Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Προ­σω­πι­κό αν­θο­λό­γη­μα

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το ου­σια­στι­κο­ποιη­μέ­νο ε­πί­θε­το “Τ’ α­γα­πη­μέ­να”, κα­τά α­δέ­ξια α­πό­δο­ση του “the favorites”, κυ­ριαρ­χεί στον η­λεκ­τρο­νι­κό χώ­ρο, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στις πά­σης φύ­σεως ι­στο­σε­λί­δες με ό­λα ε­κεί­να που, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, γε­μί­ζουν τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο. Συ­χνά και τον χρό­νο ό­σων α­σχο­λιών τε­λού­νται μη­χα­νι­στι­κά, κά­πο­τε και άλ­λων, που α­παι­τούν συ­γκέ­ντρω­ση προ­σο­χής. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” πα­ρα­πέ­μπουν σε πλεί­στες ό­σες δια­φο­ρε­τι­κές δια­δι­κτυα­κές ε­πι­λο­γές. Πρω­τί­στως, ό­μως, σε ε­πι­λο­γές τρα­γου­διών. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος, στο βι­βλίο του, «Η υ­ψη­λή τέ­χνη της α­πο­τυ­χίας», που α­να­φέ­ρα­με την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, έ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, με η­με­ρο­μη­νία, 8 Φε­βρουα­ρίου 2004, με “τ’ α­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια” ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Μέ­σα στην πρώ­τη δε­κα­ε­τία του αιώ­να μας, “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τρα­γού­δια φαί­νε­ται να συ­νι­στούν έ­να εί­δος α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού της νε­ο­λαίας α­πέ­να­ντι στους ο­χλη­ρούς ή­χους του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ου­σια­στι­κά, προ­στα­τεύο­νται α­πό την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κυ­ρίως, κα­τά τις με­τα­κι­νή­σεις τους. Δια­δι­κτυω­μέ­νοι βα­δί­ζουν, α­να­μέ­νουν στις ου­ρές, ο­δη­γούν ή και ε­πι­βαί­νουν στα μέ­σα μα­ζι­κής με­τα­φο­ράς. Σε προ­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια, αυ­τόν τον ρό­λο τον εί­χαν τα βι­βλία. Στο λεω­φο­ρείο, στην αί­θου­σα α­να­μο­νής, ά­νοι­γες έ­να βι­βλίο. Ή, έ­στω, το ο­ποιο­δή­πο­τε α­νά­γνω­σμα.
Μέ­νει ζη­τού­με­νο, αν η ι­δέα για τη Σει­ρά «Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα και α­φη­γή­μα­τα άλ­λω­ν» θέ­λει να θυ­μί­σει αυ­τήν την πα­λαιά κα­λή συ­νή­θεια. Με άλ­λα λό­για, κα­τά πό­σο αν­τλεί έ­μπνευ­ση α­πό τη δια­δι­κτυα­κή ε­πο­χή ή α­πο­τε­λεί α­ντί­λο­γο σε αυ­τήν. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ι­δέα έρ­χε­ται α­πό έ­ναν κα­θη­γη­τή Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, θα πρέ­πει να ε­κλη­φθεί μάλ­λον ως α­ντί­θε­ση στη μου­σι­κή πα­θη­τι­κο­ποίη­ση. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, α­πό το πό­σο ε­μπνευ­σμέ­νη ή και “έ­ξυ­πνη”, ό­πως την χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης, εί­ναι αυ­τή η ι­δέα του φι­λό­λο­γου Νώ­ντα Πα­πα­γεωρ­γίου, που, ε­δώ και 21 χρό­νια, βρί­σκε­ται ε­πι­κε­φα­λής των εκ­δό­σεων Με­ταίχ­μιο, η ε­πι­τυ­χία της ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους αν­θο­λό­γους, που α­να­λαμ­βά­νουν να την πραγ­μα­τώ­σουν. Ιδιαί­τε­ρα, η παι­δα­γω­γι­κή α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της Σει­ράς, δη­λα­δή το κα­τά πό­σο θα κα­τορ­θώ­σει να συν­δυά­σει το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου και να προ­σελ­κύ­σει νεό­τε­ρους, ε­να­πό­κει­ται στα κρι­τή­ρια, ρη­τά ή και άρ­ρη­τα, που θα κα­τευ­θύ­νουν τη στα­χυο­λό­γη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο αν­θο­λό­γος δεν θα πρέ­πει να κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό την ι­δέα πως ο­φεί­λει να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, μην τυ­χόν και α­δι­κή­σει κά­ποιους ζώ­ντες ή και κα­κο­χα­ρα­κτη­ρι­στεί πως πα­ρέ­λει­ψε  ση­μα­ντι­κούς τε­θνεώ­τες. Κά­τι που φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε κα­τά το πρώ­το της Σει­ράς στα­χυο­λό­γη­μα. Μά­λι­στα, πα­ρα­τί­θε­ται προ­λο­γι­κά κα­τά­λο­γος με ό­σους έ­μει­ναν ε­κτός αυ­τού του ι­διό­τυ­που α­παν­θί­σμα­τος. 

Θω­μάς Κο­ρο­βί­νης
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Οκτ. 2014
Θεσ­σα­λός ο Πα­πα­γεωρ­γίου, προ­τί­μη­σε ως πρώ­τον αυ­τής της σκυ­τα­λο­δρο­μίας σε λο­γο­τε­χνι­κά ε­δά­φη έ­ναν συ­νο­μή­λι­κό του και συ­νά­δελ­φο, α­πό τους ε­κτός Αθη­νών, τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Κο­ρο­βί­νη. Αυ­τός ε­πι­λέ­γει κεί­με­να 88 συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει σε μία ε­νιαία α­φή­γη­ση. Το πέ­ρα­σμα α­πό συγ­γρα­φέα σε συγ­γρα­φέα ση­μα­το­δο­τεί­ται μό­νο με βά­ση την αύ­ξου­σα α­ρίθ­μη­ση, χω­ρίς αλ­λα­γή σε­λί­δας. Πρώ­τος το­πο­θε­τεί­ται ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος και τε­λευ­ταίοι οι Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης και Άκης Πά­νου. Ο σχο­λια­σμός που προ­η­γεί­ται κά­θε κει­μέ­νου δεί­χνει πως την κα­τεύ­θυν­ση την δί­νουν οι αν­θρώ­ποι, εί­τε ο βαθ­μός πνευ­μα­τι­κής συγ­γέ­νειας του αν­θο­λό­γου προς αυ­τούς εί­τε η συγ­γρα­φι­κή τους αί­γλη, αλ­λά και το κύ­ρος που α­πο­λαμ­βά­νουν. Κα­τό­πιν έρ­χε­ται το ποίη­μα ή το πε­ζό, που κι αυ­τό δεί­χνει να ε­πι­λέ­γε­ται ως α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό, α­πό τα γνω­στό­τε­ρά τους. 
Πα­ρο­μοίως, τη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης την ρυθ­μί­ζει ο χρό­νος και η έ­ντα­ση της γνω­ρι­μίας αν­θο­λό­γου-αν­θο­λο­γού­με­νων. Με­τά τον Χρι­στια­νό­που­λο, ο “έ­ρω­τας” για τα ποιή­μα­τα του Ελύ­τη, για να α­κο­λου­θή­σει η “μέ­θη” με Εμπει­ρί­κο. Μό­λις 64ος ο “κα­πά­τσος και ο­ξυ­δερ­κής Σμυρ­νιός” Σε­φέ­ρης, με 65ο τον Θε­ο­δω­ρά­κη και συ­νειρ­μι­κά, μέ­σω αυ­τού, τον Κάλ­βο, 74ο. Συ­χνά τους ποιη­τές τους φέρ­νει στη ροή της α­φή­γη­σης ο συν­θέ­της που τους με­λο­ποίη­σε. Όπως, λ.χ., ο Χατ­ζι­δά­κις τον Σο­λω­μό. Εί­ναι προ­φα­νές πως η αν­θο­λό­γη­ση δεν υ­πα­κούει σε ιε­ραρ­χή­σεις και λο­γο­τε­χνι­κούς κα­νό­νες. Ποιη­τές ε­ναλ­λάσ­σο­νται με πε­ζο­γρά­φους, ε­νώ πα­ρεμ­βάλ­λο­νται στι­χουρ­γοί και συν­θέ­τες. Μεί­ζο­νες και ε­λάσ­σο­νες. Ζώ­ντες και τε­θνεώ­τες. Με μία ι­κα­νο­ποιη­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση γυ­ναι­κείων φω­νών (έ­να 12,5%), κα­θώς και νεό­τε­ρων. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, εί­ναι μία αν­θο­λο­γία, συ­ντε­θει­μέ­νη με το ι­διαί­τε­ρο ύ­φος του Κο­ρο­βί­νη. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του θα βρουν με­γα­λύ­τε­ρη α­ντα­πό­κρι­ση α­πό ό­σους α­γα­πούν τα βι­βλία του. Από μία ά­πο­ψη, χα­ρα­μί­ζει υ­λι­κό, που θα μπο­ρού­σε να α­ξιο­ποιη­θεί σε συ­ναρ­πα­στι­κό αλ­λά και πο­λύ­τι­μο ως μαρ­τυ­ρία α­πο­μνη­μό­νευ­μα. 

Μι­χά­λης Γκα­νάς
«Τ’ α­γα­πη­μέ­να ποιή­μα­τα 
και α­φη­γή­μα­τα άλ­λων»
Με­ταίχ­μιο, Νοέ. 2014
Και ο δεύ­τε­ρος αν­θο­λό­γος ε­πι­λέ­γε­ται α­πό το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο δυ­να­μι­κό. Ηπει­ρώ­της ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, α­πό τον Τσα­μα­ντά, με­θο­ρια­κό χω­ριό της Μουρ­γκά­νας, εί­ναι α­πό το 1962 μό­νι­μος κά­τοι­κος Αθη­νών. Τό­τε, πρω­το­ε­τής της Νο­μι­κής, “δεν ή­ξε­ρε το ό­νο­μα κα­νε­νός ζώ­ντος ποιη­τή, ού­τε καν του Σε­φέ­ρη, που έ­ναν χρό­νο με­τά θα έ­παιρ­νε το Νό­μπε­λ”. Εκτός α­πό τον Νί­κο Καβ­βα­δία και τις δυο ποιη­τι­κές του συλ­λο­γές, «Μα­ρα­μπού» και «Πού­σι», που εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει σε έ­ναν τό­μο, α­πό τις εκ­δό­σεις «Γα­λα­ξία», το 1961. Εί­χε μά­θει, ό­μως, στο Γυ­μνά­σιο Φι­λια­τών, τον σχο­λι­κό λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να, μέ­χρι Πα­λα­μά και Κα­βά­φη. Προς κά­λυ­ψη του χά­σμα­τος, πριν κά­νει την εμ­φά­νι­σή του ως ποιη­τής, το 1978, με τη συλ­λο­γή «Ακά­θι­στος Δεί­πνος», στα εν­διά­με­σα 16 χρό­νια, “διά­βα­σε πο­λύ”, ως μα­κρό­βιος φοι­τη­τής, ως στρα­τιώ­της, ως βι­βλιο­πώ­λης. Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­σή του, που πα­ρα­τί­θε­ται δί­κην προ­λό­γου, το “μα­νιώ­δες” διά­βα­σμα, κυ­ρίως ποίη­σης και ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνίας, θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε στην ε­γκα­τά­λει­ψη της Νο­μι­κής και την α­πώ­λεια πα­νε­πι­στη­μια­κής κα­το­χύ­ρω­σης. Αντ’ αυ­τού, α­κο­λού­θη­σε τα ί­χνη του Καβ­βα­δία, εκ­δί­δο­ντας κι αυ­τός δυο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές και στη συ­νέ­χεια, έ­να πε­ζό. Μπο­ρεί να δια­φέ­ρουν οι α­πο­στά­σεις των δυο πε­ζών α­πό τα α­ντί­στοι­χα ποιη­τι­κά –το πε­ζό του Καβ­βα­δία, «Η βάρ­δια», εκ­δό­θη­κε 21 χρό­νια με­τά το πρώ­το του βι­βλίο, του Γκα­νά, το «Μη­τριά πα­τρί­δα», μό­λις τρία– αλ­λά αμ­φό­τε­ρα έ­χουν εγ­γρα­φεί στις δέλ­τους της Λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με «Το κι­βώ­τιο» του Άρη Αλε­ξάν­δρου εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο έ­χουν δώ­σει με­τα­πο­λε­μι­κά ποιη­τές στον πε­ζό λό­γο. 
“Στα α­γα­πη­μέ­να” του, ο Κο­ρο­βί­νης αν­θο­λο­γεί τον Γκα­νά με ποίη­μα α­πό την πρώ­τη ποιη­τι­κή του συλ­λο­γή. Επι­λέ­γει το «Η Ελλά­δα που λες...» και σχο­λιά­ζει, εί­ναι “έ­να δη­μο­τι­κό, βιω­μέ­νο σαν κα­θι­στι­κό, μα­θη­μέ­νο α­πό κα­θα­ρά προ­σω­πι­κές ερ­μη­νείες χω­ρίς συ­νο­δεία ορ­γά­νω­ν”. Τον δε­σμό με το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι τον δη­λώ­νει και ο τίτ­λος της τέ­ταρ­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του Γκα­νά, «Πα­ρα­λο­γή», που α­πέ­σπα­σε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποίη­σης πριν εί­κο­σι χρό­νια. Σε ε­κεί­νο “το ο­νει­ρι­κό ποίη­μα”, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης δεν εί­χε δει έ­ναν ποιη­τή της ε­ντο­πιό­τη­τας αλ­λά έ­ναν “μεί­ζο­να ποιη­τή”, που “έ­ρι­ξε τις ρί­ζες του πά­νω στα δη­μο­τι­κά α­χνά­ρια” για να μι­λή­σει για τις α­πώ­λειες που φέρ­νει ο χρό­νος και “το α­νέ­φι­κτο της ε­πι­στρο­φής”. Στον πρόλο­γο της ανθο­λο­γίας, ο Γκα­νάς δί­νει τα ί­χνη των α­να­γνω­στι­κών του ε­πιρ­ροών. Σε α­ντί­θε­ση με τον Κο­ρο­βί­νη, α­πο­φεύ­γει το ο­λί­σθη­μα της βιο­γρά­φη­σης. Από μία ά­πο­ψη, ω­στό­σο, αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται μέ­σω “των α­γα­πη­μέ­νω­ν” και ας μην τα ιε­ραρ­χεί, κα­τα­πώς θα α­να­με­νό­ταν σε έ­να προ­σω­πι­κό στα­χυο­λό­γη­μα. 
Οι δυο πρώ­τοι τό­μοι της Σει­ράς «Τ’ α­γα­πη­μέ­να» εί­ναι τό­σο δια­φο­ρε­τι­κοί  ό­σο δια­φο­ρε­τι­κά τα­μπε­ρα­μέ­ντα θα πρέ­πει να εί­ναι οι δυο αν­θο­λό­γοι. Σύ­ντο­μος ο πρό­λο­γος του Γκα­νά, βρα­χύ­λο­γα τα σχό­λια για κά­θε έ­ναν αν­θο­λο­γού­με­νο, ε­πι­γραμ­μα­τι­κές οι α­πο­φάν­σεις. Εί­ναι έ­να α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κό α­πάν­θι­σμα, α­πο­κλει­στι­κά με ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους. Μό­νο το μό­το του βι­βλίου εί­ναι στί­χος τρα­γου­δο­ποιού, του συ­νο­μή­λι­κού του, Διο­νύ­ση Σαβ­βό­που­λου, κι αυ­τός φέ­ρελ­πις νο­μι­κός στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’60. Πρό­κει­ται για έ­να α­πάν­θι­σμα ε­τε­ρο­βα­ρές, με την α­να­λο­γία ποίη­ση/πε­ζό να εί­ναι 5/1. Ο Γκα­νάς θέ­τει ως η­λι­κια­κό ό­ριο τη γε­νιά του. Δεν αν­θο­λο­γεί ζώ­ντες α­πό αυ­τήν, ού­τε νεό­τε­ρους. Ανα­φέ­ρει, ό­μως, πέ­ντε α­πο­θα­νό­ντες. Κα­τά σει­ρά α­πο­χώ­ρη­σης: Χρή­στος Μπρά­βος, Κα­τε­ρί­να Γώ­γου, Ηλίας Λά­γιος, Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης. 
Στον πρώ­το, ο σχο­λια­σμός εί­ναι συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νος. “Αγα­πη­μέ­νος φί­λος και ο­μο­γά­λα­κτος ποιη­τής”, αλ­λά και “ο­μό­στα­βλος στις εκ­δό­σεις «Κεί­με­να» του Φί­λιπ­που Βλά­χου”, ο Μα­κε­δό­νας Χρή­στος Μπρά­βος, που έ­φυ­γε στα 39 του. Κο­ντεύουν να συ­μπλη­ρω­θούν τριά­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, το 1987, κι ό­μως η “συ­νο­μι­λία” τους συ­νε­χί­ζε­ται. Της ί­διας ποιη­τι­κής οι­κο­γέ­νειας, με πρε­σβύ­τε­ρους τον Μάρ­κο Μέ­σκο και τον Μίλ­το Σα­χτού­ρη. Η α­νεκ­δο­το­λο­γι­κή γνω­ρι­μία του Γκα­νά με τον δεύ­τε­ρο, ό­πως χα­ρι­τω­μέ­να την α­φη­γεί­ται, δί­νει μία πρώ­τη γεύ­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας, που θα μας προ­σφέ­ρει, ό­ταν έρ­θει η ώ­ρα της. Ξε­χα­σμέ­νος, σή­με­ρα, ο Μπρά­βος, εί­ναι α­πό τις λι­γο­στές έκ­κε­ντρες ε­πι­λο­γές της αν­θο­λο­γίας και η γε­νι­κό­τε­ρη α­πο­σιώ­πη­σή του στο λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο α­να­κα­λεί ε­κεί­νο το πά­λαι πο­τέ πα­θο­λο­γι­κό σύ­μπλεγ­μα του ά­στεως α­πέ­να­ντι στη ζωο­γό­να πνοή του α­γρο­τι­κού χώ­ρου. Ακό­μη πιο έκ­κε­ντρη δεί­χνει η συ­μπε­ρί­λη­ψη της Γώ­γου. “Μια ποιή­τρια που λα­τρεύ­τη­κε, κυ­ρίως, α­πό ό­σους δεν δια­βά­ζουν ποίη­ση”, σχο­λιά­ζει ο αν­θο­λό­γος. Αντι­θέ­τως, ό­σοι δια­βά­ζουν, θα α­πο­ρή­σουν με τη φει­δω­λή στα­χυο­λό­γη­ση ποίη­σης γυ­ναι­κών. Μό­λις τέσ­σε­ρις ποιή­τριες (Μυρ­τιώ­τισ­σα, Πο­λυ­δού­ρη, Δη­μου­λά, Γώ­γου) στα 55 λήμ­μα­τα ποιη­τών, ού­τε μία πε­ζο­γρά­φος στα 11 α­ντί­στοι­χα πε­ζο­γρά­φων. Η ε­πι­λο­γή θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί σε αι­σθη­τι­κά κρι­τή­ρια και ό­χι σε μι­σο­γυ­νία, αφού το δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο του Γκανά, προ πενταετίας, εί­ναι συλ­λο­γή α­πό α­γα­πη­σιά­ρι­κες ι­στο­ρίες για θη­λυ­κές υ­πάρ­ξεις, με τίτ­λο, «Γυ­ναί­κες».  
Φει­δω­λός στέ­κε­ται και με τους πε­ζο­γρά­φους, που αν­θο­λο­γεί. Αντα­μεί­βει, ω­στό­σο, ο ε­κλε­κτι­κός χα­ρα­κτή­ρας του στα­χυο­λο­γή­μα­τος. Ένας μο­να­δι­κός συγ­γρα­φέ­ας αν­θο­λο­γεί­ται και ως ποιη­τής και ως διη­γη­μα­το­γρά­φος. “Ο Κυρ Αλέ­ξαν­δρος”, με τη λα­κω­νι­κή αι­τιο­λο­γία, “Μό­νο έ­νας ποιη­τής θα έ­γρα­φε τη Φό­νισ­σα”. Το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό “στα α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά εί­ναι πως ε­πι­λέ­γει πρω­τί­στως κεί­με­να και δευ­τε­ρευό­ντως ο­νό­μα­τα. Γι’ αυ­τό και ο­ρι­σμέ­να σχό­λια έ­χουν ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Εκτός α­πό την έκ­δη­λη προ­τί­μη­σή του σε έ­ναν ι­διό­τυ­πο ρο­μα­ντι­σμό, οι πα­ρα­τη­ρή­σεις συ­χνά συ­νο­ψί­ζουν με λι­τό τρό­πο μία θέ­ση, που άλ­λοι για να την δια­τυ­πώ­σουν κα­τα­τρί­βο­νται με θεω­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πα­ντά εμ­μέ­σως στο ε­ρώ­τη­μα, ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός ή ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης, του ο­ποίου αν­θο­λο­γεί έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του, το «Πάρ­θεν», σχο­λιά­ζο­ντας: “Ο Κα­βά­φης, έ­νας αι­σθη­τής, έ­νας Αλε­ξαν­δρι­νός κο­σμο­πο­λί­της ποιη­τής, που άλ­λα τον εν­δια­φέ­ρουν και τον καί­νε, μου α­ρέ­σει η ι­δέα ό­τι μοι­ρά­ζου­με μα­ζί του αυ­τό που ο Κό­ντο­γλου  βά­φτι­σε «Κα­η­μό της Ρω­μιο­σύ­νης»”.
Ο Γκα­νάς χω­ρί­ζει την αν­θο­λο­γία του σε δυο ε­νό­τη­τες, στην πρώ­τη, των ποιη­μά­των, ξε­κι­νά­ει με δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, ε­νώ στη δεύ­τε­ρη, των α­φη­γη­μά­των, με μαρ­τυ­ρίες γυ­ναι­κών. Επί­σης, στην πρώ­τη, δια­σπά την αλ­φα­βη­τι­κή πα­ρά­θε­ση, πα­ρεμ­βάλ­λο­ντας πέ­ντε λήμ­μα­τα, ό­που συ­νται­ριά­ζει ποιή­μα­τα γραμ­μέ­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς ποιη­τές σε δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ση­μειώ­νου­με μια α­δό­κη­τη συ­νά­ντη­ση: Κα­βά­φης - Εγγο­νό­που­λος - Πα­λα­μάς. Τρία γνω­στά τους ποιή­μα­τα («Πο­λύ σπα­νίως»-«Μπο­λι­βάρ»-«Ζω με το μέ­τρο και με το ρυθ­μό») “συ­νο­μι­λού­ν” πλα­γίως α­να­με­τα­ξύ τους για τη σχέ­ση του ποιη­τή με τις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές. 
Το μό­νο που μέ­νει εί­ναι να ευ­χη­θού­με κά­ποιοι νέ­οι να συν­θέ­σουν “τ’ α­γα­πη­μέ­να” τους α­πό “τ’ α­γα­πη­μέ­να” των δυο πρώ­των τό­μων της Σει­ράς. Πά­ντως, για να συ­νε­χί­σει ε­πι­τυ­χώς η Σει­ρά, η ε­πι­λο­γή των αν­θο­λό­γων δεν θα πρέ­πει να γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. “Τ’ α­γα­πη­μέ­να” του Γκα­νά, λ.χ., αν εκ­πλήσ­σουν ευ­χά­ρι­στα και κά­ποια συ­γκι­νούν, εί­ναι για­τί εί­ναι “αυ­τά που α­γά­πη­σε, που θαύ­μα­σε, που ζή­λε­ψε”. Τα σχό­λιά του, αν ε­ντυ­πώ­νο­νται, εί­ναι για­τί α­να­δύο­νται α­πό βιώ­μα­τα. Πα­ρά­δειγ­μα, μετά το ποίημα, «Ποίηση 1948», του Εγγονόπουλου, ση­μειώ­νει: “Δεν πει­ρά­ζει που δεν το έ­γρα­ψες ε­σύ. Κά­τσε και α­ντί­γρα­ψέ το 50 ή 100 φο­ρές, με το χέ­ρι φυ­σι­κά σαν τι­μω­ρία, για τη ζή­λια σου, τη δη­μιουρ­γι­κή ό­πως τη λες...”: «τού­τη η ε­πο­χή/του εμ­φυ­λίου σπα­ραγ­μού/δεν εί­ναι ε­πο­χή/για ποίη­ση/κι άλ­λα πα­ρό­μοια:/σαν πά­ει κά­τι/να /γρα­φεί/εί­ναι/ως α­ν/να γρά­φο­ντα­ν/α­πό την άλ­λη με­ριά/αγ­γελ­τη­ρί­ων/ θα­νά­του    γι’ αυ­τό και/τα ποιή­μα­τά μου/είν’ τό­σο πι­κρα­μέ­να/(και πό­τε-άλ­λω­στε-δεν ή­σαν;)/κι εί­ναι/-προ­πά­ντω­ν-/και/τό­σο/λί­γα». 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/12/2014.

 Φω­το­γρα­φία Κώ­στα Μπα­λά­φα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: