Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Ο Πύργος του Δουμά

Κλω­ντ Σο­π
«Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”
Τρεις η­μέ­ρες στην οι­κία
του
κυ­ρίου Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά»
Με­τά­φρα­ση, ει­σα­γω­γή, ε­πί­με­τρο:
Θό­δω­ρος Κα­τσι­κά­ρος

Εκδό­σεις: Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Νοέμ­βριος 2010

Κα­τά το δεύ­τε­ρο μι­σό του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, τέσ­σε­ρις γάλ­λοι συγ­γρα­φείς, σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, γεν­νη­μέ­νοι ε­ντός μιας τριε­τίας στο γύ­ρι­σμα του 18ου προς τον 19ο αιώ­να, ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον ελ­λή­νων λο­γίων και κοι­νού, ε­ντός της χώ­ρας αλ­λά και ε­κτός, σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη. Σε η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, πρό­κει­ται για τον Ονο­ρέ ντε Μπαλ­ζά­κ, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Σο­λω­μού, τον Βί­κτω­ρα Ου­γκώ και τον Αλέ­ξαν­δρο Δου­μά, συ­νο­μή­λι­κους του Ιά­κω­βου Πι­τσι­πιού, και τον Ευ­γέ­νιο Σύη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρο του Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου. Αυ­τοί, ου­σια­στι­κά, α­πο­τέ­λε­σαν για τους έλ­λη­νες λο­γίους της ε­πο­χής το πρό­τυ­πο του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου. Πρω­το­πό­ρος, πά­ντως, κα­τά την “ει­σβο­λή” στα κα­θ’ η­μάς του γαλ­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, στά­θη­κε ο Δου­μάς. Γνω­στός και ως Δου­μάς πα­τή­ρ, α­φού ευ­τύ­χη­σε έ­να α­πό τα παι­διά του να κλη­ρο­νο­μή­σει το συγ­γρα­φι­κό του τα­λέ­ντο. Επει­δή, μά­λι­στα, ε­πρό­κει­το για έ­να α­πό τα τέσ­σε­ρα τέ­κνα του ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα, που α­πέ­κτη­σε, η μη­τέ­ρα του, σαν μια ε­λά­χι­στη κα­το­χύ­ρω­ση της πα­τρό­τη­τας, τον βά­φτι­σε Αλέ­ξαν­δρο. Πρό­κει­ται για τον Δου­μά υιό. Κι αυ­τός υ­πήρ­ξε έ­νας γό­νι­μος συγ­γρα­φέ­ας, που έ­γρα­ψε, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και την «Κυ­ρία με τις κα­με­λίες».
Ο Δου­μάς πα­τή­ρ, λοι­πόν, εί­ναι ο πρώ­τος της τε­τρά­δας, που με­τα­φρά­στη­κε ελ­λη­νι­κά, προ­η­γού­με­νος α­κό­μη και του κα­τά μια γε­νιά πρε­σβύ­τε­ρού του, άγ­γλου μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου, Ουώλ­τερ Σκωτ. Τη διε­τία 1845-46, με­τα­φρά­στη­καν και κυ­κλο­φό­ρη­σαν οι τρεις τό­μοι του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», πριν α­κό­μη στε­γνώ­σει το με­λά­νι του πρω­τό­τυ­που, ε­νώ ο «Ιβα­νό­ης» του Σκω­τ, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1819, με­τα­φρά­στη­κε μό­λις το 1847. Την με­τά­φρα­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο» α­κο­λού­θη­σαν «Οι τρεις σω­μα­το­φύ­λα­κες», που εί­χαν εκ­δο­θεί έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1844. Εκτός, ό­μως, α­πό αυ­τήν την πρω­τιά, ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε και ως ο πλέ­ον δη­μο­φι­λής, κα­λύ­πτο­ντας το δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να με πλή­θος μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του στην ελ­λη­νι­κή, που γνώ­ρι­σαν πολ­λα­πλές εκ­δό­σεις. Τα πρώ­τα χρό­νια, τον α­κο­λου­θού­σε κα­τά πό­δας ο Σύης με τα πο­λύ­το­μα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Εκεί­νος, ό­μως, έ­μει­νε στον 19ο, ε­νώ τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός α­πο­δείχ­θη­καν αιω­νό­βια, φθά­νο­ντας μέ­χρι και τον τρέ­χο­ντα αιώ­να. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα άρ­χι­σαν να με­τα­φρά­ζο­νται τα θε­α­τρι­κά και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Ου­γκώ, αλ­λά, συν τω χρό­νω, κέρ­δι­σε έ­δα­φος. Όσο για τον Μπαλ­ζά­κ, στον προ­πε­ρα­σμέ­νο αιώ­να α­πα­σχό­λη­σε μό­νο τους λο­γίους. Η δι­κή του ώ­ρα ήρ­θε αρ­γό­τε­ρα. Άλλω­στε, εί­ναι ε­κεί­νος α­πό την τε­τρά­δα, που κυ­ριάρ­χη­σε στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, στον ο­ποίο δια­σώ­θη­κε και ο Ου­γκώ, ε­νώ ο Δου­μάς πα­τήρ έ­μει­νε στις ο­ρια­κές πε­ρι­πτώ­σεις. Πά­ντως, στις 24 Ιου­λίου 2002, κα­τά τη συ­μπλή­ρω­ση δια­κο­σίων χρό­νων α­πό τη γέν­νη­σή του, η σο­ρός του με­τα­φέρ­θη­κε στο πα­ρι­σι­νό Πάν­θε­ον, δί­πλα στους Ου­γκώ και Ζο­λά. Στην τε­λε­τή, ο τό­τε πρό­ε­δρος Σι­ράκ δεν μί­λη­σε για έ­να με­γά­λο λο­γο­τέ­χνη αλ­λά για τον συγ­γρα­φέα, που μας κά­νει να ο­νει­ρευό­μα­στε ό­τι εί­μα­στε νέ­οι Ντ’ Αρντα­νιάν και Κό­μη­τες του Μό­ντε-Χρί­στο.
Στα κα­θ’ η­μάς, ο Δου­μάς πα­τήρ δεν ση­μείω­σε μό­νο θριάμ­βους. Ήταν ε­κεί­νος, που στις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες του 19ου αιώ­να, κα­τ’ ε­ξο­χήν, α­πο­δο­κι­μά­στη­κε ως φο­ρέ­ας των “ο­θνείων η­θώ­ν”. Χω­ρίς, βε­βαίως, αυ­τό να ε­πη­ρεά­σει την εκ­δο­τι­κή ε­πι­τυ­χία των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Τε­λι­κά, τα βι­βλία του, ό­πως και ε­κεί­να του Ιού­λιου Βερν, κα­τα­χω­ρή­θη­καν, ως ε­πί το πλεί­στον, στα ε­φη­βι­κά α­να­γνώ­σμα­τα. Ίσως, γι’ αυ­τό, δεν έ­χει με­τα­φρα­στεί, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, κά­ποια βιο­γρα­φία του, σε α­ντί­θε­ση με τον Μπαλ­ζά­κ, που α­κό­μη και πρό­σφα­τα με­τα­φρά­στη­κε μια πο­λυ­σέ­λι­δη. Αυ­τό το κε­νό έρ­χε­ται να κα­λύ­ψει η ι­διό­τυ­πη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του θεω­ρού­με­νου ως κο­ρυ­φαίου με­λε­τη­τή του Δου­μά πα­τρός, του Κλω­ντ Σο­π, με τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, «Η έ­παυ­λις “Μό­ντε-Χρί­στο”». Σε α­ντί­θε­ση με ε­κεί­νη του Μπαλ­ζά­κ, πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο, που α­πευ­θύ­νε­ται σε ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Κι αυ­τό, για­τί συν­δυά­ζει τη χά­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με τα προ­σό­ντα του δο­κι­μίου. Συν­δυα­σμός, που ο­φεί­λε­ται σε τρεις αν­θρώ­πους.
Εν αρ­χή, στην πλη­θω­ρι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, που βιο­γρα­φεί­ται. Ο Δου­μάς πα­τήρ ό­λα τα έ­κα­νε κα­θ’ υ­περ­βο­λήν, α­πό το γρά­ψι­μο μέ­χρι τον έ­ρω­τα. Με άλ­λα λό­για, ή­ταν έ­νας έ­τοι­μος μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός ή­ρωας, ό­πως και ο Μπαλ­ζά­κ, με τον ο­ποίο εί­χε και πολ­λά κοι­νά ση­μεία. Ήταν και οι δυο σπά­τα­λοι, τα­λαι­πω­ρή­θη­καν α­πό τους δα­νει­στές τους και στά­θη­καν συγ­γρα­φι­κά πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τοι. Ο δεύ­τε­ρος άν­θρω­πος, που κα­θό­ρι­σε τον χα­ρα­κτή­ρα του βι­βλίου, εί­ναι, προ­φα­νώς, ο συγ­γρα­φέ­ας του και ο τρί­τος, ο με­τα­φρα­στής του, που εί­ναι και με­λε­τη­τής του Δου­μά πα­τρός. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σε αυ­τόν τον τε­λευ­ταίο να ο­φεί­λε­ται και η ε­πι­λο­γή προς με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, που εκ­δό­θη­κε στην Γαλ­λία το 2002. Όπως και να έ­χει, με την ει­σα­γω­γή και το ε­πί­με­τρο, ε­πε­ξη­γεί, κα­τ’ αρ­χήν, τον τίτ­λο. Για­τί μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του Δου­μά πα­τρός να ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην έ­παυ­λή του; Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τή η έ­παυ­λη σε πα­ρι­σι­νό προά­στιο και τι σή­μαι­νε για τον ε­μπνευ­στή και ι­διο­κτή­τη της; Δί­νει το ι­στο­ρι­κό της έ­παυ­λης, που, σή­με­ρα, εί­ναι μου­σείο. Επί­σης, πα­ρου­σιά­ζει τον Κλω­ντ Σο­π, πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Φί­λων Αλέ­ξαν­δρου Δου­μά, εκ­δό­τη πε­ριο­δι­κού, με τίτ­λο, «Τε­τρά­δια Δου­μά», ο ο­ποίος, τε­λι­κά, α­πό α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής έ­γι­νε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, για να α­να­δεί­ξει πλη­ρέ­στε­ρα το ε­ρευ­νη­τι­κό του α­ντι­κεί­με­νο. Αν και το βα­σι­κό­τε­ρο έρ­γο, που ε­πι­τε­λεί ο με­τα­φρα­στής, εί­ναι να δια­σώ­ζει με την α­πό­δο­σή του την α­να­γνω­στι­κή α­πό­λαυ­ση και να την υ­πο­βο­η­θά με ε­ξαν­τλη­τι­κές υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για­τί ο έλ­λη­νας α­να­γνώ­στης, α­κό­μη κι αν α­νή­κει σε ε­κεί­νους, που τα­ξί­δε­ψαν και ο­νει­ρεύ­τη­καν με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δου­μά πα­τρός, δεν μπο­ρεί να θυ­μά­ται τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά πρό­σω­πα των έρ­γων του, ού­τε να γνω­ρί­ζει τις βιο­γρα­φι­κές λε­πτο­μέ­ρειες του συγ­γρα­φέα. Επι­προ­σθέ­τως, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για συμ­βά­ντα και πρό­σω­πα της γαλ­λι­κής ι­στο­ρίας.
Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δου­μάς πα­τήρ ξε­κί­νη­σε, το 1829, ως θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα κα­τα­πιά­στη­κε με τον πε­ζό λό­γο και γνώ­ρι­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, την ε­πι­τυ­χία. Δεν άρ­γη­σε να γί­νει έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Λί­γους μή­νες με­τά την έκ­δο­ση του «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», στα μέ­σα του 1846, άρ­χι­σε να χτί­ζει την έ­παυ­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το κα­λο­καί­ρι του 1847. Του στοί­χι­σε έ­να α­στρο­νο­μι­κό πο­σό, που υ­πο­λο­γί­ζε­ται στα 200.000 φρά­γκα. Κα­τά την πε­ρι­γρα­φή, πρό­κει­ται για έ­να τριώ­ρο­φο κτί­σμα, τε­τρά­πλευ­ρου σχή­μα­τος, με με­σαιω­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Πά­νω α­πό την κε­ντρι­κή εί­σο­δο, υ­ψώ­νο­νται δυο πυρ­γί­σκοι, ό­που ξε­χω­ρί­ζει ο­μοίω­μα της κε­φα­λής του Δου­μά πα­τρός και το οι­κό­ση­μό του, ε­νώ σε δια­κο­σμη­τι­κή κορ­δέ­λα, εί­ναι χα­ραγ­μέ­νο το α­πό­φθεγ­μα: «Αγα­πώ αυ­τόν που με α­γα­πά». Κο­ντά στην έ­παυ­λη, υ­πάρ­χει διώ­ρο­φος οι­κί­σκος γοτ­θι­κού ρυθ­μού, που πε­ρι­βάλ­λε­ται α­πό τά­φρο και ε­πι­κοι­νω­νεί με γε­φυ­ρά­κι. Ο Δου­μάς το α­πο­κα­λού­σε Κά­στρο του Ιφ και το χρη­σι­μο­ποιού­σε α­πο­κλει­στι­κά ως χώ­ρο ερ­γα­σίας.
Λό­γω υ­πέρ­με­τρης σπα­τά­λης, η έ­παυ­λη βγή­κε σε πλει­στη­ρια­σμό στις 25 Ια­νουα­ρίου 1848 και ο Δου­μάς πα­τήρ α­να­γκά­στη­κε να την που­λή­σει στο έ­να τρί­το του πο­σού, που του εί­χε στοι­χί­σει. Το 1851, με­τά την έ­ξω­ση του Να­πο­λέ­ο­ντα του Γ΄, που ή­ταν ο προ­στά­της του, διω­κό­με­νος α­πό τους δα­νει­στές του, κα­τέ­φυ­γε στις Βρυ­ξέλ­λες. Η έ­παυ­λη άλ­λα­ξε πολ­λά χέ­ρια και χρή­σεις. Το 1970, για να δια­σω­θεί α­πό την κα­τε­δά­φι­ση, συ­στή­θη­κε η Εται­ρεία Φί­λων του Δου­μά πα­τρός. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η διά­σω­ση του σπι­τιού του Δου­μά, η Εται­ρεία που συ­στή­θη­κε για να προ­στα­τεύ­σει αυ­τήν και το έρ­γο του, τα «Τε­τρά­δια», ό­πως τιτ­λο­φο­ρεί­ται το πε­ριο­δι­κό του, και ο α­φο­σιω­μέ­νος με­λε­τη­τής του, θυ­μί­ζουν τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που δια­θέ­τει κι αυ­τός ό­λα τα σχε­τι­κά. Μό­νο μια μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία α­πό τον α­φο­σιω­μέ­νο με­λε­τη­τή του λεί­πει για να δέ­σει η πα­ραλ­λη­λία.
Κα­τά τα άλ­λα, οι βιο­γρα­φίες, γνή­σιες και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές, α­πλώ­νο­νται συ­νή­θως σε ο­λό­κλη­ρο το βίο του βιο­γρα­φού­με­νου, ε­κτός α­πό ο­ρι­σμέ­νες, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μέ­ρα της ζωής του. Αντ’ αυ­τού, ο Σοπ ε­στία­σε σε έ­να Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο και σε ό­σα συ­νέ­βη­σαν μέ­σα σε ε­κεί­νες τις δύο η­μέ­ρες, το­πο­θε­τώ­ντας την ο­ρι­στι­κή έκ­βα­σή τους στη Δευ­τέ­ρα, που α­κο­λου­θεί. Επι­λέ­γει το τριή­με­ρο, 16-18 Οκτω­βρίου 1847, ό­ταν ο Δου­μάς γρά­φει το μυ­θι­στό­ρη­μα «Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ή ο Υπο­κό­μης της Βρα­ζε­λό­νης», που άρ­χι­σε να δη­μο­σιεύε­ται σε συ­νέ­χειες, σε πα­ρι­σι­νή ε­φη­με­ρί­δα, α­πό τις 20 Οκτω­βρίου 1847 και κρά­τη­σε μέ­χρι τις 12 Ια­νουα­ρίου 1850. Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ο πρώ­τος τό­μος στα ελ­λη­νι­κά, φθά­νο­ντας τους εν­νέα τό­μους, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν ως πα­ραρ­τή­μα­τα του πε­ριο­δι­κού «Ευ­τέρ­πη». Η α­φή­γη­ση της κά­θε μίας η­μέ­ρας αρ­χί­ζει α­πό την πρωι­νή α­φύ­πνι­ση του Δου­μά γύ­ρω στις ε­πτά και φθά­νει μέ­χρι την βρα­δι­νή κα­τά­κλι­ση πε­ρί τις έ­ντε­κα με δώ­δε­κα. Ενώ, χω­ρί­ζε­ται σε υ­πο­κε­φά­λαια, που πα­ρα­κο­λου­θούν τις α­σχο­λίες του κα­τά τις δια­φο­ρε­τι­κές ώ­ρες της η­μέ­ρας. Στα­θε­ρή η ο­πτι­κή γω­νία, κα­τα­γρά­φει τις σκέ­ψεις και τις κι­νή­σεις του. Με αυ­τόν τον τρό­πο, ξε­δι­πλώ­νε­ται ο βίος του και ταυ­τό­χρο­να, τα αι­σθή­μα­τά του και το πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται και α­ξιο­λο­γεί τον κό­σμο γύ­ρω του. Την ε­ρω­τι­κή του σύ­ντρο­φο, τον Δου­μά υιό, την κό­ρη του, κι αυ­τή τέ­κνο ε­λεύ­θε­ρου έ­ρω­τα α­πό άλ­λη μη­τέ­ρα, το υ­πη­ρε­τι­κό προ­σω­πι­κό, που φαί­νε­ται να εί­ναι οι πιο κο­ντι­νοί του άν­θρω­ποι, και α­κό­μη, τον συ­νερ­γά­τη του στο γρά­ψι­μο. Ο Δου­μάς πα­τήρ πο­τέ δεν έ­κρυ­ψε την ύ­παρ­ξη συ­νερ­γα­τών, στους ο­ποίους έ­δι­νε και με­ρί­διο α­πό τα συγ­γρα­φι­κά του δι­καιώ­μα­τα. Στο βι­βλίο, ε­μπλέ­κε­ται έ­νας α­πό τους μα­κρο­βιό­τε­ρους, ο Αύ­γου­στος Μα­κέ. Ήταν έ­νας φι­λό­λο­γος, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νος να συ­γκε­ντρώ­νει το πραγ­μα­το­λο­γι­κό υ­λι­κό. Συ­χνά, ό­μως, έ­κα­νε μια πρώ­τη γρα­φή του κει­μέ­νου και έ­δι­νε ι­δέες για την πλο­κή. Μά­λι­στα, στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, ο Δου­μάς σχο­λιά­ζει τις γλωσ­σι­κές ε­πι­λο­γές του, ε­νώ πα­ρα­τί­θε­ται και πα­ρά­δειγ­μα του τρό­που που ξα­να­γρά­φει μια πε­ρι­κο­πή κε­φα­λαίου, με­τα­πλά­θο­ντάς την.
Η βιο­γρα­φία του Σοπ δεί­χνει έ­ναν Δου­μά πα­τήρ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό και ευ­κο­λο­συ­γκί­νη­το, που του α­ρέ­σουν οι ω­ραίες γυ­ναί­κες, τα α­κρι­βού γού­στου ρού­χα και γε­νι­κώς, τα ε­κλε­κτά πράγ­μα­τα. Εκτός α­πό το γρά­ψι­μο, τον εν­δια­φέ­ρει και η πο­λι­τι­κή. Δια­βά­ζει ε­φη­με­ρί­δες και α­πο­φαί­νε­ται εν­δο­μύ­χως για την κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση. Άλλω­στε, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­βη­κε και δο­κι­μά­στη­κε για λί­γο στην πο­λι­τι­κή. Στη διάρ­κεια του Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κου, δεν φαί­νε­ται να δια­σκε­δά­ζει. Μό­νο γρά­φει και κά­νει έ­ρω­τα. Οι πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ώ­ρες εί­ναι ε­κεί­νες δυο συ­να­ντή­σεω­ν: Η πρώ­τη με μια μι­κρή, το με­ση­μέ­ρι του Σαβ­βά­του, σε έ­να νοι­κια­σμέ­νο δω­μά­τιο. Πα­ρα­δό­ξως, κά­νο­ντας έ­ρω­τα τον α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η κυο­φο­ρού­με­νη ε­πα­νά­στα­ση του 1848 και το αί­τη­μα των ε­ξε­γερ­μέ­νων, που ζη­τού­σαν α­μοι­βή 10 λου­δο­βί­κεια την η­μέ­ρα, ε­νώ ε­κεί­νος πλη­ρω­νό­ταν “έ­να φρά­γκο τη γραμ­μή”.
Η δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση έ­γι­νε την Κυ­ρια­κή, “κα­τά το η­λιο­βα­σί­λε­μα”. Τό­τε, τον ε­πι­σκέ­πτε­ται ο πρί­γκι­πας Να­πο­λέων Βο­να­πάρ­της. Σε αυ­τήν, οι α­να­γνώ­στες, που λά­τρε­ψαν τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό «Κό­μη του Μό­ντε-Χρί­στο», μα­θαί­νουν ό­τι, σε μια βόλ­τα, με βάρ­κα, πριν ο­κτώ χρό­νια, το 1839, ο πρί­γκι­πας και ο συγ­γρα­φέ­ας, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το Λι­βόρ­νο, ά­ρα­ξαν σε έ­να ε­ρη­μο­νή­σι, κα­τοι­κία ά­γριων κα­τσι­κιών, τη νή­σο Μό­ντε-Χρί­στο. Τό­σο γο­η­τεύ­τη­καν, που ο συγ­γρα­φέ­ας του υ­πο­σχέ­θη­κε να γρά­ψει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που θα έ­κα­νε αυ­τό το α­σή­μα­ντο κομ­μά­τι γης της Με­σο­γείου ξα­κου­στό σε ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη. Τε­λι­κά, έ­κα­νε το ό­νο­μά του διά­ση­μο σε ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο. Πο­λύ ό­μως αμ­φι­βάλ­λου­με, αν οι α­πα­ντα­χού α­να­γνώ­στες του γνω­ρί­ζουν ό­τι υ­πάρ­χει πράγ­μα­τι έ­να νη­σί με αυ­τό το μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ό­νο­μα. Όπως και να έ­χει, ο με­τα­φρα­στής ε­τοι­μά­ζει νέα α­πό­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με­τά ει­σα­γω­γής, ε­πί­με­τρου και ση­μειώ­σεων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Ο Αλέξανδρος Δουμάς σε φωτογραφικό πορτρέτο του Ναντάρ, 1860.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23
/1/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: