Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

"Η ζωή και το έργο του Ιωάννη Α. Βαλαωρίτη"

Έκδοση της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Λευκάδας
και του Πανεπιστημίου Πειραιώς
Επιμέλεια: Θανάσης Καλαφάτης-
Ζήσιμος Συνοδινός

Για τυχόν αιθεροβάμονες, που δεν τους απασχολούν τα οικονομικά, παρά ενδιαφέρονται μόνο για τη λογοτεχνία, θα πρέπει να συστήσουμε τον Ιωάννη Βαλαωρίτη ως πρωτότοκο γιο του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, πάππο του επίσης ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη και επιστήθιο φίλο του Γεωργίου Δροσίνη. Η λογοτεχνία ή, μάλλον ακριβέστερα, η ποίηση, οφείλει στον Ιωάννη Βαλαωρίτη τη βιογραφία του πατέρα του, που δημοσιεύθηκε ως εισαγωγή στην τρίτομη έκδοση του 1907, "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Βίος και έργα", και ανατυπώθηκε στον τόμο του 1980, "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Βίος, Επιστολές και Πολιτικά κείμενα", σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη και Νίκης Λυκούργου. Κατά τα άλλα, ο Ιωάννης Βαλαωρίτης υπήρξε λαμπρός οικονομολόγος και συνέβαλε καθοριστικά ως κορυφαίο στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην αναδιοργάνωση του γηγενούς τραπεζικού συστήματος. Θα αναμενόταν μια βιογραφία του, την οποία και ετοιμάζει η Ελένη Γαρδίκα-Κατσιαδάκη, εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Αντ' αυτής, θα πρέπει προσώρας να αρκεστούμε στα πρακτικά Διεπιστημονικού Συνδρίου, που έγινε στο γενέθλιο τόπο του, την Λευκάδα, τον Οκτώβριο του 2000, και τα οποία εκδόθηκαν πέρυσι. Ένας τόμος 460 σελίδων, χωρισμένος σε δυο μέρη^ στο πρώτο δημοσιεύονται οι ομιλίες, κατανεμημένες σε πέντε ενότητες, και στο δεύτερο, βιογραφικά στοιχεία, που σκιαγραφούν τη φυσιογνωμία του.
Για να υπογραμμίσουμε την βιβλιογραφική αξία του τόμου, εκκινούμε κατ' αντίστροφη φορά, από το δεύτερο μέρος, όπου και έχουν συγκεντρωθεί ουκ ολίγα ενδιαφέροντα στοιχεία. Κατ'αρχήν, εικοσασέλιδο, τριμερές χρονολόγιο, όπου, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος, καταγράφονται τα γεγονότα του βίου του Ιωάννη Βαλαωρίτη, ενώ, στα δυο άλλα, αναφέρονται συμβάντα της πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ελλάδας και του διεθνούς περιβάλλοντος. Ακολουθούν το σχεδιάγραμμα του γενεαλογικού δέντρου της οικογένειας, που κρατά από τους αρματωλούς της Ευρυτανίας, η εργογραφία του Ιωάννη Βαλαωρίτη, όπου συμπεριλαμβάνονται αδημοσίευτες έως και χειρόγραφες μελέτες του, με σημαντικότερο βιβλίο του, την "Ιστορία της Εθνκής Τραπέζης της Ελλάδος, 1842-1902", και ακόμη, βιβλιογραφία, κατ' επιλογήν αποσπάσματα από το έργο του και κρίσεις διαφόρων. Σε ιλλουστρασιόν χαρτί δημοσιεύονται αρχειακές φωτογραφίες και μια ενότητα, ως "μικρό λεύκωμα", που θέλει να αναδείξει τη σχέση του Βαλαωρίτη με τα Επτάνησα. Αυτό το χορταστικό και γενικότερου ενδιαφέροντος δεύτερο μέρος οφείλεται στους δύο επιμελητές, που, για μια ακόμη φορά, αποδεικνύουν την αφοσίωσή τους στα Επτάνησα. 1/4πως είχαμε ήδη κατ' επανάληψη την ευκαιρία να παρατηρήσουμε, τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία της εποχής της παγκοσμιοποίησης ξεκινούν από το θάλλον, όσο ποτέ άλλοτε, αίσθημα της εντοπιότητας.
Τέκνο της Λευκάδας ο Ιωάννης Βαλαωρίτης, γεννήθηκε στο νησί στις 17 Ιουνίου 1855 και πέθανε στις 16 Μαρτίου 1914, στον προλιμένα του Πειραιά, σε ένα θλιβερό ατύχημα. Ήταν 57 ετών, μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον πατέρα του, όταν πέθανε, στις 24 Ιουλίου 1879. Ο Ιωάννης Βαλαωρίτης σπούδασε νομικά στην Αθήνα, άσκησε τη δικηγορία για μια διετία στη Λευκάδα και μετά στην Αθήνα, όπου αρχικά εργάστηκε στην Εταιρεία Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου και από το 1890 στην Εθνική Τράπεζα. Τα πρώτα χρόνια, ως γενικός γραμματέας, από το 1895 ως υποδιοικητής και μετά το 1911 ως διοικητής.
Οι ομιλητές αναφέρονται στη συμβολή και τις δραστηριότητές του ως τραπεζίτη, σκιαγραφώντας παράλληλα την ιστορία της Εθνικής Τράπεζας και την οικονομική πολιτική της χώρας. Μεταξύ αυτών, ο Ευάγγελος Πρόντζας ερευνά τα σημεία που συναντήθηκαν δυο εξέχουσες προσωπικότητες του τραπεζικού χώρου, ο "ανατολίτης" Ανδρέας Συγγρός και ο λευκαδίτης Βαλαωρίτης. Σε ιδιαίτερη ενότητα αναπτύσσεται η συμμετοχή του Βαλαωρίτη στον εκσυγχρονισμό της χώρας, σε έργα όπως η διώρυγα της Κορίνθου, και οι δραστηριότητές του από τη θέση του στενού συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην τελευταία ενότητα παρουσιάζονται οι στενές σχέσεις του Βαλαωρίτη με την οικογένειά του. Αντλώντας από τους θησαυρούς του ΕΛΙΑ, όπου φυλάσσεται το αρχείο της οικογένειας, η Χριστίνα Βάρδα δείχνει τις σχέσεις με τον πατέρα του και η Λίντα Παπαγαλάνη, με τη μητέρα του, δημοσιεύοντας επιστολές τους, ενώ ο Κώστας Κατηφόρης παρουσιάζει τον φοιτητή της νομικής Βαλαωρίτη.
Τέλος, παρόλο που δεν υπάρχει ιδιαίτερη ομιλία για τις δυο επτανήσιες προσωπικότητες του τραπεζικού χώρου, τον Βαλαωρίτη και τον νεότερό του, κερκυραίο Ανδρέα Ανδρεάδη, στις συζητήσεις αναφέρονται οι αναμεταξύ τους σχέσεις, όπου και σχολιάζεται το τέλος των Επτάνησων, με τις αρχοντικές οικογένειες και το ιδιαίτερο κοινωνικό στάτους, που επήλθε με την Ένωση.
Μ. Θ.

Από πού το Μηλιώνης

Χριστόφορος Μηλιώνης "Τα πικρά γλυκά" Εκδόσεις Μεταίχμιο Ιούνιος 2008

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης παρατάσσει μια ενδεκάδα πεζών που δημοσιεύθηκαν εντός του 21ου αιώνος. Κάτι σαν διαπιστευτήρια πρεσβευτή μιας αφηγηματικής τέχνης και τεχνικής με ευδόκιμο πορεία, που δηλώνει πως θα επιβιώσει και σε ξενικούς καιρούς. Όταν, στον τρέχοντα αιώνα, πολλοί βαφτίζουν τις χαλαρές ιστορίες τους διηγήματα, αυτός έχει την πολυτέλεια να τις αποκαλεί ιστορίες, επινοώντας για το σύνολο έναν πρόσφορο τίτλο, καθώς όλες οι διηγήσεις χρωματίζονται από τη διάθεση του αφηγητή να κάνει τα αλλοτινά πικρά, δια της ανιστορήσεώς τους, γλυκά. Εκείνο που, εκ πρώτης όψεως, παραξενεύει είναι η σειρά που επιλέγει, για την παράταξή τους, καθώς δεν ακολουθεί τη χρονολογική, της δημοσίευσής τους, ούτε, όμως, ομαδοποιήσεις σύμφωνα με τις μνημονικές αλληλουχίες. Προσωπική μας υπόθεση, πιθανώς αυθαίρετη, αν και τεκμηριώνεται θεματικά από τα διηγήματα, πως ο συγγραφέας αυτοσυστήνεται, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τον αφηγητή του, έστω και καθυστερημένα, αφού ήδη έχουν εορτάσει αρμονικώς συμβιώνοντες τους χρυσούς γάμους τους και πλησίστιοι προχωρούν προς τους αδαμάντινους. Γιατί πώς αλλιώς στοιχειοθετείται ένα πρόσωπο, αν όχι ψηφίδα-ψηφίδα, εκκινώντας από το όνομα και προχωρώντας στο παρουσιαστικό, το επάγγελμα, τον γενέθλιο τόπο, τις φιλίες, που οδηγούν απαξάπαντες τους αρσενικούς στα χρόνια της στρατιωτικής τους θητείας, και ακόμη, τα πολιτικά φρονήματα και τις κοινωνικές ευαισθησίες, με τα τελευταία διηγήματα να αναφέρονται σε ερωτικά σκιρτήματα, αποκαλύπτοντας τον ρομαντισμό του αφηγητή.
Κατά διαβολική σύμπτωση, στο επίθετο του Μηλιώνη συναντιούνται Βιζυηνός και Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον κατά τους συνειρμούς του επιρρεπούς αναγνώστη. Οπότε και αυτός, στην πρώτη ιστορία του βιβλίου του γύρω από το όνομά του, μνημονεύει δεόντως αμφοτέρους. Εν αρχή, Βιζυηνός, με τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος, που δημοσίευσε ο Θρακιώτης όσο ζούσε, "Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα", ως μόττο της ιστορίας, που τιτλοφορείται, "Η μηλιά", αλλά και με την πρώτη ετυμολογία του επιθέτου Μηλιώνης, αυτήν που δίνει η γιαγιά Μηλιώνω με τ' όνομα, πως τάχατες οφειλόταν σε προγονή τους, όμορφη σαν μηλιά, που την έλεγαν Μηλιά. Και συνεχίζει η ιστορία με τον Βιζυηνό, καθώς ο αφηγητής του Μηλιώνη, όπως εκείνος του Βιζυηνού, αναπτύσσει σχέση άφατης τρυφερότητας με τη γλυκομηλιά του κήπου του ή, έστω, κατά τη διήγηση, του αμπελιού του. Οι δυο ιστορίες αποκλίνουν, όταν εμφανίζεται ο κατοχικός δάσκαλος του Μηλιώνη, ο οποίος, σε αντίθεση με τον φραγκοφορεμένο του Βιζυηνού, δεν εκδιώκει τη μηλιά εγκαθιστώντας "την κυρά μηλέα" αλλά προτείνει δεύτερη ετυμολογία του επιθέτου, από τα μιλιούνια, καθόσον δύσκολοι καιροί και οι πεινασμένοι καρβέλια ονειρεύονταν.
Καταμεσής της ιστορίας εμφανίζεται και ο Παπαδιαμάντης, όταν δια στόματος διακεκριμένου γλωσσολόγου δίνεται η τρίτη ετυμολογία του επιθέτου από τα τουφέκια της Επανάστασης, τα μιλιόνια, και τον περιβόητο της Ακαρνανίας κλέφτη και αρματωλό, Χρήστο Μιλιόνη, για τον οποίον ο Σκιαθίτης έγραψε το τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημά του, συμπτωματικά δημοσιευμένο την ίδια χρονιά με το διήγημα του Βιζυηνού, το "Χρήστος Μηλιόνης", με ήτα και όμικρον, αν και τελικά οι εγκυκλοπαίδειες κατέγραψαν τον οπλαρχηγό με ήτα και ωμέγα, τοποθετώντας τον ακριβώς πριν από τον Χριστόφορο Μηλιώνη. Μάλιστα, αποδίδουν με την ίδια γραφή και την επιγραφή στο σωζόμενο δαχτυλίδι του, που ο Μηλιώνης μας πληροφορεί πως είναι με ήτα και όμικρον.
Ωστόσο, ο Βιζυηνός επανέρχεται στην κατακλείδα της ιστορίας, καθώς ο συγγραφέας εντοπίζει σε επιστολή του Αλκίφρονος μια συνονόματη της γιαγιάς του. Μηλιώνη ονομάζεται η γυναίκα κτηνοτρόφου και ο άγγλος σχολιαστής σημειώνει αρμοδίως: "Μηλιώνη, αυτή που έχει πρόσωπο σαν μήλο!". Χαριτολογώντας ο συγγραφέας, συνοδεύει τη μετάφραση της επιστολής με την παρατήρηση πως θα πρέπει να πρόκειται για την 54η προγιαγιά του, μια και τοποθετεί τον Αλκίφρονα στον 2ο μ.Χ. αιώνα. Οπότε φίλος του φιλόλογος, διαβάζοντας το δημοσίευμα, του αποστέλλει επιστολή με το επιμύθιο: "... ήδη από τότε η μηλέα είχε γίνει μηλιά..." Κάπως έτσι, ευρηματικά, ολοκληρώνεται η ιστορία, αν και δεν χρειαζόταν να γίνει η μηλέα μηλιά για να προκύψει μια Μηλιώνη. Θα μπορούσε η μηλιά να παραμείνει γέννημα των μεσαιωνικών χρόνων και η κατά Αλκίφρονα Μηλιώνη να έλκει την καταγωγή της από το ομόθεμο μηλίς, ομώνυμο του μηλέα και της ίδιας ηλικίας. Ύστερα, ένας λιγότερο ρομαντικός σχολιαστής θα μπορούσε να υποθέσει πως το όνομα της συμβίας κτηνοτρόφου παραπέμπει στα άλλα μήλα, τα ζωντανά και τα σφαγεία, όπως, λ.χ., τα εν χρήσει και σήμερα, μηλωτή και μηλιόρα.
Αυτή η πρώτη ιστορία δείχνει και τον τρόπο που δομούνται τα διηγήματα με την έντεχνη συρραφή περιστατικών διαφορετικών εποχών, διανθισμένων, κατά την ανιστόρησή τους, με στίχους, καθώς ο αφηγητής διαπλέει την ελληνική γραμματεία, από την αρχαία μέχρι τα δημοτικά τραγούδια, για τα οποία και τρέφει όλως ιδιαίτερη αδυναμία. Ενώ, νότες ευθυμίας προσθέτει ο αυτοσαρκασμός του. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις σαν να φαλτσάρει, όταν μετατρέπεται σε πικρία παραγκωνισμού. Μέσα σε ατμόσφαιρα θυμηδίας εκτυλίσσεται το επόμενο διήγημα, που αναφέρεται στο παρουσιαστικό του αφηγητή, πλαγίως μέσω της φωτογραφίας του, καθώς ειρωνεύεται την έπαρση των συγγραφέων και την βαρύνουσα σημασία που δίνει η εποχή μας στην προβολή του προσώπου, κατά προτίμηση νέου και ωραίου, έναντι της αξίας του έργου, που φτάνει να καταλήγει δευτερευούσης σημασίας.
Στη συνέχεια, έχοντας ο Μηλιώνης, προ πολλού, παραμερίσει τις σκληρές αναμνήσεις της δεκαετίας του '40, ξεκινά από τα μεταπολεμικά χρόνια και αφηγείται ένα περιστατικό από τα πρώτα έτη του εκπαιδευτικού βίου του, προσδίδοντάς του, με την κατακλείδα, επίκαιρο χαρακτήρα. Και πάλι, παίζει με τις συμπτώσεις, με άνεση, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση του στημένου. Ακολουθούν δυο διηγήματα για τον γενέθλιο τόπο, αν και όχι ακριβώς το Περιστέρι Πωγωνίου αλλά "τα δικά του Γιάννενα", για τα οποία έχει φτιάξει και βιβλίο. Μάλιστα, είναι η μοναδική "πόλη στη λογοτεχνία", κατά την ονομασία τής εν λόγω σειράς, που στήνεται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με κείμενα συγγραφέων της περιοχής, στην πλειοψηφία τους Γιαννιώτες.
Στην επόμενη ιστορία, το "Προσκλητήριο", όπως δηλώνει και ο τίτλος, γίνεται γενικό προσκλητήριο συγκληρωτών της στρατιωτικής θητείας, με τις μορφές τους να "διαπερνούν το χάος των δεκαετιών". Οι χυμώδεις διάλογοι, έτσι όπως συμπληρώνονται με ηπειρωτικά άσματα, δίνουν στο διήγημα ιδιαίτερη θέση μέσα στην πεζογραφία περί την στρατιωτική ζωή. Από το στρατό, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, και το επόμενο διήγημα, μόνο που σε αυτό υπερισχύει ο πικρίζων σχολιασμός της πολιτικής κατάστασης, άλλοτε και τώρα. Ενώ, για την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, υπάρχει μια αθηναϊκή ιστορία με προσφυγάκια και αφρικάνα μετανάστιδα, εξ ου και ο παπαδιαμάντειος τίτλος, "Η μετανάστις", που εναρμονίζεται με το ισχύον επί του θέματος πολιτικώς οθρό. Τουτέστιν, τέρατα ρατσισμού οι γηγενείς, θύματα οι πανταχόθεν μετανάστες.
Προς το τέλος, δυο διηγήματα, με έναν αισθησιασμό που κοντεύει να εκλείψει από την πεζογραφία μας. Στο ένα, η συγκίνηση ενός εφήβου από το πρώτο αντίκρυσμα του γυναικείου μαστού, όταν πετάγεται έξω πάνω στο ρίξιμο του λιθαριού. Και πάλι, ο Μηλιώνης δένει τις αναμνήσεις τού αφηγητή με ομόθεμο κλέφτικο τραγούδι. Το δεύτερο, ξεκινώντας ως ταξιδιωτικό, εξελίσσεται σε ερωτικό, καθώς ο συγγραφέας καλλιεργεί με δολιότητα αντίστοιχες αναγνωστικές προσδοκίες. Από μιας αρχής και ενώ ο αφηγητής περιδιαβάζει σε Βρυξέλλες και Άμστερνταμ, υπάρχει η αναμονή μιας πολλά υποσχόμενης συνάντησης με Ολλανδέζα. Αντί αυτής, βρίσκεται καθισμένος σε καφετέρια να ερωτοτροπεί με το όμορφο κορίτσι του γειτονικού τραπεζιού. Ή τουλάχιστον, αυτήν την εντύπωση δημιουργεί η αφήγηση, μέχρι πλήρους ανατροπής της, καθώς ο Μηλιώνης προσθέτει μια Λολίτα στην πεζογραφία. Μάλιστα, εναρμονιζόμενος και πάλι με την εποχή του, την θέλει πολύ μικρότερη της ναμποκοφικής, του νηπιαγωγείου. Στο τελευταίο διήγημα, ρομαντικός ο αφηγητής, αναζητά τα φαντάσματα των παιδικών του χρόνων. Πέρα, όμως, από τη θεματική του βιβλίου, εκείνο που διακρίνει τα διηγήματα του Μηλιώνη είναι η αβίαστη γλώσσα και το, προ πολλού, κατακτημένο ύφος.


Μ. Θεοδοσοπούλου