Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Ποικίλα φορέματα

Nelly’s, «Hπειρώτισσες στις θημωνιές»
(Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη).


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Το κου­μπί και το φό­ρε­μα»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέ­μ­βριος 2012
Ο τί­τ­λος του και­νού­ριου βι­βλίου του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου και τί­τ­λος ε­νός α­πό τα 32 πε­ζά που συ­γκε­ντρώ­θη­καν σε αυ­τό, βγή­κε α­πό μια πα­ροι­μία. “Βρή­κα έ­να κου­μπί και για χά­ρη του έ­ρα­ψα έ­να φό­ρε­μα”, λέει “αυ­τή η ω­ραία πα­ροι­μία”. Δεν την έ­χου­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, α­λ­λά για να το δια­βε­βαιώ­νει ο συ­γ­γρα­φέ­ας, που έ­χει το αυ­τί του παι­διό­θεν τε­ντω­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, θα υ­πά­ρ­χει. Εκτός κι αν ε­σκε­μ­μέ­να μας πα­ρα­πλα­νά, ε­πι­νοώ­ντας την πα­ροι­μία έ­τσι που να ται­ριά­ζει στο α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, που έ­χει κα­τά νου. Όπως ε­ξη­γεί στο ο­πι­σθό­φυ­λ­λο του βι­βλίου, το κου­μπί εί­ναι έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε στοι­χείο α­πό ό­σα κα­θη­με­ρι­νά βλέ­που­με και α­κού­με, που μας ε­ντυ­πω­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας τύ­πος α­ν­θρώ­που, μια σκη­νή, α­κό­μη κι έ­νας λό­γος, ό­πως μια πα­ροι­μία. Γυ­ρί­ζει στο μυα­λό μας μέ­χρι με κά­ποιο τρό­πο να ε­ξω­τε­ρι­κευ­θεί. Ει­δά­λ­λως, ως γνω­στόν, κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στο υ­πο­συ­νεί­δη­το με­τά ά­λ­λων ε­μ­μο­νών, ό­που μπο­ρούν να λά­βουν χώ­ρα α­πρό­σμε­νες συ­γ­χω­νεύ­σεις και με­τα­μο­ρ­φώ­σεις. Αν, ό­μως, α­νή­κεις στην προ­νο­μιού­χο, του­λά­χι­στον α­πό ψυ­χα­να­λυ­τι­κής α­πό­ψεως, τά­ξη των συ­γ­γρα­φέων, του ρά­βεις έ­να φό­ρε­μα, του­τέ­στιν πλέ­κεις με α­φο­ρ­μή αυ­τό μια ι­στο­ρία. Τώ­ρα, το κα­τά πό­σο ο συ­γ­γρα­φέ­ας ξε­μπε­ρ­δεύει με έ­να φό­ρε­μα και δεν χρειά­ζε­ται δεύ­τε­ρο, κα­μιά φο­ρά και τρί­το, για να α­πα­λ­λα­γεί α­πό την ε­μ­μο­νή του, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Από­δει­ξη ο Δη­μη­τρίου και το σα­κού­λι με τα κου­μπιά του. Τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, κα­τα­στά­σεις, πα­ροι­μίες, που ό­λο και ε­πα­νέ­ρ­χο­νται στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του. Το θέ­μα, στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι τι εί­δους φό­ρε­μα ρά­βει κά­θε φο­ρά.
Πριν τρία χρό­νια, με α­φο­ρ­μή την προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα ζύ­για του προ­σώ­που», εί­χα­με προ­σπα­θή­σει να δια­κρί­νου­με τις στρο­φές της πο­ρείας του ως διη­γη­μα­το­γρά­φου, σε πα­ρα­λ­λη­λία με τις συ­γ­γρα­φι­κές με­τα­λ­λά­ξεις του. Εξαι­ρώ­ντας την ποιη­τι­κή συ­λ­λο­γή, «Ψη­λα­φή­σεις», που ή­ταν και το πρώ­το βι­βλίο του, το 1985, με­τρού­με πέ­ντε συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (1993, 2002) και τρεις ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις (Δεκ. 2005 - Νοέμ. 2011). Απο­μο­νώ­νο­ντας τη σο­δειά των διη­γη­μά­των, α­να­φέ­ρα­με τρεις πε­ριό­δους: τα 30 διη­γή­μα­τα των δυο πρώ­των συ­λ­λο­γών (1987, 1989), τα διη­γή­μα­τα των δυο ε­πό­με­νων (1998, 2001) α­πό 18 ε­κά­στη και τα 25 της πέ­μπτης (Δεκ. 2009). Πε­ρί­που στο τέ­λος κά­θε δε­κα­ε­τίας, ε­μ­φα­νί­ζο­νται οι ό­ποιες α­λ­λα­γές, σαν να κυο­φο­ρού­νται στο ε­ν­διά­με­σο. Σε ε­κεί­νο το σχο­λια­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τα διη­γή­μα­τα της τε­λευ­ταίας συ­λ­λο­γής, “διη­γή­μα­τα της ω­ρι­μό­τη­τας”, και πε­ρι­μέ­να­με τη σο­δειά της έ­κτης συ­λ­λο­γής, που θα τα συ­μπλή­ρω­νε. Η συ­λ­λο­γή δεν ά­ρ­γη­σε, ε­κ­δό­θη­κε Νοέμ. 2012, μό­νο που τα και­νού­ρια πε­ζά εί­ναι ε­τε­ρο­γε­νή και ως σύ­νο­λο η συ­λ­λο­γή δεν έ­ρ­χε­ται σαν συ­νέ­χεια των δια­φο­ρο­ποιή­σεων που ση­μειώ­νο­νταν στην προ­η­γού­με­νη.
Συ­νέ­βη κά­τι που δεν εί­χα­με προ­βλέ­ψει ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν εί­χα­με θε­λή­σει να δού­με πό­σο πι­θα­νό ή­ταν να συ­μ­βεί. Η κει­με­νι­κή ευ­ρυ­χω­ρία που προ­σφέ­ρουν οι ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό ε­κεί­νη της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, φαί­νε­ται να κε­ρ­δί­ζει τον συ­γ­γρα­φέα. Ο βρα­χύ­λο­γος διη­γη­μα­το­γρά­φος υ­πο­χώ­ρη­σε, πα­ρα­χω­ρώ­ντας έ­δα­φος σε έ­ναν λα­λί­στα­το α­φη­γη­τή. Έτσι κι α­λ­λιώς, το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που α­λ­λά­ζει στις τρεις πε­ριό­δους της διη­γη­μα­το­γρα­φίας του Δη­μη­τρίου εί­ναι η σχέ­ση α­φη­γη­τή και χα­ρα­κτή­ρων. Αρχι­κά, ο α­φη­γη­τής ε­μ­φα­νί­ζε­ται α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος, για να γί­νει στην προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή μέ­το­χος των πα­θών τους μέ­χρι και πρω­τα­γω­νι­στής. Αλλά ας δού­με στις λε­πτο­μέ­ρειές τους τα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, που έ­ρα­ψε ο Δη­μη­τρίου. Τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα ο­λο­καί­νου­ρ­γα, με­ρι­κά με­τα­ποιη­μέ­να, και κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία εί­ναι ο­κτώ, ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Δη­λα­δή, μό­λις το έ­να τέ­τα­ρ­το της συ­λ­λο­γής, σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα συ­νή­θεια, σε μια συ­λ­λο­γή, σχε­δόν το σύ­νο­λο να α­πο­τε­λεί­ται α­πό δη­μο­σιευ­μέ­να. Όσο για τα με­τα­ποιη­μέ­να, πρό­κει­ται για ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν ε­να­λ­λα­κτι­κές ε­κ­δο­χές πα­λαιό­τε­ρων ι­στο­ριών ή και ως κε­φά­λαια των τριών ε­κτε­νών α­φη­γή­σεων.
Τ’ α­γνά­ντιο
Το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­ναι έ­να διή­γη­μα σε συ­λ­λο­γι­κό τό­μο του 2005, με θέ­μα τη μη­τέ­ρα. Ο τί­τ­λος βγαί­νει α­πό την ευ­χή μιας γε­ρό­ντι­σ­σας στη γει­το­νο­πού­λα που της πα­ρα­στε­κό­ταν, α­φού το μο­να­δι­κό παι­δί που της εί­χε α­πο­μεί­νει βρι­σκό­ταν κά­που στα ξέ­να, “Βρύ­σες να ’χεις στο πλευ­ρό σου και νε­ρά να σου τρέ­χου­ν”. Η ευ­χή έ­πια­σε, η γει­το­νο­πού­λα έ­γι­νε “μπά­μπω μ’ α­γ­γό­νια” και με­τρά­ει δε­κα­ε­ν­νιά βρύ­σες έ­να γύ­ρω στη γει­το­νιά της. Κι αυ­τό, μια έ­ν­δει­ξη, ό­τι το χω­ριό ε­κ­συ­γ­χρο­νί­στη­κε. Την η­πει­ρώ­τι­κη, ό­μως, ντο­πιο­λα­λιά την σώ­ζει α­λώ­βη­τη. Το δεί­χνει η κου­βέ­ντα της γει­το­νο­πού­λας με τη φί­λη της για τη γε­ρό­ντι­σ­σα, που, στα τε­λευ­ταία της, ευ­τύ­χη­σε, ό­χι μό­νο να βρει το γιο της, α­λ­λά και να ζή­σει με την φα­μί­λιά του στην Αμε­ρι­κή. Και ό­λα αυ­τά, χά­ρις στο γρά­μ­μα που έ­στει­λαν “στην ε­φη­με­ρί­δα που έ­βγα­ζε στα Γιά­ν­νε­να ο Χρη­στο­βα­σί­λης”. Πρό­κει­ται για την «Ελευ­θε­ρία», που κυ­κλο­φο­ρού­σε δυο φο­ρές την ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ηπεί­ρου. Ενθου­σια­σμέ­νος τό­τε ο Χρή­στος Χρη­στο­βα­σί­λης, ε­γκα­τέ­λει­ψε την Αθή­να και την «Ακρό­πο­λη» για να γυ­ρί­σει στον τό­πο του και να βγά­λει τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, που την ε­ξέ­δι­δε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1937.
Στον Χρη­στο­βα­σί­λη α­να­φέ­ρε­ται και το κα­τα­λη­κτι­κό πε­ζό της συ­λ­λο­γής, «Θε­λε­σου­ριά», δη­μο­σιευ­μέ­νο, Αύ­γου­στο 2011. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­κα­λεί το διή­γη­μα του Χρη­στο­βα­σί­λη «Ο γυ­ρι­σμός του ξε­νι­τε­μέ­νου», έ­να α­πό τα πο­λ­λά των σχο­λι­κών α­να­γνω­στι­κών, δη­μο­τι­κού και γυ­μνα­σίου, που α­πο­σύ­ρ­θη­καν ο­λο­σχε­ρώς με τη με­τα­πο­λί­τευ­ση. Εκεί, “σ’ έ­να α­γνά­ντιο” κα­ρ­τέ­ρα­γε για χρό­νια η μά­να το γιο της να γυ­ρί­σει α­πό την ξε­νι­τιά, στο ί­διο μέ­ρος που τον εί­χε α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Αντί­στοι­χα, στο πε­ζό, στη “Θε­λε­σου­ριά”, που εί­ναι “μια ρα­χού­λα με ει­κο­νο­στά­σι τ’ Αϊ-Θα­νά­ση”, α­πο­χαι­ρε­τού­σαν οι συ­γ­γε­νείς ό­σους έ­φευ­γαν α­πό την Πό­βλα της Μου­ρ­γκά­νας, κα­τά τα λε­γό­με­να της μά­νας του συ­γ­γρα­φέα. Κά­θε τό­πος και «Τ’ Αγνά­ντε­μά» του, για να θυ­μη­θού­με και το διή­γη­μα του δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Χρη­στο­βα­σί­λη, Πα­πα­δια­μά­ντη. Ή και τους «Κλα­ψό­δε­ντρούς» του, στην ά­κρη των κο­ζα­νί­τι­κων χω­ριών, που α­πα­θα­να­τί­ζουν με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες τους, οι συ­νο­μή­λι­κοι του συ­γ­γρα­φέα, Κα­τε­ρί­να Μη­λιού και Γιώ­ρ­γος Σκα­μπα­ρ­δώ­νης.
Εδώ, πρό­κει­ται για μια α­πό τις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές α­φη­γή­σεις της πρό­σφα­της συ­λ­λο­γής, που πα­ρα­τί­θε­νται με τη χα­λα­ρή α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία μιας α­νά­μνη­σης ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, του μνη­μο­νι­κού συ­μ­φυ­ρ­μού πε­ρι­σ­σό­τε­ρων πε­ρι­στα­τι­κών. Μια πα­ρό­μοια α­φή­γη­ση, α­λ­λά δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, κα­θώς α­ντ­λεί­ται α­πό πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες και συ­να­ντή­σεις, εί­ναι το «Βό­λια – μπα­ρού­τι». Ο τί­τ­λος εί­ναι ο κα­τα­λη­κτι­κός στί­χος του ποιή­μα­τος του Βί­κτω­ρος Ου­γκώ, «Ελλη­νό­που­λο», για την κα­τα­στρο­φή της Χίου. “Βό­λια, μπα­ρού­τι θέ­λω. Να.”, ό­πως α­πέ­δω­σε ο Πα­λα­μάς την α­πά­ντη­ση του παι­διού, που “κα­θό­ταν ξυ­πό­λυ­το στις ρά­χες”, μο­να­χό και θλι­μ­μέ­νο. Στην α­φή­γη­ση, η μα­θη­τι­κή α­νά­μνη­ση α­πό σχο­λι­κό ε­ο­ρ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ο­ρ­τής δεν συ­γκρα­τεί το πα­ρα­μι­κρό ί­χνος α­πό το πνεύ­μα ε­θνι­κής α­νά­τα­σης. Αντι­θέ­τως, δια­ν­θί­ζε­ται με μια α­νά­μνη­ση παι­δο­φι­λι­κής ε­ξω­τε­ρί­κευ­σης δα­σκά­λου. Κα­τά τα ά­λ­λα, στο πε­ζό προ­βά­λ­λουν με έ­μ­φα­ση οι γνω­στές α­πό­λυ­τες α­πό­ψεις του συ­γ­γρα­φέα για το κα­τα­πιε­στι­κό σχο­λι­κό σύ­στη­μα, που το έ­χει πα­ρο­μοιά­σει με “κρε­α­το­μη­χα­νή” και ε­δώ, με στρα­το­κρα­τι­κό πει­θα­να­γκα­σμό.
Υπά­ρ­χουν και ά­λ­λα πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται στα χω­ριά της Μου­ρ­γκά­νας ή και στην Αθή­να, με πρω­τα­γω­νι­στές μέ­τοι­κους α­πό ε­κεί­να τα μέ­ρη. Σε αυ­τά, α­να­βιώ­νει, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, η η­πει­ρώ­τι­κη ντο­πιο­λα­λιά. Σε τρεις α­κό­μη ι­στο­ρίες, κου­βε­ντιά­ζουν κο­πέ­λες και γε­ρό­ντι­σ­σες. Δεί­χνουν σαν πρό­σθε­τα κε­φά­λαια στη δεύ­τε­ρη ε­κτε­νή α­φή­γη­ση, προ πε­ντα­ε­τίας, «Σαν το λί­γο το νε­ρό». Από τη ντο­πιο­λα­λιά, α­ρ­κε­τές εί­ναι οι λέ­ξεις, που η ση­μα­σία τους δεν συ­νά­γε­ται α­πό τα συ­μ­φρα­ζό­με­να. Ωστό­σο, το ε­ν­δια­φέ­ρον της α­φή­γη­σης το δια­φυ­λά­σ­σει, κυ­ρίως στις με­γα­λύ­τε­ρες ι­διω­μα­τι­κές νη­σί­δες, η ποιη­τι­κή της γλώ­σ­σας. Μα­ζί με τη γλώ­σ­σα, τον τρό­πο ζωής, την πα­ρα­κα­τια­νή θέ­ση της κο­πέ­λας, μέ­χρι να της δί­νουν το πα­ρω­νύ­μιο Διώ­χνω, ό­ταν τυ­χαί­νει να εί­ναι η τε­λευ­ταία α­πό έ­ξι κο­πέ­λες πριν το α­ρ­σε­νι­κό, ο α­φη­γη­τής σώ­ζει τα πα­λαιά ο­νό­μα­τα των χω­ριών. Πρώ­το με­τα­ξύ αυ­τών, ο γε­νέ­θλιος τό­πος του συ­γ­γρα­φέα, η Πό­βλα, που σή­με­ρα ο­νο­μά­ζε­ται Αμπε­λώ­νας.
Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα α­φη­γή­μα­τα με ε­πή­λυ­δες εξ ε­πα­ρ­χίας εί­ναι «Το νε­ρό της ψυ­χής». Μπο­ρεί αυ­τά τα α­φη­γή­μα­τα να μην ρά­βουν πά­ντο­τε φό­ρε­μα, του­λά­χι­στον με τα μέ­τρα και στα­θ­μά ε­νός α­μι­γούς διη­γή­μα­τος, α­λ­λά σκια­γρα­φούν τύ­πους πα­λαιό­τε­ρων χρό­νων. Ένας α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός εί­ναι ο ε­βδο­μη­ντά­χρο­νος, που “πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του και η κό­ρη του τον έ­φε­ρε” α­πό το χω­ριό ε­κών ά­κων στην Αθή­να. Μό­νος και έ­ρη­μος, κρε­μα­σμέ­νος στο τη­λέ­φω­νο, ε­πα­να­λά­μ­βα­νε: “Το νε­ρό και το ψω­μί της ψυ­χής εί­ναι η ε­πι­κοι­νω­νία.”
Υπά­ρ­χει και έ­να πε­ζό, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι κε­φά­λαιο στο βι­βλίο «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Ήδη, ο τί­τ­λος του, «Ο κα­ρ­που­ζο­κέ­φα­λος σε νέες πε­ρι­πέ­τειες», προϊδεά­ζει για τη διά­θε­ση του συ­γ­γρα­φέα να σπρώ­ξει πε­ραι­τέ­ρω τη δια­κω­μώ­δη­ση. Όσο, ό­μως, αυ­ξά­νει ο ε­μπαι­γ­μός του γη­γε­νούς κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, τό­σο ε­ξω­ραΐζο­νται α­φη­γη­μα­τι­κά, α­λ­λά και προ­βι­βά­ζο­νται α­πό κο­μπά­ρ­σοι σε πρω­τα­γω­νι­στές, οι εξ Αλβα­νίας ε­ρ­χό­με­νοι. Άλλω­στε, τέ­σ­σε­ρα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, το έ­να α­πό αυ­τά δη­μο­σιευ­μέ­νο πέ­ρυ­σι, ρά­βο­νται με κου­μπιά Αλβα­νούς. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για συ­γκε­κρι­μέ­νους τύ­πους, α­λ­λά μά­λ­λον για κά­ποιες ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις πίε­σης και κα­τα­πίε­σης. Όπως το πρώ­το πέ­ρα­σμα της συ­νο­ρια­κής γρα­μ­μής, το κα­τά την α­ντί­στρο­φη πο­ρεία πέ­ρα­σμα στον ε­πα­να­πα­τρι­σμό, την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση α­πό Έλλη­να α­φε­ντι­κό ή, α­κό­μη, τη με­τα­μ­φίε­ση σε Ιτα­λό προς α­πο­φυ­γή της α­πα­ξίω­σης α­πό τη γει­το­νιά. Φο­ρέ­μα­τα, που δεί­χνουν κο­μ­μέ­να και ρα­μ­μέ­να στο πα­τρόν του πο­λι­τι­κώς ο­ρ­θού.
Τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά
Απο­μέ­νει έ­να σώ­μα εί­κο­σι πε­ζών, με κου­μπιά που κε­ρ­δί­ζουν το ε­ν­δια­φέ­ρον, α­λ­λά, ί­σως, με­ρι­κά α­πό τα φο­ρέ­μα­τα που ρά­φτη­καν για χά­ρη τους, να α­παι­τού­σαν πε­ρι­σ­σό­τε­ρη προ­σο­χή στο φι­νί­ρι­σμα. Θε­μα­τι­κά συ­γ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Δη­μη­τρίου. Λ.χ., «Ο διο­ρι­σμός» θυ­μί­ζει διη­γή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, που α­ντ­λού­σαν έ­μπνευ­ση α­πό συ­μ­βά­ντα στον το­μέα κα­θα­ριό­τη­τας του Δή­μου Αθη­ναίων. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο κου­μπί εί­ναι και ε­πί­και­ρο, κα­θώς δί­νει μια πρω­τό­τυ­πη ε­κ­δο­χή στη σε­ξουα­λι­κή πλευ­ρά του δού­ναι και λα­βείν για έ­ναν διο­ρι­σμό στο Δη­μό­σιο. Με πιο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα συ­γ­γε­νεύουν δυο πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται πα­ρά θί­ν’ α­λός, στις πα­ρά­πλευ­ρες πα­ρα­λίες Φλοί­σβου και Αλί­μου. Ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, ε­κτός α­πό την τρέ­λα του για τα ο­πω­ρο­φό­ρα των α­θη­ναϊκών συ­νοι­κιών, νιώ­θει σχε­δόν ε­ρω­τι­κά με τη θά­λα­σ­σα. Στο διή­γη­μα «Προ­σφυ­γά­κια», πλη­θαί­νουν οι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι. Τό­σα κου­μπιά σε έ­να φό­ρε­μα, και ρα­μ­μέ­να κο­ντά κο­ντά, μέ­χρι να μπλέ­κο­νται τα μο­τί­βα τους, και το φό­ρε­μα α­δι­κούν και ε­κεί­να πά­νε στρά­φι. Θα μπο­ρού­σε ο συ­γ­γρα­φέ­ας να ε­πα­νέ­λ­θει. Άλλω­στε το γκρι­ζο­γά­λα­ζο ψά­ρι, που του έ­δω­σε έ­ναν ά­σχε­το θε­μα­τι­κά α­λ­λά τό­σο ω­ραίο τί­τ­λο, μπο­ρεί να του δώ­σει κι ά­λ­λους πρω­τό­τυ­πους τί­τ­λους, κα­θώς το α­πο­κα­λούν και γου­ρ­λο­μά­τα και τσι­μπλά­κι. Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο τί­τ­λος, «Η βα­ρ­βα­ρό­τη­τα του γέ­νους», εί­ναι ό­χι μό­νο ω­ραίος α­λ­λά και πλα­γίως πε­ρι­παι­κτι­κός. Εδώ, το διή­γη­μα ε­πι­τεύ­χ­θη­κε.
Μέ­σα στη θε­μα­τι­κή του συ­γ­γρα­φέα, οι πα­ρά­ξε­νοι τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, ά­λ­λο­τε μο­νό­χνο­τοι κι ά­λ­λο­τε α­πο­συ­νά­γω­γοι, κά­πο­τε και τα δυο μα­ζί, εί­ναι α­πό τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά, α­νε­ξά­ρ­τη­τα του φο­ρέ­μα­τος που προ­κύ­πτει. Στο «Μό­σχος και κα­νέ­λα» ε­πι­τυ­γ­χά­νε­ται ο α­συ­νή­θης στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Δη­μη­τρίου συ­γκε­ρα­σμός του ι­λα­ρού με το μο­ρ­φι­κά ε­ντε­λές. Ενώ, στο «Ξέ­νο ο­στούν», τα δά­νεια α­πό δια­βά­σμα­τα και η σώ­ρευ­ση ά­σχε­των πα­θο­λο­γι­κών συ­μπτω­μά­των θο­λώ­νουν το α­πο­τέ­λε­σμα. Ενώ ο χα­ρι­σμα­τι­κός τύ­πος στο πε­ζό «Η ο­μο­ρ­φιά της α­πώ­λειας» μό­λις που σκια­γρα­φεί­ται, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό νά­ρ­κι­σ­σο ή­ρωα του Ανδρέα Μή­τσου.
Ένα α­πό τα προ­σφι­λή θέ­μα­τα του Δη­μη­τρίου εί­ναι το στε­νό δέ­σι­μο του γο­νιού με το παι­δί του. Του πα­τέ­ρα με το γιο α­να­δει­κνύε­ται στο προ­τα­σ­σό­με­νο, «Η ση­μα­δού­ρα», ό­που το φό­ρε­μα θα βε­λ­τιω­νό­ταν με α­φαί­ρε­ση ή, έ­στω, με­τρια­σμό του κα­τα­λη­κτι­κού δρα­μα­τι­κού τό­νου. Το δέ­σι­μο μά­νας-γιου, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή του γιου, εί­ναι το θέ­μα σε του­λά­χι­στον δυο διη­γή­μα­τα, πα­ρει­σφρέ­ο­ντας ως δευ­τε­ρεύον και σε ά­λ­λα. Το έ­να, «Η ο­δο­ντό­βου­ρ­τσα», πι­θα­νώς και χά­ρις στη δια­λο­γι­κή μο­ρ­φή, α­πο­κτά τη δρα­στι­κό­τη­τα, που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­να διή­γη­μα. Το ά­λ­λο, «Οι κύ­κλοι της ζωής», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το πρό­βλη­μα του ά­γα­μου, που βρί­σκε­ται έ­ρ­μαιο στο κου­τσο­μπο­λιό του μι­κρού πε­ρί­γυ­ρου. Nα ση­μειώ­σου­με πως, για πρώ­τη φο­ρά, ο Δη­μη­τρίου πε­ρι­γρά­φει και θαύ­μα­τα Αγίων στα πε­ζά του. Μά­λι­στα, τη δεύ­τε­ρη φο­ρά, στο διή­γη­μα, «Η λα­μπά­δα», φαί­νε­ται να πα­τά­ει στα βή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σε ε­κεί­νου «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας», έ­τσι και ε­δώ, μια νιό­πα­ντρη ζει με την πε­θε­ρά, κα­θώς ο ά­ντρας της στη βδο­μά­δα πά­νω με­τά το γά­μο έ­φυ­γε στα ξέ­να. Και σε αυ­τήν τυ­χαί­νει α­νε­πι­θύ­μη­τη ε­γκυ­μο­σύ­νη, χω­ρίς ό­μως αυ­το­κτο­νία. Γί­νε­ται το θαύ­μα ε­γκαί­ρως, για να έ­χει η ι­στο­ρία χά­πυ ε­ντ.
Από τα και­νού­ρια θέ­μα­τα εί­ναι η α­γα­μία και με τις δυο ό­ψεις της. Τα πά­θη του γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρου διε­κ­τρα­γω­δού­νται σε δυο διη­γή­μα­τα, «Το κου­μπί και το φό­ρε­μα» και «Με­γά­λε Μπί­λυ», προ­κρί­νο­ντας μο­ρ­φι­κά την πα­ρά­τα­ξη συ­μ­βά­ντων. Στο δεύ­τε­ρο, η κα­τά­λη­ξη κλεί­νει τον κύ­κλο ζωής ό­χι μό­νο του Τσί­λυ Δή­μου α­λ­λά και ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Από ζω­ντα­νή κοι­νό­τη­τα, σχε­δόν ε­ρη­μώ­νει, με τις ε­πό­με­νες γε­νιές, σκό­ρ­πιες α­νά τον κό­σμο, να συ­να­ντιού­νται στο Δια­δί­κτυο α­ντί στο κα­φε­νείο των πα­π­πού­δων τους. Σε έ­να τρί­το πε­ζό, «Μην πρά­τ­τεις ό,τι δεν μπο­ρείς να πεις», το συ­νοι­κέ­σιο φέ­ρ­νει έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση τη λύ­ση, μό­νο το φό­ρε­μα μέ­νει σαν η­μι­τε­λές, με με­τέω­ρη την ψυ­χο­γρά­φη­ση. Σε α­ντί­στι­ξη, πά­ντως, υ­πά­ρ­χουν δυο πε­ζά γύ­ρω α­πό τα πά­θη του συ­ζυ­γι­κού ή και γε­νι­κώς ε­ρω­τι­κού δε­σμού: το «Το­πο­τη­ρη­τής ή πα­τριά­ρ­χης» και το ευ­ρη­μα­τι­κό «Τρεις αυ­γου­λιέ­ρες και πα­ρα­λί­γο τέ­σ­σε­ρις». Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως αυ­τό το δεύ­τε­ρο το έ­χου­με δια­βά­σει, καί­τοι α­πό τα α­νέ­κ­δο­τα. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση του γνω­στού μας δη­μιου­ρ­γεί και το «Η βοή­θεια της Πα­να­γίας».
Η ά­λ­λη ό­ψη της α­γα­μίας, αυ­τή της σε­ξουα­λι­κής στέ­ρη­σης, κυ­ρίως του α­νι­κα­νο­ποίη­του, που α­να­ζη­τά το δια­φο­ρε­τι­κό, πο­λιο­ρ­κεί­ται σε τέ­σ­σε­ρα διη­γή­μα­τα. Το πρώ­το, «Κα­ρ­φί με κα­ρ­φί», ξε­κι­νά με μια πυ­κνή σε­λί­δα πε­ρί ε­ρω­τι­κής ε­μ­μο­νής, που προ­ε­τοι­μά­ζει για τα κα­λύ­τε­ρα. Όταν, ό­μως, ε­στιά­ζει στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μ­μο­νή του ή­ρωα, το α­πί­θα­νο του ευ­ρή­μα­τος α­πο­δυ­να­μώ­νει την α­φή­γη­ση. Στο ε­πό­με­νο, «Γλύ­κα στα γό­να­τα», η ε­μ­μο­νή δεν ξε­νί­ζει, ε­νώ η ε­μπλο­κή του ψυ­χία­τρου α­να­δει­κνύει το πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η ε­κλο­γί­κευ­ση των ε­ρω­τι­κών ε­ρε­θι­σμά­των. Κά­τι που φα­νε­ρώ­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο ε­πό­με­νο, το «Τι κρί­μα». Και α­πο­μέ­νει, «Το μέ­νος των σω­μά­των», ό­που η ε­μ­μο­νή παί­ρ­νει την ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη μο­ρ­φή του πά­θους και το πε­ζό του διη­γή­μα­τος.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι συ­γ­γρα­φείς, σχο­λια­σμούς σαν τον δι­κό μας, τους α­πο­κα­λούν φι­λο­λο­γι­σμούς και τους α­πο­ρ­ρί­πτουν. Ακό­μη και οι κα­λύ­τε­ροι θέ­λουν να τους βα­θ­μο­λο­γείς. Δεν α­πο­δέ­χο­νται, μά­λ­λον δεν κα­τα­δέ­χο­νται, τη συ­νο­μι­λία με τον κρι­τι­κό. Αλλά και ο κρι­τι­κός, ό­ταν βλέ­πει πα­ρα­παίο­ντα τον συ­γ­γρα­φέα, νιώ­θει σχε­δόν υ­πο­χρέω­σή του να το ε­πι­ση­μά­νει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/7/2013.

Έρωτας με φόντο τους Αγανακτισμένους


Θα­νά­σης Χει­μω­νάς
«Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013
Τα τε­λευ­ταία δυο χρό­νια γρά­φο­νται διη­γή­μα­τα για την κρί­ση, α­ρ­χι­κά α­πό ε­πι­λο­γή του συ­γ­γρα­φέα, στη συ­νέ­χεια προ­στέ­θη­καν τα κα­τά πα­ρα­γ­γε­λία. Συ­χνά η κρί­ση μνη­μο­νεύε­ται και σε διη­γή­μα­τα με δια­φο­ρε­τι­κή θε­μα­το­λο­γία, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι έ­χει ή­δη κα­τα­λή­ξει κά­τι σαν χρο­νι­κός προ­σ­διο­ρι­σμός. Μέ­χρι πρό­τι­νος, πά­ντως, μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­χε ε­μ­φα­νι­στεί. Πρό­σφα­τα, ω­στό­σο, ε­κ­δό­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα με φό­ντο την κρί­ση. Που ση­μαί­νει ό­τι λα­μ­βά­νουν χώ­ρα ε­δώ και τώ­ρα, ή, έ­στω, μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία. Εξα­κο­λου­θούν, ό­μως, να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε κά­ποιο δια­φο­ρε­τι­κό θέ­μα, το ο­ποίο πα­ρα­μέ­νει στο φά­σμα των θε­μα­τι­κών προ­τι­μή­σεων της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Συ­χνή ε­πι­λο­γή εί­ναι οι πα­ρε­λ­θο­ντι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, με προ­τί­μη­ση στις δε­κα­ε­τίες ’40 και ’50 και λι­γό­τε­ρο, την ε­πτα­ε­τία της Δι­κτα­το­ρίας. Φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ά­πο­ψη ό­τι δια της α­ντι­πα­ρα­θέ­σεως του τό­τε με το τώ­ρα φω­τί­ζε­ται δια­φο­ρε­τι­κά το τό­τε. Για­τί οι συ­γ­γρα­φείς, πα­ρό­λο που ε­κεί­νο το τό­τε δεν το έ­ζη­σαν, κό­πτο­νται για την α­λή­θειά του. Οι νέες γε­νιές συ­γ­γρα­φέων θέ­τουν με­τ’ ε­πι­τά­σεως το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο, σή­με­ρα, μας α­φο­ρά αυ­τό το τραυ­μα­τι­κό για τη χώ­ρα πα­ρε­λ­θόν. Ενώ, ό­σοι σώ­ζουν ε­μπει­ρίες α­πό πρώ­το χέ­ρι ή ως γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά, έ­χουν κα­τα­πια­στεί με την α­να­μό­ρ­φω­σή του, ώ­στε να συ­μ­φω­νεί με το θεω­ρού­με­νο σή­με­ρα ως ο­ρ­θό.
Το πώς βλέ­πουν το τώ­ρα μέ­νει προ­σώ­ρας ζη­τού­με­νο. Σύ­μ­φω­να με δη­λώ­σεις τους στον Τύ­πο, συ­μπά­σχουν με τους πει­να­λέ­ους, τους ο­ποίους συ­να­ντούν κα­τά τις βρα­δι­νές ε­ξό­δους τους χω­μέ­νους στους κά­δους α­πο­ρ­ρι­μ­μά­των. Ωστό­σο, το­νί­ζουν ό­τι, γε­νι­κό­τε­ρα, α­ντι­λα­μ­βά­νο­νται την κρί­ση ως ευ­και­ρία κα­λ­λι­τε­χνι­κής δη­μιου­ρ­γίας. Όσο για τις ε­κ­δη­λώ­σεις του πλή­θους, αυ­τές φαί­νε­ται να τις πα­ρα­κο­λου­θούν σαν θέ­α­μα, ό­πως, ά­λ­λω­στε, και έ­να κο­μ­μά­τι, ό­χι ευ­κα­τα­φρό­νη­της έ­κτα­σης, των πο­λι­τών. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό, α­κρι­βώς, το τε­λευ­ταίο ση­μείο, θί­γει το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θα­νά­ση Χει­μω­νά.
Ιστο­ρία έ­ρω­τος
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση σε σχέ­ση με τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που έ­χουν φό­ντο την κρί­ση, σε αυ­τό του Χει­μω­νά, το κυ­ρίως θέ­μα, α­ντί για τον Εμφύ­λιο, τους οι­κο­νο­μι­κούς με­τα­νά­στες και τα πα­ρε­πό­με­νά τους, εί­ναι μια ι­στο­ρία τρε­λού έ­ρω­τα και με τις δυο ση­μα­σίες της λέ­ξης τρε­λός, τό­σο αυ­τή της πα­ρα­φο­ράς ό­σο και της α­πε­ρι­σκε­ψίας. Ένας έ­ρω­τας μο­νό­πλευ­ρος και τε­λι­κά, α­νε­κ­πλή­ρω­τος, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι έ­ρω­τες, γε­νι­κώς και ό­χι μό­νο στη λο­γο­τε­χνία, κα­τα­πώς το ει­δι­κεύει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στις συ­νε­ντεύ­ξεις του. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Χει­μω­νά, που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­πε­ντα­ε­τία συ­γ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­μι­γής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και πι­στός στη θε­μα­τι­κή του πε­ριο­χή. Με τη δη­μο­σίευ­ση μιας ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας σε ε­φη­με­ρί­δα έ­κα­νε το ντε­μπού­το του και με το πλέ­ξι­μο ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών συ­νε­χί­ζει. Το ε­ν­δια­φέ­ρον στοι­χείο των ι­στο­ριών του εί­ναι οι ε­κά­στο­τε ε­ρω­τευ­μέ­νοι, α­φού οι ε­μπλε­κό­με­νοι σε αυ­τήν εί­ναι ε­κεί­νοι που ρυ­θ­μί­ζουν τις δια­κυ­μά­ν­σεις της, τις κα­τα­στά­σεις τα­ρα­χής και πα­θών α­πό τις ο­ποίες πε­ρ­νά­ει, κα­θώς και τον χα­ρα­κτή­ρα της κα­τά­λη­ξής της.
Οι ή­ρωες του Χει­μω­νά κα­λύ­πτουν ό­λη τη γκά­μα αυ­τού που συ­νή­θως α­πο­κα­λού­με ά­ν­θρω­πο α­στα­θούς, κά­πο­τε και τα­ρα­γ­μέ­νου, ψυ­χι­σμού. Εί­ναι α­να­σφα­λείς, συ­μπλε­γ­μα­τι­κοί, κα­τα­θλι­πτι­κοί, πά­σχουν α­πό φο­βίες, έ­χουν κρί­σεις πα­νι­κού. Γι’ αυ­τούς ο έ­ρω­τας έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης. Σε α­ντί­θε­ση με ό,τι α­πο­κα­λού­με υ­γιή έ­ρω­τα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως κά­τι τέ­τοιο υ­πά­ρ­χει, οι ε­κ­φά­ν­σεις του δι­κού τους έ­ρω­τα βρί­σκο­νται σε ά­με­ση συ­νά­ρ­τη­ση με τον πε­ρί­γυ­ρο, τον στε­νό α­λ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πει­σέ­ρ­χε­ται και παί­ζει υ­πο­γείως κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο η ση­με­ρι­νή κρί­ση. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα δεν α­πο­τε­λεί μό­νο το σκη­νι­κό κά­ποιων συ­μ­βά­ντων και θέ­μα των πα­ρε­πό­με­νων πε­ρι­στα­σια­κών στι­χο­μυ­θιών, α­λ­λά φαί­νε­ται να λει­του­ρ­γεί σαν α­πο­ρ­ρυ­θ­μι­στι­κός πα­ρά­γων. Εδώ, δεν πρό­κει­ται για την οι­κο­νο­μι­κή ή την πο­λι­τι­κή κρί­ση. Αυ­τές οι πλευ­ρές της ου­δό­λως α­φο­ρούν τους πρω­τα­γω­νι­στές της ι­στο­ρίας. Ανα­φέ­ρο­νται μό­νο σε ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές και ε­κεί, α­πό τρί­τα πρό­σω­πα, α­κρι­βώς, για να φα­νεί πό­σο τους α­φή­νουν α­διά­φο­ρους.
Εκεί­νο που τους α­πο­διο­ρ­γα­νώ­νει, ω­θώ­ντας τους σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις, εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα της έ­ντα­σης, που ε­πι­κρα­τού­σε το 2011, στο ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται η υ­πό­θε­ση. Τό­τε που υ­πή­ρ­χαν α­κό­μη Αγα­να­κτι­σμέ­νοι, οι ο­ποίοι ε­ξέ­φρα­ζαν την ο­ρ­γή τους δη­μο­σίως, δια­δη­λώ­νο­ντας. Πο­λ­λοί εί­ναι αυ­τοί που δη­λώ­νουν ό­τι δεν τους ε­ν­δια­φέ­ρει η πο­λι­τι­κή. Κυ­ρίως, γυ­ναί­κες, ό­πως η Κα­τε­ρί­να του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εκεί­να τα γε­γο­νό­τα, ό­μως, στο κέ­ντρο της Αθή­νας, πα­ρέ­συ­ραν στη δί­νη τους α­ρ­κε­τούς και α­πό αυ­τούς. Όπως, ά­λ­λω­στε, και τα πα­λαιό­τε­ρα του 2008, α­λ­λά και οι ε­πε­τεια­κές πο­ρείες του Πο­λυ­τε­χνείου. Σε ό­λες αυ­τές τις ε­κ­δη­λώ­σεις υ­πά­ρ­χει το στοι­χείο του θεά­μα­τος, που α­πο­δει­κνύε­ται α­κα­τα­μά­χη­το. Κυ­ρίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, χά­ρις στα ΜΜΕ, που τις πα­ρου­σιά­ζουν σαν να δια­φη­μί­ζουν ται­νία σα­σπέ­νς, η ο­ποία ε­ν­δέ­χε­ται να ε­ξε­λι­χ­θεί σε θρί­λε­ρ, με διά­ση­μους πλέ­ον πρω­τα­γω­νι­στές τους γνω­στούς-ά­γνω­στους. Οπό­τε και ο α­διά­φο­ρος, που δεν χά­νει ού­τε έ­να ε­πει­σό­διο α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό «LOST», α­φή­νει την πο­λυ­θρό­να του και πε­τά­γε­ται να δει, εκ του σύ­νε­γ­γυς, το ε­λ­λη­νι­κό σί­ριαλ στην Πλα­τεία Συ­ντά­γ­μα­τος. Αν, μά­λι­στα, κα­τοι­κεί στο Κο­λω­νά­κι, ό­πως οι δυο φί­λες και συ­γκά­τοι­κοι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η Κα­τε­ρί­να και η Κλέ­λια, πά­ει με τα πό­δια. Κι αυ­τές για το χα­βα­λέ πά­νε και ό­χι για­τί τις πεί­θει το λο­γί­δριο ε­νός πρώην ε­ρα­στή της Κα­τε­ρί­νας, που ε­μ­φα­νί­ζε­ται αι­φ­νι­δίως, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας με πά­θος ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να μεί­νει α­μέ­το­χος. Ως “λυ­ρι­κό ξέ­σπα­σμα” ε­κλα­μ­βά­νουν τη δρα­μα­τι­κή του ε­πί­κλη­ση: “Το χρω­στά­με στα παι­διά μας, ρε γα­μώ­το!”
Απ’ την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας
Η Κα­τε­ρί­να πλη­σιά­ζει τα τριά­ντα. Δού­λευε ως δα­σκά­λα γα­λ­λι­κών, α­λ­λά, στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, εί­ναι ά­νε­ρ­γη, χω­ρίς αυ­τό να την στε­νο­χω­ρεί. Γε­νι­κώς, “προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το τι θα κά­νει στη ζωή της”. Συ­γ­γε­νείς πρώ­του βα­θ­μού δεν έ­χει ε­κτός α­πό τη μη­τέ­ρα της που δια­τη­ρεί μα­γα­ζί στην Ελα­σ­σό­να και δεν της “πο­λυ­μι­λά”. Ένας, μά­λ­λον ο τε­λευ­ταίος, δε­σμός της έ­χει δια­λυ­θεί πριν τρία χρό­νια. Η α­φή­γη­ση α­φή­νει να ε­ν­νο­η­θεί κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Στις πα­ραι­νέ­σεις της φί­λης της να μην δε­σμευ­τεί με κά­ποιον, που δεν τον έ­χει δο­κι­μά­σει στο κρε­βά­τι, α­πα­ντά ό­τι “σεξ έ­χει κά­νει α­ρ­κε­τό στη ζωή της”. Αυ­τό που νιώ­θει για τον Παύ­λο, τον ά­ντρα που ή­ρ­θε ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τος και έ­γι­νε το κέ­ντρο του κό­σμου, “εί­ναι σε έ­να α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η φί­λη της Κλέ­λια πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν μια προ­σ­γειω­μέ­νη κο­πέ­λα. Ο ρό­λος της στο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι βο­η­θη­τι­κός, προς α­νά­δει­ξη της ευαί­σθη­της ψυ­χο­σύ­ν­θε­σης της συ­γκα­τοί­κου της, που εί­ναι το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο. Εδώ, πρό­κει­ται για μια κλα­σι­κή πε­ρί­πτω­ση του έ­ρω­τα ως ε­μ­μο­νή. Όσο ο ά­λ­λος α­δια­φο­ρεί, τό­σο η ε­ρω­τευ­μέ­νη ε­πι­μέ­νει. Ού­τε η α­πό­ρ­ρι­ψη την κά­μπτει. Ο Παύ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μοιά­ζει με κι­νού­με­νη ά­μ­μο, δεν α­πο­κα­λύ­πτει κα­νέ­να στοι­χείο ταυ­τό­τη­τας, συ­νε­χώς ε­ξα­φα­νί­ζε­ται, πα­ρου­σιά­ζει α­πό­το­μες α­λ­λα­γές διά­θε­σης. Ακρι­βώς, ό­λα ε­κεί­να, που με­γα­λώ­νουν την ε­πι­θυ­μία μιας ε­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Από την πλευ­ρά της, συ­μ­βά­λ­λει η πα­ντε­λής έ­λ­λει­ψη ε­ν­δια­φε­ρό­ντων, α­πα­σχό­λη­σης, φί­λων, που κά­νει τη σκέ­ψη της να στρέ­φε­ται συ­νε­χώς γύ­ρω α­πό ε­κεί­νον. Κα­τά τον πα­π­πού Φρόυ­ντ, πρό­κει­ται για μα­ζο­χι­στι­κό πει­θα­να­γκα­σμό, που δη­μιου­ρ­γεί στους ά­λ­λους την ε­ντύ­πω­ση της πα­ρά­νοιας.
Ο Χει­μω­νάς πε­ρι­γρά­φει αυ­τήν τη σχέ­ση α­πό την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας, δη­μιου­ρ­γώ­ντας α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου γύ­ρω α­πό τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του Παύ­λου. Η λύ­ση, που δί­νει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, εί­ναι ι­κα­νο­ποιη­τι­κή για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα που δεν φι­λο­δο­ξεί πλο­κή α­στυ­νο­μι­κού τύ­που. Το βα­σι­κό εί­ναι η α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο Παύ­λος “κα­τά­γε­ται α­πό έ­να α­πό τα πιο α­ρι­στο­κρα­τι­κά σό­για της Αθή­νας”, με ε­πι­χει­ρή­σεις στο Λο­ν­δί­νο. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο, που α­νή­κει σε ε­κεί­νο το μι­κρό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, που δεν το α­γ­γί­ζει η κρί­ση. Ίσως, μό­νο, να το βυ­θί­ζει βα­θύ­τε­ρα στις “σκο­τει­νές” δο­σο­λη­ψίες του. Η μυ­θο­πλα­σία φρο­ντί­ζει να δι­καιο­λο­γή­σει την αμ­φί­θυ­μη διά­θε­σή του με το σοκ ε­νός θα­να­τη­φό­ρου τραυ­μα­τι­σμού.
Τα πρό­σω­πα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πο­βαί­νουν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά, α­κρι­βώς για­τί εί­ναι ε­γκλω­βι­σμέ­να στον μι­κρό­κο­σμό τους. Την Κα­τε­ρί­να δεν την ε­ν­δια­φέ­ρουν οι πο­ρείες, οι φα­σα­ρίες, τα ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, ού­τε ο πι­θα­νός νε­κρός δια­δη­λω­τής. Μό­νο ο Παύ­λος. Πριν χά­σει τε­λείως τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό έ­λε­γ­χο, α­πο­πει­ρά­ται να δια­φύ­γει. Ακο­λου­θεί τον πρώην της για μό­νι­μη ε­γκα­τά­στα­ση στο Πα­ρί­σι. Αλλά η α­νία και η έ­λ­λει­ψη κά­ποιου αι­σθη­μα­τι­κού α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού την φέ­ρ­νουν πί­σω. Το ε­ρώ­τη­μα που θέ­τει πλα­γίως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χει­μω­νά εί­ναι μή­πως χα­ρα­κτή­ρες, ό­πως αυ­τοί που σκια­γρα­φεί, α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο κο­μ­μά­τι της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας και της ε­πο­χής μας, το ί­διο ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι με τους πα­λαιό­τε­ρους ή­ρωές του.
Επι­ση­μά­ν­θη­κε ως α­δυ­να­μία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το ό,τι πα­ρου­σιά­ζει την Ελλά­δα της κρί­σης να μην α­γ­γί­ζει κα­νέ­ναν α­πό τους πρω­τα­γω­νι­στές. Μή­πως, ό­μως, αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι το σύ­μπτω­μα μιας με­ρί­δας του συ­λ­λο­γι­κού σώ­μα­τος; Στα γε­γο­νό­τα, ό­ταν γί­νε­ται “σκο­τω­μός, μπά­τσοι, κου­κου­λο­φό­ροι, δα­κρυ­γό­να”, οι πρω­τα­γω­νι­στές δεν τρέ­χουν α­λ­λό­φρο­νες, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν. Σύ­μ­φω­να με το μυ­θι­στό­ρη­μα, πά­νε για να χα­ζέ­ψουν και με­τά την “κά­νου­ν”. Ο κα­θέ­νας προς τα ό­που μπο­ρεί. Άλλος για το Πα­ρί­σι, ά­λ­λος για το γε­νέ­θλιο τό­πο κι ά­λ­λος, το συ­νη­θέ­στε­ρο, στην α­να­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να της τη­λεό­ρα­σης.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/7/2013.