Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Πά­λι Ανα­γνω­στά­κης

Οσο και να φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, το έρ­γο του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη δεν έ­χει τύ­χει συ­στη­μα­τι­κής φι­λο­λο­γι­κής φρο­ντί­δας. Δεν υ­πάρ­χει, για πα­ρά­δειγ­μα, μία πλή­ρης χρο­νο­γρα­φία. Τα κα­τά και­ρούς συ­ντα­χθέ­ντα χρο­νο­λό­για, με α­φορ­μή κά­ποια α­φιε­ρώ­μα­τα, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά σχε­διά­σμα­τα, με πλέ­ον ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο το με­τα­θα­νά­τιο, Δεκ. 2005, στο πε­ριο­δι­κό «Εντευ­κτή­ριο». Ού­τε, ό­μως, για αυ­τά τα α­φιε­ρώ­μα­τα σε πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες υ­πάρ­χει κα­τα­γρα­φή. Ού­τε καν τα ψευ­δώ­νυ­μά του δεν έ­χουν πλή­ρως α­πο­δελ­τιω­θεί, ε­νώ εί­ναι ελ­λι­πής η εύ­ρε­ση των ε­ντύ­πων στα ο­ποία εμ­φα­νί­ζο­νται. Και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, βα­ραί­νει η έλ­λει­ψη βι­βλιο­γρα­φίας, πα­ρά το πα­ρή­γο­ρο γε­γο­νός ό­τι αυ­τή έ­χει αρ­χί­σει να κα­ταρ­τί­ζε­ται κά­μπο­σα χρό­νια πριν τον θά­να­τό του. Επί­σης, δεν φαί­νε­ται να έ­χει γί­νει συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια να συ­γκε­ντρω­θούν ά­πα­ντα τα ποιή­μα­τά του, ό­που α­παι­τεί­ται και έ­ρευ­να ε­ντο­πι­σμού τους, κα­θώς βρί­σκο­νται διά­σπαρ­τα σε αρ­κε­τά πε­ριο­δι­κά. Άλλω­στε, δεν έ­χουν εκ­δο­θεί ού­τε ά­πα­ντα τα ευ­ρι­σκό­με­να ποιή­μα­τα, κι αυ­τό ό­χι για­τί μια πα­ρό­μοια έκ­δο­ση α­να­χαι­τί­στη­κε λό­γω δι­κής του άρ­νη­σης. Από μέ­ρος του, ι­διαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια, υ­πήρ­χε α­δια­φο­ρία. Επι­πλέ­ον, δεν έ­χει υ­πάρ­ξει έ­γνοια για τη συ­γκέ­ντρω­ση του μη ποιη­τι­κού έρ­γου του, κρι­τι­κών και κυ­ρίως άρ­θρων, ό­που για τα δεύ­τε­ρα δεν χρειά­ζε­ται έ­ρευ­να με­γά­λης έ­κτα­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι δη­μο­σίευε σε με­τρη­μέ­να γνω­στά έ­ντυ­πα.
Αντι­θέ­τως υ­πάρ­χει πλη­θώ­ρα κει­μέ­νων για το ποιη­τι­κό έρ­γο του. Μέ­χρι και έ­νας α­ριθ­μός βι­βλίων, α­φού αρ­κε­τοί με­λε­τη­τές έ­χουν δεί­ξει ε­πι­μέ­λεια για το δι­κό τους έρ­γο, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας τα κα­τά και­ρούς δη­μο­σιεύ­μα­τά τους γι’ αυ­τόν. Ως θέ­μα ο Ανα­γνω­στά­κης συ­γκι­νεί. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ί­διο το έρ­γο του, το εν­δια­φέ­ρον ε­νός πλα­τύ­τε­ρου κοι­νού κε­ντρί­ζουν ε­πι­λε­κτι­κά ο­ρι­σμέ­νοι στί­χοι ή δι­κές του α­πο­φάν­σεις, που α­λιεύο­νται ξε­κομ­μέ­νες. Αυ­τή η α­πο­σπα­σμα­τι­κή προ­βο­λή της στά­σης του και ο­ρι­σμέ­νων ποιη­μά­των του συμ­βάλ­λει στη δη­μιουρ­γία μιας ει­κό­νας, κά­πως μυ­θι­κής, πα­ρό­τι έ­χουν πε­ρά­σει μό­λις δέ­κα χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του. Σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις τυ­χόν λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές και πα­ρα­λή­ψεις, α­κό­μη α­ντι­φά­σεις ή α­σά­φειες, φλου­τά­ρουν την ει­κό­να του ει­δώ­λου, ε­παυ­ξά­νο­ντας την αί­γλη του. Σε αυ­τό, βο­η­θούν και οι συ­νε­ντεύ­ξεις του ί­διου ή α­κό­μη, οι μαρ­τυ­ρίες αν­θρώ­πων της ύ­στε­ρης πα­ρέ­ας του, κα­θώς η μνή­μη συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά, χω­ρίς να δί­νει ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στην α­κρι­βο­λο­γία, κυ­ρίως ό­ταν πρό­κει­ται για προ­φο­ρι­κό λό­γο. Ωστόσο, θα αναμενόταν, ιδιαίτερα από τους νεότερους φίλους του, νε­ο­ελ­λη­νι­στές, ι­στο­ρι­κούς, ε­ρευ­νη­τές, α­κό­μη α­πό τον “Όμι­λο Φί­λων Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη” να ε­πι­λη­φθούν της φι­λο­λο­γι­κής του τα­κτο­ποίη­σης. Αυ­τό το έρ­γο, ό­πως και οι βι­βλιο­γρα­φίες, α­πο­βαί­νει ε­λά­χι­στα α­πο­δο­τι­κό για ε­κεί­νον που το α­να­λαμ­βά­νει, εί­ναι ό­μως α­πα­ραί­τη­το για να πά­ρει ο λο­γο­τέ­χνης γραμ­μα­το­λο­γι­κά τη θέ­ση που του α­να­λο­γεί.
Πέ­ραν αυ­τής της μελ­λο­ντι­κής προο­πτι­κής, η κά­θε ε­πο­χή ο­ρί­ζει, μέ­σω μίας αυ­το­τρο­φο­δο­τού­με­νης κυ­κλι­κής δια­δι­κα­σίας προ­σφο­ράς-ζή­τη­σης, τα βι­βλία που κυ­κλο­φο­ρούν. Εί­ναι εν­δει­κτι­κά τα βι­βλία για τον Ανα­γνω­στά­κη, που εκ­δό­θη­καν μέ­σα στην δε­κα­πε­ντα­ε­τία του νέ­ου αιώ­να. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με, το 2000, την δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του Μιχ. Μπα­κο­γιάν­νη για το πε­ριο­δι­κό του Ανα­γνω­στά­κη «Κρι­τι­κή», τις συ­να­γω­γές κει­μέ­νων με­λε­τη­τών και ο­ρι­σμέ­νες αν­θο­λο­γή­σεις ποιη­μά­των του, υ­πήρ­ξε μό­λις έ­να βι­βλίο με τον δι­κό του λό­γο. Το 2011, το «Εί­μαι α­ρι­στε­ρό­χειρ ου­σια­στι­κά», με υ­πό­τιτ­λο, «Μο­νό­λο­γος Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη», πρό­λο­γο Πα­ντε­λή Μπου­κά­λα και ε­πι­μέ­λεια-ε­πί­με­τρο Μι­σέλ Φάις. Σύμ­φω­να με το Επί­με­τρο, προέ­κυ­ψε α­πό μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη συ­νο­μι­λία (4 και 9 Νο­εμ­βρίου 1992), ε­ντασ­σό­με­νη σε κύ­κλο 32 συ­νο­μι­λιών με ι­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φείς, α­πο­σπά­σμα­τα των  ο­ποίων κυ­κλο­φό­ρη­σαν σε κα­σε­τί­να με 6 CDs.
Για­τί η ι­δέα να με­τα­τρα­πεί η συ­νέ­ντευ­ξη σε μο­νό­λο­γο και ο μο­νό­λο­γος σε βι­βλίο άρ­γη­σε κο­ντά 20 χρό­νια κι αν εί­ναι η μό­νη εκ των 32 που πή­ρε αυ­τή τη μορ­φή, μέ­νει α­διευ­κρί­νι­στο. Με την ε­πί­νοια του τίτ­λου, πά­ντως, το­νί­στη­κε η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα του Ανα­γνω­στά­κη ως α­ρι­στε­ρού, η ο­ποία α­νέ­κα­θεν προ­βαλ­λό­ταν. Το προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το α­ρι­στε­ρό­χει­ρ, που, ως γνω­στόν, ση­μαί­νει υ­πε­ρο­χή του δε­ξιού η­μι­σφαι­ρίου του ε­γκε­φά­λου, δεί­χνει πως στην πε­ρί­πτω­σή του, το συ­ναί­σθη­μα ή­ταν ε­κεί­νο που κα­θό­ρι­σε ε­πι­λο­γές και εκ­φάν­σεις του βίου του. Κά­πως έ­τσι, υ­πο­βο­η­θού­σης της πλη­θω­ρι­κής ρη­το­ρι­κής του Τύ­που, πλά­θε­ται έ­νας sui generis α­ρι­στε­ρός, που βρί­σκε­ται σε συμ­φω­νία με τις με­τα­μο­ντέρ­νες προ­δια­γρα­φές. Το πώς προέ­κυ­ψε ο τίτ­λος, που δη­μιουρ­γεί ε­ντύ­πω­ση μίας εκ βα­θέων ο­μο­λο­γίας του συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νου, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς δεί­χνει το πό­σο πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο εί­ναι να κά­νει κά­ποιος χιού­μορ. Ιδιαί­τε­ρα σε λό­γο δη­μό­σιο ή και λό­γο που ε­νέ­χει την πι­θα­νό­τη­τα να δη­μο­σιο­ποιη­θεί.
“Υπήρ­ξα έ­νας α­ρι­στε­ρό­χειρ manque”, εί­ναι η φρά­ση του Ανα­γνω­στά­κη και έ­χει χα­ρα­κτή­ρα αυ­το­σαρ­κα­σμού. Σα­φώς εν­νο­εί πως, ού­τε καν σε μία κα­τά­στα­ση μειο­νε­ξίας, ό­πως νο­εί­το πα­λαιό­τε­ρα η α­ρι­στε­ρο­χει­ρία, δεν κα­τόρ­θω­σε να εί­ναι γνή­σιος. Τη φρά­ση, που ε­πι­λέ­χθη­κε ως τίτ­λος, την προ­σθέ­τει για να δι­καιο­λο­γή­σει τον γαλ­λι­στί α­στεϊσμό του. Αυ­το­νο­μού­με­νη, ό­μως, και προ­βαλ­λό­με­νη ως τίτ­λος α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση. Βε­βαίως, πα­ρό­μοιες διευ­κρι­νί­σεις συ­νι­στούν λε­πτο­μέ­ρειες, όπως λεπτομέρεια μπορεί να χαρακτηριστεί και ο σχολιασμός κάποιων σημείων της συ­νέ­ντευ­ξης, που δεί­χνουν α­σα­φή ή έρ­χο­νται σε α­ντί­φα­ση με α­να­φο­ρές α­πό άλ­λες πη­γές. Άλλω­στε, εν μέ­ρει, ο­φεί­λο­νται στην προ­σπά­θεια να προ­κύ­ψει α­πό τη συ­νέ­ντευ­ξη, με την α­φαί­ρε­ση των ε­ρω­τή­σεων ή πι­θα­νώς και των δια­τυ­πω­μέ­νων α­πο­ριών α­πό τον συ­νε­ντευ­ξια­στή, ο μο­νό­λο­γος. Πά­ντως, τα κε­νά και οι α­πο­ρίες που δη­μιουρ­γού­νται δεν α­πα­σχό­λη­σαν. Κά­τι τέ­τοιο θεω­ρεί­ται μί­ζε­ρος φι­λο­λο­γι­σμός. Κι ό­μως, δί­νουν α­φορ­μή για με­ρι­κές πα­ρά­πλευ­ρες πα­ρα­τη­ρή­σεις.
Ενα πα­ρά­δειγ­μα ήσ­σο­νος βι­βλιο­γρα­φι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, αλ­λά εν­δει­κτι­κό για τον ελ­λι­πώς ε­ρευ­νη­μέ­νο ελ­λη­νι­κό Τύ­πο,  συ­νι­στά η πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του Ανα­γνω­στά­κη σε έ­ντυ­πο, την ο­ποία ο Αλέξ. Αργυ­ρίου δεν α­να­φέ­ρει ού­τε στην Γραμ­μα­το­λο­γία-Ανθο­λο­γία Σο­κό­λη ού­τε στην Ιστο­ρία του. Το ’40, “έ­γρα­ψα και το πρώ­το μου ποίη­μα, το ο­ποίο έ­στει­λα στα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα» του Φω­τιά­δη... Ο ί­διος πα­ράλ­λη­λα ή­ταν υ­πεύ­θυ­νος σε μια ε­φη­με­ρί­δα και το δη­μο­σίευ­σε ε­κεί. Ήταν το «Μο­λών Λα­βέ».” Ιού­λιο 1993, σε α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Αντί», δη­μο­σιεύε­ται φω­το­τυ­πία α­πό τη σε­λί­δα της ε­φη­με­ρί­δας, που εί­ναι ο «Νέ­ος Κό­σμος», το φύλ­λο 16/1/1941, με το ποίη­μα και ση­μείω­μα της Σύ­ντα­ξης ό­τι αυ­τό “το ποιη­τι­κό δια­μά­ντι” τους το έ­στει­λε μα­θη­τής α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Σύμ­φω­να με την νε­ο­α­πο­κτη­θεί­σα Εγκυ­κλο­παί­δεια Τύ­που, πρό­κει­ται για ε­φη­με­ρί­δα Φι­λε­λεύ­θε­ρων Αρχών του Αντώ­νη Νι­κο­λό­που­λου, που κυ­κλο­φο­ρεί 1933-1936 και με­τά το 1945. Άρα, στην Κα­το­χή, δεν κυ­κλο­φο­ρού­σε. Πρώ­τη α­πο­ρία, που διορ­θώ­νε­ται βά­σει πα­λαιό­τε­ρης πη­γής, που πλη­ρο­φο­ρεί πως την πε­ρίο­δο 1936-Απρ. 1941, ο «Νέ­ος Κό­σμος» κυ­κλο­φο­ρεί ως ε­βδο­μα­διαία ε­φη­με­ρί­δα ποι­κί­λης ύ­λης, με τον ί­διο εκ­δό­τη. Δεύ­τε­ρη α­πο­ρία, κα­τά πό­σο ο Φω­τιά­δης ή­ταν συ­νερ­γά­της της εν λό­γω ε­φη­με­ρί­δας.  Την α­πα­ντά εν μέ­ρει ο Αργυ­ρίου, με την πλη­ρο­φο­ρία πως τα «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα» κυ­κλο­φο­ρούν το 1941, με διευ­θυ­ντή τον Νι­κο­λό­που­λο, κα­θώς το Με­τα­ξι­κό κα­θε­στώς εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει α­πό τον Οκτώ­βριο του 1939 στον Δη­μή­τρη Φω­τιά­δη την α­να­γρα­φή του ο­νό­μα­τός του. Αυ­τή η σχέ­ση Φω­τιά­δη-Νι­κο­λό­που­λου ε­ξη­γεί το πώς το ποίη­μα του θεσ­σα­λο­νι­κιού μα­θη­τή, που φι­λο­δό­ξη­σε να δει το ό­νο­μά του στο “πε­ρί­φη­μο ε­κεί­νο πε­ριο­δι­κό της ε­πο­χής”, κα­τα­πώς το α­να­φέ­ρει ο Ανα­γνω­στά­κης στη συ­νέ­ντευ­ξη, δη­μο­σιεύ­τη­κε σε βε­νι­ζε­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα.  
Αλλά ο Ανα­γνω­στά­κης, ως ποιη­τής, “κα­μά­ρω­νε στην τά­ξη”, την τε­λευ­ταία του γυ­μνα­σίου, Σε­πτέμ­βριο 1942, ό­ταν, ε­πι­τέ­λους, δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το του ποίη­μα σε λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, τα «Πει­ραϊκά Γράμ­μα­τα». Εί­ναι το ποίη­μα «1870-1942». “Μο­να­δι­κό έ­ντυ­πο τεκ­μή­ριο της πα­ρα­δο­σια­κής πε­ριό­δου μου”, το χα­ρα­κτη­ρί­ζει στο βι­βλίο του για τον Μα­νού­σο Φάσ­ση, ό­που και το α­να­δη­μο­σιεύει, ε­νώ το έ­χει α­φή­σει ε­κτός της συ­γκε­ντρω­τι­κής έκ­δο­σης των «Ποιη­μά­των» του. Γρι­φώ­δης δεί­χνει ο τίτ­λος του ποιή­μα­τος. Απο­ρού­με πώς και δεν ζη­τή­θη­κε α­πό τον ποιη­τή να τον σχο­λιά­σει. Το 2000, σε α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Νέο Επί­πε­δο», ο Αλέ­ξης Ζή­ρας θεω­ρεί ό­τι “ο τίτ­λος συν­δέει και συν­δυά­ζει ρη­τά τον χρό­νο κα­τά τον ο­ποίο δη­μιουρ­γεί ο Σπυ­ρί­δων Βα­σι­λειά­δης με τον χρό­νο δη­μιουρ­γίας του συ­γκε­κρι­μέ­νου ποιή­μα­τος”. Αλλά τό­τε, για­τί ό­χι, 1872, που εκ­δί­δε­ται η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του Βα­σι­λειά­δη «Έπεα Πτε­ρό­ε­ντα», την ο­ποία ο Ζή­ρας μνη­μο­νεύει, κα­θώς θεω­ρεί­ται η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη; Ή το 1873, που ε­κεί­νος α­να­φέ­ρει και εί­ναι το έ­τος του ποιη­τι­κού δια­γω­νι­σμού, στον ο­ποίο ο Βα­σι­λειά­δης την πα­ρου­σία­σε;
Εί­ναι η πρώ­τη αλ­λά ό­χι και η μο­να­δι­κή φο­ρά, που ο Ανα­γνω­στά­κης έ­χει ως τίτ­λο μία χρο­νο­λο­γία. Δηλαδή, προτάσσει ημερομηνία ή έτος, στα ο­ποία δεν γί­νε­ται ρη­τή α­να­φο­ρά μέ­σα στο ποίη­μα, αλ­λά μέ­νουν ως υ­παι­νιγ­μός, διευ­ρύ­νο­ντας το πε­δίο α­να­φο­ράς των ποιη­τι­κών συμ­φρα­ζο­μέ­νων. Τα δυο πε­ντά­στι­χα του συ­γκε­κρι­μέ­νου ποιή­μα­τος α­να­φέ­ρο­νται σε μια βρα­διά με παν­σέ­λη­νο, ό­ταν έ­νας μιας πα­ρέ­ας, που δια­πνεό­ταν α­πό “διά­θε­ση ρο­μα­ντι­κή”, “ε­ψι­θύ­ρι­ζε στί­χους του Βα­σι­λειά­δη”. Σε ε­μάς, που πι­θα­νώς και να δια­πνεό­μα­στε α­πό διά­θε­ση πει­σι­θά­να­τη, ο τρό­πος α­να­γρα­φής των δυο χρο­νο­λο­γιών και η α­να­με­τα­ξύ τους χρο­νι­κή α­πό­στα­ση, πα­ρα­πέ­μπουν στην πα­ρέν­θε­ση, που συ­νο­δεύει το ό­νο­μα ε­νός α­πο­θα­νό­ντος. Αν δού­με στους στί­χους “τη σχέ­ση της νε­α­νι­κής συ­γκί­νη­σης με μια ποίη­ση χα­μη­λής φω­νής”, ό­πως ο Ζή­ρας πα­ρα­τη­ρεί, μια πρώ­τη ι­δέα θα ή­ταν να α­να­ζη­τή­σου­με στην αν­θο­λο­γία του Ανα­γνω­στά­κη «Χα­μη­λή φω­νή», ό­σους α­πε­βίω­σαν το 1942. Ένας της “γε­νιάς του Κα­ρυω­τά­κη”, ο Ρώ­μος Φι­λύ­ρας, αλ­λά στις 9 Σε­πτεμ­βρίου, ό­ταν το ποίη­μα εί­χε ή­δη δη­μο­σιευ­θεί, έ­τσι κι αλ­λιώς, ό­μως, ή­ταν πο­λύ νεό­τε­ρος, γεν­νη­θείς το 1889. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­νας πρε­σβύ­τε­ρος, της γε­νιάς του 1880. Στις 11 Μαρ­τίου 1942, α­πε­βίω­σε ο Γιάν­νης Γρυ­πά­ρης.
Για πε­ραι­τέ­ρω υ­πο­στή­ρι­ξη της προ­τει­νό­με­νης ερ­μη­νείας του τίτ­λου, θυ­μί­ζου­με ό­τι, την ε­πο­χή που γρα­φό­ταν το ποίη­μα, ο Γρυ­πά­ρης βρι­σκό­ταν στο λο­γο­τε­χνι­κό προ­σκή­νιο. Το “πε­ρί­φη­μο πε­ριο­δι­κό” «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα» του εί­χε α­φιε­ρώ­σει ο­λό­κλη­ρο το τεύ­χος της 8ης Φε­βρ. 1941, συν μέ­ρος του προ­η­γού­με­νου τεύ­χους, της 1ης Φε­βρ., ό­που ή­ταν σχε­δια­σμέ­νο να δη­μο­σιευ­θεί το α­φιέ­ρω­μα, αλ­λά το ε­κτό­πι­σαν οι ε­πι­βε­βλη­μέ­νες α­να­φο­ρές στον θά­να­το του Με­τα­ξά. Μετά τον θάνατο του Γρυπάρη, 1η Ιουλίου 1942, κυ­κλο­φό­ρη­σε και α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος της «Νέ­ας Εστίας». Το κυ­ριό­τε­ρο, ο Γρυ­πά­ρης γεν­νή­θη­κε στον Αρτε­μώ­να Σίφ­νου, στις 17 Ιου­λίου 1870. Κα­τά τα άλ­λα, το φεγ­γά­ρι εί­ναι σύμ­βο­λο προ­σφι­λές του Γρυ­πά­ρη. Αλλά και πρώ­τος ε­κεί­νος συ­νο­μί­λη­σε με τους στί­χους του νε­α­ρού Βα­σι­λειά­δη (λ.χ., «Η Χα­ρά» ο ρο­μα­ντι­κός, «Τρελ­λή Χα­ρά» ο α­πό­γο­νος).
Σχε­τι­κά με τη χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σής του, ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης α­πο­ρεί για­τί, στην Ανθο­λο­γία, ο Ανα­γνω­στά­κης δια­τα­ράσ­σει την τά­ξη, προ­τάσ­σο­ντας τον Γρυ­πά­ρη των Χατ­ζό­που­λου και Μα­λα­κά­ση. Πι­θα­νώς, οι στί­χοι α­πό τη μο­να­δι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του Γρυ­πά­ρη, «Οι Σκα­ρα­βαίοι και Τερ­ρα­κό­τες», να ή­ταν α­πό τους πρώ­τους που α­ντέ­γρα­φε στα μα­θη­τι­κά του χρό­νια, α­πό τη μα­γιά της Ανθο­λο­γίας. Τό­σο η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης, ό­που υ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρεκ­κλί­σεις, ό­σο και ο α­ριθ­μός των ποιη­μά­των για κά­θε ποιη­τή δη­μιουρ­γούν και άλ­λες α­πο­ρίες. Όπου προ­βάλ­λει το ε­ρώ­τη­μα, αν η συ­γκί­νη­ση του έ­φη­βου ή και νε­α­ρού Ανα­γνω­στά­κη γεν­νιέ­ται μό­νο α­πό την ποίη­ση. Γιατί, λ.χ., επιλέγει ως πρώ­το αν­θο­λο­γού­με­νο τον Λο­ρέ­ντζο Μα­βί­λη; Άρα­γε, μό­νο για τα ε­ξαι­ρε­τι­κά σο­νέ­τα του ή συμ­βάλ­λει ο θαυ­μα­σμός για τον μα­χό­με­νο δη­μο­τι­κι­στή και κυ­ρίως, η συ­γκί­νη­ση για τον ε­θε­λο­ντή, που πο­λέ­μη­σε με τους Γα­ρι­βαλ­δι­νούς κα­τά τον πρώ­το Βαλ­κα­νι­κό πό­λε­μο, ό­που και ά­φη­σε την τε­λευ­ταία του πνοή στο Δρί­σκο;
Για τον α­ριθ­μό των αν­θο­λο­γού­με­νων ποιη­τών, στη συ­νέ­ντευ­ξη ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως, αν κρα­τού­σε, “αυ­τό που ά­ρε­σε σ’ ε­κεί­νο­ν”, θα ή­ταν οι μι­σοί. Αν θεω­ρή­σου­με κά­πως αυ­θαί­ρε­τα ως έν­δει­ξη των προ­τι­μή­σεών του τον α­ριθ­μό ποιη­μά­των, τό­τε θα κρα­τού­σε ό­σους αν­θο­λο­γεί με τέσ­σε­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρα ποιή­μα­τα. Δη­λα­δή, Μα­βί­λη, Γρυ­πά­ρη, Άγρα, Κα­ρυω­τά­κη, Φι­λύ­ρα, Με­λα­χρι­νό, Χατ­ζό­που­λο, Μα­λα­κά­ση, Ου­ρά­νη, Κλ. Πα­ρά­σχο, Καρ­θαίο, Κοτ­ζιού­λα, Σκα­ρί­μπα, Καβ­βα­δία. Που ση­μαί­νει πως οι προ­τι­μή­σεις του γέρ­νουν προς τους ρο­μα­ντι­κούς, αλ­λά και πως ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τη στά­ση ζωής των ποιη­τών. Όπου, για ο­ρι­σμέ­νους, υ­πο­λο­γί­σι­μη εί­ναι η συ­γκί­νη­ση α­πό τον θά­να­τό τους. Στη συ­νέ­ντευ­ξη, ό­μως, υ­πάρ­χουν και α­να­κρι­βείς ι­σχυ­ρι­σμοί. Για πα­ρά­δειγ­μα, πως τα δη­μο­σιευ­μέ­να ποιή­μα­τα σε πε­ριο­δι­κά, που έ­μει­ναν ε­κτός των βι­βλίων εί­ναι τέσ­σε­ρα-πέ­ντε. Ωστό­σο, και μό­νο, ό­σα α­να­φέ­ρει ο Αλέξ. Αργυ­ρίου στην Ιστο­ρία του εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα. Επί­σης, ο α­πο­σπα­σμα­τι­κός τρό­πος, που δια­τυ­πώ­νο­νται στον Μο­νό­λο­γο ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις, τους προσ­δί­δει α­πό­λυ­το χα­ρα­κτή­ρα.
Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ρώ­τη­μα για τον Κα­βά­φη, κα­τά πό­σο “ή­ταν μεί­ζων ή ε­λάσ­σω­ν”. Σε α­ντί­στι­ξη, με τα σχε­τι­κά κρι­τι­κά του κεί­με­να, στα ο­ποία φαί­νο­νται οι α­πο­χρώ­σεις της σχέ­σης του με τον Αλε­ξαν­δρι­νό. Σε ε­κεί­να, α­να­γά­γει την πρώ­τη α­νά­γνω­ση Κα­βά­φη “στα πρώ­τα ε­φη­βι­κά του χρό­νια”. Ήδη, στα έ­ντε­κα, ή­ταν γυ­μνα­σιό­παις, στο Πει­ρα­μα­τι­κό Σχο­λείο του Αρι­στο­τε­λείου, με κα­θη­γη­τή νε­ο­ελ­λη­νι­κών τον Γιώρ­γο Θέ­με­λη. Άρα­γε, α­πό αυ­τόν πρω­τά­κου­σε Κα­βά­φη ή εί­χε προ­η­γη­θεί το “ξε­κο­κά­λι­σμα” της «Νέ­ας Εστίας». “Ως το ’40,  την ξέ­ρω απ’ έ­ξω”, λέει στη συ­νέ­ντευ­ξη. Που ση­μαί­νει, πως το πρώ­το ποίη­μα που α­πο­στή­θι­σε θα ή­ταν το «Νέ­οι της Σι­δώ­νος (400 μ.Χ.)», που εί­ναι το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό το 1930 και με­τά, τα 22 ποιή­μα­τα του με­τα­θα­νά­τιου α­φιε­ρώ­μα­τος, 15 Ιουλ. 1933. Με­τα­ξύ αυ­τών, το «Μέ­ρες του 1903».
Το 1989, στο κα­τα­γρα­φό­με­νο ως πρώ­το α­φιέ­ρω­μα στον Ανα­γνω­στά­κη, του νεό­τευ­κτου τό­τε «Εντευ­κτη­ρίου», ο Δ. Μα­ρω­νί­της σχο­λιά­ζει τις δια­κει­με­νι­κές α­να­φο­ρές στον Κα­βά­φη μέ­σω των τίτ­λων δυο ποιη­μά­των της ε­νό­τη­τας «Ο Στό­χος»: «Θεσ­σα­λο­νί­κη, Μέ­ρες του 1969 μ.Χ.» και «Νέ­οι της Σι­δώ­νος, 1970». Θα πρέ­πει, ά­ρα­γε, να συ­μπε­ρά­νου­με πως αυ­τά τα δυο ποιή­μα­τα, α­πο­μνη­μο­νευ­μέ­να στην ε­φη­βεία, χα­ρά­χτη­καν βα­θύ­τε­ρα; Ένας πρό­σθε­τος λό­γος, του­λά­χι­στον για το πρώ­το, εί­ναι πως α­πό τα πέ­ντε κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα με τίτ­λο αυ­τού του τύ­που, σαν η­με­ρο­λο­για­κή εγ­γρα­φή, εί­ναι το μό­νο με προ­ε­ξάρ­χου­σα τη διά­θε­ση νο­σταλ­γίας, διά­χυ­τη και στο ποίη­μα του Ανα­γνω­στά­κη. Δεν το πα­ρα­τη­ρεί ο Μα­ρω­νί­της, εμ­μέ­νο­ντας μό­νο στον τίτ­λο, ο ο­ποίος και τον ο­δη­γεί στη συ­νο­μι­λία Σε­φέ­ρη-Ανα­γνω­στά­κη. Τα δυο ποιή­μα­τα μνη­μο­νεύο­νται α­κρο­θι­γώς και “στην ποιη­τι­κή συ­νά­ντη­ση Κα­βά­φη-Ανα­γνω­στά­κη”, στα ο­ρει­νά Ρού­στι­κα Ρε­θύ­μνου, γο­νι­κό τό­πο του ποιη­τή (Μ. Μπα­κο­γιάν­νης, Γ. Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου). Άλλη διακειμενική αναφορά δεν έγινε.
Εμείς, ω­στό­σο, θα θυ­μί­ζα­με και έ­να τρί­το ποίη­μα του Ανα­γνω­στά­κη, το «Νό­η­ση». Εί­ναι α­πό ε­κεί­να που έ­μει­ναν ε­κτός της συ­γκε­ντρω­τι­κής έκ­δο­σης, χω­ρίς να τα έ­χει α­πο­κη­ρύ­ξει, ό­πως ρη­τά δια­βε­βαιώ­νει σε άλ­λη συ­νέ­ντευ­ξη. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα», με το ο­ποίο ο Δη­μή­τρης Φω­τιά­δης ε­πα­νήλ­θε με­τά τον Πό­λε­μο, στο τεύ­χος Μάι-Ιουν. 1949. Πώς, ό­μως, ο Ανα­γνω­στά­κης γνώ­ρι­ζε το «Νό­η­σις» του Κα­βά­φη, που δη­μο­σιεύ­τη­κε αρ­χι­κά σε αι­γυ­πτιώ­τι­κα έ­ντυ­πα και με­τά συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στα 154 των Απά­ντων; Τα πρώ­τα Άπα­ντα του 1935 φαί­νε­ται α­πί­θα­νο να εί­χαν πέ­σει στα χέ­ριά του, τα δεύτερα, όμως, του Ίκαρου, γιατί όχι; Δε­κέμ­βριο 1947 βγαί­νουν α­πό το Τυ­πο­γρα­φείο, Αύ­γου­στο 1948 συλ­λαμ­βά­νε­ται. Αλλά και στο Επτα­πύρ­γιο, που κρα­τεί­ται ως θα­να­το­ποι­νί­της α­πό τις αρ­χές του 1949, του έ­φερ­ναν βι­βλία μη­τέ­ρα και μι­κρό­τε­ρη α­δελ­φή, ό­πως δια­βε­βαιώ­νει ο συ­γκρα­τού­με­νος φί­λος, κι αυ­τός θα­να­το­ποι­νί­της, Γιώρ­γος Απο­στο­λί­δης.
Όπως και στα άλ­λα δυο ποιή­μα­τα με συγ­γε­νείς κα­βα­φι­κούς τίτ­λους, έ­τσι και στο «Νό­η­σις» που έ­γι­νε «Νό­η­ση», ως προς το πε­ριε­χό­με­νο διί­στα­νται. Μό­νο που στα δυο ποιή­μα­τα του «Στό­χου», το πε­ριε­χό­με­νο, α­πό ε­ρω­τι­κό στα κα­βα­φι­κά γυ­ρί­ζει σε πο­λι­τι­κό, ε­νώ, το νε­α­νι­κό ποίη­μα, που εί­ναι βα­θιά υ­παρ­ξια­κό, βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα στο κα­βα­φι­κό, του­λά­χι­στον ως προς το κλί­μα. Στο ποίη­μα αμ­φο­τέ­ρων, υ­πάρ­χει η α­πό­στα­ση του χρό­νου. Αυ­το­γνω­σία κα­τέ­κτη­σε με­γα­λώ­νο­ντας ο αι­σθη­τι­στής α­φη­γη­τής του Κα­βά­φη, αυ­το­σαρ­κα­σμό του Ανα­γνω­στά­κη. Ση­μειω­τέ­ον, ό­μως, πως ο Κα­βά­φης το έ­γρα­φε στα 52 και ο Ανα­γνω­στά­κης στα 23. Κα­τά τα άλ­λα, κά­ποιος πι­θα­νώς να πα­ρα­τη­ρή­σει πως η λέ­ξη νό­η­ση δεν εί­ναι και τό­σο σπά­νια και συ­νε­πώς, ό­τι θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση. Μό­νο που ο Ανα­γνω­στά­κης δεν συ­νή­θι­ζε α­φη­ρη­μέ­να ου­σια­στι­κά για τίτ­λους. Στο “πε­ρι­θώ­ριο ’68-’69”, ο ί­διος σχο­λιά­ζει, “«Έχει μια φα­ντα­σία προ­σκολ­λη­μέ­νη στο α­ντι­κεί­με­νο...», έ­γρα­ψε κά­πο­τε ο Α.Α., τό­τε που δεν εί­χα­με γνω­ρι­στεί καν α­κό­μα.”  
Τέ­λος, ό­σο α­φο­ρά το Έτος Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, που α­να­κη­ρύσ­σει μό­νο ο Δή­μος της Θεσ­σα­λο­νί­κης, θυ­μί­ζει τον “ε­θνι­κό δι­χα­σμό” του 1916. Ας γί­νει, με­τα­ξύ τό­σων άλ­λων υ­περ­βά­σεων, και η η­λι­κια­κή ως προς τους κα­τ’ έ­τος τι­μώ­με­νους λο­γο­τέ­χνες. Άλλω­στε, το να πε­ρά­σου­με στους η­λι­κια­κά  με­τα­πο­λε­μι­κούς της λο­γο­τε­χνίας συ­νά­δει με τη γε­νι­κό­τε­ρη μείω­ση η­λι­κιών στα δη­μό­σια πρό­σω­πα. Το 1916, ή­ταν οι α­ντί­πα­λες πα­ρα­τά­ξεις Βα­σι­λέως Κων­στα­ντί­νου-Βε­νι­ζέ­λου. Το 2015, Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και Δή­μαρ­χος Θεσ­σα­λο­νί­κης α­νή­κουν σε πα­ρα­τά­ξεις της ί­διας ι­δε­ο­λο­γι­κής οι­κο­γέ­νειας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/3/2015.