Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Προ­σω­πι­κό αν­θο­λό­γη­μα

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το ου­σια­στι­κο­ποιη­μέ­νο ε­πί­θε­το “Τ’ α­γα­πη­μέ­να”, κα­τά α­δέ­ξια α­πό­δο­ση του “the favorites”, κυ­ριαρ­χεί στον η­λεκ­τρο­νι­κό χώ­ρο, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στις πά­σης φύ­σεως ι­στο­σε­λί­δες με ό­λα ε­κεί­να που, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, γε­μί­ζουν τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο. Συ­χνά και τον χρό­νο ό­σων α­σχο­λιών τε­λού­νται μη­χα­νι­στι­κά, κά­πο­τε και άλ­λων, που α­παι­τούν συ­γκέ­ντρω­ση προ­σο­χής. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” πα­ρα­πέ­μπουν σε πλεί­στες ό­σες δια­φο­ρε­τι­κές δια­δι­κτυα­κές ε­πι­λο­γές. Πρω­τί­στως, ό­μως, σε ε­πι­λο­γές τρα­γου­διών. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος, στο βι­βλίο του, «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που α­να­φέ­ρα­με την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, έ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με η­με­ρο­μη­νία, 8 Φε­βρουα­ρίου 2004, με “τ’ α­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια” ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Μέ­σα στην πρώ­τη δε­κα­ε­τία του αιώ­να μας, “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τρα­γού­δια φαί­νε­ται να συ­νι­στούν έ­να εί­δος α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού της νε­ο­λαίας α­πέ­να­ντι στους ο­χλη­ρούς ή­χους του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ου­σια­στι­κά, προ­στα­τεύο­νται α­πό την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κυ­ρίως, κα­τά τις με­τα­κι­νή­σεις τους. Δια­δι­κτυω­μέ­νοι βα­δί­ζουν, α­να­μέ­νουν στις ου­ρές, ο­δη­γούν ή και ε­πι­βαί­νουν στα μέ­σα μα­ζι­κής με­τα­φο­ράς. Σε προ­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια, αυ­τόν τον ρό­λο τον εί­χαν τα βι­βλία. Στο λεω­φο­ρείο, στην αί­θου­σα α­να­μο­νής, ά­νοι­γες έ­να βι­βλίο. Ή, έ­στω, το ο­ποιο­δή­πο­τε α­νά­γνω­σμα.
Μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η ι­δέα για τη Σει­ρά «Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα και α­φη­γή­μα­τα άλ­λω­ν» θέ­λει να θυ­μί­σει αυ­τήν την πα­λαιά κα­λή συ­νή­θεια. Με άλ­λα λό­για, κα­τά πό­σο αν­τλεί έ­μπνευ­ση α­πό τη δια­δι­κτυα­κή ε­πο­χή ή α­πο­τε­λεί α­ντί­λο­γο σε αυ­τήν. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ι­δέα έρ­χε­ται α­πό έ­ναν κα­θη­γη­τή Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, θα πρέ­πει να ε­κλη­φθεί μάλ­λον ως α­ντί­θε­ση στη μου­σι­κή πα­θη­τι­κο­ποίη­ση. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, α­πό το πό­σο ε­μπνευ­σμέ­νη ή και “έ­ξυ­πνη”, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης, εί­ναι αυ­τή η ι­δέα του φι­λό­λο­γου Νώ­ντα Πα­πα­γεωρ­γίου, που, ε­δώ και 21 χρό­νια, βρί­σκε­ται ε­πι­κε­φα­λής των εκ­δό­σεων Με­ταίχ­μιο, η ε­πι­τυ­χία της ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους αν­θο­λό­γους, που α­να­λαμ­βά­νουν να την πραγ­μα­τώ­σουν. Ιδιαί­τε­ρα, η παι­δα­γω­γι­κή α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της Σει­ράς, δη­λα­δή το κα­τά πό­σο θα κα­τορ­θώ­σει να συν­δυά­σει το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου και να προ­σελ­κύ­σει νεό­τε­ρους, ε­να­πό­κει­ται στα κρι­τή­ρια, ρη­τά ή και άρ­ρη­τα, που θα κα­τευ­θύ­νουν τη στα­χυο­λό­γη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο αν­θο­λό­γος δεν θα πρέ­πει να κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την ι­δέα πως ο­φεί­λει να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, μην τυ­χόν και α­δι­κή­σει κά­ποιους ζώ­ντες ή και κα­κο­χα­ρα­κτη­ρι­στεί πως πα­ρέ­λει­ψε  ση­μα­ντι­κούς τε­θνεώ­τες. Κά­τι που φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε κα­τά το πρώ­το της Σει­ράς στα­χυο­λό­γη­μα. Μά­λι­στα, πα­ρα­τί­θε­ται προ­λο­γι­κά κα­τά­λο­γος με ό­σους έ­μει­ναν ε­κτός αυ­τού του ι­διό­τυ­που α­παν­θί­σμα­τος. 

Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Οκτ. 2014
Θεσ­σα­λός ο Πα­πα­γεωρ­γίου, προ­τί­μη­σε ως πρώ­τον αυ­τής της σκυ­τα­λο­δρο­μίας σε λο­γο­τε­χνι­κά ε­δά­φη έ­ναν συ­νο­μή­λι­κό του και συ­νά­δελ­φο, α­πό τους ε­κτός Αθη­νών, τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Κο­ρο­βί­νη. Αυ­τός ε­πι­λέ­γει κεί­με­να 88 συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει σε μία ε­νιαία α­φή­γη­ση. Το πέ­ρα­σμα α­πό συγ­γρα­φέα σε συγ­γρα­φέα ση­μα­το­δο­τεί­ται μό­νο με βά­ση την αύ­ξου­σα α­ρίθ­μη­ση, χω­ρίς αλ­λα­γή σε­λί­δας. Πρώ­τος το­πο­θε­τεί­ται ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος και τε­λευ­ταίοι οι Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης και Άκης Πά­νου. Ο σχο­λια­σμός που προ­η­γεί­ται κά­θε κει­μέ­νου δεί­χνει πως την κα­τεύ­θυν­ση την δί­νουν οι αν­θρώ­ποι, εί­τε ο βαθ­μός πνευ­μα­τι­κής συγ­γέ­νειας του αν­θο­λό­γου προς αυ­τούς εί­τε η συγ­γρα­φι­κή τους αί­γλη, αλ­λά και το κύ­ρος που α­πο­λαμ­βά­νουν. Κα­τό­πιν έρ­χε­ται το ποίη­μα ή το πε­ζό, που κι αυ­τό δεί­χνει να ε­πι­λέ­γε­ται ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό, α­πό τα γνω­στό­τε­ρά τους. 
Πα­ρο­μοίως, τη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης την ρυθ­μί­ζει ο χρό­νος και η έ­ντα­ση της γνω­ρι­μίας αν­θο­λό­γου-αν­θο­λο­γού­με­νων. Με­τά τον Χρι­στια­νό­που­λο, ο “έ­ρω­τας” για τα ποιή­μα­τα του Ελύ­τη, για να α­κο­λου­θή­σει η “μέ­θη” με Εμπει­ρί­κο. Μό­λις 64ος ο “κα­πά­τσος και ο­ξυ­δερ­κής Σμυρ­νιός” Σε­φέ­ρης, με 65ο τον Θε­ο­δω­ρά­κη και συ­νειρ­μι­κά, μέ­σω αυ­τού, τον Κάλ­βο, 74ο. Συ­χνά τους ποιη­τές τους φέρ­νει στη ροή της α­φή­γη­σης ο συν­θέ­της που τους με­λο­ποίη­σε. Όπως, λ.χ., ο Χατ­ζι­δά­κις τον Σο­λω­μό. Εί­ναι προ­φα­νές πως η αν­θο­λό­γη­ση δεν υ­πα­κούει σε ιε­ραρ­χή­σεις και λο­γο­τε­χνι­κούς κα­νό­νες. Ποιη­τές ε­ναλ­λάσ­σο­νται με πε­ζο­γρά­φους, ε­νώ πα­ρεμ­βάλ­λο­νται στι­χουρ­γοί και συν­θέ­τες. Μεί­ζο­νες και ε­λάσ­σο­νες. Ζώ­ντες και τε­θνεώ­τες. Με μία ι­κα­νο­ποιη­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση γυ­ναι­κείων φω­νών (έ­να 12,5%), κα­θώς και νεό­τε­ρων. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, εί­ναι μία αν­θο­λο­γία, συ­ντε­θει­μέ­νη με το ι­διαί­τε­ρο ύ­φος του Κο­ρο­βί­νη. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του θα βρουν με­γα­λύ­τε­ρη α­ντα­πό­κρι­ση α­πό ό­σους α­γα­πούν τα βι­βλία του. Από μία ά­πο­ψη, χα­ρα­μί­ζει υ­λι­κό, που θα μπο­ρού­σε να α­ξιο­ποιη­θεί σε συ­ναρ­πα­στι­κό αλ­λά και πο­λύ­τι­μο ως μαρ­τυ­ρία α­πο­μνη­μό­νευ­μα. 

Μι­χά­λης Γκα­νάς
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Νοέ. 2014
Και ο δεύ­τε­ρος αν­θο­λό­γος ε­πι­λέ­γε­ται α­πό το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο δυ­να­μι­κό. Ηπει­ρώ­της ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, α­πό τον Τσα­μα­ντά, με­θο­ρια­κό χω­ριό της Μουρ­γκά­νας, εί­ναι α­πό το 1962 μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών. Τό­τε, πρω­το­ε­τής της Νο­μι­κής, “δεν ή­ξε­ρε το ό­νο­μα κα­νε­νός ζώ­ντος ποιη­τή, ού­τε καν του Σε­φέ­ρη, που έ­ναν χρό­νο με­τά θα έ­παιρ­νε το Νό­μπε­λ”. Εκτός α­πό τον Νί­κο Καβ­βα­δία και τις δυο ποιη­τι­κές του συλ­λο­γές, «Μα­ρα­μπού» και «Πού­σι», που εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει σε έ­ναν τό­μο, α­πό τις εκ­δό­σεις «Γα­λα­ξία», το 1961. Εί­χε μά­θει, ό­μως, στο Γυ­μνά­σιο Φι­λια­τών, τον σχο­λι­κό λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να, μέ­χρι Πα­λα­μά και Κα­βά­φη. Προς κά­λυ­ψη του χά­σμα­τος, πριν κά­νει την εμ­φά­νι­σή του ως ποιη­τής, το 1978, με τη συλ­λο­γή «Ακά­θι­στος Δεί­πνος», στα εν­διά­με­σα 16 χρό­νια, “διά­βα­σε πο­λύ”, ως μα­κρό­βιος φοι­τη­τής, ως στρα­τιώ­της, ως βι­βλιο­πώ­λης. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­σή του, που πα­ρα­τί­θε­ται δί­κην προ­λό­γου, το “μα­νιώ­δες” διά­βα­σμα, κυ­ρίως ποίη­σης και ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε στην ε­γκα­τά­λει­ψη της Νο­μι­κής και την α­πώ­λεια πα­νε­πι­στη­μια­κής κα­το­χύ­ρω­σης. Αντ’ αυ­τού, α­κο­λού­θη­σε τα ί­χνη του Καβ­βα­δία, εκ­δί­δο­ντας κι αυ­τός δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές και στη συ­νέ­χεια, έ­να πε­ζό. Μπο­ρεί να δια­φέ­ρουν οι α­πο­στά­σεις των δυο πε­ζών α­πό τα α­ντί­στοι­χα ποιη­τι­κά –το πε­ζό του Καβ­βα­δία, «Η βάρ­δια», εκ­δό­θη­κε 21 χρό­νια με­τά το πρώ­το του βι­βλίο, του Γκα­νά, το «Μη­τριά πα­τρί­δα», μό­λις τρία– αλ­λά αμ­φό­τε­ρα έ­χουν εγ­γρα­φεί στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με «Το κι­βώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο έ­χουν δώ­σει με­τα­πο­λε­μι­κά ποιη­τές στον πε­ζό λό­γο. 
“Στα α­γα­πη­μέ­να” του, ο Κο­ρο­βί­νης αν­θο­λο­γεί τον Γκα­νά με ποίη­μα α­πό την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή. Επι­λέ­γει το «Η Ελλά­δα που λες...» και σχο­λιά­ζει, εί­ναι “έ­να δη­μο­τι­κό, βιω­μέ­νο σαν κα­θι­στι­κό, μα­θη­μέ­νο α­πό κα­θα­ρά προ­σω­πι­κές ερ­μη­νείες χω­ρίς συ­νο­δεία ορ­γά­νω­ν”. Τον δε­σμό με το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι τον δη­λώ­νει και ο τίτ­λος της τέ­ταρ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του Γκα­νά, «Πα­ρα­λο­γή», που α­πέ­σπα­σε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης πριν εί­κο­σι χρό­νια. Σε ε­κεί­νο “το ο­νει­ρι­κό ποίη­μα”, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης δεν εί­χε δει έ­ναν ποιη­τή της ε­ντο­πιό­τη­τας αλ­λά έ­ναν “μεί­ζο­να ποιη­τή”, που “έ­ρι­ξε τις ρί­ζες του πά­νω στα δη­μο­τι­κά α­χνά­ρια” για να μι­λή­σει για τις α­πώ­λειες που φέρ­νει ο χρό­νος και “το α­νέ­φι­κτο της ε­πι­στρο­φής”. Στον πρόλο­γο της ανθο­λο­γίας, ο Γκα­νάς δί­νει τα ί­χνη των α­να­γνω­στι­κών του ε­πιρ­ροών. Σε α­ντί­θε­ση με τον Κο­ρο­βί­νη, α­πο­φεύ­γει το ο­λί­σθη­μα της βιο­γρά­φη­σης. Από μία ά­πο­ψη, ω­στό­σο, αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται μέ­σω “των α­γα­πη­μέ­νω­ν” και ας μην τα ιε­ραρ­χεί, κα­τα­πώς θα α­να­με­νό­ταν σε έ­να προ­σω­πι­κό στα­χυο­λό­γη­μα. 
Οι δυο πρώ­τοι τό­μοι της Σει­ράς «Τ’ α­γα­πη­μέ­να» εί­ναι τό­σο δια­φο­ρε­τι­κοί  ό­σο δια­φο­ρε­τι­κά τα­μπε­ρα­μέ­ντα θα πρέ­πει να εί­ναι οι δυο αν­θο­λό­γοι. Σύ­ντο­μος ο πρό­λο­γος του Γκα­νά, βρα­χύ­λο­γα τα σχό­λια για κά­θε έ­ναν αν­θο­λο­γού­με­νο, ε­πι­γραμ­μα­τι­κές οι α­πο­φάν­σεις. Εί­ναι έ­να α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό α­πάν­θι­σμα, α­πο­κλει­στι­κά με ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους. Μό­νο το μό­το του βι­βλίου εί­ναι στί­χος τρα­γου­δο­ποιού, του συ­νο­μή­λι­κού του, Διο­νύ­ση Σαβ­βό­που­λου, κι αυ­τός φέ­ρελ­πις νο­μι­κός στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Πρό­κει­ται για έ­να α­πάν­θι­σμα ε­τε­ρο­βα­ρές, με την α­να­λο­γία ποίη­ση/πε­ζό να εί­ναι 5/1. Ο Γκα­νάς θέ­τει ως η­λι­κια­κό ό­ριο τη γε­νιά του. Δεν αν­θο­λο­γεί ζώ­ντες α­πό αυ­τήν, ού­τε νεό­τε­ρους. Ανα­φέ­ρει, ό­μως, πέ­ντε α­πο­θα­νό­ντες. Κα­τά σει­ρά α­πο­χώ­ρη­σης: Χρή­στος Μπρά­βος, Κα­τε­ρί­να Γώ­γου, Ηλίας Λά­γιος, Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης. 
Στον πρώ­το, ο σχο­λια­σμός εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος. “Αγα­πη­μέ­νος φί­λος και ο­μο­γά­λα­κτος ποιη­τής”, αλ­λά και “ο­μό­στα­βλος στις εκ­δό­σεις «Κεί­με­να» του Φί­λιπ­που Βλά­χου”, ο Μα­κε­δό­νας Χρή­στος Μπρά­βος, που έ­φυ­γε στα 39 του. Κο­ντεύουν να συ­μπλη­ρω­θούν τριά­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, το 1987, κι ό­μως η “συ­νο­μι­λία” τους συ­νε­χί­ζε­ται. Της ί­διας ποιη­τι­κής οι­κο­γέ­νειας, με πρε­σβύ­τε­ρους τον Μάρ­κο Μέ­σκο και τον Μίλ­το Σα­χτού­ρη. Η α­νεκ­δο­το­λο­γι­κή γνω­ρι­μία του Γκα­νά με τον δεύ­τε­ρο, ό­πως χα­ρι­τω­μέ­να την α­φη­γεί­ται, δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας, που θα μας προ­σφέ­ρει, ό­ταν έρ­θει η ώ­ρα της. Ξε­χα­σμέ­νος, σή­με­ρα, ο Μπρά­βος, εί­ναι α­πό τις λι­γο­στές έκ­κε­ντρες ε­πι­λο­γές της αν­θο­λο­γίας και η γε­νι­κό­τε­ρη α­πο­σιώ­πη­σή του στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο α­να­κα­λεί ε­κεί­νο το πά­λαι πο­τέ πα­θο­λο­γι­κό σύ­μπλεγ­μα του ά­στεως α­πέ­να­ντι στη ζωο­γό­να πνοή του α­γρο­τι­κού χώ­ρου. Ακό­μη πιο έκ­κε­ντρη δεί­χνει η συ­μπε­ρί­λη­ψη της Γώ­γου. “Μια ποιή­τρια που λα­τρεύ­τη­κε, κυ­ρίως, α­πό ό­σους δεν δια­βά­ζουν ποίη­ση”, σχο­λιά­ζει ο αν­θο­λό­γος. Αντι­θέ­τως, ό­σοι δια­βά­ζουν, θα α­πο­ρή­σουν με τη φει­δω­λή στα­χυο­λό­γη­ση ποίη­σης γυ­ναι­κών. Μό­λις τέσ­σε­ρις ποιή­τριες (Μυρ­τιώ­τισ­σα, Πο­λυ­δού­ρη, Δη­μου­λά, Γώ­γου) στα 55 λήμ­μα­τα ποιη­τών, ού­τε μία πε­ζο­γρά­φος στα 11 α­ντί­στοι­χα πε­ζο­γρά­φων. Η ε­πι­λο­γή θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί σε αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια και ό­χι σε μι­σο­γυ­νία, αφού το δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο του Γκανά, προ πενταετίας, εί­ναι συλ­λο­γή α­πό α­γα­πη­σιά­ρι­κες ι­στο­ρίες για θη­λυ­κές υ­πάρ­ξεις, με τίτ­λο, «Γυ­ναί­κες».  
Φει­δω­λός στέ­κε­ται και με τους πε­ζο­γρά­φους, που αν­θο­λο­γεί. Αντα­μεί­βει, ω­στό­σο, ο ε­κλε­κτι­κός χα­ρα­κτή­ρας του στα­χυο­λο­γή­μα­τος. Ένας μο­να­δι­κός συγ­γρα­φέ­ας αν­θο­λο­γεί­ται και ως ποιη­τής και ως διη­γη­μα­το­γρά­φος. “Ο Κυρ Αλέ­ξαν­δρος”, με τη λα­κω­νι­κή αι­τιο­λο­γία, “Μό­νο έ­νας ποιη­τής θα έ­γρα­φε τη Φό­νισ­σα”. Το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό “στα α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά εί­ναι πως ε­πι­λέ­γει πρω­τί­στως κεί­με­να και δευ­τε­ρευό­ντως ο­νό­μα­τα. Γι’ αυ­τό και ο­ρι­σμέ­να σχό­λια έ­χουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Εκτός α­πό την έκ­δη­λη προ­τί­μη­σή του σε έ­ναν ι­διό­τυ­πο ρο­μα­ντι­σμό, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις συ­χνά συ­νο­ψί­ζουν με λι­τό τρό­πο μία θέ­ση, που άλ­λοι για να την δια­τυ­πώ­σουν κα­τα­τρί­βο­νται με θεω­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πα­ντά εμ­μέ­σως στο ε­ρώ­τη­μα, ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός ή ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης, του ο­ποίου αν­θο­λο­γεί έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του, το «Πάρ­θεν», σχο­λιά­ζο­ντας: “Ο Κα­βά­φης, έ­νας αι­σθη­τής, έ­νας Αλε­ξαν­δρι­νός κο­σμο­πο­λί­της ποιη­τής, που άλ­λα τον εν­δια­φέ­ρουν και τον καί­νε, μου α­ρέ­σει η ι­δέα ό­τι μοι­ρά­ζου­με μα­ζί του αυ­τό που ο Κό­ντο­γλου  βά­φτι­σε «Κα­η­μό της Ρω­μιο­σύ­νης»”.
Ο Γκα­νάς χω­ρί­ζει την αν­θο­λο­γία του σε δυο ε­νό­τη­τες, στην πρώ­τη, των ποιη­μά­των, ξε­κι­νά­ει με δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, ε­νώ στη δεύ­τε­ρη, των α­φη­γη­μά­των, με μαρ­τυ­ρίες γυ­ναι­κών. Επί­σης, στην πρώ­τη, δια­σπά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας πέ­ντε λήμ­μα­τα, ό­που συ­νται­ριά­ζει ποιή­μα­τα γραμ­μέ­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς ποιη­τές σε δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ση­μειώ­νου­με μια α­δό­κη­τη συ­νά­ντη­ση: Κα­βά­φης - Εγγο­νό­που­λος - Πα­λα­μάς. Τρία γνω­στά τους ποιή­μα­τα («Πο­λύ σπα­νίως»-«Μπο­λι­βάρ»-«Ζω με το μέ­τρο και με το ρυθ­μό») “συ­νο­μι­λού­ν” πλα­γίως α­να­με­τα­ξύ τους για τη σχέ­ση του ποιη­τή με τις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές. 
Το μό­νο που μέ­νει εί­ναι να ευ­χη­θού­με κά­ποιοι νέ­οι να συν­θέ­σουν “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τους α­πό “τ’ α­γα­πη­μέ­να” των δυο πρώ­των τό­μων της Σει­ράς. Πά­ντως, για να συ­νε­χί­σει ε­πι­τυ­χώς η Σει­ρά, η ε­πι­λο­γή των αν­θο­λό­γων δεν θα πρέ­πει να γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά, λ.χ., αν εκ­πλήσ­σουν ευ­χά­ρι­στα και κά­ποια συ­γκι­νούν, εί­ναι για­τί εί­ναι “αυ­τά που α­γά­πη­σε, που θαύ­μα­σε, που ζή­λε­ψε”. Τα σχό­λιά του, αν ε­ντυ­πώ­νο­νται, εί­ναι για­τί α­να­δύο­νται α­πό βιώ­μα­τα. Πα­ρά­δειγ­μα, μετά το ποίημα, «Ποίηση 1948», του Εγγονόπουλου, ση­μειώ­νει: “Δεν πει­ρά­ζει που δεν το έ­γρα­ψες ε­σύ. Κά­τσε και α­ντί­γρα­ψέ το 50 ή 100 φο­ρές, με το χέ­ρι φυ­σι­κά σαν τι­μω­ρία, για τη ζή­λια σου, τη δη­μιουρ­γι­κή ό­πως τη λες...”: «τού­τη η ε­πο­χή/του εμ­φυ­λίου σπα­ραγ­μού/δεν εί­ναι ε­πο­χή/για ποίη­ση/κι άλ­λα πα­ρό­μοια:/σαν πά­ει κά­τι/να /γρα­φεί/εί­ναι/ως α­ν/να γρά­φο­ντα­ν/α­πό την άλ­λη με­ριά/αγ­γελ­τη­ρί­ων/ θα­νά­του    γι’ αυ­τό και/τα ποιή­μα­τά μου/είν’ τό­σο πι­κρα­μέ­να/(και πό­τε-άλ­λω­στε-δεν ή­σαν;)/κι εί­ναι/-προ­πά­ντω­ν-/και/τό­σο/λί­γα». 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/12/2014.

 Φω­το­γρα­φία Κώ­στα Μπα­λά­φα.

Πα­ρα­μύ­θι με ό­νο­μα

Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος
«Μοι­ρο­λα3»
Εκδό­σεις Τό­πος
Οκτώ­βριος 2014

Το και­νού­ριο βι­βλίο του Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λου φέρ­νει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα την ε­πέ­τειο των 140 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα στις 12/24 Απρι­λίου 1874 στην Αλε­ξάν­δρεια. Κα­κό­τυ­χη στά­θη­κε η Δέλ­τα. Τε­τρά­κις α­πο­πει­ρά­θη­κε να αυ­το­κτο­νή­σει, α­κό­μη και την ύ­στα­τη φο­ρά δυ­σκο­λεύ­τη­κε. Τις τρεις, ό­ταν α­πο­δεί­χθη­κε α­δύ­να­τος ο δε­σμός της με τους δυο ά­ντρες που ε­ρω­τεύ­τη­κε στα εί­κο­σι και στα τριά­ντα, τον Αντώ­νη Μαυ­ρο­γορ­δά­το και τον Ίω­να Δρα­γού­μη. Δυο φο­ρές για τον Δρα­γού­μη, που στά­θη­κε ο με­γά­λος έ­ρω­τας. Στις 27 Απρι­λίου 1941, η τε­λευ­ταία α­πό­πει­ρα ή­ταν “για την πα­τρί­δα”. Δεν ά­ντε­χε να δει την Ελλά­δα υ­πό­δου­λη. Ού­τε, ό­μως, τό­τε τα κα­τά­φε­ρε. Παι­δεύ­τη­κε πέ­ντε η­μέ­ρες, με την σβά­στι­κα να κυ­μα­τί­ζει στην Ακρό­πο­λη.  
Αλλά και με­τα­θα­νά­τια, ά­τυ­χη στά­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, το λήμ­μα στην Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, πό­σο φει­δω­λά για τον πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο και λο­γο­τέ­χνη εί­ναι γραμ­μέ­νο. Αντι­γρά­φου­με: “Η Πη­νέ­λο­πη δια­μόρ­φω­σε χα­ρα­κτή­ρα αυ­στη­ρό, α­παι­τη­τι­κό και α­πό­λυ­το, με διά­θε­ση α­να­μορ­φω­τι­κή και α­πα­ρέ­γκλι­τη προ­σή­λω­ση στο κα­θή­κον, που θερ­μαι­νό­ταν μό­νο α­πό την πα­τρι­δο­λα­τρία της.” Αυ­τό το “πα­τρι­δο­λα­τρία” η­χεί πε­ρί­που σαν ψό­γος. Για να κα­τα­λή­ξει: “Υπήρ­ξε εκ­φρά­στρια των ι­δεών της τά­ξης της και υ­μνή­τρια των πα­τριω­τι­κών ι­δα­νι­κών της ε­πο­χής της, χω­ρίς διά­θε­ση νε­ο­τε­ρι­στι­κών αλ­λα­γών.” Και ο α­γώ­νας για τον δη­μο­τι­κι­σμό και η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­νά­πλα­ση Βυ­ζα­ντίου και Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να και η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση στο πλευ­ρό του Βε­νι­ζέ­λου; Στην έλ­λει­ψη γεν­ναιο­δω­ρίας προ­στί­θε­νται και α­να­κρί­βειες. Σύμ­φω­να με το λήμ­μα, “στις 27 Απρι­λίου, η­μέ­ρα που οι Γερ­μα­νοί κα­τα­κτη­τές μπή­καν στην Αθή­να, αυ­το­κτό­νη­σε παίρ­νο­ντας δη­λη­τή­ριο”. Επιπροσθέτως, στην Γραμ­μα­το­λο­γία, στην πα­ρά­τα­ξη των συγ­γρα­φέων ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, το λήμ­μα για τη Δέλ­τα  έ­χει το­πο­θε­τη­θεί με­τά ε­κεί­νου για τον Δρα­γού­μη. Όπου η συ­ντάκ­τρια του δεύ­τε­ρου λήμ­μα­τος πρώ­τα μνη­μο­νεύει “τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο έ­ρω­τα της ζωής του, την Μα­ρί­κα Κο­το­πού­λη”. 
Χω­ρίς μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου, ε­φέ­τος τον Μάιο –ό­λα τα ση­μα­ντι­κά του βίου της Δέλ­τα ά­νοι­ξη έ­λα­βαν χώ­ρα– πα­ρου­σιά­στη­κε το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ρω­μιο­πού­λες», που εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει το 1926 και το ο­λο­κλή­ρω­σε το 1939. Τα 75 χρό­νια, που έ­μει­νε στο Αρχείο της, δεν δεί­χνουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον για ε­κεί­νη και το έρ­γο της. Ού­τε, άλ­λω­στε, τα λι­γο­στά που δη­μο­σιεύ­τη­καν σχε­τι­κά με την έκ­δο­ση. Όσο για την τύ­χη του Αρχείου της, το πι­θα­νό­τε­ρο, αν δεν υ­πήρ­χε ο δι­σέγ­γο­νός της, Αλέ­κος Π. Ζάν­νας, που έ­κα­νε έρ­γο ζωής την έκ­δο­ση των κα­τά­λοι­πών της, θα εί­χα­με μό­νο τα ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και τις δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, που εκ­δό­θη­καν α­πό την ί­δια. Και βε­βαίως, πριν α­πό αυ­τόν, ο Ξε­νο­φών Λευ­κο­πα­ρί­δης, που πα­ρα­μέ­ρι­σε το δι­κό του έρ­γο για να α­να­δεί­ξει κά­ποια ση­μα­ντι­κά πρό­σω­πα, με πρώ­τη την Δέλ­τα και τους δυο τό­μους της αλ­λη­λο­γρα­φίας της.
Ωστό­σο, Ιού­λιο 2010, θυ­μή­θη­καν μία άλ­λη ε­πέ­τειο σχε­τι­κή με την Δέλ­τα. Τη συ­μπλή­ρω­ση 100 χρό­νων α­πό την έκ­δο­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα». Τό­τε, κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πα­νέκ­δο­ση, με ε­πί­με­τρο και χρο­νο­λό­γιο. Ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου συ­μπλη­ρώ­θη­κε με το α­νέ­βα­σμά του, στις 12 Οκτω­βρίου 2010, στην Παι­δι­κή Σκη­νή του Εθνι­κού Θεά­τρου. Βε­βαίως, το 2009, εί­χαν συ­μπλη­ρω­θεί 100 χρό­νια α­πό το πρώ­το της βι­βλίο «Για την πα­τρί­δα» και α­ντι­στοί­χως, το 2011, α­πό το τρί­το, «Τον και­ρό του Βουλ­γα­ρο­κτό­νου», που ού­τε τι­μη­τι­κής ε­πα­νέκ­δο­σης έ­τυ­χαν ού­τε πα­ρά­στα­σης. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού και μό­νο οι τίτ­λοι τους α­ντι­βαί­νουν στην προ­σπά­θεια πα­γκο­σμιο­ποίη­σης εγ­χώ­ριας Ιστο­ρίας και Εκπαί­δευ­σης. Όσο για το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, αυ­τό, με την πα­ρα­μυ­θι­κή μορ­φή του, βρί­σκε­ται στο α­πυ­ρό­βλη­το. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, στις 23 Απρι­λίου 2010, ό­ταν ο τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γός, α­πό το Κα­στε­λό­ρι­ζο, α­να­κοί­νω­νε ό­τι η Ελλά­δα υ­πέ­γρα­ψε το μνη­μό­νιο στή­ρι­ξης, η αλ­λη­γο­ρία του πα­ρα­μυ­θιού α­πο­κτού­σε μία ε­πι­πλέ­ον ερ­μη­νεία. 
Στις 14 Δε­κεμ­βρίου 1910, ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος έ­γρα­φε στην Δέλ­τα: “Σε­βα­στή μου Κυ­ρία Δέλ­τα, ο τίτ­λος εί­ναι πο­λύ ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. Για­τί, αν και το θέ­μα εί­ναι παρ­μέ­νο α­πό τη ζωή μας και για τη ζωή μας, μό­λα ταύ­τα έ­χει τό­ση γε­νι­κό­τη­τα, ώ­στε κά­θε πε­σμέ­νος λαός θα το πά­ρει για δι­κό του.” Το 2010, εί­χα­με ή­δη αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποιού­με ό­τι εί­μα­στε έ­νας “πε­σμέ­νος λαός”. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, γο­να­τι­σμέ­νος. Βρι­σκό­μα­σταν μάλ­λον προ πολ­λού “στο Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Από ε­κεί, και ό­χι α­πό το ει­δυλ­λια­κό α­κρι­τι­κό νη­σί, ερ­χό­ταν η φω­νή του “Βα­σι­λιά Αστό­χα­στου”, που έ­στελ­νε το­ν “αρ­χι­κα­γκε­λά­ριο Πα­νουρ­γά­κο” στον “Θείο Βα­σι­λιά” και τον “Εξά­δελ­φο Βα­σι­λιά” των δυο γει­το­νι­κών χω­ρών για βοή­θεια. Και ε­κεί­νος θεώ­ρη­σε σκό­πι­μο, ό­ποιον “Κα­κο­μοι­ρί­δη, σι­δε­ρά” ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο, συ­να­ντού­σε στο δρό­μο, να του αρ­πά­ζει το σα­κού­λι.
Πα­ρά την πρό­δη­λη ο­μοιό­τη­τα της πα­ρα­μυ­θι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με την ί­δια την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο σκη­νο­θέ­της της πα­ρά­στα­σης, Τά­κης Τζαμαργιάς, έ­κρι­νε ό­τι χρειά­ζε­ται δια­σκευή. Ακρι­βέ­στε­ρα, μία δεύ­τε­ρη δια­σκευή, κα­θώς υ­πήρ­χε η πα­λαιό­τε­ρη δρα­μα­το­ποίη­ση του Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη, που εί­χε α­νέ­βει α­πό τον Θία­σο Δια­μα­ντό­που­λου-Αλκαίου. Για τη δια­σκευή α­πευ­θύν­θη­κε στον Ρα­πτό­που­λο, πα­λιό συμ­φοι­τη­τή του στην Παι­δα­γω­γι­κή. Εκεί­νος φαί­νε­ται πως εν­θου­σιά­στη­κε και άρ­χι­σε να “δου­λεύει πυ­ρε­τω­δώς μες στο κα­τα­κα­λό­και­ρο”. “Την ε­λεύ­θε­ρη δια­σκευή του Κα­μπα­νέλ­λη, ο ο­ποίος με­τέ­τρε­ψε το έρ­γο σε μια α­ντι­πο­λε­μι­κή ι­στο­ρία που α­πευ­θύ­νε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε ε­νή­λι­κες, α­πέ­φυ­γε α­κό­μη και να την σκε­φτεί.”  Έτσι του­λά­χι­στον ι­σχυ­ρί­ζε­ται στο βι­βλίο του «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που ε­ξέ­δω­σε το 2012. Εκεί, σε πο­τά­μια η­με­ρο­λο­για­κού τύ­που α­φή­γη­ση 700 σε­λί­δων, μι­λά­ει για την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου αιώ­να και την αποτυχία της Ελλάδας ως χώρας της Ευρώπης. Ανα­φέ­ρε­ται στην α­πο­τυ­χία ως συλ­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο αλ­λά και ως α­το­μι­κό. 
Γεν­νη­μέ­νος ο Ρα­πτό­που­λος τη χρο­νιά της πρώ­της δια­σκευής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Δέλ­τα, το 1959, με πρώ­το βι­βλίο το 1979 και την πρώ­τη “τρι­λο­γία της ε­φη­βείας” να έ­χει συλ­λη­φθεί ως ι­δέα και με­ρι­κώς γρα­φτεί ε­ντός ε­κεί­νης της ση­μα­δια­κής για ε­κεί­νον χρο­νιάς, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, σιώ­πη­σε με­τά την έκ­δο­ση και του τρί­του βι­βλίου ε­πί μία ε­πτα­ε­τία, για να ε­πα­να­κάμ­ψει το 1992 με με­γα­λύ­τε­ρη ορ­μή και κυ­ρίως, με δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νη σύλ­λη­ψη της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής γρα­φής. Αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή με­τα­μόρ­φω­ση έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί στους τίτ­λους πρώ­του και τέ­ταρ­του βι­βλίου, α­πό τα «Κομ­μα­τά­κια» στην «Αυ­το­κρα­το­ρι­κή μνή­μη του αί­μα­τος». Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο 23ο βι­βλίο του, που εί­ναι «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», ο συγ­γρα­φέ­ας σαν να ε­παί­ρε­ται πως “πά­νω α­πό τριά­ντα χρό­νια τα βι­βλία του δι­χά­ζουν α­κό­μα και τους φα­να­τι­κούς του α­να­γνώ­στες”. Το κε­φά­λαιο, που α­φιε­ρώ­νει στην πε­ρι­πέ­τεια της δια­σκευής, γραμ­μέ­νο πριν την πα­ρά­στα­ση, συ­νι­στά τον α­πο­λο­γι­σμό μιας α­πο­τυ­χίας. 
Ο βα­σι­κός λό­γος, που ο ί­διος τη θεώ­ρη­σε ως α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια, εί­ναι ό­τι δεν στά­θη­κε αρ­κού­ντως “ά­πι­στη” ως προς το πρω­τό­τυ­πο. Κι ό­μως, ή­δη η με­τα­φο­ρά της ι­στο­ρίας σε έ­να μέλ­λον α­προσ­διό­ρι­στο, με “το Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας” να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πο­μει­νά­ρι μιας μελ­λο­ντο­λο­γι­κής κα­τα­στρο­φής, ή, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “σε μια ε­πο­χή υ­περ­τε­χνο­λο­γι­κού με­σαίω­να”, δεί­χνει ι­κα­νο­ποιη­τι­κά τολ­μη­ρή. Και μό­νο “τα πυ­κνά δά­ση του πα­ρα­μυ­θιού, ξε­χα­σμέ­να και α­δού­λευ­τα, κρύ­βο­ντας κά­τω α­πό το φου­ντω­μέ­νο τους φύλ­λω­μα ο­λό­κλη­ρο κό­σμο πε­τα­λού­δες, μα­μού­νια και μέ­λισ­σες”, που προ­βάλ­λουν στη δια­σκευή “κα­μέ­να και τσε­κου­ρε­μέ­να”, αλ­λά­ζουν άρ­δην το μή­νυ­μα του πα­ρα­μυ­θιού. Για το ο­ποίο, έ­τσι κι αλ­λιώς, ο Ρα­πτό­που­λος εκ­φρά­ζει ε­πι­φυ­λά­ξεις. “Το πά­λε­ψε κι ε­σύ για το κοι­νό κα­λό” θεω­ρεί ό­τι ο­δη­γεί σε “έ­να ό­ρα­μα του κό­σμου μα­νι­χαϊστι­κό”. Ο τίτ­λος του κε­φα­λαίου, «Το πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα του μέλ­λο­ντός μας», προϊδεά­ζει για το εύ­ρος της ε­πι­θυ­μη­τής δια­σκευής. Τον Ρα­πτό­που­λο τον α­πο­γοή­τευ­σαν και οι ε­πεμ­βά­σεις παι­δα­γω­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα σκη­νο­θέ­τη και διεύ­θυν­σης Θεά­τρου. Γι’ αυ­τό και κα­τα­λή­γει με την δια­πί­στω­ση πως “τον έλ­κει τό­σο η ό­λη ι­στο­ρία, ώ­στε μό­νο αν κα­τα­πια­στεί μα­ζί της ε­πί ί­σοις ό­ροις, δη­λα­δή α­γω­νι­στεί να την α­φη­γη­θεί ξα­νά σε μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μορ­φή, μό­νο τό­τε θα η­συ­χά­σει”. 
Σύμ­φω­να με συ­νέ­ντευ­ξή του, τε­λείω­σε τη δια­σκευή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Δε­κέμ­βριο 2012. Ου­σια­στι­κά, με σκε­λε­τό το πα­ρα­μύ­θι της Δέλ­τα, έ­φτια­ξε έ­να δι­κό του μελ­λο­ντο­λο­γι­κό πα­ρα­μύ­θι, κρα­τώ­ντας την μοι­ρο­λα­τρία ως κύ­ρια πα­θο­γέ­νεια της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Πρώ­τα α­πό ό­λα, βρή­κε έ­ναν και­νού­ριο τίτ­λο, που προ­τάσ­σει μεν τη μοι­ρο­λα­τρία, αλ­λά γραμ­μέ­νη στη συν­θη­μα­τι­κή γλώσ­σα των γκρά­φι­τι, ό­που α­ριθ­μοί α­ντι­κα­θι­στούν ε­νό­τη­τες γραμ­μά­των. Μό­νο που έ­τσι ο τίτ­λος κα­τα­λή­γει να πα­ρα­πέ­μπει στο Μο­το­ρό­λα 3, το γνω­στό προω­θη­μέ­νο μο­ντέ­λο κι­νη­τού. Ύστε­ρα, άλ­λα­ξε το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του πα­ρα­μυ­θιού. Αντί για το Βα­σι­λό­που­λο, τη σω­τη­ρία της Χώ­ρας α­να­λαμ­βά­νει η α­δελ­φή του. Ευ­θυ­γραμ­μι­ζό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, με “την α­να­δυό­με­νη στις μέ­ρες μας γυ­ναι­κο­κρα­τία”, στο μυ­θι­στό­ρη­μά του πρω­τα­γω­νι­στεί Πρι­γκί­πισ­σα. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, μάλ­λον του δια­φεύ­γουν ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά στοι­χεία. Στην Ελλά­δα, ό­που το­πο­θε­τεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, δεν υ­πάρ­χει κα­μιά α­πο­λύ­τως έν­δει­ξη πως το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη γυ­ναί­κα. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο α­το­μι­σμός μιας γυ­ναί­κας εί­ναι συ­γκρι­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­πτυγ­μέ­νος, γι’ αυ­τό και κα­τά κα­νό­να εμ­φα­νί­ζε­ται πλέ­ον φι­λό­δο­ξη. Πο­τέ μία γυ­ναί­κα δεν θα πα­ρέ­δι­δε την ε­ξου­σία στον α­δελ­φό της, ό­πως κά­νει η η­ρωί­δα του, για­τί α­να­κά­λυ­ψε πως η ε­ξου­σία δια­φθεί­ρει. Ανέ­κα­θεν οι γυ­ναί­κες στά­θη­καν πρα­κτι­κά ά­το­μα. Τέ­λος, με την αλ­λα­γή του φύ­λου, α­πα­λεί­φο­νται ο­λο­σχε­ρώς τα ί­χνη των ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των, ως αλ­λη­γο­ρία των ο­ποίων η Δέλ­τα έ­γρα­ψε το πα­ρα­μύ­θι. Εδώ, το ζή­τη­μα δεν εί­ναι αν τα παι­διά τα α­γνοούν, ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ρα­πτό­που­λος, αλ­λά κα­τά πό­σο οι ση­με­ρι­νοί ε­νή­λι­κες ε­πι­θυ­μούν ή και εί­ναι σε θέ­ση να τους τα δι­δά­ξουν. 
Σή­με­ρα, αρ­κε­τοί θεω­ρούν ό­τι η λο­γο­τε­χνία, ως προ­νο­μιού­χος α­φή­γη­ση, συ­μπλη­ρώ­νει την Ιστο­ρία. Οπό­τε η δια­σκευή των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Δέλ­τα δεί­χνει α­να­γκαία, μή­πως και ε­πι­βιώ­σουν στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, οι συμ­βο­λι­σμοί του «Πα­ρα­μυ­θιού χω­ρίς ό­νο­μα» ε­ξα­κο­λου­θούν δυ­στυ­χώς να βρί­σκουν α­ντα­πό­κρι­ση στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μπο­ρεί να μην έ­χου­με σή­με­ρα, ό­πως το 1910, Βα­σι­λέα Γεώρ­γιο και Βα­σι­λό­που­λο Κων­στα­ντί­νο, έ­χου­με, ό­μως, νέ­ους πο­λι­τι­κούς. Ανά­με­σα σε αυ­τούς δια­κρί­νου­με, ό­χι μό­νο αυ­το­δη­μιούρ­γη­τους, αλ­λά και γό­νους. Δεν υ­πάρ­χει με­γά­λη πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, που να μην κα­μα­ρώ­νει έ­ναν ή και πε­ρισ­σό­τε­ρους γιους και θυ­γα­τέ­ρες στη Βου­λή. Αν και πε­ρισ­σό­τε­ρο γο­η­τεύει, σή­με­ρα ό­πως και τό­τε, ο α­φ’ ε­αυ­τού α­να­δει­χθείς πο­λι­τι­κός. Όπως ο Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος, που, το 1910, ή­ταν στα 46 του. Εφέ­τος, 150 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, κά­ποιοι άλ­λοι αυ­το­δη­μιούρ­γη­τοι σα­ρα­ντά­ρη­δες δο­κι­μά­ζουν τις δυ­νά­μεις τους, ό­πως, λ.χ., η Ρέ­να Δού­ρου και ο Αλέ­ξης Τσί­πρας. Ακό­μη, να θυ­μί­σου­με πως βα­σι­κό μέ­ρος της πλο­κής στην αλ­λη­γο­ρία της Δέλ­τα α­πο­τε­λεί ο πό­λε­μος, που κη­ρύσ­σει  ο “Εξά­δελ­φος Βα­σι­λιάς”, θέ­λο­ντας να ε­πω­φε­λη­θεί α­πό την πα­ρακ­μή “του Βα­σί­λειου της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Ο Ρα­πτό­που­λος εκ­με­ταλ­λεύε­ται σε α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση τους συμ­βο­λι­σμούς, συν­θέ­το­ντας το δι­κό του “πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο” πα­ρα­μύ­θι. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/12/2014.

Φωτογραφία: Σκη­νή α­πό την πα­ρά­στα­ση το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα» σε δια­σκευή Β. Ρα­πτό­που­λου. Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή α­πέ­χει α­πό την θε­α­τρι­κή δια­σκευή, που α­νέ­βη­κε, πο­λύ πριν α­πό την έκ­δο­ση του βι­βλίου, στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο.