Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας

«Το Δέ­ντρο»
Τεύ­χος 167-168
Χει­μώ­νας 2008
Εδώ και αρ­κε­τά χρό­νια, οι συγ­γρα­φείς έ­χουν α­πο­δε­χτεί να γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Με­ρι­κοί, μά­λι­στα, έ­χουν φτά­σει να γρά­φουν μό­νο κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κί­νη­σαν με διη­γή­μα­τα, ό­μως, στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν και νου­βέ­λες, προ­σφά­τως δε, α­να­κοι­νώ­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τους κα­θο­ρί­ζουν το θέ­μα, κα­τά κα­νό­να, τους προσ­διο­ρί­ζουν και την έ­κτα­ση, το ο­ποίο ση­μαί­νει τον α­κρι­βή α­ριθ­μό λέ­ξεων. Μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χου­με α­κού­σει για πα­ραγ­γε­λίες των τρια­κο­σίων λέ­ξεων μέ­χρι και των δυό­μι­σι χι­λιά­δων ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων. Οι λέ­ξεις, μά­λι­στα, α­πο­βαί­νουν το κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο, ό­χι μό­νο της μορ­φής –ποιος σκά­ζει για τη μορ­φή– ό­σο της α­μοι­βής, που έ­χει α­πο­βεί ο κύ­ριος στό­χος των συγ­γρα­φέων, μια και ε­παί­ρο­νται πως εί­ναι πλέ­ον και ε­παγ­γελ­μα­τίες. Τώ­ρα, βε­βαίως, ε­μείς για­τί να α­νη­συ­χού­με για το κα­λό της λο­γο­τε­χνίας; Αφού έ­τσι συμ­βαί­νει σε Εσπε­ρία και Αμε­ρι­κή, αυ­τό θα εί­ναι και το πρέ­πον.
Το πα­ρή­γο­ρο, πά­ντως, εί­ναι πως, συν το χρό­νω, οι πα­ραγ­γε­λιο­δό­τες προ­τεί­νουν ο­λοέ­να και πιο ευ­φά­ντα­στα θέ­μα­τα, κα­θώς ε­ξαν­τλού­νται τα γνω­στά. Με­τά τις ι­στο­ρίες με πρό­τυ­πο διη­γή­μα­τα των κλα­σι­κών της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης, ήλ­θαν τα διη­γή­μα­τα για τα με­γά­λα θέ­μα­τα της πα­γκό­σμιας ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­πως, λ.χ., ο Άλλος ή τα οι­κο­λο­γι­κά, στα ο­ποία φαι­νό­ταν πως θα κολ­λή­σου­με για τα κα­λά. Να, ό­μως, που οι εκ­δό­τες του «Δέ­ντρου» εί­χαν μια φρέ­σκια ι­δέα. Έγρα­ψαν οι ί­διοι μια ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη αν και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη, και πρό­τει­ναν σε 23 συγ­γρα­φείς να την α­να­συν­θέ­σουν κα­τά το δο­κούν. Πρό­κει­ται για μια λυ­πη­τε­ρή ι­στο­ρία, με ψήγ­μα­τα νο­σταλ­γίας. Ένα δε­κά­χρο­νο παι­δί έρ­χε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του στην Αθή­να του 1956 για να δει τη μη­τέ­ρα του, που πά­σχει α­πό α­νία­τη α­σθέ­νεια και της συ­μπα­ρα­στέ­κε­ται η α­δελ­φή της. Δια­μέ­νουν στο ξε­νο­δο­χείο «Ελβε­τία» ε­πί της ο­δού Σα­τω­βριάν­δου. Με­τά πε­νή­ντα χρό­νια, το αλ­λο­τι­νό παι­δί, που εί­ναι πλέ­ον μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών, α­πο­φα­σί­ζει να μπει στο ξε­νο­δο­χείο και να ζη­τή­σει να δει το συ­γκε­κρι­μέ­νο δω­μά­τιο. Όμως, ο ρε­σε­ψιο­νί­στ δεν τον α­φή­νει, για­τί το ξε­νο­δο­χείο, ό­πως, άλ­λω­στε, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα στην πε­ριο­χή της Ομο­νοίας, έ­χει γί­νει τό­πος ε­πί πλη­ρω­μή συ­νευ­ρέ­σεων.
Δια­βά­ζο­ντας τις α­να­πλά­σεις και τα γε­μί­σμα­τα στην εν λό­γω ι­στο­ρία, που πρό­τει­ναν οι συ­νερ­γά­τες, κα­τα­λή­ξα­με πως ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρεί να δώ­σει κά­ποια εκ­δο­χή. Μό­νο που αυ­τή η εκ­δο­χή δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο δη­μιουρ­γι­κή εί­ναι η πρό­κλη­ση, αλ­λά α­πό τις δη­μιουρ­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες του γρά­φο­ντα. Από την άλ­λη, δια­πι­στώ­σα­με πως έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εί­τε δο­κι­μά­ζε­ται σε ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα εί­τε σε δο­σμέ­νο, οι λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές που ε­πι­δει­κνύει, αν βε­βαίως δια­θέ­τει, πα­ρα­μέ­νουν λί­γο-πο­λύ οι ί­διες. Κα­τά τα άλ­λα, ο­ρι­σμέ­νοι, κά­πο­τε και οι πιο τα­λα­ντού­χοι, πα­ρα­με­ρί­ζουν την ι­στο­ρία και πλά­θουν μια άλ­λη, σύμ­φω­να με τις εμ­μο­νές τους.
Όπως και να έ­χει, ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η εκ­δο­χή του Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, που εί­ναι και ο έ­νας α­πό τους δυο εκ­δό­τες. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως α­πό την ι­στο­ρία του προήλ­θε η πε­ρί­λη­ψη που δό­θη­κε στους συ­νερ­γά­τες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο έ­τε­ρος εκ­δό­της, ο Τά­σος Γου­δέ­λης, καί­τοι α­μι­γής διη­γη­μα­το­γρά­φος, δεν συμ­με­τέ­χει. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση πως γε­νι­κό­τε­ρα α­πέ­χει των κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γη­μά­των. Τέ­λος, θα προ­τεί­να­με ως ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρη εκ­δο­χή του Χά­ρη Μαυ­ρο­μά­τη, που, ου­σια­στι­κά, προ­τεί­νει ως ι­στο­ρία την ί­δια την ι­στο­ρία, με την αι­τιο­λο­γία πως μια ι­στο­ρία α­νή­κει σε αυ­τόν που την φα­ντά­στη­κε. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρού­με πως οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες εκ­δο­χές δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο θέ­μα της α­νία­της νό­σου αλ­λά σε δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία και κυ­ρίως στο ξε­νο­δο­χείο και τη γύ­ρω πε­ριο­χή. Εδώ, την πιο ευ­φά­ντα­στη εκ­δο­χή τη δί­νει η Μα­ρία Γα­βα­λά, μια συγ­γρα­φέ­ας που μας α­φή­νει την ε­ντύ­πω­ση πως άλ­λο­τε βρί­σκει κι άλ­λο­τε χά­νει τον κα­λό πε­ζο­γρά­φο που κου­βα­λά­ει ε­ντός της.
Πα­ρά τις ό­ποιες α­ντιρ­ρή­σεις μπο­ρεί να έ­χει κα­νείς για τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­να­γω­γή των 23 ι­στο­ριών πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, συ­στή­νο­ντας και δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους: τον Νί­κο Κου­φά­κη και την Ρεγ­γί­να Μπού­κου­ρα.
Μ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: