­μώ­κου και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης, που εί­ναι α­νά­με­σά τους ο μό­νος και με την ι­διό­τη­τα του πε­ζο­γρά­φου. Πι­στεύου­με πως τα σχό­λια για τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής πε­ριτ­τεύουν. Οι κρι­τές δεί­χνουν με τις “λί­στες” που προ­τεί­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό τους γού­στο και τις προ­σω­πι­κές τους συ­μπά­θειες. Ωστό­σο, θα δια­τυ­πώ­σου­με πέ­ντε α­πο­ρίες, χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή ε­λε­γκτι­κή διά­θε­ση, μό­νο και μό­νο ε­πει­δή α­δυ­να­τού­με να κα­τα­νοή­σου­με ο­ρι­σμέ­να ση­μεία στις “λί­στες”. Τέ­λος, θα προ­σθέ­σου­με και μια δια­πί­στω­ση, πι­στεύο­ντας πως εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα.
Απο­ρία πρώ­τη: Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες του «Δια­βά­ζω», κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο του πε­ριο­δι­κού, τρο­πο­ποίη­σαν τον κα­νο­νι­σμό για την α­πο­νο­μή του βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, πε­ριο­ρί­ζο­ντάς το σε υ­πο­ψή­φιους κά­τω των σα­ρά­ντα ε­τών, ε­πι­βάλ­λε­ται κα­τά την κα­τάρ­τι­ση της “λί­στας”, πέ­ραν της λο­γο­τε­χνι­κής ποιό­τη­τας ε­νός βι­βλίου, να ε­λέγ­χε­ται και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα. Στη “λί­στα” των εν­νέα υ­πο­ψη­φίων, ο Νί­κος Αδάμ Βου­δού­ρης, πα­ρό­λο που έ­γρα­ψε έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο, θα πρέ­πει να α­πο­κλει­στεί, κα­θό­σον, σύμ­φω­να με τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, εί­ναι γεν­νη­θείς στις 9.5.1965. Ενώ, έ­να δεύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Ψάλ­της, βρί­σκε­ται η­λι­κια­κά α­κρι­βώς στο ό­ριο.
Απο­ρία δεύ­τε­ρη: Στα υ­πο­ψή­φια βι­βλία για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση, «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα. Διό­λου α­πί­θα­νο, ως υ­πο­ψή­φιο προς βρά­βευ­ση στην εν λό­γω κα­τη­γο­ρία, να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βι­βλίων.
Απο­ρία τρί­τη: Πα­ρα­τη­ρώ­ντας στις “λί­στες” των υ­πο­ψη­φίων βι­βλίων την κα­τά εκ­δο­τι­κό οί­κο α­ντι­στοι­χού­σα συμ­με­το­χή, έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί η εκ­προ­σώ­πη­ση τριών με­γά­λων εκ­δο­τι­κών οί­κων, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, με έ­να μό­νο βι­βλίο: Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Ο τε­λευ­ταίος, μά­λι­στα, ε­φέ­τος το χει­μώ­να ε­ξέ­δω­σε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γνω­στών συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία και συ­ζη­τή­θη­καν και στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας α­νή­κουν. Συν­θή­κες, τις ο­ποίες ο­ρι­σμέ­να α­πό τα προ­κρι­νό­με­να βι­βλία δεν πλη­ρούν.
Απο­ρία τέ­ταρ­τη: Ανα­φέ­ρε­ται πως ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός ε­ξαι­ρέ­θη­καν α­πό τη μι­κρή “λί­στα” του βρα­βείου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ό­πως οι ί­διοι ε­πι­θυ­μού­σαν, ε­πει­δή κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις. Απο­ρού­με, κα­τ’ αρ­χήν, πως ο­ρί­ζε­ται μια δη­μό­σια θέ­ση. Ένας κα­θη­γη­τής πα­νε­πι­στη­μίου ή έ­νας δι­πλω­μά­της, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν κα­τέ­χει δη­μό­σια θέ­ση; Αλλά, κυ­ρίως, α­πο­ρού­με για την πρω­το­βου­λία των συ­γκε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέων, που δεί­χνει πως αμ­φι­σβη­τούν το α­διά­βλη­το της κρι­τι­κής δια­δι­κα­σίας. Αν υ­πάρ­χουν τέ­τοιες υ­πό­νοιες για το έρ­γο ε­νός κρι­τι­κού, εί­τε πρό­κει­ται για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις που δη­μο­σιεύει εί­τε για τις βρα­βεύ­σεις στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χει, τό­τε τα βι­βλία ό­σων κα­τέ­χουν δη­μό­σιες θέ­σεις θα έ­πρε­πε να ε­ξαι­ρού­νται και α­πό τις κρι­τι­κές πα­ρου­σιά­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, οι κα­τέ­χο­ντες δη­μό­σιες θέ­σεις έ­δει­ξαν πά­ντο­τε ε­μπι­στο­σύ­νη στην κρι­τι­κή. Αρκεί να θυ­μί­σου­με το πα­ρά­δειγ­μα του Νί­κου Θέ­με­λη, ο ο­ποίος, το ί­διο έ­τος, και πα­ρά την υ­ψη­λή θέ­ση που κα­τεί­χε, α­πο­δέχ­θη­κε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ό­σο και το α­ντί­στοι­χο Βρα­βείο του «Δια­βά­ζω».
Απο­ρία πέ­μπτη: Και μια α­πο­ρία μάλ­λον προ­σω­πι­κή, ε­πει­δή εμ­μέ­νου­με στην ά­πο­ψη πως υ­πάρ­χει μια ε­λά­χι­στη κοι­νή συ­νι­στώ­σα στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο, αρ­νού­με­νοι να α­πο­δε­χτού­με τον πλή­ρη υ­πο­κει­με­νι­σμό. Απο­ρού­με, λοι­πόν, για την α­που­σία α­πό τη “λί­στα” πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων του Πά­νου Τσί­ρου, για τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», που εκ­δό­θη­κε τον Ια­νουά­ριο του 2008. Μή­πως οι κρι­τές δεν διά­βα­σαν το βι­βλίο; Για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, τα μέ­λη μιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής δεν μπο­ρεί να έ­χουν δια­βά­σει το σύ­νο­λο της βι­βλιο­πα­ρα­γω­γής ε­νός έ­τους. Εκτός α­πό ό­σα βι­βλία γνω­ρί­ζουν εξ αυ­το­ψίας, τους ε­πη­ρεά­ζει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τύ­που και εάν κρί­νου­με α­πό τις “λί­στες”, ο εκ­δό­της, που έ­χει ε­ξε­λιχ­θεί στον κα­λύ­τε­ρο μά­νατ­ζερ ε­νός συγ­γρα­φέα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­πει­δή ζού­με σε πο­νη­ρούς και­ρούς, διευ­κρι­νί­ζου­με πως ο Τσί­ρος δεν εί­ναι συγ­γε­νής ή φί­λος ού­τε καν γνω­στός.
Τέ­λος, θα θέ­λα­με να δια­τυ­πώ­σου­με και μια εν­δια­φέ­ρου­σα δια­πί­στω­ση. Όπως δεί­χνουν και οι “λί­στες”, το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό, κά­τι σαν τις κλη­ρο­νο­μι­κές αρ­ρώ­στιες. Αλλιώς, πώς να ε­ξη­γή­σει κα­νείς το γε­γο­νός ό­τι ό­λα τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ε­ντός του 2008 συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις “λί­στες”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας

«Το Δέ­ντρο»
Τεύ­χος 167-168
Χει­μώ­νας 2008
Εδώ και αρ­κε­τά χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν α­πο­δε­χτεί να γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, έ­χουν φτά­σει να γρά­φουν μό­νο κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κί­νη­σαν με διη­γή­μα­τα, ό­μως, στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν και νου­βέ­λες, προ­σφά­τως δε, α­να­κοι­νώ­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τους κα­θο­ρί­ζουν το θέ­μα, κα­τά κα­νό­να, τους προσ­διο­ρί­ζουν και την έ­κτα­ση, το ο­ποίο ση­μαί­νει τον α­κρι­βή α­ριθ­μό λέ­ξεων. Μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χου­με α­κού­σει για πα­ραγ­γε­λίες των τρια­κο­σίων λέ­ξεων μέ­χρι και των δυό­μι­σι χι­λιά­δων ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων. Οι λέ­ξεις, μά­λι­στα, α­πο­βαί­νουν το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, ό­χι μό­νο της μορ­φής –ποιος σκά­ζει για τη μορ­φή– ό­σο της α­μοι­βής, που έ­χει α­πο­βεί ο κύ­ριος στό­χος των συγ­γρα­φέων, μια και ε­παί­ρο­νται πως εί­ναι πλέ­ον και ε­παγ­γελ­μα­τίες. Τώ­ρα, βε­βαίως, ε­μείς για­τί να α­νη­συ­χού­με για το κα­λό της λο­γο­τε­χνίας; Αφού έ­τσι συμ­βαί­νει σε Εσπε­ρία και Αμε­ρι­κή, αυ­τό θα εί­ναι και το πρέ­πον.
Το πα­ρή­γο­ρο, πά­ντως, εί­ναι πως, συν το χρό­νω, οι πα­ραγ­γε­λιο­δό­τες προ­τεί­νουν ο­λοέ­να και πιο ευ­φά­ντα­στα θέ­μα­τα, κα­θώς ε­ξαν­τλού­νται τα γνω­στά. Με­τά τις ι­στο­ρίες με πρό­τυ­πο διη­γή­μα­τα των κλα­σι­κών της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης, ήλ­θαν τα διη­γή­μα­τα για τα με­γά­λα θέ­μα­τα της πα­γκό­σμιας ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­πως, λ.χ., ο Άλλος ή τα οι­κο­λο­γι­κά, στα ο­ποία φαι­νό­ταν πως θα κολ­λή­σου­με για τα κα­λά. Να, ό­μως, που οι εκ­δό­τες του «Δέ­ντρου» εί­χαν μια φρέ­σκια ι­δέα. Έγρα­ψαν οι ί­διοι μια ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη αν και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη, και πρό­τει­ναν σε 23 συγ­γρα­φείς να την α­να­συν­θέ­σουν κα­τά το δο­κούν. Πρό­κει­ται για μια λυ­πη­τε­ρή ι­στο­ρία, με ψήγ­μα­τα νο­σταλ­γίας. Ένα δε­κά­χρο­νο παι­δί έρ­χε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του στην Αθή­να του 1956 για να δει τη μη­τέ­ρα του, που πά­σχει α­πό α­νία­τη α­σθέ­νεια και της συ­μπα­ρα­στέ­κε­ται η α­δελ­φή της. Δια­μέ­νουν στο ξε­νο­δο­χείο «Ελβε­τία» ε­πί της ο­δού Σα­τω­βριάν­δου. Με­τά πε­νή­ντα χρό­νια, το αλ­λο­τι­νό παι­δί, που εί­ναι πλέ­ον μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών, α­πο­φα­σί­ζει να μπει στο ξε­νο­δο­χείο και να ζη­τή­σει να δει το συ­γκε­κρι­μέ­νο δω­μά­τιο. Όμως, ο ρε­σε­ψιο­νί­στ δεν τον α­φή­νει, για­τί το ξε­νο­δο­χείο, ό­πως, άλ­λω­στε, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα στην πε­ριο­χή της Ομο­νοίας, έ­χει γί­νει τό­πος ε­πί πλη­ρω­μή συ­νευ­ρέ­σεων.
Δια­βά­ζο­ντας τις α­να­πλά­σεις και τα γε­μί­σμα­τα στην εν λό­γω ι­στο­ρία, που πρό­τει­ναν οι συ­νερ­γά­τες, κα­τα­λή­ξα­με πως ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρεί να δώ­σει κά­ποια εκ­δο­χή. Μό­νο που αυ­τή η εκ­δο­χή δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο δη­μιουρ­γι­κή εί­ναι η πρό­κλη­ση, αλ­λά α­πό τις δη­μιουρ­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες του γρά­φο­ντα. Από την άλ­λη, δια­πι­στώ­σα­με πως έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε δο­κι­μά­ζε­ται σε ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα εί­τε σε δο­σμέ­νο, οι λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές που ε­πι­δει­κνύει, αν βε­βαίως δια­θέ­τει, πα­ρα­μέ­νουν λί­γο-πο­λύ οι ί­διες. Κα­τά τα άλ­λα, ο­ρι­σμέ­νοι, κά­πο­τε και οι πιο τα­λα­ντού­χοι, πα­ρα­με­ρί­ζουν την ι­στο­ρία και πλά­θουν μια άλ­λη, σύμ­φω­να με τις εμ­μο­νές τους.
Όπως και να έ­χει, ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η εκ­δο­χή του Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, που εί­ναι και ο έ­νας α­πό τους δυο εκ­δό­τες. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως α­πό την ι­στο­ρία του προήλ­θε η πε­ρί­λη­ψη που δό­θη­κε στους συ­νερ­γά­τες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο έ­τε­ρος εκ­δό­της, ο Τά­σος Γου­δέ­λης, καί­τοι α­μι­γής διη­γη­μα­το­γρά­φος, δεν συμ­με­τέ­χει. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση πως γε­νι­κό­τε­ρα α­πέ­χει των κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γη­μά­των. Τέ­λος, θα προ­τεί­να­με ως ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρη εκ­δο­χή του Χά­ρη Μαυ­ρο­μά­τη, που, ου­σια­στι­κά, προ­τεί­νει ως ι­στο­ρία την ί­δια την ι­στο­ρία, με την αι­τιο­λο­γία πως μια ι­στο­ρία α­νή­κει σε αυ­τόν που την φα­ντά­στη­κε. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες εκ­δο­χές δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο θέ­μα της α­νία­της νό­σου αλ­λά σε δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία και κυ­ρίως στο ξε­νο­δο­χείο και τη γύ­ρω πε­ριο­χή. Εδώ, την πιο ευ­φά­ντα­στη εκ­δο­χή τη δί­νει η Μα­ρία Γα­βα­λά, μια συγ­γρα­φέ­ας που μας α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση πως άλ­λο­τε βρί­σκει κι άλ­λο­τε χά­νει τον κα­λό πε­ζο­γρά­φο που κου­βα­λά­ει ε­ντός της.
Πα­ρά τις ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις μπο­ρεί να έ­χει κα­νείς για τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­να­γω­γή των 23 ι­στο­ριών πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, συ­στή­νο­ντας και δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους: τον Νί­κο Κου­φά­κη και την Ρεγ­γί­να Μπού­κου­ρα.
Μ. Θ.

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Άλλοτε... και πέρυσι...

Πριν τρεις Κυ­ρια­κές, στις 15 Μαρ­τίου 2009, έ­γι­νε η ε­πί­ση­μη τε­λε­τή α­πο­νο­μής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων Λο­γο­τε­χνίας για τα βι­βλία που εκ­δό­θη­καν το 2007. Αν η α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, δη­λα­δή ε­ντός του 2008, τό­τε η εκ­δή­λω­ση θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ε­πε­τεια­κή, α­φού θα συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 50 χρό­νια α­πό την πρώ­τη α­πο­νο­μή που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί στις 9 Ια­νουα­ρίου 1958. Το γε­γο­νός, πά­ντως, πως η ε­φε­τι­νή α­πο­νο­μή έ­λα­βε χώ­ρα στη με­γά­λη αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού» ε­πί της πλα­τείας Κα­ρύ­τση, ό­πως και ε­κεί­νη του 1958, προ­σέ­δω­σε έ­ναν ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα στην ό­λη εκ­δή­λω­ση. Άλλω­στε, ού­τε η πρώ­τη α­πο­νο­μή εί­χε γί­νει στην ώ­ρα της, α­φού τα πρώ­τα βρα­βευ­θέ­ντα βι­βλία ή­ταν εκ­δό­σεις του 1955. Μό­νο που τό­τε υ­πήρ­χε σο­βα­ρός λό­γος για την α­να­βο­λή της α­πο­νο­μής, η α­σθέ­νεια του Υπουρ­γού Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των Πέ­τρου Λε­βα­ντή και τε­λι­κά, ο θά­να­τός του. Μά­λι­στα, το 1958, εί­χαν α­πο­νε­μη­θεί τα βρα­βεία δυο ε­τών, του 1955 και του 1956, με την αι­τιο­λο­γία πως ε­ντός του 1957 α­που­σία­ζαν στο ε­ξω­τε­ρι­κό δύο μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Ακρι­βώς ό­πως συ­νέ­βη και πέ­ρυ­σι, που α­πο­νε­μή­θη­καν μα­ζί τα βρα­βεία του 2005 και του 2006, αν και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση η ευ­θύ­νη ή­ταν του ΥΠ.ΠΟ, που δυ­σκο­λευό­ταν να κα­ταρ­τί­σει την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Τε­λι­κά, αν ψά­ξει κα­νείς, α­να­κα­λύ­πτει πως τα κοι­νά ση­μεία εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τις δια­φο­ρές, ί­σως και για­τί πρό­κει­ται για χρο­νί­ζου­σες κα­τα­στά­σεις και πά­γιες νοο­τρο­πίες.
Τό­τε το α­κρο­α­τή­ριο ή­ταν πυ­κνό­τα­το και θερ­μές οι εκ­δη­λώ­σεις του για τους τι­μη­θέ­ντες. Εφέ­τος ή­ταν α­κό­μη πυ­κνό­τε­ρο, τό­σο που δεν χώ­ρε­σε στην αί­θου­σα, ό­χι ό­μως και το ί­διο φι­λι­κό, του­λά­χι­στον α­πέ­να­ντι στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Μά­λι­στα, στο ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων δεν υ­πήρ­ξε η πα­ρα­μι­κρή μνεία στα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, ού­τε καν στον Πρό­ε­δρο. Οι δη­μο­σιο­γρά­φοι έ­χρι­σαν πρω­τα­γω­νι­στή της βρα­διάς το νέο Υπουρ­γό Πο­λι­τι­σμού, α­νε­ξάρ­τη­τα αν μί­λη­σε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως πε­ρί πο­λι­τι­κής βι­βλίου και κρα­τι­κών βρα­βείων. Από την οι­κο­γέ­νεια των Μπε­νά­κη­δων κα­τά­γε­ται ο Αντώ­νης Σα­μα­ράς, α­πό την πα­τρι­νή πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γε­ρο­κω­στό­που­λων ο Αλιλ­λέ­ας Γε­ρο­κω­στό­που­λος, που ή­ταν υ­πουρ­γός Παι­δείας στην α­πο­νο­μή του 1958. Πα­ρό­λο που η συ­νο­λι­κή θη­τεία του τε­λευ­ταίου στο Υπουρ­γείο διήρ­κε­σε κά­που δυο χρό­νια και μά­λι­στα, δια­κε­κομ­μέ­να, σε αυ­τόν ο­φεί­λε­ται η α­πό­φα­ση για την κα­θιέ­ρω­ση του θε­σμού των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­τά την πρώ­τη του θη­τεία, ε­πί Πα­πά­γου. Υπουρ­γός εί­χε α­να­λά­βει στα τέ­λη του 1954, ό­ταν ο Πα­πά­γος έ­κα­νε έ­ναν ευ­ρύ α­να­σχη­μα­τι­σμό με­τά την πα­ραί­τη­ση Μαρ­κε­ζί­νη, και εί­χε πα­ρα­μεί­νει στη θέ­ση του και με­τά το θά­να­το του Πα­πά­γου, μέ­χρι τις πρώ­τες ε­κλο­γές του Κα­ρα­μαν­λή, στις 19 Φε­βρουα­ρίου του 1956. Ο Κα­ρα­μαν­λής εί­χε προ­τι­μή­σει τον Λε­βα­ντή, αλ­λά με­τά το θά­να­τό του ε­πα­νέ­φε­ρε, Ιού­νιο 1957, τον Γε­ρο­κω­στό­που­λο, και τον κρά­τη­σε μέ­χρι τις ε­πό­με­νες ε­κλο­γές, τον Μάρ­τιο του 1958. Έτσι, έ­μελ­λε να πα­ρευ­ρε­θεί σε δυο ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα για το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας: την τα­φή του Κα­ζα­ντζά­κη και την α­πο­νο­μή των πρώ­των κρα­τι­κών βρα­βείων. Όπως ο Σα­μα­ράς, α­ντί­στοι­χα και ο Γε­ρο­κω­στό­που­λος, γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως, εί­χε μι­λή­σει, δί­νο­ντας υ­πο­σχέ­σεις, πα­ρό­λο που γνώ­ρι­ζε πως ε­πί­κει­ντο ε­κλο­γές. Πά­γιες τα­κτι­κές που ξε­κι­νούν α­πό τον Υπουρ­γό και α­πλώ­νο­νται σε κρι­τές και κρι­νό­με­νους.
Τό­τε, ο Υπουρ­γός εί­χε μι­λή­σει τε­λευ­ταίος, κα­θώς τη βρα­διά εί­χε α­νοί­ξει ο διευ­θυ­ντής Γραμ­μά­των, Τε­χνών και Θεά­τρου Γεώρ­γιος Κουρ­νού­τος, που συμ­με­τεί­χε και στην κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ε­νώ δεύ­τε­ρος εί­χε μι­λή­σει ο πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής Γεώρ­γιος Ζώ­ρας. Ο αρ­χι­κός κα­νο­νι­σμός των Βρα­βείων προέ­βλε­πε η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να α­πο­τε­λεί­ται α­πό τους δυο κα­θη­γη­τές Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γίας στα Πα­νε­πι­στή­μια Αθη­νών και Θεσ­σα­λο­νί­κης, τέσ­σε­ρις κρι­τι­κούς και τον διευ­θυ­ντή Γραμ­μά­των. Στο Κα­πο­δι­στρια­κό, την έ­δρα κα­τεί­χε α­πό το 1942 μέ­χρι το 1968 ο Ζώ­ρας. Κα­θη­γη­τής στο Αρι­στο­τέ­λειο ή­ταν ο Λί­νος Πο­λί­της, που εί­χε συμ­με­τά­σχει μό­νο στις βρα­βεύ­σεις του 1955 και στη συ­νέ­χεια, πα­ραι­τή­θη­κε, για­τί α­δυ­να­τού­σε να πα­ρευ­ρί­σκε­ται στις συ­νε­δριά­σεις. Γε­νι­κώς, στις ε­πι­τρο­πές, οι πα­ραι­τή­σεις συ­νη­θί­ζο­νται. Στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή πα­ραι­τή­θη­καν στα­δια­κά τέσ­σε­ρα μέ­λη, τα ο­ποία, ό­μως, α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν. Μά­λι­στα, η τε­λευ­ταία α­πο­χώ­ρη­ση, της συγ­γρα­φέως Ισμή­νης Κα­πά­νταη, έ­φε­ρε στην ε­πι­τρο­πή τον γιο του αλ­λο­τι­νού προέ­δρου, Γε­ρά­σι­μο Ζώ­ρα.
Τό­τε, στην ε­πι­τρο­πή με­τεί­χαν τέσ­σε­ρεις κρι­τι­κοί, που α­πο­λάμ­βα­ναν της γε­νι­κό­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης: ο Άλκης Θρύ­λος, ο Γιώρ­γος Κα­ρα­ντώ­νης, ο Βά­σος Βα­ρί­κας και έ­νας τέ­ταρ­τος, που δεν γνω­ρί­ζου­με. Πά­ντως, οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Πέ­τρος Χά­ρης και Γιάν­νης Χατ­ζί­νης, που ή­ταν οι γνω­στό­τε­ροι κρι­τι­κοί ε­κεί­να τα χρό­νια, α­πο­κλείο­νται, α­φού συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στους βρα­βευ­θέ­ντες. Ο ι­σχύων, σή­με­ρα, νό­μος προ­βλέ­πει τρι­με­λή εκ­προ­σώ­πη­ση α­πό τους χώ­ρους, της κρι­τι­κής, της λο­γο­τε­χνίας και τον πα­νε­πι­στη­μια­κό, α­ντί­στοι­χα. Αν και αυ­τή η διά­κρι­ση δεν λαμ­βά­νε­ται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, α­φού σχε­δόν ό­λοι οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί εί­ναι και συγ­γρα­φείς, ε­νώ ό­λοι οι α­σχο­λού­με­νοι γε­νι­κώς με τη λο­γο­τε­χνία εί­ναι και ο­λί­γον τι κρι­τι­κοί. Όπως και να έ­χει, ο πρό­ε­δρος εί­ναι πά­ντο­τε έ­νας πα­νε­πι­στη­μια­κός και στην τε­λευ­ταία ε­πι­τρο­πή, το πό­στο το εί­χε ο Πα­να­γιώ­της Μα­στρο­δη­μή­τρης, ο­μό­τι­μος πλέ­ον κα­θη­γη­τής, που κα­τεί­χε το ί­διο πα­νε­πι­στη­μια­κό θώ­κο με τον πρό­ε­δρο του 1958. Αρχι­κά, οι άλ­λοι δυο πα­νε­πι­στη­μια­κοί της ε­πι­τρο­πής ή­ταν ο Μι­χά­λης Κο­πι­δά­κης και η Αλε­ξάν­δρα Σα­μουή­λ, που πα­ραι­τή­θη­καν. Ενδια­μέ­σως, ό­μως, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, που αρ­χι­κά ή­ταν μό­νο συγ­γρα­φέ­ας έ­γι­νε πα­νε­πι­στη­μια­κός, ε­νώ προ­στέ­θη­κε ο γιος Ζώ­ρα. Οι τρεις κρι­τι­κοί, αρ­χι­κά, ή­ταν ο Νί­κος Λά­ζα­ρης που πα­ραι­τή­θη­κε και α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό τη Χα­ρί­κλεια Δη­μο­πού­λου, ο Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης και η Λώ­ρη Κέ­ζα. Όσο για τους συγ­γρα­φείς, που εί­ναι το μό­νο εν α­φθο­νία εί­δος, κα­θώς πα­ρου­σιά­ζο­νται πά­ντο­τε πρό­θυ­μοι να με­τέ­χουν σε κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, αρ­χι­κά ή­ταν ο ποιη­τής Κώ­στας Σο­φια­νός, ο Ανδρειω­μέ­νος και η Κα­πά­νταη και στην τε­λι­κή, ο Σο­φια­νός, ο Κώ­στας Αση­μα­κό­που­λος και ο Δη­μή­τρης Λα­μπρέλ­λης.
Τις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες α­πο­νέ­μο­νταν πρώ­τα και δεύ­τε­ρα βρα­βεία, ποίη­σης, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, δο­κι­μίου, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας και τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης. Όμως, το 1989, με α­πό­φα­ση της υ­πουρ­γού Με­λί­νας Μερ­κού­ρη, τα δεύ­τε­ρα βρα­βεία κα­ταρ­γή­θη­καν, κα­θώς με­ρι­κοί τι­μώ­με­νοι αρ­νού­νταν να τα πα­ρα­λά­βουν ως μειω­τι­κά της α­ξίας τους. Επί­σης, τα δυο τε­λευ­ταία βρα­βεία ε­νώ­θη­καν σε έ­να, το ο­ποίο τε­λι­κά συ­μπε­ριέ­λα­βε τα χρο­νι­κά και τις μαρ­τυ­ρίες, κά­τι σαν βρα­βείο πα­σπαρ­τού. Τέ­λος, το 1993, κα­θιε­ρώ­θη­κε έ­να Ει­δι­κό ή και Με­γά­λο Βρα­βείο. Τώ­ρα, πώς ό­λα αυ­τά τα βρα­βεία α­πο­νέ­μο­νταν τό­τε και πώς σή­με­ρα, εί­ναι έ­να εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, στο ο­ποίο φαί­νε­ται ό­τι ο κα­θέ­νας δί­νει τη δι­κή του α­πά­ντη­ση. Εμείς πα­ρα­κο­λου­θού­με τις βρα­βεύ­σεις εκ του σύ­νεγ­γυς ε­πί σει­ρά ε­τών. Το συ­μπέ­ρα­σμα στο ο­ποίο έ­χου­με κα­τα­λή­ξει εί­ναι, πως ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­πο­δέ­χε­ται να συμ­με­τά­σχει σε κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή εκ­κι­νεί, έ­χο­ντας κα­τά νου τις συ­μπά­θειές του, και το εν­νοού­με με την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοια και πέ­ραν των στε­νών φι­λι­κών σχέ­σεων. Από ε­κεί και πέ­ρα, αν τα βρα­βευ­μέ­να βι­βλία δια­φο­ρο­ποιού­νται σε ποιό­τη­τα, αυ­τό ο­φεί­λε­ται, πρω­τί­στως, στο λο­γο­τε­χνι­κό γού­στο των κρι­τών και δευ­τε­ρευό­ντως, στη γε­νι­κό­τε­ρη ι­σχύ της λαϊκής ρή­σης, “δεί­ξε μου τον φί­λο σου, να σου πως ποιος εί­σαι”. Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά θα λέ­γα­με πως αν θέ­λου­με λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία κύ­ρους, ας φρο­ντί­ζουν οι ι­θύ­νο­ντες -ποιοι ι­θύ­νο­ντες- τα μέ­λη της ε­πι­τρο­πής να μην εί­ναι ά­γευ­στα λο­γο­τε­χνίας.
Πά­ντως, ο κα­νό­νας εί­ναι έ­να μέ­λος να δί­νει “μά­χες” ε­ντός της ε­πι­τρο­πής για να ε­πι­κρα­τή­σουν οι συ­μπά­θειές του. Αυ­τό, σή­με­ρα, γί­νε­ται μεν, αλ­λά θεω­ρεί­ται με­μ­πτό. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, κα­ταρ­γή­θη­καν τα πρα­κτι­κά και α­ντι­κα­τα­στά­θη­καν με ευ­πρε­πείς εκ­θέ­σεις ό­σων ε­λέχ­θη­σαν, που συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων α­πό το κά­θε μέ­λος για ό­σα εί­πε. Τό­τε, ό­μως, το να δί­νει έ­να μέ­λος “μά­χες” φαί­νε­ται πως ε­θεω­ρεί­το α­ρε­τή. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ό­σα γρά­φει ο Πέ­τρος Χά­ρης για τον Άλκη Θρύ­λο, κα­τά κό­σμον Ελέ­νη Ου­ρά­νη, στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­τό της, στις 1.12.1972. Εξυ­μνώ­ντας την α­κε­ραιό­τη­τα και τον σπά­νιο χα­ρα­κτή­ρα της, που την έ­κα­νε α­προ­σπέ­λα­στο δι­κα­στή στο έρ­γο του κρι­τι­κού, α­να­φέ­ρει πως στα κρα­τι­κά βρα­βεία λο­γο­τε­χνίας του 1956, ως μέ­λος της ε­πι­τρο­πής η Ου­ρά­νη, υ­πο­στή­ρι­ξε στε­νό της φί­λο, στον ο­ποίο και α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο. Αυ­τό, ό­μως, που ο Χά­ρης α­πο­κα­λεί α­κε­ραιό­τη­τα έ­γκει­ται στο γε­γο­νός πως δεν τού το α­πε­κά­λυ­ψε, αλ­λά τον ά­φη­σε να το πλη­ρο­φο­ρη­θεί τη βρα­διά της α­πο­νο­μής.
Ανα­φέ­ρου­με την ι­στο­ρία προς γνώ­ση και συμ­μόρ­φω­ση ό­σων κα­κο­λο­γούν τον πρό­ε­δρο ή το τά­δε μέ­λος της ε­πι­τρο­πής για με­ρο­λη­ψία υ­πέρ των φί­λων τους. Ενώ, θα έ­πρε­πε να τους ε­παι­νούν, α­φού, βε­βαίως, προ­η­γου­μέ­νως, φρο­ντί­σουν να μά­θουν κα­τά πό­σο, με­τά τη νι­κη­φό­ρο “μά­χη” που έ­δω­σαν, τη­λε­φώ­νη­σαν ή δεν τη­λε­φώ­νη­σαν στον βρα­βευ­θέ­ντα. Για πλη­ρό­τη­τα, να α­να­φέ­ρου­με πως ο τι­μη­θείς με το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το 1956 και στε­νός φί­λος της Ου­ρά­νη ή­ταν ο Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, με το βι­βλίο του «Τα ε­φτά κοι­μι­σμέ­να παι­διά». Τό­τε, τα υ­πο­ψή­φια μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή­ταν μό­λις 33 και α­πό αυ­τά, η ε­πι­τρο­πή εί­χε ξε­χω­ρί­σει τέσ­σε­ρα. Αυ­τή η “short list”, κα­τά την τρέ­χου­σα σή­με­ρα ο­ρο­λο­γία, πε­ριε­λάμ­βα­νε τον «Κί­τρι­νο Φά­κελ­λο» του Μ. Κα­ρα­γά­τση, τον «Χατ­ζή Μα­νουήλ» του Θρά­σου Κα­στα­νά­κη και το «Ένα παι­δί με­τρά­ει τ’ ά­στρα» του Με­νέ­λα­ου Λου­ντέ­μη. Από αυ­τά α­πο­κλεί­στη­κε το βι­βλίο του Κα­ρα­γά­τση, για­τί τού εί­χε ή­δη α­πο­νε­μη­θεί το βρα­βείο διη­γή­μα­τος του 1955 για τη συλ­λο­γή του, η «Με­γά­λη Λι­τα­νεία». Κα­λά να πά­θει ο Κα­ρα­γά­τσης. Μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, να α­πο­δεχ­θεί βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Ωστό­σο, θερ­μό­αι­μος ο Κα­ρα­γά­τσης, ποιος ξέ­ρει, μπο­ρεί και να δια­μαρ­τυ­ρό­ταν, αν η α­πο­νο­μή των βρα­βείων του 1955 γι­νό­ταν στην ώ­ρα της. Πά­ντως, και το ε­πό­με­νο βρα­βείο διη­γή­μα­τος, του 1956, σε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο δό­θη­κε, τον Θα­νά­ση Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, που θα εί­πε, υ­πο­θέ­του­με, και ευ­χα­ρι­στώ. Όπως άλ­λω­στε, και πλεί­στα ό­σα βρα­βεία διη­γή­μα­τος στα εν­διά­με­σα πε­νή­ντα χρό­νια.
Θυ­μί­ζου­με τους βρα­βευ­θέ­ντες ε­κεί­νης της διε­τίας. Το 1955, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε στον Νι­κη­φό­ρο Βρετ­τά­κο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν α­πο­νε­μή­θη­κε, διη­γή­μα­τος στον Μ. Κα­ρα­γά­τση, δο­κι­μίου στον Κλέω­να Πα­ρά­σχο, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Πέ­τρο Χά­ρη και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Τά­σο Αθα­να­σιά­δη. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα της ί­διας χρο­νιάς δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης εξ η­μι­σείας στον Γιώρ­γο Θέ­με­λη και στην Ζωή Κα­ρέλ­λη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Νί­κο Κάσ­δα­γλη, διη­γή­μα­τος στον Σπύ­ρο Πλα­σκο­βί­τη και δο­κι­μίου στον Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Το 1956, το βρα­βείο ποίη­σης δό­θη­κε εξ η­μι­σείας στον Γιάν­νη Ρί­τσο και στον Άρη Δι­κταίο, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο, διη­γή­μα­τος στον Θ. Πε­τσά­λη-Διο­μή­δη, δο­κι­μίου στον Γιώρ­γο Θε­ο­το­κά, τα­ξι­διω­τι­κής ε­ντύ­πω­σης στον Παύ­λο Πα­λαιο­λό­γο και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής βιο­γρα­φίας στον Ιωάν­νη Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο. Ενώ, τα δεύ­τε­ρα δό­θη­καν στους ε­ξής: ποίη­σης στον Μη­νά Δη­μά­κη, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Κώ­στα Σού­κα, διη­γή­μα­τος εξ η­μι­σείας στην Τα­τιά­να Γκρί­τση-Μιλ­λιέξ και στον Γιάν­νη Μα­γκλή και δο­κι­μίου στον Χρυ­σό Ευελ­πί­δη.
Με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια, εάν λά­βου­με υ­πό­ψη τους συγ­γρα­φείς και τα βρα­βευ­θέ­ντα τό­τε βι­βλία, μπο­ρού­με να πού­με, πως α­νή­κουν α­μι­γώς στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως, πα­ρά το βα­ρύ με­τεμ­φυ­λια­κό κλί­μα της ε­πο­χής, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή πα­ρα­μέ­ρι­σε, ως έ­ναν του­λά­χι­στον βαθ­μό, τα ι­δε­ο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Θυ­μί­ζου­με και τα ε­φε­τι­νά βρα­βεία, για να διευ­κο­λύ­νου­με τις συ­γκρί­σεις. Το Με­γά­λο δό­θη­κε στον Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λο, ποίη­σης στην Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου, μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον Γιώρ­γο Λε­ο­νάρ­δο, διη­γή­μα­τος στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου, δο­κι­μίου στον Βαγ­γέ­λη Αθα­να­σό­που­λο και το πα­σπαρ­τού στον Βα­σί­λη Τζα­να­κά­ρη. Κα­τά τα άλ­λα, δυ­στυ­χώς, δεν γνω­ρί­ζου­με ποια μέ­λη της τε­λευ­ταίας ε­πι­τρο­πής έ­δω­σαν “μά­χες”, ού­τε εάν κρα­τή­θη­καν στο ύ­ψος μιας Άλκης Θρύ­λου, α­ντι­στε­κό­με­νοι στον πει­ρα­σμό να δώ­σουν πρώ­τοι τα συ­χα­ρί­κια στον υ­πο­ψή­φιο, για τον ο­ποίο μόχ­θη­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου