Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Πα­ρα­μύ­θι με ό­νο­μα

Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος
«Μοι­ρο­λα3»
Εκδό­σεις Τό­πος
Οκτώ­βριος 2014

Το και­νού­ριο βι­βλίο του Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λου φέρ­νει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα την ε­πέ­τειο των 140 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα στις 12/24 Απρι­λίου 1874 στην Αλε­ξάν­δρεια. Κα­κό­τυ­χη στά­θη­κε η Δέλ­τα. Τε­τρά­κις α­πο­πει­ρά­θη­κε να αυ­το­κτο­νή­σει, α­κό­μη και την ύ­στα­τη φο­ρά δυ­σκο­λεύ­τη­κε. Τις τρεις, ό­ταν α­πο­δεί­χθη­κε α­δύ­να­τος ο δε­σμός της με τους δυο ά­ντρες που ε­ρω­τεύ­τη­κε στα εί­κο­σι και στα τριά­ντα, τον Αντώ­νη Μαυ­ρο­γορ­δά­το και τον Ίω­να Δρα­γού­μη. Δυο φο­ρές για τον Δρα­γού­μη, που στά­θη­κε ο με­γά­λος έ­ρω­τας. Στις 27 Απρι­λίου 1941, η τε­λευ­ταία α­πό­πει­ρα ή­ταν “για την πα­τρί­δα”. Δεν ά­ντε­χε να δει την Ελλά­δα υ­πό­δου­λη. Ού­τε, ό­μως, τό­τε τα κα­τά­φε­ρε. Παι­δεύ­τη­κε πέ­ντε η­μέ­ρες, με την σβά­στι­κα να κυ­μα­τί­ζει στην Ακρό­πο­λη.  
Αλλά και με­τα­θα­νά­τια, ά­τυ­χη στά­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, το λήμ­μα στην Γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη, πό­σο φει­δω­λά για τον πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο και λο­γο­τέ­χνη εί­ναι γραμ­μέ­νο. Αντι­γρά­φου­με: “Η Πη­νέ­λο­πη δια­μόρ­φω­σε χα­ρα­κτή­ρα αυ­στη­ρό, α­παι­τη­τι­κό και α­πό­λυ­το, με διά­θε­ση α­να­μορ­φω­τι­κή και α­πα­ρέ­γκλι­τη προ­σή­λω­ση στο κα­θή­κον, που θερ­μαι­νό­ταν μό­νο α­πό την πα­τρι­δο­λα­τρία της.” Αυ­τό το “πα­τρι­δο­λα­τρία” η­χεί πε­ρί­που σαν ψό­γος. Για να κα­τα­λή­ξει: “Υπήρ­ξε εκ­φρά­στρια των ι­δεών της τά­ξης της και υ­μνή­τρια των πα­τριω­τι­κών ι­δα­νι­κών της ε­πο­χής της, χω­ρίς διά­θε­ση νε­ο­τε­ρι­στι­κών αλ­λα­γών.” Και ο α­γώ­νας για τον δη­μο­τι­κι­σμό και η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­νά­πλα­ση Βυ­ζα­ντίου και Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να και η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση στο πλευ­ρό του Βε­νι­ζέ­λου; Στην έλ­λει­ψη γεν­ναιο­δω­ρίας προ­στί­θε­νται και α­να­κρί­βειες. Σύμ­φω­να με το λήμ­μα, “στις 27 Απρι­λίου, η­μέ­ρα που οι Γερ­μα­νοί κα­τα­κτη­τές μπή­καν στην Αθή­να, αυ­το­κτό­νη­σε παίρ­νο­ντας δη­λη­τή­ριο”. Επιπροσθέτως, στην Γραμ­μα­το­λο­γία, στην πα­ρά­τα­ξη των συγ­γρα­φέων ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, το λήμ­μα για τη Δέλ­τα  έ­χει το­πο­θε­τη­θεί με­τά ε­κεί­νου για τον Δρα­γού­μη. Όπου η συ­ντάκ­τρια του δεύ­τε­ρου λήμ­μα­τος πρώ­τα μνη­μο­νεύει “τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο έ­ρω­τα της ζωής του, την Μα­ρί­κα Κο­το­πού­λη”. 
Χω­ρίς μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου, ε­φέ­τος τον Μάιο –ό­λα τα ση­μα­ντι­κά του βίου της Δέλ­τα ά­νοι­ξη έ­λα­βαν χώ­ρα– πα­ρου­σιά­στη­κε το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ρω­μιο­πού­λες», που εί­χε ξε­κι­νή­σει να γρά­φει το 1926 και το ο­λο­κλή­ρω­σε το 1939. Τα 75 χρό­νια, που έ­μει­νε στο Αρχείο της, δεν δεί­χνουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον για ε­κεί­νη και το έρ­γο της. Ού­τε, άλ­λω­στε, τα λι­γο­στά που δη­μο­σιεύ­τη­καν σχε­τι­κά με την έκ­δο­ση. Όσο για την τύ­χη του Αρχείου της, το πι­θα­νό­τε­ρο, αν δεν υ­πήρ­χε ο δι­σέγ­γο­νός της, Αλέ­κος Π. Ζάν­νας, που έ­κα­νε έρ­γο ζωής την έκ­δο­ση των κα­τά­λοι­πών της, θα εί­χα­με μό­νο τα ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και τις δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, που εκ­δό­θη­καν α­πό την ί­δια. Και βε­βαίως, πριν α­πό αυ­τόν, ο Ξε­νο­φών Λευ­κο­πα­ρί­δης, που πα­ρα­μέ­ρι­σε το δι­κό του έρ­γο για να α­να­δεί­ξει κά­ποια ση­μα­ντι­κά πρό­σω­πα, με πρώ­τη την Δέλ­τα και τους δυο τό­μους της αλ­λη­λο­γρα­φίας της.
Ωστό­σο, Ιού­λιο 2010, θυ­μή­θη­καν μία άλ­λη ε­πέ­τειο σχε­τι­κή με την Δέλ­τα. Τη συ­μπλή­ρω­ση 100 χρό­νων α­πό την έκ­δο­ση του δεύ­τε­ρου βι­βλίου της, το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα». Τό­τε, κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πα­νέκ­δο­ση, με ε­πί­με­τρο και χρο­νο­λό­γιο. Ο ε­ορ­τα­σμός της ε­πε­τείου συ­μπλη­ρώ­θη­κε με το α­νέ­βα­σμά του, στις 12 Οκτω­βρίου 2010, στην Παι­δι­κή Σκη­νή του Εθνι­κού Θεά­τρου. Βε­βαίως, το 2009, εί­χαν συ­μπλη­ρω­θεί 100 χρό­νια α­πό το πρώ­το της βι­βλίο «Για την πα­τρί­δα» και α­ντι­στοί­χως, το 2011, α­πό το τρί­το, «Τον και­ρό του Βουλ­γα­ρο­κτό­νου», που ού­τε τι­μη­τι­κής ε­πα­νέκ­δο­σης έ­τυ­χαν ού­τε πα­ρά­στα­σης. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού και μό­νο οι τίτ­λοι τους α­ντι­βαί­νουν στην προ­σπά­θεια πα­γκο­σμιο­ποίη­σης εγ­χώ­ριας Ιστο­ρίας και Εκπαί­δευ­σης. Όσο για το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, αυ­τό, με την πα­ρα­μυ­θι­κή μορ­φή του, βρί­σκε­ται στο α­πυ­ρό­βλη­το. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, στις 23 Απρι­λίου 2010, ό­ταν ο τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γός, α­πό το Κα­στε­λό­ρι­ζο, α­να­κοί­νω­νε ό­τι η Ελλά­δα υ­πέ­γρα­ψε το μνη­μό­νιο στή­ρι­ξης, η αλ­λη­γο­ρία του πα­ρα­μυ­θιού α­πο­κτού­σε μία ε­πι­πλέ­ον ερ­μη­νεία. 
Στις 14 Δε­κεμ­βρίου 1910, ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος έ­γρα­φε στην Δέλ­τα: “Σε­βα­στή μου Κυ­ρία Δέλ­τα, ο τίτ­λος εί­ναι πο­λύ ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. Για­τί, αν και το θέ­μα εί­ναι παρ­μέ­νο α­πό τη ζωή μας και για τη ζωή μας, μό­λα ταύ­τα έ­χει τό­ση γε­νι­κό­τη­τα, ώ­στε κά­θε πε­σμέ­νος λαός θα το πά­ρει για δι­κό του.” Το 2010, εί­χα­με ή­δη αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποιού­με ό­τι εί­μα­στε έ­νας “πε­σμέ­νος λαός”. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, γο­να­τι­σμέ­νος. Βρι­σκό­μα­σταν μάλ­λον προ πολ­λού “στο Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Από ε­κεί, και ό­χι α­πό το ει­δυλ­λια­κό α­κρι­τι­κό νη­σί, ερ­χό­ταν η φω­νή του “Βα­σι­λιά Αστό­χα­στου”, που έ­στελ­νε το­ν “αρ­χι­κα­γκε­λά­ριο Πα­νουρ­γά­κο” στον “Θείο Βα­σι­λιά” και τον “Εξά­δελ­φο Βα­σι­λιά” των δυο γει­το­νι­κών χω­ρών για βοή­θεια. Και ε­κεί­νος θεώ­ρη­σε σκό­πι­μο, ό­ποιον “Κα­κο­μοι­ρί­δη, σι­δε­ρά” ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο, συ­να­ντού­σε στο δρό­μο, να του αρ­πά­ζει το σα­κού­λι.
Πα­ρά την πρό­δη­λη ο­μοιό­τη­τα της πα­ρα­μυ­θι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με την ί­δια την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο σκη­νο­θέ­της της πα­ρά­στα­σης, Τά­κης Τζαμαργιάς, έ­κρι­νε ό­τι χρειά­ζε­ται δια­σκευή. Ακρι­βέ­στε­ρα, μία δεύ­τε­ρη δια­σκευή, κα­θώς υ­πήρ­χε η πα­λαιό­τε­ρη δρα­μα­το­ποίη­ση του Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη, που εί­χε α­νέ­βει α­πό τον Θία­σο Δια­μα­ντό­που­λου-Αλκαίου. Για τη δια­σκευή α­πευ­θύν­θη­κε στον Ρα­πτό­που­λο, πα­λιό συμ­φοι­τη­τή του στην Παι­δα­γω­γι­κή. Εκεί­νος φαί­νε­ται πως εν­θου­σιά­στη­κε και άρ­χι­σε να “δου­λεύει πυ­ρε­τω­δώς μες στο κα­τα­κα­λό­και­ρο”. “Την ε­λεύ­θε­ρη δια­σκευή του Κα­μπα­νέλ­λη, ο ο­ποίος με­τέ­τρε­ψε το έρ­γο σε μια α­ντι­πο­λε­μι­κή ι­στο­ρία που α­πευ­θύ­νε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε ε­νή­λι­κες, α­πέ­φυ­γε α­κό­μη και να την σκε­φτεί.”  Έτσι του­λά­χι­στον ι­σχυ­ρί­ζε­ται στο βι­βλίο του «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που ε­ξέ­δω­σε το 2012. Εκεί, σε πο­τά­μια η­με­ρο­λο­για­κού τύ­που α­φή­γη­ση 700 σε­λί­δων, μι­λά­ει για την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου αιώ­να και την αποτυχία της Ελλάδας ως χώρας της Ευρώπης. Ανα­φέ­ρε­ται στην α­πο­τυ­χία ως συλ­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο αλ­λά και ως α­το­μι­κό. 
Γεν­νη­μέ­νος ο Ρα­πτό­που­λος τη χρο­νιά της πρώ­της δια­σκευής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Δέλ­τα, το 1959, με πρώ­το βι­βλίο το 1979 και την πρώ­τη “τρι­λο­γία της ε­φη­βείας” να έ­χει συλ­λη­φθεί ως ι­δέα και με­ρι­κώς γρα­φτεί ε­ντός ε­κεί­νης της ση­μα­δια­κής για ε­κεί­νον χρο­νιάς, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, σιώ­πη­σε με­τά την έκ­δο­ση και του τρί­του βι­βλίου ε­πί μία ε­πτα­ε­τία, για να ε­πα­να­κάμ­ψει το 1992 με με­γα­λύ­τε­ρη ορ­μή και κυ­ρίως, με δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νη σύλ­λη­ψη της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής γρα­φής. Αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή με­τα­μόρ­φω­ση έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί στους τίτ­λους πρώ­του και τέ­ταρ­του βι­βλίου, α­πό τα «Κομ­μα­τά­κια» στην «Αυ­το­κρα­το­ρι­κή μνή­μη του αί­μα­τος». Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στο 23ο βι­βλίο του, που εί­ναι «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», ο συγ­γρα­φέ­ας σαν να ε­παί­ρε­ται πως “πά­νω α­πό τριά­ντα χρό­νια τα βι­βλία του δι­χά­ζουν α­κό­μα και τους φα­να­τι­κούς του α­να­γνώ­στες”. Το κε­φά­λαιο, που α­φιε­ρώ­νει στην πε­ρι­πέ­τεια της δια­σκευής, γραμ­μέ­νο πριν την πα­ρά­στα­ση, συ­νι­στά τον α­πο­λο­γι­σμό μιας α­πο­τυ­χίας. 
Ο βα­σι­κός λό­γος, που ο ί­διος τη θεώ­ρη­σε ως α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια, εί­ναι ό­τι δεν στά­θη­κε αρ­κού­ντως “ά­πι­στη” ως προς το πρω­τό­τυ­πο. Κι ό­μως, ή­δη η με­τα­φο­ρά της ι­στο­ρίας σε έ­να μέλ­λον α­προσ­διό­ρι­στο, με “το Βα­σί­λειο της Μοι­ρο­λα­τρίας” να πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πο­μει­νά­ρι μιας μελ­λο­ντο­λο­γι­κής κα­τα­στρο­φής, ή, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “σε μια ε­πο­χή υ­περ­τε­χνο­λο­γι­κού με­σαίω­να”, δεί­χνει ι­κα­νο­ποιη­τι­κά τολ­μη­ρή. Και μό­νο “τα πυ­κνά δά­ση του πα­ρα­μυ­θιού, ξε­χα­σμέ­να και α­δού­λευ­τα, κρύ­βο­ντας κά­τω α­πό το φου­ντω­μέ­νο τους φύλ­λω­μα ο­λό­κλη­ρο κό­σμο πε­τα­λού­δες, μα­μού­νια και μέ­λισ­σες”, που προ­βάλ­λουν στη δια­σκευή “κα­μέ­να και τσε­κου­ρε­μέ­να”, αλ­λά­ζουν άρ­δην το μή­νυ­μα του πα­ρα­μυ­θιού. Για το ο­ποίο, έ­τσι κι αλ­λιώς, ο Ρα­πτό­που­λος εκ­φρά­ζει ε­πι­φυ­λά­ξεις. “Το πά­λε­ψε κι ε­σύ για το κοι­νό κα­λό” θεω­ρεί ό­τι ο­δη­γεί σε “έ­να ό­ρα­μα του κό­σμου μα­νι­χαϊστι­κό”. Ο τίτ­λος του κε­φα­λαίου, «Το πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα του μέλ­λο­ντός μας», προϊδεά­ζει για το εύ­ρος της ε­πι­θυ­μη­τής δια­σκευής. Τον Ρα­πτό­που­λο τον α­πο­γοή­τευ­σαν και οι ε­πεμ­βά­σεις παι­δα­γω­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα σκη­νο­θέ­τη και διεύ­θυν­σης Θεά­τρου. Γι’ αυ­τό και κα­τα­λή­γει με την δια­πί­στω­ση πως “τον έλ­κει τό­σο η ό­λη ι­στο­ρία, ώ­στε μό­νο αν κα­τα­πια­στεί μα­ζί της ε­πί ί­σοις ό­ροις, δη­λα­δή α­γω­νι­στεί να την α­φη­γη­θεί ξα­νά σε μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή μορ­φή, μό­νο τό­τε θα η­συ­χά­σει”. 
Σύμ­φω­να με συ­νέ­ντευ­ξή του, τε­λείω­σε τη δια­σκευή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Δε­κέμ­βριο 2012. Ου­σια­στι­κά, με σκε­λε­τό το πα­ρα­μύ­θι της Δέλ­τα, έ­φτια­ξε έ­να δι­κό του μελ­λο­ντο­λο­γι­κό πα­ρα­μύ­θι, κρα­τώ­ντας την μοι­ρο­λα­τρία ως κύ­ρια πα­θο­γέ­νεια της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Πρώ­τα α­πό ό­λα, βρή­κε έ­ναν και­νού­ριο τίτ­λο, που προ­τάσ­σει μεν τη μοι­ρο­λα­τρία, αλ­λά γραμ­μέ­νη στη συν­θη­μα­τι­κή γλώσ­σα των γκρά­φι­τι, ό­που α­ριθ­μοί α­ντι­κα­θι­στούν ε­νό­τη­τες γραμ­μά­των. Μό­νο που έ­τσι ο τίτ­λος κα­τα­λή­γει να πα­ρα­πέ­μπει στο Μο­το­ρό­λα 3, το γνω­στό προω­θη­μέ­νο μο­ντέ­λο κι­νη­τού. Ύστε­ρα, άλ­λα­ξε το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του πα­ρα­μυ­θιού. Αντί για το Βα­σι­λό­που­λο, τη σω­τη­ρία της Χώ­ρας α­να­λαμ­βά­νει η α­δελ­φή του. Ευ­θυ­γραμ­μι­ζό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, με “την α­να­δυό­με­νη στις μέ­ρες μας γυ­ναι­κο­κρα­τία”, στο μυ­θι­στό­ρη­μά του πρω­τα­γω­νι­στεί Πρι­γκί­πισ­σα. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, μάλ­λον του δια­φεύ­γουν ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά στοι­χεία. Στην Ελλά­δα, ό­που το­πο­θε­τεί το μυ­θι­στό­ρη­μά του, δεν υ­πάρ­χει κα­μιά α­πο­λύ­τως έν­δει­ξη πως το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη γυ­ναί­κα. Γε­νι­κό­τε­ρα, ο α­το­μι­σμός μιας γυ­ναί­κας εί­ναι συ­γκρι­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­πτυγ­μέ­νος, γι’ αυ­τό και κα­τά κα­νό­να εμ­φα­νί­ζε­ται πλέ­ον φι­λό­δο­ξη. Πο­τέ μία γυ­ναί­κα δεν θα πα­ρέ­δι­δε την ε­ξου­σία στον α­δελ­φό της, ό­πως κά­νει η η­ρωί­δα του, για­τί α­να­κά­λυ­ψε πως η ε­ξου­σία δια­φθεί­ρει. Ανέ­κα­θεν οι γυ­ναί­κες στά­θη­καν πρα­κτι­κά ά­το­μα. Τέ­λος, με την αλ­λα­γή του φύ­λου, α­πα­λεί­φο­νται ο­λο­σχε­ρώς τα ί­χνη των ι­στο­ρι­κών γε­γο­νό­των, ως αλ­λη­γο­ρία των ο­ποίων η Δέλ­τα έ­γρα­ψε το πα­ρα­μύ­θι. Εδώ, το ζή­τη­μα δεν εί­ναι αν τα παι­διά τα α­γνοούν, ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ρα­πτό­που­λος, αλ­λά κα­τά πό­σο οι ση­με­ρι­νοί ε­νή­λι­κες ε­πι­θυ­μούν ή και εί­ναι σε θέ­ση να τους τα δι­δά­ξουν. 
Σή­με­ρα, αρ­κε­τοί θεω­ρούν ό­τι η λο­γο­τε­χνία, ως προ­νο­μιού­χος α­φή­γη­ση, συ­μπλη­ρώ­νει την Ιστο­ρία. Οπό­τε η δια­σκευή των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Δέλ­τα δεί­χνει α­να­γκαία, μή­πως και ε­πι­βιώ­σουν στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, οι συμ­βο­λι­σμοί του «Πα­ρα­μυ­θιού χω­ρίς ό­νο­μα» ε­ξα­κο­λου­θούν δυ­στυ­χώς να βρί­σκουν α­ντα­πό­κρι­ση στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μπο­ρεί να μην έ­χου­με σή­με­ρα, ό­πως το 1910, Βα­σι­λέα Γεώρ­γιο και Βα­σι­λό­που­λο Κων­στα­ντί­νο, έ­χου­με, ό­μως, νέ­ους πο­λι­τι­κούς. Ανά­με­σα σε αυ­τούς δια­κρί­νου­με, ό­χι μό­νο αυ­το­δη­μιούρ­γη­τους, αλ­λά και γό­νους. Δεν υ­πάρ­χει με­γά­λη πο­λι­τι­κή οι­κο­γέ­νεια, που να μην κα­μα­ρώ­νει έ­ναν ή και πε­ρισ­σό­τε­ρους γιους και θυ­γα­τέ­ρες στη Βου­λή. Αν και πε­ρισ­σό­τε­ρο γο­η­τεύει, σή­με­ρα ό­πως και τό­τε, ο α­φ’ ε­αυ­τού α­να­δει­χθείς πο­λι­τι­κός. Όπως ο Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος, που, το 1910, ή­ταν στα 46 του. Εφέ­τος, 150 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, κά­ποιοι άλ­λοι αυ­το­δη­μιούρ­γη­τοι σα­ρα­ντά­ρη­δες δο­κι­μά­ζουν τις δυ­νά­μεις τους, ό­πως, λ.χ., η Ρέ­να Δού­ρου και ο Αλέ­ξης Τσί­πρας. Ακό­μη, να θυ­μί­σου­με πως βα­σι­κό μέ­ρος της πλο­κής στην αλ­λη­γο­ρία της Δέλ­τα α­πο­τε­λεί ο πό­λε­μος, που κη­ρύσ­σει  ο “Εξά­δελ­φος Βα­σι­λιάς”, θέ­λο­ντας να ε­πω­φε­λη­θεί α­πό την πα­ρακ­μή “του Βα­σί­λειου της Μοι­ρο­λα­τρίας”. Ο Ρα­πτό­που­λος εκ­με­ταλ­λεύε­ται σε α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση τους συμ­βο­λι­σμούς, συν­θέ­το­ντας το δι­κό του “πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο” πα­ρα­μύ­θι. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/12/2014.

Φωτογραφία: Σκη­νή α­πό την πα­ρά­στα­ση το «Πα­ρα­μύ­θι χω­ρίς ό­νο­μα» σε δια­σκευή Β. Ρα­πτό­που­λου. Η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή α­πέ­χει α­πό την θε­α­τρι­κή δια­σκευή, που α­νέ­βη­κε, πο­λύ πριν α­πό την έκ­δο­ση του βι­βλίου, στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: