Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Nous excitons le public

Ανή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γρά­φα­με για το Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Λί­γες μό­λις η­μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί α­πό τον υ­πουρ­γό Πο­λι­τι­σμού το 2011 Έτος Ελύ­τη. Ού­τε ο υ­πουρ­γός ού­τε το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου φαί­νο­νταν να έ­χουν θυ­μη­θεί τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αλλά και ο Τύ­πος, αυ­τή η πα­ντο­δύ­να­μη ε­ξου­σία, κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νη τέ­ταρ­τη, σιω­πού­σε. Όλα αυ­τά μας εί­χαν ω­θή­σει στο να θυ­μί­σου­με πώς εί­χε α­ντι­με­τω­πι­στεί η α­ντί­στοι­χη ε­πε­τεια­κή σύ­μπτω­ση το 2001. Και ε­κεί­νο το έ­τος εί­χε α­φιε­ρω­θεί σε νο­μπε­λί­στα. Ήταν το Έτος Σε­φέ­ρη. Ωστό­σο η Πο­λι­τεία εί­χε “ε­λεή­σει” και τις λοι­πές ε­πε­τείους. Με βά­ση αυ­τό το κα­λό προ­η­γού­με­νο, ευ­χό­μα­σταν να ε­πα­να­λη­φθεί η χει­ρο­νο­μία και έ­τσι να τι­μη­θούν οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες Πα­πα­δια­μά­ντη, Τσίρ­κα και Γκά­τσου, έ­στω και ως “φτω­χοί συγ­γε­νείς”.
Τε­λι­κά, η ευ­χή μας, πα­ρά πά­σαν προσ­δο­κίαν, εί­χε, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, έ­ναν ε­ντυ­πω­σια­κό α­ντί­κτυ­πο. Μια ε­βδο­μά­δα αρ­γό­τε­ρα, ξε­κί­νη­σε σει­ρά πο­λυ­σέ­λι­δων δη­μο­σιευ­μά­των σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δες α­φιε­ρω­μέ­νων στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε να φι­γου­ρά­ρει και σε πρω­το­σέ­λι­δα. Μέ­χρι έ­νας εκ­δό­της, α­πό τους χρο­νο­τρι­βού­ντες πα­πα­δια­μα­ντι­κά βι­βλία, έ­σπευ­σε να δώ­σει προ­δη­μο­σίευ­ση, υ­πο­σχό­με­νος το βι­βλίο ε­ντός του ε­ορ­τα­στι­κού έ­τους. Ανα­πό­τρε­πτα, αυ­τή η ζέ­ση της δη­μο­σιο­γρα­φίας συ­νέ­φυ­ρε α­να­κρί­βειες. Με­τα­ξύ άλ­λων, «Η Με­τα­νά­στις», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, βρέ­θη­κε να εί­ναι πρω­το­δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Σω­τή­ρας», ού­τε καν «Σω­τή­ρα», που υ­πήρ­χε ε­κεί­να τα χρό­νια και ο Πα­πα­δια­μά­ντης εί­χε δη­μο­σιεύ­σει “θρη­σκευ­τι­κόν ποιη­μά­τιο­ν”. Ή α­κό­μη, ο Μιλ­τιά­δης Μα­λα­κά­σης βρέ­θη­κε να ο­μι­λεί στην “Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δα” του Πα­πα­δια­νά­ντη. Λα­θά­κια, που, προ­φα­νώς, ο­φεί­λο­νται στην δια­δι­κτυα­κή ε­νη­μέ­ρω­ση των συ­ντα­κτών. Εκεί­νο, ό­μως, που με­τρά­ει, εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα. Και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, το α­πο­τέ­λε­σμα υ­πήρ­ξε πα­νη­γυ­ρι­κό. Το 2011, εν τη πρά­ξει, εί­χε α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Όταν, μά­λι­στα, ως δυ­σά­ρε­στη για ε­μάς έκ­πλη­ξη, ήρ­θε η α­πό­λυ­τη σιω­πή για την ε­πέ­τειο του Ελύ­τη(1), πέ­ραν των α­να­φο­ρών της στους κα­τα­λό­γους μελ­λο­ντι­κών εκ­δη­λώ­σεων. Και σε ε­κεί­να, ό­μως, τα δη­μο­σιεύ­μα­τα δεν του δό­θη­κε το προ­βά­δι­σμα ού­τε καν στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση.

Megaron Plus

Βε­βαίως η ευ­χή μας, πα­ρά τον πολ­λα­πλα­σια­στι­κό α­ντί­κτυ­πο, που ευ­τύ­χη­σε να έ­χει, δεν έ­φτα­σε μέ­χρι τα ώ­τα των ι­θυ­νό­ντων. Αν και τε­λι­κά, ποιοι εί­ναι, την σή­με­ρον, οι ι­θύ­νο­ντες; Μάλ­λον εί­ναι βα­θιά νυ­χτω­μέ­νοι, ό­σοι, ό­πως ε­μείς, μέ­νουν στα δε­δο­μέ­να του 2001 και στρέ­φουν τους ο­φθαλ­μούς προς τους κρα­τι­κούς φο­ρείς. Εντός μιας δε­κα­ε­τίας, στον ά­νε­μο της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης και υ­πό την ε­πή­ρεια της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, δι­καιο­δο­σίες πα­ρα­με­ρί­στη­καν και ε­ξου­σίες α­να­τρά­πη­καν. Εν προ­κει­μέ­νω, η ευ­χή μας ει­σα­κού­στη­κε α­πό έ­να πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο, που πο­τέ δεν εί­χα­με δια­νο­η­θεί, ό­τι θα μπο­ρού­σε να εν­δια­φερ­θεί για τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Ποιό; Το Megaron Plus! Μην βια­στεί­τε να το α­πα­ξιώ­σε­τε, κρί­νο­ντάς το α­πό την μειω­τι­κή ο­νο­μα­σία του. Αυ­τή έ­χει μό­νο ι­στο­ρι­κή α­ξία. Πράγ­μα­τι, πριν έ­ξι χρό­νια, Ια­νουά­ριο 2005, το Megaron Plus ξε­κί­νη­σε ως έ­να πρό­γραμ­μα εκ­δη­λώ­σεων, πρό­σθε­το στον κυ­ρίως κορ­μό των εκ­δη­λώ­σεων του Με­γά­ρου Μου­σι­κής. Οι προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­μως, διε­θνούς βε­λη­νε­κούς, που φι­λο­ξέ­νη­σε στο α­να­με­τα­ξύ, του προ­σέ­φε­ραν τό­σο κύ­ρος, ώ­στε, σή­με­ρα, να διεκ­δι­κεί το status του “διε­θνούς φό­ρουμ ι­δεώ­ν”.
Αυ­τός ο διε­θνής χα­ρα­κτή­ρας του Megaron Plus φαί­νε­ται πως δεν ε­κτι­μή­θη­κε α­νά­λο­γα α­πό την Πο­λι­τεία, κρί­νο­ντας α­πό την μείω­ση της χο­ρη­γού­με­νης οι­κο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης. Αυ­τό θα πρέ­πει να συ­νέ­τει­νε, ως έ­να του­λά­χι­στον βαθ­μό, στη συ­νει­δη­το­ποίη­ση α­πό την πλευ­ρά των ι­θυ­νό­ντων, ό­τι δεν εί­χε δο­θεί έμ­φα­ση στην ε­σω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της χώ­ρας, καλ­λι­τε­χνι­κή, ε­πι­στη­μο­νι­κή έως και λο­γο­τε­χνι­κή. Του­λά­χι­στον ό­χι η α­ντί­στοι­χη, με ε­κεί­νη που εί­χε δο­θεί στα διε­θνή πράγ­μα­τα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, μέ­χρι και πέ­ρυ­σι, οι εκ­δη­λώ­σεις, οι σχε­τι­κές με την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, πε­ριο­ρί­ζο­νταν σε “κύ­κλους” δια­λέ­ξεων, που εί­χαν ξε­κι­νή­σει α­πό τον “κύ­κλο ποίη­σης”. Οπό­τε ε­φέ­τος, ε­πι­χει­ρεί­ται έ­να θε­α­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα. Κα­λύ­πτο­ντας, τρό­πον τι­νά, την κα­χε­ξία, που εμ­φα­νί­ζει το Ε.ΚΕ.ΒΙ, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­κεί­νο μέ­νει κρα­τι­κο­δίαι­το, χω­ρίς χο­ρη­γίες και λοι­πά έ­σο­δα, το Megaron Plus α­να­κοί­νω­σε ό­τι α­να­λαμ­βά­νει υ­πό τη σκέ­πη του τρεις α­πό τις κο­ρυ­φαίες λο­γο­τε­χνι­κές ε­πε­τείους. Στις ε­ξαγ­γε­λίες, η πρω­το­κα­θε­δρία δό­θη­κε στον Πα­πα­δια­μά­ντη και α­κο­λού­θη­σε η α­να­φο­ρά των Ελύ­τη και Τσίρ­κα. Για τον Γκά­τσο δεν έ­γι­νε λό­γος. Το Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής διορ­γά­νω­σε ή­δη συ­ναυ­λίες προς τι­μή του. Έτσι κι αλ­λιώς, ή­ταν α­να­με­νό­με­νο ο Γκά­τσος να τι­μη­θεί, πρω­τί­στως, ως στι­χουρ­γός. Ο ποιη­τής α­πο­μέ­νει για ε­κλε­κτές ο­μη­γύ­ρεις.
Αλλά, και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, α­πό πού και ως πού; Νο­μπε­λί­στας γαρ ο Ελύ­της, βρί­σκε­ται στο φυ­σι­κό του χώ­ρο. Άντε και ο Τσίρ­κας, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στον κο­σμο­πο­λί­τη συγ­γρα­φέα. Στην α­πο­ρία για την πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη α­πα­ντούν οι ι­θύ­νο­ντες του Megaron Plus. Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται, α­πλώς, στους κο­ρυ­φαίους Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φους, αλ­λά “με το έρ­γο του μας φέρ­νει α­ντι­μέ­τω­πους με το ε­ρώ­τη­μα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας και πα­ρά­δο­σης”. Κα­τά τα άλ­λα, οι υ­πεύ­θυ­νοι του προ­γράμ­μα­τος εκ­δη­λώ­σεων, ευαί­σθη­τοι στις λε­πτές ι­σορ­ρο­πίες, που ε­πι­κρα­τούν στα λο­γο­τε­χνι­κά πράγ­μα­τα, α­να­φέ­ρουν ό­τι τα α­φιε­ρώ­μα­τα θα γί­νουν σε συ­νερ­γα­σία με τους δια­χει­ρι­ζό­με­νους την πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά των τι­μώ­με­νων. Για­τί αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, κλη­ρο­νό­μοι Αρχείων και σύλ­λο­γοι, μη α­να­μέ­νο­ντες αυ­τήν την εξ ου­ρα­νού βοή­θεια, άλ­λα σχε­δία­ζαν και μάλ­λον άλ­λα πο­λι­τι­στι­κά κέ­ντρα προ­σέγ­γι­ζαν.

Τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία

Με βά­ση αυ­τά, α­να­με­νό­με­νη ή­ταν η ε­ξαγ­γελ­θεί­σα, α­πό την πλευ­ρά του Megaron Plus, συ­νερ­γα­σία με την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών. Εκεί­νο, που δεν ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, ή­ταν μια τρια­δι­κή συ­νερ­γα­σία, με τρί­το πό­λο, την Αρχιε­πι­σκο­πή Αθη­νών. Κά­τι σαν ι­στο­ρι­κός συμ­βι­βα­σμός δυ­τι­κο­φρό­νων και ο­πα­δών της α­να­το­λι­κής πα­ρά­δο­σης, με την Εται­ρεία, μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νη πα­ρά στο ρό­λο του διαι­τη­τή. Πι­στεύου­με πως μια πα­ρό­μοια συ­νερ­γα­σία, μό­νο έ­νας δια­νοού­με­νος, που έ­χει πε­ρά­σει στην αρ­μο­νι­κή σύν­θε­ση των α­ντι­θέ­των, μπο­ρεί να συλ­λά­βει. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ει­κά­ζου­με ό­τι ο ε­νορ­χη­στρω­τής δεν μπο­ρεί να εί­ναι άλ­λος α­πό τον Σταύ­ρο Ζου­μπου­λά­κη, που δρα­στη­ριο­ποιεί­ται με τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ι­διό­τη­τες: Μέ­λος της Εται­ρείας Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών και της Επι­στη­μο­νι­κής Επι­τρο­πής για τη διορ­γά­νω­ση του Συ­νε­δρίου, έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς διευ­θύ­νο­ντες στις λο­γο­τε­χνι­κές εκ­δη­λώ­σεις του Μegaron Plus και πρό­ε­δρος του θε­ο­λο­γι­κού ι­δρύ­μα­τος Βι­βλι­κών Με­λε­τών «Άρτος Ζωής».
Όσο α­φο­ρά την Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών, με­τά τις ε­ξαγ­γε­λίες του Megaron Plus, θα α­να­με­νό­ταν α­πό μέ­ρους της κά­ποια α­πά­ντη­ση, εί­τε α­πο­δο­χής εί­τε α­πόρ­ρι­ψης. Και στην πε­ρί­πτω­ση, που θα ε­πι­κρο­τού­σε την πρό­τα­ση συ­νερ­γα­σίας, θα α­να­με­νό­ταν μια ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση για τις αλ­λα­γές στους σχε­δια­σμούς της. Κο­ντεύει, ό­μως, να συ­μπλη­ρω­θεί μή­νας α­πό τη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Megaron Plus και η Εται­ρεία σιω­πά, ε­νώ, στον Τύ­πο, διαρ­ρέ­ουν σκόρ­πιες πλη­ρο­φο­ρίες για τις προ­θέ­σεις της. Έτσι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι λει­τουρ­γεί η Εται­ρεία, ε­πι­βε­βαιώ­νο­ντας τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της “κλει­στής λέ­σχης μυη­μέ­νω­ν”, που της εί­χα­με α­πο­δώ­σει. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις 5 Ια­νουα­ρίου 2011, σε α­πά­ντη­ση του δι­κού μας δη­μο­σιεύ­μα­τος, μας έ­στει­λε την “ε­γκύ­κλιο ε­πι­στο­λή” για το «Γ΄ Διε­θνές Συ­νέ­δριο για τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη», με η­με­ρο­μη­νία 20 Σε­πτεμ­βρίου 2010, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ως προ­θε­σμία για την δή­λω­ση συμ­με­το­χής στο Συ­νέ­δριο η 30η Νο­εμ­βρίου 2010. Επι­προ­σθέ­τως, η δια­τύ­πω­ση της ε­πι­στο­λής δεί­χνει ό­τι δεν α­πευ­θύ­νε­ται στον Τύ­πο αλ­λά σε υ­πεύ­θυ­νους πα­νε­πι­στη­μια­κών τμη­μά­των. Βε­βαίως, ό­λα αυ­τά μπο­ρεί να μην α­πο­τε­λούν έν­δει­ξη μυ­στι­κο­πά­θειας, αλ­λά, α­πλώς, να εκ­φρά­ζουν την ε­πι­θυ­μία των διορ­γα­νω­τών οι συμ­με­το­χές στο Συ­νέ­δριο να πε­ριο­ρι­σθούν σε πα­νε­πι­στη­μια­κούς και κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε μέ­λη της Εται­ρείας, συγ­γε­νείς και φί­λους.

Τα του συ­νε­δρίου

Επα­νερ­χό­με­νοι στα της διορ­γά­νω­σης του Συ­νε­δρίου, πα­ρα­τη­ρού­με την α­σά­φεια αλ­λά και τις α­ντι­φά­σεις της ε­πι­στο­λής ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής του. Ει­σα­γω­γι­κά α­να­φέ­ρε­ται “πι­θα­νό­τα­τα στη Σκιά­θο” και κα­τα­λη­κτι­κά, υ­πάρ­χει η δια­βε­βαίω­ση ό­τι “ο Δή­μος Σκιά­θου προ­τί­θε­ται να α­να­λά­βει τα έ­ξο­δα φι­λο­ξε­νίας”. Αυ­τή η α­ντι­γνω­μία δεν εί­ναι πα­ρά η κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Όπου, εν προ­κει­μέ­νω, το πα­γό­βου­νο εί­ναι η δια­φο­ρά α­πό­ψεων ως προς τον τό­πο διε­ξα­γω­γής, που χρο­νο­λο­γεί­ται ε­δώ και του­λά­χι­στον μια ει­κο­σα­ε­τία, α­πό το πρώ­το Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο τό­πος, μέ­σα α­πό το σκε­πτι­κό ό­τι προσ­διο­ρί­ζει και το με­γα­λύ­τε­ρο ή μι­κρό­τε­ρο ά­νοιγ­μα του Συ­νε­δρίου προς το κοι­νό, φαί­νε­ται ό­τι α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία. Η λύ­ση, που πα­λαιό­τε­ρα εί­χε προ­τα­θεί, να μοι­ρα­στεί το Συ­νέ­δριο α­νά­με­σα σε Αθή­να και Σκιά­θο, α­φού και στα δυο μέ­ρη υ­πάρ­χουν χώ­ροι φι­λο­ξε­νίας, δεν εί­χε τό­τε ού­τε καν συ­ζη­τη­θεί. Πι­θα­νώς, για­τί στα κα­θ’ η­μάς οι ε­σω­τε­ρι­κές έ­ρι­δες εί­θι­σται να λύ­νο­νται με ε­ξω­τε­ρι­κή διαι­τη­σία. Αυ­τόν, α­κρι­βώς, το ρό­λο φαί­νε­ται ό­τι έρ­χε­ται να παί­ξει το Megaron Plus, ει­ση­γού­με­νο, ου­σια­στι­κά, μια σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, την ο­ποία, ως έ­να βαθ­μό, διευ­κο­λύ­νει το θέ­μα του Συ­νε­δρίου.
Σε α­ντί­θε­ση με τα δυο προ­η­γού­με­να Συ­νέ­δρια, το φε­τι­νό έ­χει ο­ρι­σμέ­νο θέ­μα, «Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων και με­τα­φρα­ζό­με­νος», το ο­ποίο πα­ρα­με­ρί­ζει τον διη­γη­μα­το­γρά­φο Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τά την ε­πι­στο­λή, “αν υ­πάρ­ξει χρό­νος, θα δια­τε­θεί σε ε­λεύ­θε­ρες α­να­κοι­νώ­σεις”. Λύ­ση, που δεί­χνει μάλ­λον προ­κρού­στεια και δυ­σκό­λως ε­φαρ­μό­σι­μη, α­φού αρ­κε­τοί εί­ναι πά­ντο­τε ε­κεί­νοι, που θέ­λουν να α­να­φερ­θούν στον κα­θ’ ε­αυ­τό Πα­πα­δια­μά­ντη. Αν, μά­λι­στα, υ­πο­θέ­σου­με ό­τι το Συ­νέ­δριο δεχ­θεί ε­ξω­πα­νε­πι­στη­μια­κές συμ­με­το­χές, συγ­γρα­φέων και λοι­πών πα­πα­δια­μα­ντο­λο­γού­ντων, τό­τε οι εν λό­γω συμ­με­το­χές θα εί­ναι α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες. Οπό­τε ο δια­χω­ρι­σμός του Συ­νε­δρίου σε δυο σκέ­λη έρ­χε­ται σχε­δόν σαν αυ­το­νό­η­τος. Αρκεί αυ­τός, που θα τον προ­τεί­νει, να πε­ρι­βάλ­λε­ται με τον μαν­δύα μιας α­νώ­τε­ρης ε­ξου­σίας και α­κτι­νο­βο­λίας, ώ­στε να υ­περ­κε­ρα­στούν οι ε­σω­τε­ρι­κές, προ­σω­πι­κής υ­φής, α­ψι­μα­χίες.
Κα­τά τη σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση, το “φι­λέ­το” του Συ­νε­δρίου, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με την αρ­γκό των ερ­γο­λά­βων, δη­λα­δή το κυ­ρίως θέ­μα του Συ­νε­δρίου, μπο­ρεί να δο­θεί στο Megaron Plus. Δε­δο­μέ­νου ό­τι οι νε­ο­ελ­λη­νι­στές της αλ­λο­δα­πής, κα­θώς και οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί της η­με­δα­πής, το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τό θα ε­πι­κε­ντρω­θούν. Έτσι, ο α­θη­ναϊκός πό­λος του Συ­νε­δρίου θα ε­ξα­σφα­λί­σει το ε­πι­διω­κό­με­νο διε­θνές προ­φίλ. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, εί­ναι, ό­τι αυ­τή η, α­πό μια ά­πο­ψη, με­ρο­λη­πτι­κή μοι­ρα­σιά δεν θα δυ­σα­ρε­στή­σει το έ­τε­ρο σκέ­λος. Σε α­ντί­θε­ση με τον μύ­θο του Σο­λο­μώ­ντα, που θέ­λει την πραγ­μα­τι­κή μη­τέ­ρα του βρέ­φους να ο­δύ­ρε­ται στην προο­πτι­κή του τε­μα­χι­σμού του, ό­σοι ε­πι­λέ­ξουν να α­σχο­λη­θούν με τον δη­μιουρ­γό Πα­πα­δια­μά­ντη, μάλ­λον θα χα­ρούν να το πρά­ξουν στον γε­νέ­θλιο τό­πο του.
Μια πα­ρό­μοια διευ­θέ­τη­ση θα μπο­ρού­σε να κλεί­σει με τη λαϊκή ρή­ση, ι­δού “και η πί­τα ο­λό­κλη­ρη και ο σκύ­λος χορ­τά­τος”. Εί­θι­σται, ό­μως, ο σχε­δια­σμός των ε­πε­τείων να λαμ­βά­νει υ­π’ ό­ψιν, πρω­ταρ­χι­κά και ως έ­να βαθ­μό, τον τι­μώ­με­νο. Αυ­τή η αρ­χή φαί­νε­ται να πα­ρα­με­ρί­στη­κε τό­σο α­πό την ε­μπλε­κό­με­νη λο­γο­τε­χνι­κή κοι­νό­τη­τα ό­σο και α­πό τον Τύ­πο. Κα­τ’ αρ­χήν, το θέ­μα του Συ­νε­δρίου ε­πι­λέχ­θη­κε με κρι­τή­ριο το πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο εν­δια­φέ­ρον για τη με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα ε­νός συγ­γρα­φέα. Έχου­με κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη σχο­λιά­σει τις πα­ρα­χω­ρή­σεις των μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων για να ε­πι­τευχ­θεί η με­τα­φρα­σι­μό­τη­τα των βι­βλίων τους, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, σε βά­ρος της ό­ποιας λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας. Στην πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­δια­μά­ντη, η α­πό­φα­ση δεί­χνει βε­βια­σμέ­νη. Δεν υ­πάρ­χει ε­κεί­νο το σώ­μα ε­ρευ­νών και με­λε­τών, το ι­κα­νό και α­να­γκαίο, που θα δι­καιο­λο­γού­σε έ­να τό­σο ει­δι­κού θέ­μα­τος Συ­νέ­δριο. Με τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη α­σχο­λού­νται το πο­λύ δυο τρεις άν­θρω­ποι και με τον με­τα­φρα­ζό­με­νο, ου­σια­στι­κά, μό­νο οι κα­τά γλώσ­σα με­τα­φρα­στές του. Ενώ, για αμ­φο­τέ­ρους, α­που­σιά­ζουν πα­ντε­λώς οι βι­βλιο­γρα­φι­κές ερ­γα­σίες. Σε αυ­τό το πλαί­σιο, τι σόϊ γό­νι­μος διά­λο­γος μπο­ρεί να α­να­πτυχ­θεί;

Ο Άλλος Πα­πα­δια­μά­ντης

Αν σε ε­πί­πε­δο λο­γο­τε­χνίας, ό­πως του­λά­χι­στον κα­τα­δει­κνύει το θέ­μα του Συ­νέ­δριου, ελ­κύει ο με­τα­φρα­στής, σε ε­πί­πε­δο βιο­γρα­φίας, δεν ελ­κύει α­πλώς, αλ­λά μα­γνη­τί­ζει μια με­ρί­δα συγ­γρα­φέων “ο άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης”. Κυ­ριο­λε­κτι­κά η­δο­νί­ζο­νται να α­να­φέ­ρουν τις “σκο­τει­νές” πλευ­ρές του. Δεν αρ­κού­νται, μά­λι­στα, στις μαρ­τυ­ρίες των συ­γκαι­ρι­νών του, αλ­λά τις ε­μπλου­τί­ζουν ε­πί το γλα­φυ­ρό­τε­ρο και δρα­μα­τι­κό­τε­ρο. Και­ρού ε­πι­τρέ­πο­ντος, θα ε­πα­νέλ­θου­με σε αυ­τόν “τον άλ­λο Πα­πα­δια­μά­ντη”, που, ό­πως ό­λα δεί­χνουν, θα εί­ναι ο κυ­ρίαρ­χος μύ­θος κα­τά το τρέ­χον έ­τος. Προ­σώ­ρας, θα α­να­φέ­ρου­με ο­ρι­σμέ­να ε­ντυ­πω­σια­κά πρω­το­σέ­λι­δα ε­φη­με­ρί­δων με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας. Ένα πρω­το­σέ­λι­δο θέ­τει ως λε­ζά­ντα της φω­το­γρα­φίας του, “Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης ο πέ­νης”. Έτε­ρο, τον συ­στή­νει με το τρί­πτυ­χο, “ά­γιος, ποιη­τής, αλ­κοο­λι­κός”, που θυ­μί­ζει μάλ­λον Ζαν Ζε­νέ. Τρί­το, προ­κρί­νει τον τίτ­λο, “Ο «Άγιος της λο­γο­τε­χνίας» συ­να­ντά το «κα­κό»”. Εδώ, η α­να­φο­ρά δεν α­ντι­στοι­χεί στον βίο του, αλ­λά στο έρ­γο του. Όχι, ό­μως, το πε­ζο­γρα­φι­κό, λ.χ., την «Φό­νισ­σα», αλ­λά το με­τα­φρα­στι­κό, και πά­λι, ό­μως, ό­χι στη με­τά­φρα­ση ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού έρ­γου, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, το «Έγκλη­μα και τι­μω­ρία», αλ­λά σε έ­να δη­μο­φι­λές α­νά­γνω­σμα, του ο­ποίου τη με­τά­φρα­ση δεν υ­πο­γρά­φει. Εί­ναι «Ο Πύρ­γος του Δρά­κου­λα» του Μπραμ Στόου­κε­ρ, που μό­νο ως ει­κα­σία φέ­ρε­ται α­πό τους φι­λο­λό­γους ως πα­πα­δια­μα­ντι­κή με­τά­φρα­ση.
Κα­τά τα άλ­λα, έ­να ευ­ρύ κοι­νό α­να­μέ­νει οι ε­πε­τεια­κοί ε­ορ­τα­σμοί να σέ­βο­νται το πνεύ­μα και το ή­θος του τι­μώ­με­νου. Εφέ­τος, ό­μως, για τον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­λέ­γο­νται χώ­ροι και τρό­ποι, που ο ί­διος α­πο­ποιεί­το. Η Ε­ΣΗΕ­Α, το ε­παγ­γελ­μα­τι­κό σω­μα­τείο, στο ο­ποίο θα α­νή­κε ο Πα­πα­δια­μά­ντης, αν αυ­τό εί­χε προ­λά­βει να ι­δρυ­θεί στα χρό­νιά του, ε­πι­λέ­γει την αί­θου­σα «Παρ­νασ­σού», εις α­νά­μνη­ση της Ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τη­ρί­δος του, που ε­ορ­τά­στη­κε σε αυ­τήν, στις 13 Μαρ­τίου 1908. Οι συ­γκαι­ρι­νοί του, διορ­γα­νω­τές και ο­μι­λη­τές, δεν γνώ­ρι­ζαν την α­πα­ρέ­σκειά του, ού­τε ό­τι ε­κεί­νος δεν θα προ­σέλ­θει. Άλλο­θι, που δεν έ­χουν οι ση­με­ρι­νοί. Η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών δεν ε­πι­λέ­γει, λ.χ., το Πα­νε­πι­στή­μιο, έ­ναν εν­δει­κνυό­με­νο χώ­ρο για τον κλα­σι­κό της νέ­ας ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, που δια­κη­ρύτ­τουν ό­τι εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Μια α­νά­λο­γη ε­πι­λο­γή θα α­γαλ­λία­ζε την ψυ­χή του και αυ­τό εί­ναι κά­τι, που οι πι­στεύο­ντες, οι ο­ποίοι και θα πρέ­πει να εί­ναι η πλειο­νό­τη­τα των με­λών της Εται­ρείας του, θα α­να­με­νό­ταν να λά­βουν υ­πό­ψη τους. Και τε­λευ­ταίο, αλ­λά ί­σως, για ε­κεί­νον το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, στη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή, που προ­γραμ­μα­τί­ζε­ται να γί­νει στο α­γα­πη­μέ­νο του εκ­κλη­σύ­δριο, τον Άγιο Ελισ­σαίο, φη­μο­λο­γεί­ται ό­τι δεν θα κλη­θεί έ­νας ιε­ρο­μό­να­χος α­πό τη μο­νή της Ευαγ­γε­λί­στριας Σκιά­θου ή έ­νας ε­ρη­μί­της μο­να­χός α­πό τα Κα­του­νά­κια του Αγίου Όρους, αλ­λά – τι τι­μή! - ο Αρχιε­πί­σκο­πος. Σαν να α­κού­με τον Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό τις νε­φέ­λες, “Nous excitons le public”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 – Ού­τε ο Ελύ­της μέ­νει πλέ­ον δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος. Το προάγ­γελ­μα του πνεύ­μα­τος της ε­πε­τείου έ­γι­νε προχ­θές, με πρω­το­σέ­λι­δο “χτύ­πη­μα” τίτ­λου, «Ο Ελύ­της ή­ταν έ­νας τε­μπέ­λης». Ει­πώ­θη­κε μεν, έ­τσι που ει­πώ­θη­κε, αλ­λά ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κά κρί­θη­κε, με­τα­ξύ ό­λων των άλ­λων, ως το πλέ­ον ου­σιώ­δες ώ­στε να α­ναχ­θεί σε τίτ­λο.

Φωτο: Φόρεσε το ημίψηλο και από τον Άγιο Ελισσαίο οδεύει προς το Megaron Plus.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/2/2011

Είδωλα από έναν θολό καθρέφτη

Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος
«Η πνευ­μα­τι­κή ζωή υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση:
Το πα­ρά­δειγ­μα του πε­ριο­δι­κού
Το Νέ­ον Κρά­τος»
Έκδο­ση του Ιδρύ­μα­τος
Ου­ρά­νη
Δε­κέμ­βριος 2010

Με το και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος ά­φη­σε μεν τον Κάλ­βο “για μια άλ­λη φο­ρά”, αλ­λά δεν ε­γκα­τέ­λει­ψε τους Επτα­νή­σιους, α­φού, εμ­μέ­σως, α­σχο­λεί­ται με τον Κε­φαλ­λο­νί­τη Ιωάν­νη Με­τα­ξά. Τον κε­φαλ­λο­νί­τη πο­λι­τι­κό, συ­νή­θως, τον μνη­μο­νεύουν ε­μπα­θώς για την ε­πά­ρα­το δι­κτα­το­ρία, που ε­γκα­θί­δρυ­σε. Μπο­ρεί κα­νείς να πα­ρα­μέ­νει α­διάλ­λα­κτα α­ντί­θε­τος α­πέ­να­ντι στο κα­θε­στώς της 4ης Αυ­γού­στου, αλ­λά δεν μπο­ρεί να δια­γρά­φει ό,τι συ­ντε­λέ­στη­κε ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο. Συ­νι­στά μεν πρό­κλη­ση, αλ­λά, εί­τε θέ­λου­με εί­τε ό­χι, εί­ναι α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας. Προ­σπερ­νώ­ντας βια­στι­κά ή α­πο­σιω­πώ­ντας αυ­τήν την πε­ρίο­δο, μπο­ρεί, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, να μοιά­ζει λυ­τρω­τι­κό, αλ­λά α­φή­νου­με πί­σω έ­ναν θο­λό κα­θρέ­φτη με σκο­τει­νά εί­δω­λα. Η βι­βλιο­γρα­φι­κή με­λέ­τη του Ανδρειω­μέ­νου δί­νει την ευ­και­ρία να δού­με τους τό­τε πο­λι­τι­σμι­κούς θε­σμούς της χώ­ρας, τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τευ­θύν­σεις του κα­θε­στώ­τος και τα πρό­σω­πα, κά­ποια μά­λι­στα πα­ρε­ξη­γη­μέ­να, που ε­μπλέ­κο­νται. Δεν πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για τον ί­διο τον Με­τα­ξά, ού­τε για τις γνω­στές φαν­φά­ρες φα­σι­στι­κού τύ­που. Ωστό­σο, οι α­πο­φά­σεις του δια­μόρ­φω­σαν την τό­τε πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της. Ανι­χνεύε­ται, δη­λα­δή, η α­πό μέ­ρους του ε­πι­λο­γή των κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πων για τις α­ντί­στοι­χες θέ­σεις, κα­θώς και στην ε­μπι­στο­σύ­νη που, στη συ­νέ­χεια, τους δεί­χνει, υιο­θε­τώ­ντας τις προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε, σαν χθες συ­μπλη­ρώ­θη­καν 70 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Και­ρός εί­ναι να αρ­χί­σει να βλέ­πει κα­νείς, με ψυ­χραι­μία και χω­ρίς προ­κα­τά­λη­ψη, τα συμ­φρα­ζό­με­να ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Στα ε­βδο­μή­ντα του πέ­θα­νε ο Με­τα­ξάς, προ­λα­βαί­νο­ντας θριάμ­βους και νί­κες του Αλβα­νι­κού Με­τώ­που, αλ­λά α­πο­φεύ­γο­ντας την υ­πο­δο­χή των Γερ­μα­νών στην Αθή­να. Δύο πε­ρί­που χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Απρί­λιο 1939, εί­χε α­πο­νεί­μει τα πρώ­τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας. Μπο­ρεί σή­με­ρα να ξε­νί­ζει, αλ­λά ως θε­σμός τό­τε κα­θιε­ρώ­θη­κε και η πα­τρό­τη­τα α­νή­κει στον στε­νό συ­νερ­γά­τη του, τον Κω­στή Μπα­στιά. Αυ­τά, ε­πε­τεια­κά, α­φού αύ­ριο α­να­μέ­νε­ται να α­να­κοι­νω­θούν οι βρα­βευ­μέ­νοι για τα βι­βλία του 2009. Μα­κά­ρι να βρί­σκο­νταν στο ύ­ψος των πρώ­των βρα­βευ­μέ­νων, του Άγγε­λου Σι­κε­λια­νού και του Κο­σμά Πο­λί­τη.
Πολ­λά εί­ναι τα πε­ριο­δι­κά, που πε­ρι­μέ­νουν τη σει­ρά τους για βι­βλιο­γρα­φι­κή φρο­ντί­δα. Πε­ριο­δι­κά ό­λων των ει­δών, δια­φο­ρε­τι­κών χρο­νι­κών πε­ριό­δων και ι­δε­ο­λο­γι­κών κα­τευ­θύν­σεων. Και η ου­ρά, ό­σο περ­νούν τα χρό­νια, με­γα­λώ­νει, κα­θώς οι φι­λό­λο­γοι, που κα­τα­πιά­νο­νται με το ε­πί­πο­νο και το ε­λά­χι­στα α­πο­δο­τι­κό σε ε­πί­πε­δο βρα­βείων και ε­παί­νων έρ­γο της α­πο­δελ­τίω­σης, ο­λοέ­να και λι­γο­στεύουν. Ο Ανδρειω­μέ­νος ε­πι­λέ­γει την πε­ρίο­δο του Με­σο­πο­λέ­μου και συ­γκε­κρι­μέ­να, τα τεσ­σε­ρε­σή­μη­σι χρό­νια της Με­τα­ξι­κής δι­κτα­το­ρίας. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­να αυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς και χά­ρις στο νε­οϊδρυ­θέν τό­τε Υφυ­πουρ­γείο Τύ­που και Του­ρι­σμού, για πε­ρίο­δο στε­νής πα­ρα­κο­λού­θη­σης και λο­γο­κρι­σίας, δεν έ­λει­ψαν τα έ­ντυ­πα. Αντι­θέ­τως, αυ­ξή­θη­καν, ό­πως αυ­ξή­θη­καν και οι πω­λή­σεις ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Από ό­λα αυ­τά, ο με­λε­τη­τής ε­πι­λέ­γει έ­να θεω­ρη­τι­κό πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει και λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον. «Το Νέ­ον Κρά­τος», το ο­ποίο ε­κτι­μά ως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο και “ε­πι­ση­μό­τε­ρο”.
Το πε­ριο­δι­κό α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κό­τε­ρα ως “ι­δε­ο­λο­γι­κό όρ­γα­νο του κα­θε­στώ­τος της 4ης Αυ­γού­στου”, πα­ρό­λο που τί­πο­τα σχε­τι­κό δεν α­να­γρά­φε­ται στην προ­με­τω­πί­δα του. “Όργα­νο της δι­κτα­το­ρίας Με­τα­ξά” γρά­φει ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού, το ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στο “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο”, που δί­νει για το δεύ­τε­ρο μι­σό της δε­κα­ε­τίας του '40, ε­πί συ­νό­λου δε­κα­τεσ­σά­ρων πε­ριο­δι­κών. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Αργυ­ρίου, για να γρά­ψει την «Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας» ο­ρί­ζει ει­σα­γω­γι­κά το “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο” κά­θε πε­ριό­δου, δη­λα­δή τα πε­ριο­δι­κά και τα βι­βλία, που α­πο­τε­λούν την ύ­λη, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται. Όπως ε­πι­ση­μαί­νει, ή­δη, με τον τίτ­λο του, το πε­ριο­δι­κό δη­λώ­νει “την πί­στη του στο νέο δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς που ε­πέ­βα­λε ο Ιωάν­νης Με­τα­ξάς”. Ακρι­βέ­στε­ρα, με τον τίτ­λο του, εκ­φρά­ζει την ε­παγ­γε­λία της συ­γκρό­τη­σης ε­νός “νέ­ου κρά­τους”. Ο τίτ­λος υ­πο­στη­ρί­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ε­ξω­φύλ­λου, την ο­ποία εί­χε φι­λο­τε­χνή­σει ο Νί­κος Χατ­ζη­κυ­ριά­κος-Γκί­κας. Από το 24ο τεύ­χος (Αύ­γου­στος 1939) και ύ­στε­ρα η ει­κο­νο­γρά­φη­ση κα­ταρ­γεί­ται. Στα προ­η­γού­με­να τεύ­χη ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας μι­σο­χτι­σμέ­νος τοί­χος και μια σκα­λω­σιά, ε­νώ, στο βά­θος, εί­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος ο χάρ­της της Ελλά­δας. Προ­φα­νώς, συμ­βο­λί­ζει το νέο κρά­τος, που οι­κο­δο­μεί­ται. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι «Το Νέ­ον Κρά­τος» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα α­θη­ναϊκά «Πε­ριο­δι­κά Λό­γου και Τέ­χνης» της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας, 1901-1940, τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η α­να­λυ­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία της ε­ρευ­νη­τι­κής ο­μά­δας του Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου. Ωστό­σο, η ε­κτε­τα­μέ­νη και πο­λύ­πλευ­ρη α­πο­δελ­τίω­σή του, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ο Ανδρειω­μέ­νος, δεί­χνει, με­τα­ξύ άλ­λων, τη ση­μα­σία του για τη λο­γο­τε­χνία και γε­νι­κό­τε­ρα για τον πο­λι­τι­σμό.
Πρό­κει­ται για μια “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση”, που αυ­το­προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι κα­λύ­πτει, αρ­χι­κά, “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή φι­λο­σο­φία-ι­στο­ρία-τέ­χνη”, ε­νώ, με­τά το έ­κτο τεύ­χος, α­πο­κα­λεί­ται “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή-οι­κο­νο­μι­κή-λο­γο­τε­χνι­κή” ε­πι­θεώ­ρη­ση. Το πρώ­το τεύ­χος εκ­δί­δε­ται Σε­πτέμ­βριο 1937 και το τε­λευ­ταίο Μάρ­τιο 1941, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας συ­νο­λι­κά 43 τεύ­χη, α­πό τα ο­ποία δυο εί­ναι δι­πλά. Σε κά­θε πε­ριο­δι­κό, σε ό­ποια ε­πο­χή κι αν αυ­τό κυ­κλο­φο­ρεί, κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει ο διευ­θυ­ντής του και η συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα, ό­ταν υ­πάρ­χει. «Το Νέ­ον Κρά­τος» εί­χε διευ­θυ­ντή, σε ό­λη τη διάρ­κειά του, τον λό­γιο και δη­μο­σιο­γρά­φο Άρι­στο Κα­μπά­νη. Πριν α­να­λά­βει τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού εί­χε εκ­δώ­σει έ­να δι­κό του πε­ριο­δι­κό, το βρα­χύ­βιο «Τα ελ­λη­νι­κά χρο­νι­κά». Ο Αργυ­ρίου θυ­μί­ζει ό­τι εί­χε εκ­δώ­σει και μια μο­να­δι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, το 1915. Ωστό­σο, ως ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του, θεω­ρεί­ται η «Ιστο­ρία της Νέ­ας Ελλη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας», που ε­ξέ­δω­σε σε βι­βλίο το 1935.
Στα πρώ­τα 16 τεύ­χη δεν υ­πάρ­χει συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1939, ως “ε­πι­τρο­πή συ­ντά­ξεως” προ­στί­θε­ται η δυά­δα, Γεώρ­γιος Μα­ντζού­φας και Νι­κό­λα­ος Κού­μα­ρος. Για τον πρώ­το, ο Ανδρειω­μέ­νος, α­ντί βιο­γρα­φι­κού, δί­νει μό­νο την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ή­ταν γα­μπρός του Με­τα­ξά. Γε­νι­κο­λο­γώ­ντας, αν, σή­με­ρα, συ­στή­να­με έ­ναν συ­ντά­κτη, α­να­φέ­ρο­ντας μό­νο τη συγ­γέ­νειά του με τα διευ­θυ­ντι­κά στε­λέ­χη ε­νός ε­ντύ­που -και στις η­μέ­ρες μας δεν εί­ναι και λί­γοι, οι ε­ντασ­σό­με­νοι σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία- μάλ­λον θα τον α­δι­κού­σα­με. Όπως και να έ­χει, ο Μα­ντζού­φας γρά­φει, α­πό τα πρώ­τα τεύ­χη, κεί­με­να νο­μι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, με έ­ντο­νο ι­δε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­πα­γαν­δι­στι­κά. Πά­ντως, τον Μάρ­τιο του 1940, χαι­ρε­τί­ζει με εν­θου­σια­σμό την κα­τάρ­τι­ση του πρώ­του “πα­νελ­λή­νιου” Αστι­κού Κώ­δι­κα.
Ο δεύ­τε­ρος της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής, ο Κού­μα­ρος, ή­ταν το 1939 κα­θη­γη­τής της γε­νι­κής θεω­ρίας του κρά­τους στο Πα­νε­πι­στή­μιο των Αθη­νών. Κα­τά τον Ανδρειω­μέ­νο, η δυά­δα προ­στέ­θη­κε για να ε­ξα­σφα­λι­στεί η με­γα­λύ­τε­ρη ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θα­ρό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Επί­σης, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι τό­σο ο διευ­θυ­ντής ό­σο και οι δυο, τρό­πον τι­νά, “το­πο­τη­ρη­τές” ή­ταν “δυ­να­μι­κές σι­λουέ­τες των πα­ρα­σκη­νίων με πρό­σβα­ση λό­γω κύ­ρους σε ο­μά­δες α­δέ­σμευ­των δια­νοου­μέ­νων και πα­νε­πι­στη­μια­κών κα­θη­γη­τώ­ν”. Πό­λο έλ­ξης, ή­θε­λε, λοι­πόν, ο Με­τα­ξάς να κα­τα­στή­σει το πε­ριο­δι­κό του και τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το κα­τόρ­θω­σε. Γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά και ει­δι­κό­τε­ρα στο λο­γο­τε­χνι­κό χώ­ρο, σύμ­φω­να και με τη συ­γκε­ντρω­τι­κή α­να­φο­ρά στην ει­σα­γω­γή, υ­πήρ­ξε διείσ­δυ­ση στο χώ­ρο των γραμ­μά­των και των τε­χνών, ό­πως δεί­χνει η συ­νερ­γα­σία, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, αρ­κε­τών γνω­στών ο­νο­μά­των. Τον ί­διο πε­ρί­που κα­τά­λο­γο ο­νο­μά­των πα­ρα­θέ­τει και ο Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Ωστό­σο, α­πό πα­ρό­μοιους κα­τα­λό­γους ή α­κό­μη, και α­πό το ευ­ρε­τή­ριο της βι­βλιο­γρα­φίας, δεν πρέ­πει να βγά­ζου­με βια­στι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μπα­στιάς, γε­νι­κός διευ­θυ­ντής α­πό τον Αύ­γου­στο του 1937 στη νε­οϊδρυ­θεί­σα τό­τε Διεύ­θυν­ση Γραμ­μά­των και Κα­λών Τε­χνών του Υπουρ­γείου Παι­δείας, δί­νει μό­νο μια συ­νερ­γα­σία, α­να­πτύσ­σο­ντας την πο­λι­τι­κή, που εί­χε α­κο­λου­θη­θεί στο χώ­ρο του θεά­τρου. Κι ας α­να­φέ­ρε­ται εν­νέα φο­ρές, σύμ­φω­να με το ευ­ρε­τή­ριο. Πα­ρό­μοια ευ­ρε­τή­ρια θα τα κα­θι­στού­σε χρη­στι­κό­τε­ρα η χρη­σι­μο­ποίη­ση πλά­γιων ψη­φίων για τις κυ­ρίως συ­νερ­γα­σίες προς α­ντι­δια­στο­λή τους α­πό τις α­πλές α­να­φο­ρές. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα δί­νει η πε­ρί­πτω­ση του Κ. Θ. Δη­μα­ρά, που α­να­φέ­ρε­ται στους συ­νερ­γά­τες, ε­νώ δη­μο­σιεύει μό­νο μια σύ­ντο­μη βι­βλιο­κρι­τι­κή για τον Φά­νη Μι­χα­λό­που­λο.
Ο Ανδρειω­μέ­νος δεν α­πο­δελ­τιώ­νει με βά­ση τους πί­να­κες πε­ριε­χο­μέ­νων του κά­θε τεύ­χους, αλ­λά δια­βά­ζει σε­λί­δα προς σε­λί­δα, έ­να-έ­να τα τεύ­χη, πα­ρα­θέ­το­ντας πλη­ρο­φο­ρίες για κά­θε δη­μο­σίευ­μα, ε­νώ, συ­χνά, α­να­δη­μο­σιεύει α­πο­σπά­σμα­τα. Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα, που κρί­νει ό­τι έ­χουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος, δί­νει πε­ρί­λη­ψή τους. Με­τά την ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή, ό­που δί­νε­ται μια γε­νι­κή ει­κό­να της ε­πο­χής και του πε­ριο­δι­κού, πα­ρα­θέ­τει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, την α­νά τεύ­χος α­πο­δελ­τίω­ση. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρου­σιά­ζει το θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα του πε­ριο­δι­κού, σχη­μα­τί­ζο­ντας έ­ντε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες και κα­τα­γρά­φο­ντας εκ νέ­ου, α­να­δια­τε­ταγ­μέ­να, τα κεί­με­να των 43 τευ­χών. Τέ­λος, σε έ­να τρί­το μέ­ρος α­να­δια­τάσ­σει, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, την ύ­λη του πε­ριο­δι­κού κα­τά συγ­γρα­φέα.
Από τις δώ­δε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες η ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι αυ­τή του “πο­λι­τι­σμού”, η ο­ποία χω­ρί­ζε­ται σε ε­πτά μέ­ρη. Σε έ­να πρώ­το, συ­γκε­ντρώ­νο­νται ο­ρι­σμέ­να κεί­με­να που α­πο­πει­ρώ­νται γε­νι­κό­τε­ρη ε­πι­σκό­πη­ση του α­ντι­κει­μέ­νου τους. Συ­γκρα­τού­με το «Πε­ρί ελ­λη­νι­κής τέ­χνης» του Χατ­ζη­κυ­ριά­κου-Γκί­κα, «Τα γράμ­μα­τα και οι τέ­χνες» του Μπα­στιά και κεί­με­νο για τη ση­μα­σία της λα­ο­γρα­φίας του κα­θη­γη­τή Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη. Ακο­λου­θεί η ε­νό­τη­τα των ει­κα­στι­κών, ό­που υ­πάρ­χουν κεί­με­να του ζω­γρά­φου Πε­ρι­κλή Βυ­ζά­ντιου, του τε­χνο­κρι­τι­κού Δη­μή­τρη Ευαγ­γε­λί­δη, αλ­λά και του Ευάγ­γε­λου Πα­πα­νού­τσου, βα­σι­κού συ­ντε­λε­στή στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κά εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Έπο­νται οι ε­νό­τη­τες της μου­σι­κής και του θεά­τρου, με μό­νι­μους συ­νερ­γά­τες, α­ντι­στοί­χως, τον μου­σι­κο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπε­λέτ και τον Πέ­τρο Χά­ρη. Με­τά έρ­χε­ται η με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα του “πο­λι­τι­σμού”, αυ­τή της φι­λο­λο­γίας, που υ­πο­διαι­ρεί­ται στην αρ­χαία, τη βυ­ζα­ντι­νή και τη νέα ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Από τις δύο πρώ­τες συ­γκρα­τού­με τη με­τά­φρα­ση της «Μή­δειας» του Ευ­ρι­πί­δη α­πό τον ε­θνο­λό­γο Πα­να­γή Λε­κα­τσά και την ε­κτε­νή με­λέ­τη «Βυ­ζά­ντιον και Ελλη­νι­σμός» του κα­θη­γη­τή Διο­νυ­σίου Ζα­κυ­θη­νού. Βε­βαίως, ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι η ε­νό­τη­τα της σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τήν, δεν συ­να­ντού­με μό­νο γνω­στούς συγ­γρα­φείς, αλ­λά και εν­δια­φέ­ρο­ντα κεί­με­να, γραμ­μέ­να στη δη­μο­τι­κή, ό­πως και ο­λό­κλη­ρο το πε­ριο­δι­κό. Δη­μο­σιεύο­νται αρ­κε­τά ποιή­μα­τα: Μα­λα­κά­σης, Πε­τι­με­ζάς-Λαύ­ρας, Τέλ­λος Άγρας, Ρί­τα Μπού­μη Παπ­πά και έ­να μο­να­δι­κό του Σι­κε­λια­νού, το «Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα»: “Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα και πί­στε­ψα τη γη, / και στη φυ­γή δεν ά­πλω­σα τα μυ­στι­κά φτε­ρά μου…” Λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα πε­ζά. Ένα διή­γη­μα του Στέ­φα­νου Δάφ­νη, το «Ποι­κι­λό­χε­ντρα», που δεί­χνει, πως δεν εί­χε μό­νο το έν­στι­κτο να δια­κρί­νει το χιού­μορ στα δη­μο­σιεύ­μα­τα των άλ­λων, αλ­λά διέ­θε­τε και ο ί­διος. Επί­σης, μια νου­βέ­λα, σε δυο συ­νέ­χειες, του Διο­νυ­σίου Κόκ­κι­νου, το «Σφυ­ρίγ­μα­τα τραί­νων». Θέ­μα του εί­ναι το ε­ρω­τι­κό δρά­μα ε­νός ε­πί­δο­ξου ζω­γρά­φου. Εκτυ­λίσ­σε­ται στο α­γα­πη­μέ­νο το­πίο του συγ­γρα­φέα, κο­ντά στον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό “της μι­κρής ε­παρ­χια­κής πό­λης”, στην ο­ποία εί­χε γεν­νη­θεί, τον Πύρ­γο Ηλείας.
Ωστό­σο, το κυ­ρίως βά­ρος δί­νε­ται στο δο­κί­μιο. Ορι­σμέ­νες εν­δια­φέ­ρου­σες με­λέ­τες δη­μο­σιεύο­νται σε συ­νέ­χειες, ό­πως του Μι­χα­λό­που­λου για τον Κο­σμά τον Αι­τω­λό, του Γιώρ­γου Βα­λέ­τα για τον Δη­μή­τρη Βερ­ναρ­δά­κη, του Νί­κου Δ. Παπ­πά για τις νέες τά­σεις στην ποίη­ση και του Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη για τη δη­μώ­δη ποίη­ση. Τα­κτι­κοί συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εμ­φα­νί­ζο­νται οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, Πέ­τρος Ωρο­λο­γάς και Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης. Πρό­σω­πο που α­πα­σχο­λεί τα­κτι­κά τους συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εί­ναι ο Ανδρέ­ας Κάλ­βος. Όπως πα­ρα­τη­ρεί και ο Ανδρειω­μέ­νος, που εί­ναι βι­βλιο­γρά­φος του, οι με­λέ­τες των Γεωρ­γίου Ζώ­ρα, Τω­μα­δά­κη, Κων­στα­ντί­νου Σολ­δά­του και Φί­λιπ­πο Πο­ντά­νι δια­τη­ρούν έως και σή­με­ρα το εν­δια­φέ­ρον τους.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι τα α­ξιο­λο­γό­τε­ρα κεί­με­να συ­γκε­ντρώ­νο­νται στα πρώ­τα τεύ­χη, ε­νώ, α­πό τον τρί­το χρό­νο και ύ­στε­ρα, ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται η ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού. Πά­ντως, η ύ­λη του πε­ριο­δι­κού βο­η­θά στο να προσ­διο­ρί­σει κα­νείς, με σα­φή­νεια και εκ των έ­σω, το ι­δε­ο­λο­γι­κό φά­σμα του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος σε θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμού. Επί­σης, ε­ντο­πί­ζο­νται και ε­πα­νε­κτι­μώ­νται πρό­σω­πα, βυ­θι­σμέ­να σή­με­ρα στην α­φά­νεια. Όπως και να έ­χει, «Το Νέ­ον Κρά­τος» ευ­τύ­χη­σε να έ­χει ο­ρι­σμέ­νους ε­κλε­κτούς συ­νερ­γά­τες, μη α­να­με­νό­με­νους με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια και τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τη­γο­ριο­ποιή­σεις. Επί­σης, ευ­τύ­χη­σε, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το πέ­ρας της έκ­δο­σής του, να βι­βλιο­γρα­φη­θεί με προ­σο­χή, δια­κρι­τι­κό­τη­τα και ε­πι­μο­νή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Το σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα, που κοσμούσε το εξώφυλλο
στα 16 πρώτα τεύχη του περιοδικού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30
/1/2011

Ο Πύργος του Δουμά

Κλω­ντ Σο­π
«Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”
Τρεις η­μέ­ρες στην οι­κία
του
κυ­ρίου Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά»
Με­τά­φρα­ση, ει­σα­γω­γή, ε­πί­με­τρο:
Θό­δω­ρος Κα­τσι­κά­ρος

Εκδό­σεις: Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2010

Κα­τά το δεύ­τε­ρο μι­σό του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, τέσ­σε­ρις γάλ­λοι συγ­γρα­φείς, σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, γεν­νη­μέ­νοι ε­ντός μιας τριε­τίας στο γύ­ρι­σμα του 18ου προς τον 19ο αιώ­να, ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον ελ­λή­νων λο­γίων και κοι­νού, ε­ντός της χώ­ρας αλ­λά και ε­κτός, σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη. Σε η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, πρό­κει­ται για τον Ονο­ρέ ντε Μπαλ­ζά­κ, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Σο­λω­μού, τον Βί­κτω­ρα Ου­γκώ και τον Αλέ­ξαν­δρο Δου­μά, συ­νο­μή­λι­κους του Ιά­κω­βου Πι­τσι­πιού, και τον Ευ­γέ­νιο Σύη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου. Αυ­τοί, ου­σια­στι­κά, α­πο­τέ­λε­σαν για τους έλ­λη­νες λο­γίους της ε­πο­χής το πρό­τυ­πο του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου. Πρω­το­πό­ρος, πά­ντως, κα­τά την “ει­σβο­λή” στα κα­θ’ η­μάς του γαλ­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, στά­θη­κε ο Δου­μάς. Γνω­στός και ως Δου­μάς πα­τή­ρ, α­φού ευ­τύ­χη­σε έ­να α­πό τα παι­διά του να κλη­ρο­νο­μή­σει το συγ­γρα­φι­κό του τα­λέ­ντο. Επει­δή, μά­λι­στα, ε­πρό­κει­το για έ­να α­πό τα τέσ­σε­ρα τέ­κνα του ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα, που α­πέ­κτη­σε, η μη­τέ­ρα του, σαν μια ε­λά­χι­στη κα­το­χύ­ρω­ση της πα­τρό­τη­τας, τον βά­φτι­σε Αλέ­ξαν­δρο. Πρό­κει­ται για τον Δου­μά υιό. Κι αυ­τός υ­πήρ­ξε έ­νας γό­νι­μος συγ­γρα­φέ­ας, που έ­γρα­ψε, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και την «Κυ­ρία με τις κα­με­λίες».
Ο Δου­μάς πα­τή­ρ, λοι­πόν, εί­ναι ο πρώ­τος της τε­τρά­δας, που με­τα­φρά­στη­κε ελ­λη­νι­κά, προ­η­γού­με­νος α­κό­μη και του κα­τά μια γε­νιά πρε­σβύ­τε­ρού του, άγ­γλου μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου, Ουώλ­τερ Σκωτ. Τη διε­τία 1845-46, με­τα­φρά­στη­καν και κυ­κλο­φό­ρη­σαν οι τρεις τό­μοι του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», πριν α­κό­μη στε­γνώ­σει το με­λά­νι του πρω­τό­τυ­που, ε­νώ ο «Ιβα­νό­ης» του Σκω­τ, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1819, με­τα­φρά­στη­κε μό­λις το 1847. Την με­τά­φρα­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο» α­κο­λού­θη­σαν «Οι τρεις σω­μα­το­φύ­λα­κες», που εί­χαν εκ­δο­θεί έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1844. Εκτός, ό­μως, α­πό αυ­τήν την πρω­τιά, ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε και ως ο πλέ­ον δη­μο­φι­λής, κα­λύ­πτο­ντας το δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να με πλή­θος μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του στην ελ­λη­νι­κή, που γνώ­ρι­σαν πολ­λα­πλές εκ­δό­σεις. Τα πρώ­τα χρό­νια, τον α­κο­λου­θού­σε κα­τά πό­δας ο Σύης με τα πο­λύ­το­μα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Εκεί­νος, ό­μως, έ­μει­νε στον 19ο, ε­νώ τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός α­πο­δείχ­θη­καν αιω­νό­βια, φθά­νο­ντας μέ­χρι και τον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα άρ­χι­σαν να με­τα­φρά­ζο­νται τα θε­α­τρι­κά και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Ου­γκώ, αλ­λά, συν τω χρό­νω, κέρ­δι­σε έ­δα­φος. Όσο για τον Μπαλ­ζά­κ, στον προ­πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να α­πα­σχό­λη­σε μό­νο τους λο­γίους. Η δι­κή του ώ­ρα ήρ­θε αρ­γό­τε­ρα. Άλλω­στε, εί­ναι ε­κεί­νος α­πό την τε­τρά­δα, που κυ­ριάρ­χη­σε στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, στον ο­ποίο δια­σώ­θη­κε και ο Ου­γκώ, ε­νώ ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε στις ο­ρια­κές πε­ρι­πτώ­σεις. Πά­ντως, στις 24 Ιου­λίου 2002, κα­τά τη συ­μπλή­ρω­ση δια­κο­σίων χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του, η σο­ρός του με­τα­φέρ­θη­κε στο πα­ρι­σι­νό Πάν­θε­ον, δί­πλα στους Ου­γκώ και Ζο­λά. Στην τε­λε­τή, ο τό­τε πρό­ε­δρος Σι­ράκ δεν μί­λη­σε για έ­να με­γά­λο λο­γο­τέ­χνη αλ­λά για τον συγ­γρα­φέα, που μας κά­νει να ο­νει­ρευό­μα­στε ό­τι εί­μα­στε νέ­οι Ντ’ Αρντα­νιάν και Κό­μη­τες του Μό­ντε-Χρί­στο.
Στα κα­θ’ η­μάς, ο Δου­μάς πα­τήρ δεν ση­μείω­σε μό­νο θριάμ­βους. Ήταν ε­κεί­νος, που στις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες του 19ου αιώ­να, κα­τ’ ε­ξο­χήν, α­πο­δο­κι­μά­στη­κε ως φο­ρέ­ας των “ο­θνείων η­θώ­ν”. Χω­ρίς, βε­βαίως, αυ­τό να ε­πη­ρεά­σει την εκ­δο­τι­κή ε­πι­τυ­χία των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Τε­λι­κά, τα βι­βλία του, ό­πως και ε­κεί­να του Ιού­λιου Βερν, κα­τα­χω­ρή­θη­καν, ως ε­πί το πλεί­στον, στα ε­φη­βι­κά α­να­γνώ­σμα­τα. Ίσως, γι’ αυ­τό, δεν έ­χει με­τα­φρα­στεί, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, κά­ποια βιο­γρα­φία του, σε α­ντί­θε­ση με τον Μπαλ­ζά­κ, που α­κό­μη και πρό­σφα­τα με­τα­φρά­στη­κε μια πο­λυ­σέ­λι­δη. Αυ­τό το κε­νό έρ­χε­ται να κα­λύ­ψει η ι­διό­τυ­πη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του θεω­ρού­με­νου ως κο­ρυ­φαίου με­λε­τη­τή του Δου­μά πα­τρός, του Κλω­ντ Σο­π, με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, «Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”». Σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νη του Μπαλ­ζά­κ, πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται σε ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Κι αυ­τό, για­τί συν­δυά­ζει τη χά­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τα προ­σό­ντα του δο­κι­μίου. Συν­δυα­σμός, που ο­φεί­λε­ται σε τρεις αν­θρώ­πους.
Εν αρ­χή, στην πλη­θω­ρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, που βιο­γρα­φεί­ται. Ο Δου­μάς πα­τήρ ό­λα τα έ­κα­νε κα­θ’ υ­περ­βο­λήν, α­πό το γρά­ψι­μο μέ­χρι τον έ­ρω­τα. Με άλ­λα λό­για, ή­ταν έ­νας έ­τοι­μος μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός ή­ρωας, ό­πως και ο Μπαλ­ζά­κ, με τον ο­ποίο εί­χε και πολ­λά κοι­νά ση­μεία. Ήταν και οι δυο σπά­τα­λοι, τα­λαι­πω­ρή­θη­καν α­πό τους δα­νει­στές τους και στά­θη­καν συγ­γρα­φι­κά πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τοι. Ο δεύ­τε­ρος άν­θρω­πος, που κα­θό­ρι­σε τον χα­ρα­κτή­ρα του βι­βλίου, εί­ναι, προ­φα­νώς, ο συγ­γρα­φέ­ας του και ο τρί­τος, ο με­τα­φρα­στής του, που εί­ναι και με­λε­τη­τής του Δου­μά πα­τρός. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τόν τον τε­λευ­ταίο να ο­φεί­λε­ται και η ε­πι­λο­γή προς με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, που εκ­δό­θη­κε στην Γαλ­λία το 2002. Όπως και να έ­χει, με την ει­σα­γω­γή και το ε­πί­με­τρο, ε­πε­ξη­γεί, κα­τ’ αρ­χήν, τον τίτ­λο. Για­τί μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του Δου­μά πα­τρός να ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην έ­παυ­λή του; Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τή η έ­παυ­λη σε πα­ρι­σι­νό προά­στιο και τι σή­μαι­νε για τον ε­μπνευ­στή και ι­διο­κτή­τη της; Δί­νει το ι­στο­ρι­κό της έ­παυ­λης, που, σή­με­ρα, εί­ναι μου­σείο. Επί­σης, πα­ρου­σιά­ζει τον Κλω­ντ Σο­π, πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Φί­λων Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά, εκ­δό­τη πε­ριο­δι­κού, με τίτ­λο, «Τε­τρά­δια Δου­μά», ο ο­ποίος, τε­λι­κά, α­πό α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής έ­γι­νε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για να α­να­δεί­ξει πλη­ρέ­στε­ρα το ε­ρευ­νη­τι­κό του α­ντι­κεί­με­νο. Αν και το βα­σι­κό­τε­ρο έρ­γο, που ε­πι­τε­λεί ο με­τα­φρα­στής, εί­ναι να δια­σώ­ζει με την α­πό­δο­σή του την α­να­γνω­στι­κή α­πό­λαυ­ση και να την υ­πο­βο­η­θά με ε­ξαν­τλη­τι­κές υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για­τί ο έλ­λη­νας α­να­γνώ­στης, α­κό­μη κι αν α­νή­κει σε ε­κεί­νους, που τα­ξί­δε­ψαν και ο­νει­ρεύ­τη­καν με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός, δεν μπο­ρεί να θυ­μά­ται τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά πρό­σω­πα των έρ­γων του, ού­τε να γνω­ρί­ζει τις βιο­γρα­φι­κές λε­πτο­μέ­ρειες του συγ­γρα­φέα. Επι­προ­σθέ­τως, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα της γαλ­λι­κής ι­στο­ρίας.
Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δου­μάς πα­τήρ ξε­κί­νη­σε, το 1829, ως θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα κα­τα­πιά­στη­κε με τον πε­ζό λό­γο και γνώ­ρι­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­τυ­χία. Δεν άρ­γη­σε να γί­νει έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Λί­γους μή­νες με­τά την έκ­δο­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», στα μέ­σα του 1846, άρ­χι­σε να χτί­ζει την έ­παυ­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το κα­λο­καί­ρι του 1847. Του στοί­χι­σε έ­να α­στρο­νο­μι­κό πο­σό, που υ­πο­λο­γί­ζε­ται στα 200.000 φρά­γκα. Κα­τά την πε­ρι­γρα­φή, πρό­κει­ται για έ­να τριώ­ρο­φο κτί­σμα, τε­τρά­πλευ­ρου σχή­μα­τος, με με­σαιω­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Πά­νω α­πό την κε­ντρι­κή εί­σο­δο, υ­ψώ­νο­νται δυο πυρ­γί­σκοι, ό­που ξε­χω­ρί­ζει ο­μοίω­μα της κε­φα­λής του Δου­μά πα­τρός και το οι­κό­ση­μό του, ε­νώ σε δια­κο­σμη­τι­κή κορ­δέ­λα, εί­ναι χα­ραγ­μέ­νο το α­πό­φθεγ­μα: «Αγα­πώ αυ­τόν που με α­γα­πά». Κο­ντά στην έ­παυ­λη, υ­πάρ­χει διώ­ρο­φος οι­κί­σκος γοτ­θι­κού ρυθ­μού, που πε­ρι­βάλ­λε­ται α­πό τά­φρο και ε­πι­κοι­νω­νεί με γε­φυ­ρά­κι. Ο Δου­μάς το α­πο­κα­λού­σε Κά­στρο του Ιφ και το χρη­σι­μο­ποιού­σε α­πο­κλει­στι­κά ως χώ­ρο ερ­γα­σίας.
Λό­γω υ­πέρ­με­τρης σπα­τά­λης, η έ­παυ­λη βγή­κε σε πλει­στη­ρια­σμό στις 25 Ια­νουα­ρίου 1848 και ο Δου­μάς πα­τήρ α­να­γκά­στη­κε να την που­λή­σει στο έ­να τρί­το του πο­σού, που του εί­χε στοι­χί­σει. Το 1851, με­τά την έ­ξω­ση του Να­πο­λέ­ο­ντα του Γ΄, που ή­ταν ο προ­στά­της του, διω­κό­με­νος α­πό τους δα­νει­στές του, κα­τέ­φυ­γε στις Βρυ­ξέλ­λες. Η έ­παυ­λη άλ­λα­ξε πολ­λά χέ­ρια και χρή­σεις. Το 1970, για να δια­σω­θεί α­πό την κα­τε­δά­φι­ση, συ­στή­θη­κε η Εται­ρεία Φί­λων του Δου­μά πα­τρός. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η διά­σω­ση του σπι­τιού του Δου­μά, η Εται­ρεία που συ­στή­θη­κε για να προ­στα­τεύ­σει αυ­τήν και το έρ­γο του, τα «Τε­τρά­δια», ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται το πε­ριο­δι­κό του, και ο α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής του, θυ­μί­ζουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που δια­θέ­τει κι αυ­τός ό­λα τα σχε­τι­κά. Μό­νο μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία α­πό τον α­φο­σιω­μέ­νο με­λε­τη­τή του λεί­πει για να δέ­σει η πα­ραλ­λη­λία.
Κα­τά τα άλ­λα, οι βιο­γρα­φίες, γνή­σιες και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές, α­πλώ­νο­νται συ­νή­θως σε ο­λό­κλη­ρο το βίο του βιο­γρα­φού­με­νου, ε­κτός α­πό ο­ρι­σμέ­νες, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μέ­ρα της ζωής του. Αντ’ αυ­τού, ο Σοπ ε­στία­σε σε έ­να Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο και σε ό­σα συ­νέ­βη­σαν μέ­σα σε ε­κεί­νες τις δύο η­μέ­ρες, το­πο­θε­τώ­ντας την ο­ρι­στι­κή έκ­βα­σή τους στη Δευ­τέ­ρα, που α­κο­λου­θεί. Επι­λέ­γει το τριή­με­ρο, 16-18 Οκτω­βρίου 1847, ό­ταν ο Δου­μάς γρά­φει το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ή ο Υπο­κό­μης της Βρα­ζε­λό­νης», που άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύε­ται σε συ­νέ­χειες, σε πα­ρι­σι­νή ε­φη­με­ρί­δα, α­πό τις 20 Οκτω­βρίου 1847 και κρά­τη­σε μέ­χρι τις 12 Ια­νουα­ρίου 1850. Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ο πρώ­τος τό­μος στα ελ­λη­νι­κά, φθά­νο­ντας τους εν­νέα τό­μους, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν ως πα­ραρ­τή­μα­τα του πε­ριο­δι­κού «Ευ­τέρ­πη». Η α­φή­γη­ση της κά­θε μίας η­μέ­ρας αρ­χί­ζει α­πό την πρωι­νή α­φύ­πνι­ση του Δου­μά γύ­ρω στις ε­πτά και φθά­νει μέ­χρι την βρα­δι­νή κα­τά­κλι­ση πε­ρί τις έ­ντε­κα με δώ­δε­κα. Ενώ, χω­ρί­ζε­ται σε υ­πο­κε­φά­λαια, που πα­ρα­κο­λου­θούν τις α­σχο­λίες του κα­τά τις δια­φο­ρε­τι­κές ώ­ρες της η­μέ­ρας. Στα­θε­ρή η ο­πτι­κή γω­νία, κα­τα­γρά­φει τις σκέ­ψεις και τις κι­νή­σεις του. Με αυ­τόν τον τρό­πο, ξε­δι­πλώ­νε­ται ο βίος του και ταυ­τό­χρο­να, τα αι­σθή­μα­τά του και το πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται και α­ξιο­λο­γεί τον κό­σμο γύ­ρω του. Την ε­ρω­τι­κή του σύ­ντρο­φο, τον Δου­μά υιό, την κό­ρη του, κι αυ­τή τέ­κνο ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα α­πό άλ­λη μη­τέ­ρα, το υ­πη­ρε­τι­κό προ­σω­πι­κό, που φαί­νε­ται να εί­ναι οι πιο κο­ντι­νοί του άν­θρω­ποι, και α­κό­μη, τον συ­νερ­γά­τη του στο γρά­ψι­μο. Ο Δου­μάς πα­τήρ πο­τέ δεν έ­κρυ­ψε την ύ­παρ­ξη συ­νερ­γα­τών, στους ο­ποίους έ­δι­νε και με­ρί­διο α­πό τα συγ­γρα­φι­κά του δι­καιώ­μα­τα. Στο βι­βλίο, ε­μπλέ­κε­ται έ­νας α­πό τους μα­κρο­βιό­τε­ρους, ο Αύ­γου­στος Μα­κέ. Ήταν έ­νας φι­λό­λο­γος, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νος να συ­γκε­ντρώ­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό υ­λι­κό. Συ­χνά, ό­μως, έ­κα­νε μια πρώ­τη γρα­φή του κει­μέ­νου και έ­δι­νε ι­δέες για την πλο­κή. Μά­λι­στα, στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, ο Δου­μάς σχο­λιά­ζει τις γλωσ­σι­κές ε­πι­λο­γές του, ε­νώ πα­ρα­τί­θε­ται και πα­ρά­δειγ­μα του τρό­που που ξα­να­γρά­φει μια πε­ρι­κο­πή κε­φα­λαίου, με­τα­πλά­θο­ντάς την.
Η βιο­γρα­φία του Σοπ δεί­χνει έ­ναν Δου­μά πα­τήρ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό και ευ­κο­λο­συ­γκί­νη­το, που του α­ρέ­σουν οι ω­ραίες γυ­ναί­κες, τα α­κρι­βού γού­στου ρού­χα και γε­νι­κώς, τα ε­κλε­κτά πράγ­μα­τα. Εκτός α­πό το γρά­ψι­μο, τον εν­δια­φέ­ρει και η πο­λι­τι­κή. Δια­βά­ζει ε­φη­με­ρί­δες και α­πο­φαί­νε­ται εν­δο­μύ­χως για την κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση. Άλλω­στε, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­βη­κε και δο­κι­μά­στη­κε για λί­γο στην πο­λι­τι­κή. Στη διάρ­κεια του Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου, δεν φαί­νε­ται να δια­σκε­δά­ζει. Μό­νο γρά­φει και κά­νει έ­ρω­τα. Οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ώ­ρες εί­ναι ε­κεί­νες δυο συ­να­ντή­σεω­ν: Η πρώ­τη με μια μι­κρή, το με­ση­μέ­ρι του Σαβ­βά­του, σε έ­να νοι­κια­σμέ­νο δω­μά­τιο. Πα­ρα­δό­ξως, κά­νο­ντας έ­ρω­τα τον α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η κυο­φο­ρού­με­νη ε­πα­νά­στα­ση του 1848 και το αί­τη­μα των ε­ξε­γερ­μέ­νων, που ζη­τού­σαν α­μοι­βή 10 λου­δο­βί­κεια την η­μέ­ρα, ε­νώ ε­κεί­νος πλη­ρω­νό­ταν “έ­να φρά­γκο τη γραμ­μή”.
Η δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση έ­γι­νε την Κυ­ρια­κή, “κα­τά το η­λιο­βα­σί­λε­μα”. Τό­τε, τον ε­πι­σκέ­πτε­ται ο πρί­γκι­πας Να­πο­λέων Βο­να­πάρ­της. Σε αυ­τήν, οι α­να­γνώ­στες, που λά­τρε­ψαν τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», μα­θαί­νουν ό­τι, σε μια βόλ­τα, με βάρ­κα, πριν ο­κτώ χρό­νια, το 1839, ο πρί­γκι­πας και ο συγ­γρα­φέ­ας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το Λι­βόρ­νο, ά­ρα­ξαν σε έ­να ε­ρη­μο­νή­σι, κα­τοι­κία ά­γριων κα­τσι­κιών, τη νή­σο Μό­ντε-Χρί­στο. Τό­σο γο­η­τεύ­τη­καν, που ο συγ­γρα­φέ­ας του υ­πο­σχέ­θη­κε να γρά­ψει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που θα έ­κα­νε αυ­τό το α­σή­μα­ντο κομ­μά­τι γης της Με­σο­γείου ξα­κου­στό σε ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη. Τε­λι­κά, έ­κα­νε το ό­νο­μά του διά­ση­μο σε ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο. Πο­λύ ό­μως αμ­φι­βάλ­λου­με, αν οι α­πα­ντα­χού α­να­γνώ­στες του γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πράγ­μα­τι έ­να νη­σί με αυ­τό το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ό­νο­μα. Όπως και να έ­χει, ο με­τα­φρα­στής ε­τοι­μά­ζει νέα α­πό­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με­τά ει­σα­γω­γής, ε­πί­με­τρου και ση­μειώ­σεων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Ο Αλέξανδρος Δουμάς σε φωτογραφικό πορτρέτο του Ναντάρ, 1860.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23
/1/2011

Ανατρεπτική ματιά

Τόμας Μπέρνχαρντ
«Τα βραβεία μου»
Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον
της Εστίας
Νοέμβριος 2010

Ο Τό­μας Μπέρν­χαρ­ντ εί­χε το χά­ρι­σμα ή και το ε­λάτ­τω­μα, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, να βλέ­πει την ά­σχη­μη πλευ­ρά των πραγ­μά­των, δη­λα­δή ο­τι­δή­πο­τε μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­πο­δο­κι­μα­σία και δυ­σα­ρέ­σκεια. Αυ­τή ή­ταν η πλευ­ρά που τον ε­νέ­πνεε. Όσο, μά­λι­στα, πιο α­πα­ρά­δε­κτη έ­βρι­σκε την κα­τά­στα­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξορ­γι­ζό­ταν και με τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη θέρ­μη την δια­κω­μω­δού­σε. Για­τί ο Μπέρν­χαρ­ντ δεν αρ­κεί­το στο να σχο­λιά­ζει δυ­σμε­νώς τα κα­κώς κεί­με­να. Εκεί­νο που του ά­ρε­σε δεν ή­ταν να κα­τα­δι­κά­ζει και να κα­ταγ­γέλ­λει σε δρα­μα­τι­κούς τό­νους αλ­λά να γε­λοιο­ποιεί. Το α­γα­πη­μέ­νο του α­ξίω­μα ή­ταν πως ό­λα στον κό­σμο εί­ναι μια κω­μω­δία. Η α­γα­νά­κτη­ση στά­θη­κε η κύ­ρια πη­γή έ­μπνευ­σης για τα πε­ζά και τα θε­α­τρι­κά του έρ­γα, που δεί­χνουν σαν συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία για έ­ναν καυ­στι­κό με ορ­γί­λες κο­ρυ­φώ­σεις μο­νό­λο­γο. Με μη­δε­νι­στι­κή διά­θε­ση και διά­χυ­τη υ­παρ­ξια­κή α­γω­νία γρά­φει την δι­κή του “αν­θρώ­πι­νη κω­μω­δία”, που ε­μπνέε­ται α­πό την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τά τις με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Στα­θε­ρός δια βίου στό­χος του στά­θη­κε η χώ­ρα του, η Αυ­στρία και γε­νι­κό­τε­ρα, ο γερ­μα­νι­κός κό­σμος. Απεχ­θα­νό­ταν τον η­θι­κό εκ­φυ­λι­σμό, που τον έ­βλε­πε στην μι­κρο­α­στι­κή νοο­τρο­πία, στο πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο και σε α­πα­ξά­πα­ντες τους θε­σμούς. Αν και τε­λι­κά η Αυ­στρία μέ­σα στο έρ­γο του ε­πέ­χει μάλ­λον τη θέ­ση του α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κού πα­ρα­δείγ­μα­τος για τη γε­νι­κό­τε­ρη πα­ρακ­μή του δυ­τι­κού κό­σμου.
Με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, ο Μπέρν­χαρ­ντ πε­ρι­φρο­νεί τις βρα­βεύ­σεις και τα πνευ­μα­τι­κά ι­δρύ­μα­τα, που τις α­πο­φα­σί­ζουν και τις α­πο­νέ­μουν. Και σύμ­φω­να με την πά­για τα­κτι­κή του, ό­ταν βρα­βεύε­ται, εκ­φρά­ζει τα αι­σθή­μα­τά του, α­πό δυ­σα­ρέ­σκεια μέ­χρι α­πέχ­θεια, μέ­σω της δια­κω­μώ­δη­σης και της χλεύης. Ο ί­διος, στην αυ­το­βιο­γρα­φία του, σχε­δόν ε­παί­ρε­ται ό­τι, σε ό­λη του τη ζωή, δεν έ­κα­νε τί­πο­τα άλ­λο α­πό το να ε­νο­χλεί και να ε­ρε­θί­ζει. Και αυ­τό α­κρι­βώς φαί­νε­ται ό­τι έ­κα­νε και κα­τά τις α­πο­νο­μές των βρα­βείων. Για­τί, πα­ρά την πε­ρι­φρό­νη­ση, που έ­τρε­φε για τα βρα­βεία και τις τι­μη­τι­κές δια­κρί­σεις, α­να­γκα­ζό­ταν να τα α­πο­δέ­χε­ται λό­γω των πά­ντο­τε στε­νών οι­κο­νο­μι­κών του, υ­πο­λο­γί­ζο­ντας στο χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, που τα συ­νό­δευε. Όταν, μια φο­ρά, δια­πί­στω­σε με­τά τη βρά­βευ­ση, ό­τι η εν λό­γω διά­κρι­ση δεν συ­νο­δευό­ταν α­πό κά­ποιο χρη­μα­τι­κό πο­σό, χα­ρα­κτή­ρι­σε α­ναί­σχυ­ντους τους α­θλο­θέ­τες κι ας ε­πρό­κει­το για την Ακα­δη­μία Επι­στη­μών της Βιέν­νης.
Τον άλ­λο μή­να συ­μπλη­ρώ­νο­νται εί­κο­σι δύο χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Μπέρν­χαρ­ντ, στις 12 Φε­βρουα­ρίου 1989. Πέ­θα­νε α­πό καρ­δια­κή προ­σβο­λή δυο μέ­ρες με­τά τα γε­νέ­θλιά του. Εί­χε κλεί­σει τα 58. Την α­πέχ­θειά του για την Αυ­στρία την υ­πο­γράμ­μι­σε με τη δια­θή­κη του, με την ο­ποία και α­πα­γο­ρεύει ο­τι­δή­πο­τε έ­γρα­ψε, δη­μο­σιευ­μέ­νο και α­δη­μο­σίευ­το, να παι­χτεί, να τυ­πω­θεί ή α­κό­μη, και να δια­βα­στεί δη­μό­σια ε­ντός των ο­ρίων του αυ­στρια­κού κρά­τους. Η αι­τία αυ­τής της ο­λο­κλη­ρω­τι­κής α­πόρ­ρι­ψης θα μπο­ρού­σε να α­νά­γε­ται στη γέν­νη­σή του ως νό­θου σε έ­να μο­να­στή­ρι της Ολλαν­δίας, που χρη­σί­μευε ως “Άσυ­λο πα­ρα­στρα­τη­μέ­νων κο­ρι­τσιώ­ν”. Ωστό­σο, α­πό ε­νός έ­τους, έ­ζη­σε στην Αυ­στρία, με πα­τρι­κό εί­δω­λο αλ­λά και πρό­τυ­πο ζωής, τον παπ­πού του, Γιο­χάν­νες Φροϋμπύ­χλερ. Έναν α­ρι­στε­ρό συγ­γρα­φέα, που στά­θη­κε ο πρώ­τος του δά­σκα­λος. Αυ­τός τον έ­μα­θε να αμ­φι­σβη­τεί την κυ­ρίαρ­χη ο­πτι­κή και να ε­μπι­στεύε­ται την κρί­ση του.
Το βι­βλίο του για τα βρα­βεία εκ­δό­θη­κε α­πό τον γερ­μα­νό εκ­δό­τη του, το 2009, με τη συ­μπλή­ρω­ση εί­κο­σι χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του. Στο πρω­τό­τυ­πο φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο, «Ένας α­πο­λο­γι­σμός. Πρώ­τη έκ­δο­ση α­πό τα κα­τά­λοι­πα». Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι γρά­φτη­κε το 1980 και ό­τι, στις αρ­χές του 1989, ο Μπέρν­χαρ­ντ εί­χε α­πο­φα­σί­σει τε­λι­κά να το εκ­δώ­σει, αλ­λά τον πρό­λα­βε ο θά­να­τος. Ο εκ­δό­της, που εί­χε κρα­τή­σει ση­μειώ­σεις α­πό συ­νά­ντη­σή του με τον α­σθε­νή συγ­γρα­φέα μέ­σα στο 1988, δεν σχο­λιά­ζει, αν η μορ­φή του βι­βλίου, δη­λα­δή η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης των κει­μέ­νων εί­χε ο­ρι­στεί α­πό τον ί­διο τον συγ­γρα­φέα. Απο­ρία που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό την χρο­νο­λο­γι­κή “α­κα­τα­στα­σία” αυ­τής της πα­ρά­τα­ξης. Πέ­ραν του χρό­νου, δεν δια­κρί­νε­ται κά­ποιο άλ­λο κρι­τή­ριο, που να δι­καιο­λο­γεί, λ.χ., την πρό­τα­ξη ε­νός βρα­βείου του 1971 των βρα­βεύ­σεων της δε­κα­ε­τίας του ’60. Εκτός κι αν πρέ­πει να θεω­ρή­σου­με το βι­βλίο, ό­χι ως μια συ­να­γω­γή ο­μό­θε­μων κει­μέ­νων αλ­λά ως αυ­το­τε­λή πε­ζά, των ο­ποίων η πα­ρά­τα­ξη και συ­γκέ­ντρω­ση διέ­πο­νται α­πό αι­σθη­τι­κά και μό­νο κρι­τή­ρια.
Πά­ντως, το βι­βλίο πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό έ­ναν α­πο­λο­γι­σμό των λο­γο­τε­χνι­κών του βρα­βεύ­σεων. Η α­φή­γη­ση α­πλώ­νε­ται στα προ­εόρ­τια και τα με­θεόρ­τια της κά­θε βρά­βευ­σης, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται α­πί­θα­να μι­κρο­συμ­βά­ντα με τη μορ­φή κω­μι­κών σκη­νών, δί­νο­ντας στα κεί­με­να τη μορ­φή χρο­νι­κού ή και η­με­ρο­λο­για­κής κα­τα­γρα­φής. Κε­ντρι­κός ή­ρωας εί­ναι ο ε­αυ­τός του, τον ο­ποίο πε­ρι­γρά­φει σε μια α­ξιο­λύ­πη­τη κα­τά­στα­ση. Κι αυ­τό, για­τί α­να­γκά­ζε­ται να παί­ξει τον ρό­λο του βρα­βευ­θέ­ντος, τον ο­ποίο βρί­σκει ά­κρως τα­πει­νω­τι­κό. Προς ψυ­χο­λο­γι­κή ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση για την πα­ρα­χώ­ρη­ση να α­πο­δέ­χε­ται έ­να βρα­βείο, προ­ε­τοι­μα­ζό­με­νος για την τε­λε­τή α­πο­νο­μής, μη­ρυ­κά­ζει ό­τι δυ­σά­ρε­στο γνω­ρί­ζει για την πό­λη, ό­που θα γί­νει η α­πο­νο­μή, κυ­ρίως, ό­μως, για τους κρι­τές, φθά­νο­ντας μέ­χρι τον ί­διο τον υ­πουρ­γό Πο­λι­τι­σμού. Έτσι α­φη­γεί­ται, πως έ­νας α­σή­μα­ντος γραμ­μα­τέ­ας ε­νός Αγρο­τι­κού Επι­με­λη­τη­ρίου κα­τέ­λα­βε αυ­τήν την υ­ψη­λή θέ­ση, μό­νο και μό­νο για­τί έ­τυ­χε ο φί­λος του να γί­νει κα­γκε­λά­ριος.
Στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση προ­στέ­θη­κε έ­να σύ­ντο­μο ση­μείω­μα του με­τα­φρα­στή, χω­ρίς κα­μία πλη­ρο­φο­ρία για τον συγ­γρα­φέα και το έρ­γο του, ε­κτός α­πό το σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­ναν ι­διαί­τε­ρα γνω­στό συγ­γρα­φέα στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό. Ένα πρώ­το βι­βλίο του, το α­φή­γη­μα «Μπε­τόν» του 1982, εί­χε εκ­δο­θεί ή­δη το 1989 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Όπως, μά­λι­στα, η έκ­δο­ση εί­χε συ­μπέ­σει με το θά­να­τό του, υ­πάρ­χει πρό­λο­γος της φί­λης του Αννε­λόρ Οξ. Η με­τά­φρα­ση ή­ταν του Αλέ­ξαν­δρου Ίσα­ρη, που βρα­βεύ­τη­κε γι’ αυ­τήν πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, το 1996, ό­ταν το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε στην «Εστία». Ταυ­τό­χρο­να με το «Μπε­τόν», εί­χε εκ­δο­θεί και «Ο α­νη­ψιός του Βιτ­τγκεν­στάϊν». Μέ­σα στην ει­κο­σα­ε­τία έ­χει με­τα­φρα­στεί το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος α­πό τα δε­κα­τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τις νου­βέ­λες και τα τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κά του. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στός εί­ναι ο θε­α­τρι­κός Μπέρν­χαρ­ντ, ξε­κι­νώ­ντας με την ε­ξαί­ρε­τη πα­ρά­στα­ση του «Ρίτ­τερ Ντέ­νε, Φος» α­πό τον Λευ­τέ­ρη Βο­γιατ­ζή.
Θα μπο­ρού­σαν, ω­στό­σο, να δο­θούν κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες για το βι­βλίο, α­ντί της γε­νι­κής και αό­ρι­στης πλη­ρο­φο­ρίας ό­τι “πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να για τα εν­νέα α­πό τα δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία βρα­βεία, με τα ο­ποία εί­χε τι­μη­θεί στη ζωή του ο Μπέρν­χαρ­ντ”. Δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία; Τό­σο δύ­σκο­λο εί­ναι να α­κρι­βο­λο­γή­σει κα­νείς, α­να­τρέ­χο­ντας στα βιο­γρα­φι­κά του συγ­γρα­φέα. Κι ό­ταν α­να­φέ­ρο­νται δώ­δε­κα ή δε­κα­τρία βρα­βεία, με­τρά­ει κα­νείς μό­νο τα αυ­στρια­κά και γερ­μα­νι­κά, στα ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται τα κεί­με­να, ή και τα υ­πό­λοι­πα ευ­ρω­παϊκά; Σύγ­χυ­ση προ­κα­λεί και ο πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων, ό­που, ως τίτ­λοι των κει­μέ­νων, α­να­γρά­φο­νται μό­νο οι τίτ­λοι των βρα­βείων, που, για τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη, εί­ναι ε­λά­χι­στα έως κα­θό­λου κα­τα­το­πι­στι­κοί. Ευ­πρόσ­δε­κτες θα ή­ταν κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες πε­ρί των εν λό­γω βρα­βεύ­σεων, που θα μπο­ρού­σαν να δο­θούν και ως υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ανα­γκαία, πά­ντως, δεί­χνει η προ­σθή­κη στους τίτ­λους του έ­τους α­πο­νο­μής και του βρα­βευ­θέ­ντος έρ­γου. Αν μη τι άλ­λο, ως έ­νας ε­λά­χι­στος α­να­γνω­στι­κός μπού­σου­λας. Όταν, μά­λι­στα, σε κά­ποια κεί­με­να ο συγ­γρα­φέ­ας δεν μνη­μο­νεύει το έρ­γο για το ο­ποίο βρα­βεύε­ται. Αυ­τή η ε­ντύ­πω­ση της προ­χει­ρό­τη­τας ε­ντεί­νε­ται α­πό την λε­κτι­κή α­πό­δο­ση και τις α­σά­φειες που πα­ρει­σφρέ­ουν. Λ.χ., τι ση­μαί­νει “λέ­κτο­ρας” σε εκ­δο­τι­κό οί­κο; Κα­τά τα άλ­λα, μια δη­μο­σιο­γρα­φί­ζου­σα γλώσ­σα μάλ­λον δεν κα­λύ­πτει τις α­νά­γκες ε­νός πε­ζο­γρά­φου της τά­ξης του Μπέρν­χαρ­ντ.
Δε­κα­τρία εί­ναι συ­νο­λι­κά τα κεί­με­να του βι­βλίου και α­φο­ρούν εν­νέα βρα­βεύ­σεις, τρεις ο­μι­λίες που εκ­φώ­νη­σε σε τρεις α­πό αυ­τές και το κεί­με­νο της πα­ραί­τη­σής του α­πό την Αυ­στρια­κή Ακα­δη­μία για τη Γλώσ­σα και την Ποίη­ση. Αν τα α­να­δια­τά­ξου­με κα­τά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά α­πο­νο­μής των βρα­βείων έ­χου­με: Τρία βρα­βεία για το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό του βι­βλίο, το «Πα­γε­τός» (έ­χει α­πο­δο­θεί πα­λαιό­τε­ρα ως «Πα­γω­νιά»), που εκ­δό­θη­κε το 1963. Το βρα­βείο Ιού­λιου Κά­μπε, το 1964, το Λο­γο­τε­χνι­κό Βρα­βείο του Ελεύ­θε­ρου και Χαν­σε­α­τι­κού Δή­μου της Βρέ­μης, το 1965, και το Αυ­στρια­κό Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας, το 1967. Το κεί­με­νο για το πρώ­το εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο, κα­θώς πρό­κει­ται για την πρώ­τη του βρά­βευ­ση, με α­φορ­μή την ο­ποία δί­νει την πρώ­τη του συ­νέ­ντευ­ξη και μπαί­νει για πρώ­τη φο­ρά η φω­το­γρα­φία του σε ε­φη­με­ρί­δα. Πα­ρό­λο που εκ­φρά­ζει και σε αυ­τό, τα συ­νή­θη αι­σθή­μα­τα κα­τω­τε­ρό­τη­τας και την γνω­στή φυ­γο­κο­σμία του, μάλ­λον κα­μα­ρώ­νει πα­ρά εκ­φρά­ζει τα­πεί­νω­ση. Ύστε­ρα, υ­πο­λή­πτε­ται τον Ιού­λιο Κά­μπε, εκ­δό­τη του Χάιν­ριχ Χάι­νε, και α­γα­πά την πό­λη του Αμβούρ­γου, ό­που έ­χει την έ­δρα του ο εκ­δο­τι­κός οί­κος και ό­που γί­νε­ται η α­πο­νο­μή. Το κεί­με­νο συ­νε­χί­ζει και με­τά τη βρά­βευ­ση, κα­θώς α­φη­γεί­ται πώς, με το χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, α­πέ­κτη­σε το πρώ­το του αυ­το­κί­νη­το, με το ο­ποίο εί­χε το πρώ­το του αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα με υ­παι­τιό­τη­τα ε­νός Γιου­γκοσ­λά­βου, α­πό το ο­ποίο πή­ρε την πρώ­τη του α­πο­ζη­μίω­ση και α­γό­ρα­σε έ­να δεύ­τε­ρο αυ­το­κί­νη­το.
Τη δεύ­τε­ρη βρά­βευ­ση την πα­ρου­σιά­ζει σαν φιά­σκο, σε μια πό­λη, που, α­πό την πρώ­τη στιγ­μή, σι­χά­θη­κε. Απο­ρεί κα­νείς, ό­ταν πρό­κει­ται για την χα­ρι­τω­μέ­νη Βρέ­μη. Η ε­πί­φα­ση του κω­μι­κού υ­πάρ­χει σε ό­λα τα κεί­με­να, ε­ντεί­νε­ται, ό­μως, ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στην προ­ε­τοι­μα­σία μιας ο­μι­λίας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον η σύ­γκρι­ση του τρό­που που πε­ρι­γρά­φει ό­τι την ε­μπνεύ­στη­κε και την έ­γρα­ψε, καλ­λιερ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για έ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τυ­χαίων πα­ρα­τη­ρή­σεων, με το ί­διο το κεί­με­νο της ο­μι­λίας, που εί­ναι μεν σύ­ντο­μο, αλ­λά ει­ρω­νεύε­ται την δή­θεν ε­πι­στη­μο­νι­κή πρόο­δο και την αν­θρώ­πι­νη με­γα­λο­μα­νία, για να κα­τα­λή­ξει στην υ­παρ­ξια­κή “πα­γω­νιά”. Μια ο­μι­λία, που έρ­χε­ται ως συ­νέ­χεια του βρα­βευ­μέ­νου έρ­γου, «Πα­γω­νιά», και η ο­ποία θα α­παι­τού­σε κα­νο­νι­κά μα­κρά προ­ε­τοι­μα­σία. Στο ί­διο κεί­με­νο α­φη­γεί­ται πως, με το έ­πα­θλο, α­γό­ρα­σε το πρώ­το του σπί­τι. Ένα ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο οί­κη­μα, σε μια έ­ρη­μη το­πο­θε­σία, που ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο για κα­τοι­κία φα­ντα­σμά­των. Κι ό­μως, αυ­τό α­πο­τέ­λε­σε το μό­νο δι­κό του σπί­τι. Εκεί, α­νά­με­σα στους τέσ­σε­ρις γυ­μνούς τοί­χους, έ­στη­σε τους μο­νο­λό­γους του, και σε αυ­τό πέ­θα­νε. Τε­λειώ­νει, πε­ρι­γρά­φο­ντας πώς, ως κρι­τής, το ε­πό­με­νο έ­τος, για το ί­διο βρα­βείο, πρό­τει­νε τον Ελία Κα­νέτ­τι, τον ο­ποίο δεν βρά­βευ­σαν, για­τί ή­ταν ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής, ε­νώ βρά­βευ­σαν έ­ναν τε­λείως ά­γνω­στο, που, εκ των υ­στέ­ρων, α­πο­δείχ­θη­κε ό­τι και ε­κεί­νος ή­ταν ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής.
Το τρί­το βρα­βείο για το πρώ­το βι­βλίο του ή­ταν το κρα­τι­κό. Όπως φαί­νε­ται, τα Αυ­στρια­κά Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας έ­χουν έ­να με­γά­λο βρα­βείο για το σύ­νο­λο του έρ­γου και έ­να μι­κρό, το ο­ποίο α­πο­νέ­με­ται για έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο, που έ­χει υ­πο­βά­λει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας. Όπως συ­νέ­βαι­νε πα­λαιό­τε­ρα και με τα δι­κά μας Κρα­τι­κά Βρα­βεία, αυ­τό α­πο­νέ­με­ται, κυ­ρίως, σε νέ­ους λο­γο­τέ­χνες, ε­νώ ο Μπέρν­χαρ­ντ ή­ταν ή­δη τρια­ντα­πε­ντά­ρης. Την υ­πο­ψη­φιό­τη­τα, ό­μως, δεν την εί­χε υ­πο­βά­λει ο ί­διος, αλ­λά ο ε­τε­ρο­θα­λής α­δελ­φός του, που γνώ­ρι­ζε την κα­κή οι­κο­νο­μι­κή του κα­τά­στα­ση. Αυ­τό το βρα­βείο α­πο­τέ­λε­σε την κο­ρύ­φω­ση της τα­πεί­νω­σής του. Πρώ­τον, για­τί έ­φε­ρε τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό μι­κρό και δεύ­τε­ρον, για­τί ο υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, ή­ταν έ­νας α­δαής, που εί­χε ε­ξί­σου α­δα­είς συμ­βού­λους, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­να­κα­τώ­σει τα βιο­γρα­φι­κά του και να τον α­να­φέ­ρει ως Ολλαν­δό. Και πά­λι εί­χε ε­τοι­μά­σει, ό­πως δια­τεί­νε­ται, μια σύ­ντο­μη και α­νώ­δυ­νη ο­μι­λία, που, ό­μως, προ­κά­λε­σε σκάν­δα­λο, με την α­πο­χώ­ρη­ση του Υπουρ­γού και ό­λων των ε­πι­σή­μων. Η ο­μι­λία πα­ρα­τί­θε­ται και μάλ­λον δι­καιώ­νει τους αυ­στρια­κούς ε­πι­φα­νείς. Με­τα­ξύ άλ­λων δια­κή­ρυτ­τε: “Το κρά­τος εί­ναι έ­να δη­μιούρ­γη­μα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο μό­νι­μα στην α­πο­τυ­χία, ο λαός έ­να άλ­λο μόρ­φω­μα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο α­διά­κο­πα στην α­χρειό­τη­τα και την ά­νοια… Εί­μα­στε Αυ­στρια­κοί… Εί­μα­στε α­ξιο­θρή­νη­τοι…”
Τον ί­διο χρό­νο, το 1967, του α­πο­νέ­μο­νται δυο α­κό­μη δια­κρί­σεις για το δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο, το «Τα­ρα­χή»: η τι­μη­τι­κή διά­κρι­ση της Πο­λι­τι­στι­κής Επι­τρο­πής του Συν­δέ­σμου Γερ­μα­νών Βιο­μη­χά­νων και το βρα­βείο του Συν­δέ­σμου Αυ­στρια­κών Βιο­μη­χά­νων. Η δεύ­τε­ρη, ω­στό­σο, βρά­βευ­ση α­κυ­ρώ­θη­κε, για­τί εί­χε προ­γραμ­μα­τι­στεί να γί­νει μια ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πο­νο­μή του “Μι­κρού” Κρα­τι­κού Βρα­βείου και πά­λι, α­πό τον Υπουρ­γό, που δεν ή­θε­λε να α­κού­σει ού­τε το ό­νο­μα Μπέρν­χαρ­ντ. Ακο­λου­θεί, το 1970, το μό­νο ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στό βρα­βείο, το Βρα­βείο Γκέ­ορ­γκ Μπύ­χνε­ρ, που του α­πο­νέ­με­ται για το τρί­το πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο, «Το α­σβε­στο­κά­μι­νο». Η ο­μι­λία, που εκ­φω­νεί, εί­ναι η τρί­τη ο­μι­λία, που δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο, και η ο­ποία, α­πό ό­τι γρά­φει, ε­νό­χλη­σε μό­νο λό­γω της συ­ντο­μίας της. Μα­ζί του τι­μά­ται και ο Βέρ­νερ Χάι­ζεν­μπερ­γκ, έ­νας α­πό τους με­γα­λύ­τε­ρους γερ­μα­νούς φυ­σι­κούς, στον ο­ποίο ο­φεί­λου­με τη θεω­ρία της συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τας. Κα­τά το δεί­πνο που α­κο­λού­θη­σε, ο νο­μπε­λί­στας φυ­σι­κός ε­πέ­με­νε να τον ρω­τά­ει, για­τί οι συγ­γρα­φείς βλέ­πουν μο­νί­μως τα πά­ντα τό­σο μαύ­ρα! Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η με­τα­φρα­στι­κή δια­τύ­πω­ση ό­τι ο Χάι­ζεν­μπερ­γκ πή­ρε “βρα­βείο ε­πι­στη­μο­νι­κής πρό­ζας” εί­ναι του­λά­χι­στον α­τυ­χής.
Σε ό­λα τα κεί­με­να, που έ­χουν και λαν­θά­νου­σα μορ­φή θε­α­τρι­κού, πρω­τα­γω­νι­στεί δί­πλα του η “θεία” του, ό­πως α­πο­κα­λεί την με­γά­λη φί­λη του, Χέ­ντυ Στα­βια­νί­τσε­κ, που γνώ­ρι­σε το 1949 στο σα­να­τό­ριο και πα­ρέ­μει­ναν σύ­ντρο­φοι μέ­χρι τον θά­να­τό της, το 1984. Η α­γέ­ρω­χη και σώ­φρων στά­ση της ε­ξι­σορ­ρο­πεί τη δι­κή του συ­μπε­ρι­φο­ρά, την ο­ποία συ­χνά πε­ρι­γρά­φει ως πα­ρα­νοϊκή.
Το 1971, βρα­βεύε­ται για το πρώ­το θε­α­τρι­κό του, το «Μια γιορ­τή για τον Μπό­ρις». Αυ­τό το κεί­με­νο προ­τάσ­σε­ται στο βι­βλίο. Ίσως, ο Μπέρν­χαρ­ντ να το θεώ­ρη­σε το πιο κω­μι­κό, κα­θώς ε­στιά­ζει στο κου­στού­μι που α­γο­ρά­ζει μια ώ­ρα πριν την α­πο­νο­μή και μια ώ­ρα με­τά, το αλ­λά­ζει με άλ­λο, έ­να νού­με­ρο με­γα­λύ­τε­ρο. Ενώ, το 1972, τι­μά­ται για το τρί­το θε­α­τρι­κό του, «Ο Αδαής και ο Τρε­λός». Εί­ναι το Βρα­βείο Φρα­ντς Τέ­ο­ντορ Τσό­κο­ρ, ε­νός φι­λο­σό­φου και δρα­μα­τουρ­γού, που ή­ταν φί­λος του παπ­πού του και η α­φή­γη­ση προ­σθέ­τει σε­λί­δες στην Αυ­το­βιο­γρα­φία του. Τέ­λος, το 1976, του α­πο­νέ­με­ται το Λο­γο­τε­χνι­κό Βρα­βείο του Ομο­σπον­δια­κού Επι­με­λη­τη­ρίου για το «Υπό­γειο», που εί­ναι ο δεύ­τε­ρος τό­μος της Αυ­το­βιο­γρα­φίας του.
Όλα τα κεί­με­να έ­χουν α­νά­λα­φρο τό­νο, α­κό­μη και ό­ταν πε­ρι­γρά­φουν έ­ναν θά­να­το. Σε μια βρά­βευ­σή του, κα­τά την ο­ποία συμ­βαί­νουν ποι­κί­λες πα­ρα­τυ­πίες, έ­νας φί­λος του, μέ­λος της Κρι­τι­κής Επι­τρο­πής δεν δια­μαρ­τύ­ρε­ται ού­τε πα­ραι­τεί­ται, με τη δι­καιο­λο­γία ό­τι έ­χει α­νά­γκη την προ­βλε­πό­με­νη για τη συμ­με­το­χή του στην Επι­τρο­πή α­μοι­βή. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, κρε­μιέ­ται α­πό τον γά­ντζο της ε­ξώ­πορ­τας του σπι­τιού του. Δια­βά­ζο­ντας τα κεί­με­νά του για τα βρα­βεία, βρή­κα­με πολ­λά ση­μεία, που θυ­μί­ζουν τα κα­θ’ η­μάς. Σε ε­μάς ο­ρι­σμέ­νοι έ­χουν πα­ραι­τη­θεί, αλ­λά σιω­πη­λά χω­ρίς να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν. Αυ­το­χει­ρία, πά­ντως, δεν έ­χει κα­τα­γρα­φεί στα χρο­νι­κά κα­νε­νός ελ­λη­νι­κού βρα­βείου, πα­ρό­λο που μι­κρές ή με­γά­λες πα­ρα­τυ­πίες δεν λεί­πουν.


Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/1/2011

Επιστολές περί Παπαδιαμάντη

Λά­βα­με και δη­μο­σιεύου­με χω­ρίς ου­δέ­να σχο­λια­σμό δύο ε­πι­στο­λές। Η μία, με κα­νο­νι­κό τα­χυ­δρο­μείο, α­πό τον κ. Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο και η άλ­λη, με η­λεκ­τρο­νι­κό τα­χυ­δρο­μείο, α­πό την κ. Γ. Φα­ρί­νου - Μα­λα­μα­τά­ρη, μέ­λος της Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του Γ’ Διε­θνούς Συ­νε­δρίου για τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη.

Κύ­ριε Διευ­θυ­ντά,

Ο φί­λος κ. Γ. Ζε­βε­λά­κης με το κεί­με­νό του « Έρευ­να χω­ρίς α­νώ­φε­λες υ­πε­ρα­σπι­στι­κές προ­θέ­σεις» (Η Επο­χή, 20.12.2010) ε­πα­να­λαμ­βά­νει τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι ο “φι­λε­λεύ­θε­ρος ποιη­τής” Π..., που ζή­τη­σε οι­κο­νο­μι­κή βοή­θεια α­πό τον Γ. Φι­λά­ρε­το, εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Την ταύ­τι­ση αυ­τή στη­ρί­ζει κυ­ριό­τα­τα στο γε­γο­νός ό­τι ο Φ. Α. Δη­μη­τρα­κό­που­λος α­πο­δί­δει στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πτά κεί­με­να με την υ­πο­γρα­φή Π., δη­μο­σιευ­μέ­να στην Εφη­με­ρί­δα και την Ακρό­πο­λιν.
Αλη­θεύει, πράγ­μα­τι, ό­τι ό­χι μό­νο ο Δη­μη­τρα­κό­που­λος αλ­λά και ο Βα­λέ­τας πο­λύ νω­ρί­τε­ρα α­πέ­δω­σαν στον Πα­πα­δια­μά­ντη άρ­θρα της Ακρο­πό­λεως με την υ­πο­γρα­φή Π. Η πα­πα­δια­μα­ντι­κή τους ό­μως πα­τρό­τη­τα έ­χει α­θε­τη­θεί με το με­λέ­τη­μα του γρά­φο­ντος «Υπε­ρα­σπί­ζο­ντας το πα­πα­δια­μα­ντι­κό κεί­με­νο» (Αρχείον Ευ­βοϊκών Με­λε­τών, τόμ. 34, 2011 –2002, Αθή­να 2004).
Για την υ­πο­γρα­φή αυ­τή, που μας έ­χει πα­ρα­πλα­νή­σει και τα­λαι­πω­ρή­σει ό­χι λί­γο, θα δη­μο­σιευ­τεί ε­ντός του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έ­τους 2011 ει­δι­κό με­λέ­τη­μα.

Με πολ­λές ευ­χα­ρι­στίες για τη φι­λο­ξε­νία
Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος Χαλ­κί­δα, 27-12-2010

From: gfar@lit.auth.gr
Subject: Συ­νέ­δριο Πα­πα­δια­μά­ντη
Date: 05 Ια­νουα­ρίου 2011 6:02:45 ΜΜ GMT+02:00
To: epohi@otenet.gr

Με α­φορ­μή το άρ­θρο της κ. Μά­ρης Θε­ο­δο­σο­πού­λου για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, σας στέλ­νω την προ­κή­ρυ­ξη του Γ' Συ­νε­δρίου, στην ο­ποία α­να­γρά­φο­νται τα μέ­λη της Οργα­νω­τι­κής και της Επι­στη­μο­νι­κής Επι­τρο­πής. Σας πα­ρα­κα­λώ να της το προω­θή­σε­τε. Σας ευ­χα­ρι­στώ, ΓΦ

Prof. G. Farinou-Malamatari
Aristotle University of Thessaloniki
Dep. of Medieval and Modern Greek Studies
54124 Thessaloniki, Greece
+30 2310997135, +30 2310930524
fax +30 2310997092
fax +30 2310 997094

Ε­ΤΑΙ­ΡΕΙΑ
ΠΑ­ΠΑ­ΔΙΑ­ΜΑ­ΝΤΙ­ΚΩΝ ΣΠΟΥ­ΔΩΝ
Μαυ­ρο­μι­χά­λη 16 – 106 80 Αθή­να
Τηλ. 210 360 55 32, Fax 210 36 37 304
e-mail: domosbooks@ath.forthnet.गर

Γ’ ΔΙΕ­ΘΝΕΣ ΣΥ­ΝΕ­ΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Α­ΛΕ­ΞΑ­ΝΔΡΟ ΠΑ­ΠΑ­ΔΙΑ­ΜΑ­ΝΤΗ

Α’ Ε­ΓΚΥ­ΚΛΙΟΣ Ε­ΠΙ­ΣΤΟ­ΛΗ
(Ἐ­πα­νά­λη­ψη μὲ διευ­κρι­νί­σεις)

Τὸ 2011 συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη καὶ 100 ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του. Ἡ Ἑ­ται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν Σπου­δῶν προ­γραμ­μα­τί­ζει τὴν ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Γ΄ Διε­θνοῦς Συ­νε­δρίου γιὰ τὸν Πα­πα­δια­μά­ντη, πι­θα­νό­τα­τα στὴ Σκιά­θο, στὰ τέ­λη Σε­πτεμ­βρίου ἢ στὶς ἀρ­χὲς Ὀ­κτω­βρίου 2011, μὲ κε­ντρι­κὸ θέ­μα
Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­φρά­ζων καὶ με­τα­φρα­ζό­με­νος
Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ἦ­ταν ἐ­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γαλ­λι­κὰ κυ­ρίως λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν κει­μέ­νων, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποία δη­μο­σιεύ­τη­καν χω­ρὶς τὸ ὄ­νο­μά του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Ἐ­πί­σης ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ἔ­χει ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς ξέ­νες γλῶσ­σες (ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κὰ κ.ἄ.) καὶ ἔ­χει «με­τα­γλωτ­τι­στεῖ»/«με­τα­γρα­φεῖ» στὴ δη­μο­τι­κή.

Ἑ­πο­μέ­νως οἱ θε­μα­τι­κοὶ ἄ­ξο­νες τοῦ Συ­νε­δρίου, τὸ ὁ­ποῖο δὲν θὰ εἶναι αὐ­στη­ρῶς νε­ο­ελ­λη­νι­κό, ἀλ­λὰ θὰ δια­λαμ­βά­νει καὶ ὅ­μο­ρα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἀ­ντι­κεί­με­να, εἶναι:
α) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ὡς με­τα­φρα­στὴς τῆς ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας καὶ γραμ­μα­τείας.
(Ἤ­δη ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ σὲ βι­βλίο οἱ ἀ­κό­λου­θες με­τα­φρά­σεις: Ἀλ­φόν­σου Δω­δέ, Ταρ­τα­ρί­νος ὁ ἐκ Τα­ρα­σκῶνος – Οὐΐλλιαμ Μπλαί­κη, Γε­ρὰ σώ­μα­τα διὰ τὰ ἀ­γό­ρια καὶ τὰ κο­ρί­τσια μας – Θ. Δο­στο­γέφ­σκη, Τὸ Ἔ­γκλη­μα καὶ ἡ Τι­μω­ρία – Μάρ­κου Τουαίν, «Ἑ­νὸς ἑ­κα­τομ­μυ­ρίου λι­ρῶν χαρ­το­νο­μί­σμα­τα» καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα – Μπρὲτ Χάρ­τ, Ἀρ­γο­ναυ­τι­καὶ διη­γή­σεις – Ἀλ­φρέ­δου Κλάρ­κ, Ἡ εὕ­ρε­σις τῆς γυ­ναι­κὸς τοῦ Λὼτ – Τζέ­ρομ Κ. Τζέ­ρο­μ, Ἡ Νέα Οὐ­το­πία καὶ ἄλ­λα εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τα – Φρε­δε­ρί­κου Γ. Φάρ­ρα­ρ, Ὁ βίος τοῦ Χρι­στοῦ – Ἀ­ντω­νίου Παύ­λο­βι­τς Τσέ­χω­β, Τέσ­σα­ρα διη­γή­μα­τα – Guy de Maupassant, Ἡ κλη­ρο­νο­μία – Χὼλλ Κέιν, Ὁ Μα­ξιώ­της – George Ohnet, Ὁ ἰα­τρὸς Ρα­μῶ – Γεωρ­γίου Φίν­λεϋ, Ἱ­στο­ρία τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σεως, τ. Α+Β – Ε. Γ. Οὐέλ­λς, Ὁ Ἀό­ρα­τος)
β) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης ὡς ἐν­δο­γλωσ­σι­κὸς με­τα­φρα­στὴς (π.χ. Ψαλ­μοὶ)
γ) Ὁ Πα­πα­δια­μά­ντης σὲ ξέ­νες γλῶσ­σες
δ) Ἐν­δο­γλωσ­σι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Πα­πα­δια­μά­ντη (με­τα­γλωτ­τί­σεις καὶ δια­σκευὲς τῶν ἔρ­γων του στὴ δη­μο­τι­κὴ)
ε) Ζη­τή­μα­τα γνη­σιό­τη­τας τῶν με­τα­φρά­σεων ποὺ ἀ­πο­δί­δο­νται στὸν Πα­πα­δια­μά­ντη καὶ κρι­τή­ρια συ­γκρό­τη­σης τῶν κα­τα­λό­γων τῶν πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν με­τα­φρά­σεων.
Ἂν ὑ­πάρ­ξει χρό­νος, θὰ δια­τε­θεῖ σὲ ἐ­λεύ­θε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις.
Ὁ χρό­νος τῶν ἀ­να­κοι­νώ­σεων δὲν θὰ ὑ­περ­βαί­νει σὲ κα­μιὰ πε­ρί­πτω­ση τὰ 20΄ λε­πτά. Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με νὰ δη­λώ­σε­τε τὴ συμ­με­το­χή σας (δί­νο­ντας πλή­ρη στοι­χεῖα) καὶ νὰ ἀ­πο­στεί­λε­τε τίτ­λο καὶ κα­τα­το­πι­στι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς προ­τει­νό­με­νης ἀ­να­κοί­νω­σης ἕως τὶς 30 Νο­εμ­βρίου 2010 στὴ γραμ­μα­τεία τῆς Ὀρ­γα­νω­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς (mail: domosbooks@ath.forthnet.gr ἢ valialabrop@yahoo.gr εἴ­τε μὲ fax: 210 3637304, εἴ­τε τα­χυ­δρο­μι­κὰ στὴ διεύ­θυν­ση: Ἑ­ται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κῶν Σπου­δῶν, Μαυ­ρο­μι­χά­λη 16, 10680 Ἀ­θή­να).
Ἡ Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ θὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὶς εἰ­ση­γή­σεις. Στὴ συ­νέ­χεια θὰ κα­ταρ­τι­στεῖ τὸ πρό­γραμ­μα τῶν συ­νε­δριῶν καὶ θὰ ἐ­νη­με­ρω­θεῖ­τε ἐ­γκαί­ρως μὲ νέα ἐ­γκύ­κλιο ἐ­πι­στο­λή.
Ὁ Δῆ­μος Σκιά­θου προ­τί­θε­ται νὰ ἀ­να­λά­βει τὰ ἔ­ξο­δα φι­λο­ξε­νίας. Οἱ σύ­νε­δροι κα­λοῦνται νὰ με­ρι­μνή­σουν γιὰ τὴν κά­λυ­ψη τῶν ὁ­δοι­πο­ρι­κῶν τους.
Μὲ τι­μὴ
Ἡ Ὀρ­γα­νω­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ
Πρό­ε­δρος:
Φώ­της Δη­μη­τρα­κό­που­λος
Μέ­λη: Δημ. Μαυ­ρό­που­λος,
Κων. Πι­τσά­κης, Ἀ­ση­μί­να Σουλ­τά­νη,
Δημ. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος,
Γεωρ­γία Φα­ρί­νου-Μα­λα­μα­τά­ρη

Ἡ Ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ

Νά­σος Βα­γε­νάς,
Κα­θη­γη­τὴς Θεω­ρίας καὶ Κρι­τι­κῆς τῆς Λο­γο­τε­χνίας ΕΚ­ΠΑ
Φώ­της Δη­μη­τρα­κό­που­λος,
Κα­θη­γη­τὴς τῆς Βυ­ζα­ντι­νῆς,
Με­τα­βυ­ζα­ντι­νῆς Φι­λο­λο­γίας
καὶ Πα­λαιο­γρα­φίας ΕΚ­ΠΑ
Σταῦ­ρος Ζου­μπου­λά­κης,
Φι­λό­λο­γος, Διευ­θυ­ντὴς
πε­ριο­δι­κοῦ Νέα Ἑ­στία
Ἄ­ρης Μπερ­λής, Δο­κι­μιο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς καὶ με­τα­φρα­στὴς
Ἰωάν­να Να­ού­μ, Λέ­κτο­ρας
Γε­νι­κῆς καὶ Συ­γκρι­τι­κῆς
Γραμ­μα­το­λο­γίας Α­ΠΘ
Λα­μπρι­νὴ Τρια­ντα­φυλ­λο­πού­λου, Φι­λό­λο­γος
Γεωρ­γία Φα­ρί­νου-Μα­λα­μα­τά­ρη, Κα­θη­γή­τρια Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς
Φι­λο­λο­γίας Α­ΠΘ

ΣΗΜ. Μὲ τὴν πα­ρά­κλη­ση νὰ ἀ­να­κοι­νω­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ Τμή­μα­τός σας ἢ νὰ προω­θη­θεῖ ὅ­που νο­μί­ζε­τε.

Ἀ­θή­να, 20 Σε­πτεμ­βρίου 2010

Ἐκ τῆς Γραμ­μα­τείας


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/1/2011