Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Είδωλα από έναν θολό καθρέφτη

Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος
«Η πνευ­μα­τι­κή ζωή υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση:
Το πα­ρά­δειγ­μα του πε­ριο­δι­κού
Το Νέ­ον Κρά­τος»
Έκδο­ση του Ιδρύ­μα­τος
Ου­ρά­νη
Δε­κέμ­βριος 2010

Με το και­νού­ριό του βι­βλίο, ο Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος ά­φη­σε μεν τον Κάλ­βο “για μια άλ­λη φο­ρά”, αλ­λά δεν ε­γκα­τέ­λει­ψε τους Επτα­νή­σιους, α­φού, εμ­μέ­σως, α­σχο­λεί­ται με τον Κε­φαλ­λο­νί­τη Ιωάν­νη Με­τα­ξά. Τον κε­φαλ­λο­νί­τη πο­λι­τι­κό, συ­νή­θως, τον μνη­μο­νεύουν ε­μπα­θώς για την ε­πά­ρα­το δι­κτα­το­ρία, που ε­γκα­θί­δρυ­σε. Μπο­ρεί κα­νείς να πα­ρα­μέ­νει α­διάλ­λα­κτα α­ντί­θε­τος α­πέ­να­ντι στο κα­θε­στώς της 4ης Αυ­γού­στου, αλ­λά δεν μπο­ρεί να δια­γρά­φει ό,τι συ­ντε­λέ­στη­κε ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο. Συ­νι­στά μεν πρό­κλη­ση, αλ­λά, εί­τε θέ­λου­με εί­τε ό­χι, εί­ναι α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρίας. Προ­σπερ­νώ­ντας βια­στι­κά ή α­πο­σιω­πώ­ντας αυ­τήν την πε­ρίο­δο, μπο­ρεί, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, να μοιά­ζει λυ­τρω­τι­κό, αλ­λά α­φή­νου­με πί­σω έ­ναν θο­λό κα­θρέ­φτη με σκο­τει­νά εί­δω­λα. Η βι­βλιο­γρα­φι­κή με­λέ­τη του Ανδρειω­μέ­νου δί­νει την ευ­και­ρία να δού­με τους τό­τε πο­λι­τι­σμι­κούς θε­σμούς της χώ­ρας, τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τευ­θύν­σεις του κα­θε­στώ­τος και τα πρό­σω­πα, κά­ποια μά­λι­στα πα­ρε­ξη­γη­μέ­να, που ε­μπλέ­κο­νται. Δεν πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για τον ί­διο τον Με­τα­ξά, ού­τε για τις γνω­στές φαν­φά­ρες φα­σι­στι­κού τύ­που. Ωστό­σο, οι α­πο­φά­σεις του δια­μόρ­φω­σαν την τό­τε πο­λι­τι­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε ό­λες τις εκ­φάν­σεις της. Ανι­χνεύε­ται, δη­λα­δή, η α­πό μέ­ρους του ε­πι­λο­γή των κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πων για τις α­ντί­στοι­χες θέ­σεις, κα­θώς και στην ε­μπι­στο­σύ­νη που, στη συ­νέ­χεια, τους δεί­χνει, υιο­θε­τώ­ντας τις προ­τά­σεις τους. Άλλω­στε, σαν χθες συ­μπλη­ρώ­θη­καν 70 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του. Και­ρός εί­ναι να αρ­χί­σει να βλέ­πει κα­νείς, με ψυ­χραι­μία και χω­ρίς προ­κα­τά­λη­ψη, τα συμ­φρα­ζό­με­να ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Στα ε­βδο­μή­ντα του πέ­θα­νε ο Με­τα­ξάς, προ­λα­βαί­νο­ντας θριάμ­βους και νί­κες του Αλβα­νι­κού Με­τώ­που, αλ­λά α­πο­φεύ­γο­ντας την υ­πο­δο­χή των Γερ­μα­νών στην Αθή­να. Δύο πε­ρί­που χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Απρί­λιο 1939, εί­χε α­πο­νεί­μει τα πρώ­τα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας. Μπο­ρεί σή­με­ρα να ξε­νί­ζει, αλ­λά ως θε­σμός τό­τε κα­θιε­ρώ­θη­κε και η πα­τρό­τη­τα α­νή­κει στον στε­νό συ­νερ­γά­τη του, τον Κω­στή Μπα­στιά. Αυ­τά, ε­πε­τεια­κά, α­φού αύ­ριο α­να­μέ­νε­ται να α­να­κοι­νω­θούν οι βρα­βευ­μέ­νοι για τα βι­βλία του 2009. Μα­κά­ρι να βρί­σκο­νταν στο ύ­ψος των πρώ­των βρα­βευ­μέ­νων, του Άγγε­λου Σι­κε­λια­νού και του Κο­σμά Πο­λί­τη.
Πολ­λά εί­ναι τα πε­ριο­δι­κά, που πε­ρι­μέ­νουν τη σει­ρά τους για βι­βλιο­γρα­φι­κή φρο­ντί­δα. Πε­ριο­δι­κά ό­λων των ει­δών, δια­φο­ρε­τι­κών χρο­νι­κών πε­ριό­δων και ι­δε­ο­λο­γι­κών κα­τευ­θύν­σεων. Και η ου­ρά, ό­σο περ­νούν τα χρό­νια, με­γα­λώ­νει, κα­θώς οι φι­λό­λο­γοι, που κα­τα­πιά­νο­νται με το ε­πί­πο­νο και το ε­λά­χι­στα α­πο­δο­τι­κό σε ε­πί­πε­δο βρα­βείων και ε­παί­νων έρ­γο της α­πο­δελ­τίω­σης, ο­λοέ­να και λι­γο­στεύουν. Ο Ανδρειω­μέ­νος ε­πι­λέ­γει την πε­ρίο­δο του Με­σο­πο­λέ­μου και συ­γκε­κρι­μέ­να, τα τεσ­σε­ρε­σή­μη­σι χρό­νια της Με­τα­ξι­κής δι­κτα­το­ρίας. Πα­ρό­τι πρό­κει­ται για έ­να αυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς και χά­ρις στο νε­οϊδρυ­θέν τό­τε Υφυ­πουρ­γείο Τύ­που και Του­ρι­σμού, για πε­ρίο­δο στε­νής πα­ρα­κο­λού­θη­σης και λο­γο­κρι­σίας, δεν έ­λει­ψαν τα έ­ντυ­πα. Αντι­θέ­τως, αυ­ξή­θη­καν, ό­πως αυ­ξή­θη­καν και οι πω­λή­σεις ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Από ό­λα αυ­τά, ο με­λε­τη­τής ε­πι­λέ­γει έ­να θεω­ρη­τι­κό πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει και λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον. «Το Νέ­ον Κρά­τος», το ο­ποίο ε­κτι­μά ως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο και “ε­πι­ση­μό­τε­ρο”.
Το πε­ριο­δι­κό α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κό­τε­ρα ως “ι­δε­ο­λο­γι­κό όρ­γα­νο του κα­θε­στώ­τος της 4ης Αυ­γού­στου”, πα­ρό­λο που τί­πο­τα σχε­τι­κό δεν α­να­γρά­φε­ται στην προ­με­τω­πί­δα του. “Όργα­νο της δι­κτα­το­ρίας Με­τα­ξά” γρά­φει ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού, το ο­ποίο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στο “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο”, που δί­νει για το δεύ­τε­ρο μι­σό της δε­κα­ε­τίας του '40, ε­πί συ­νό­λου δε­κα­τεσ­σά­ρων πε­ριο­δι­κών. Θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Αργυ­ρίου, για να γρά­ψει την «Ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας» ο­ρί­ζει ει­σα­γω­γι­κά το “ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο” κά­θε πε­ριό­δου, δη­λα­δή τα πε­ριο­δι­κά και τα βι­βλία, που α­πο­τε­λούν την ύ­λη, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται. Όπως ε­πι­ση­μαί­νει, ή­δη, με τον τίτ­λο του, το πε­ριο­δι­κό δη­λώ­νει “την πί­στη του στο νέο δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς που ε­πέ­βα­λε ο Ιωάν­νης Με­τα­ξάς”. Ακρι­βέ­στε­ρα, με τον τίτ­λο του, εκ­φρά­ζει την ε­παγ­γε­λία της συ­γκρό­τη­σης ε­νός “νέ­ου κρά­τους”. Ο τίτ­λος υ­πο­στη­ρί­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του ε­ξω­φύλ­λου, την ο­ποία εί­χε φι­λο­τε­χνή­σει ο Νί­κος Χατ­ζη­κυ­ριά­κος-Γκί­κας. Από το 24ο τεύ­χος (Αύ­γου­στος 1939) και ύ­στε­ρα η ει­κο­νο­γρά­φη­ση κα­ταρ­γεί­ται. Στα προ­η­γού­με­να τεύ­χη ει­κο­νί­ζε­ται έ­νας μι­σο­χτι­σμέ­νος τοί­χος και μια σκα­λω­σιά, ε­νώ, στο βά­θος, εί­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος ο χάρ­της της Ελλά­δας. Προ­φα­νώς, συμ­βο­λί­ζει το νέο κρά­τος, που οι­κο­δο­μεί­ται. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι «Το Νέ­ον Κρά­τος» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα α­θη­ναϊκά «Πε­ριο­δι­κά Λό­γου και Τέ­χνης» της τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας, 1901-1940, τα ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η α­να­λυ­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία της ε­ρευ­νη­τι­κής ο­μά­δας του Χ. Λ. Κα­ρά­ο­γλου. Ωστό­σο, η ε­κτε­τα­μέ­νη και πο­λύ­πλευ­ρη α­πο­δελ­τίω­σή του, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ο Ανδρειω­μέ­νος, δεί­χνει, με­τα­ξύ άλ­λων, τη ση­μα­σία του για τη λο­γο­τε­χνία και γε­νι­κό­τε­ρα για τον πο­λι­τι­σμό.
Πρό­κει­ται για μια “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση”, που αυ­το­προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι κα­λύ­πτει, αρ­χι­κά, “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή φι­λο­σο­φία-ι­στο­ρία-τέ­χνη”, ε­νώ, με­τά το έ­κτο τεύ­χος, α­πο­κα­λεί­ται “πο­λι­τι­κή-κοι­νω­νι­κή-οι­κο­νο­μι­κή-λο­γο­τε­χνι­κή” ε­πι­θεώ­ρη­ση. Το πρώ­το τεύ­χος εκ­δί­δε­ται Σε­πτέμ­βριο 1937 και το τε­λευ­ταίο Μάρ­τιο 1941, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας συ­νο­λι­κά 43 τεύ­χη, α­πό τα ο­ποία δυο εί­ναι δι­πλά. Σε κά­θε πε­ριο­δι­κό, σε ό­ποια ε­πο­χή κι αν αυ­τό κυ­κλο­φο­ρεί, κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζει ο διευ­θυ­ντής του και η συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα, ό­ταν υ­πάρ­χει. «Το Νέ­ον Κρά­τος» εί­χε διευ­θυ­ντή, σε ό­λη τη διάρ­κειά του, τον λό­γιο και δη­μο­σιο­γρά­φο Άρι­στο Κα­μπά­νη. Πριν α­να­λά­βει τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού εί­χε εκ­δώ­σει έ­να δι­κό του πε­ριο­δι­κό, το βρα­χύ­βιο «Τα ελ­λη­νι­κά χρο­νι­κά». Ο Αργυ­ρίου θυ­μί­ζει ό­τι εί­χε εκ­δώ­σει και μια μο­να­δι­κή ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, το 1915. Ωστό­σο, ως ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του, θεω­ρεί­ται η «Ιστο­ρία της Νέ­ας Ελλη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας», που ε­ξέ­δω­σε σε βι­βλίο το 1935.
Στα πρώ­τα 16 τεύ­χη δεν υ­πάρ­χει συ­ντα­κτι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1939, ως “ε­πι­τρο­πή συ­ντά­ξεως” προ­στί­θε­ται η δυά­δα, Γεώρ­γιος Μα­ντζού­φας και Νι­κό­λα­ος Κού­μα­ρος. Για τον πρώ­το, ο Ανδρειω­μέ­νος, α­ντί βιο­γρα­φι­κού, δί­νει μό­νο την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ή­ταν γα­μπρός του Με­τα­ξά. Γε­νι­κο­λο­γώ­ντας, αν, σή­με­ρα, συ­στή­να­με έ­ναν συ­ντά­κτη, α­να­φέ­ρο­ντας μό­νο τη συγ­γέ­νειά του με τα διευ­θυ­ντι­κά στε­λέ­χη ε­νός ε­ντύ­που -και στις η­μέ­ρες μας δεν εί­ναι και λί­γοι, οι ε­ντασ­σό­με­νοι σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία- μάλ­λον θα τον α­δι­κού­σα­με. Όπως και να έ­χει, ο Μα­ντζού­φας γρά­φει, α­πό τα πρώ­τα τεύ­χη, κεί­με­να νο­μι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος, με έ­ντο­νο ι­δε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­πα­γαν­δι­στι­κά. Πά­ντως, τον Μάρ­τιο του 1940, χαι­ρε­τί­ζει με εν­θου­σια­σμό την κα­τάρ­τι­ση του πρώ­του “πα­νελ­λή­νιου” Αστι­κού Κώ­δι­κα.
Ο δεύ­τε­ρος της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής, ο Κού­μα­ρος, ή­ταν το 1939 κα­θη­γη­τής της γε­νι­κής θεω­ρίας του κρά­τους στο Πα­νε­πι­στή­μιο των Αθη­νών. Κα­τά τον Ανδρειω­μέ­νο, η δυά­δα προ­στέ­θη­κε για να ε­ξα­σφα­λι­στεί η με­γα­λύ­τε­ρη ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θα­ρό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Επί­σης, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι τό­σο ο διευ­θυ­ντής ό­σο και οι δυο, τρό­πον τι­νά, “το­πο­τη­ρη­τές” ή­ταν “δυ­να­μι­κές σι­λουέ­τες των πα­ρα­σκη­νίων με πρό­σβα­ση λό­γω κύ­ρους σε ο­μά­δες α­δέ­σμευ­των δια­νοου­μέ­νων και πα­νε­πι­στη­μια­κών κα­θη­γη­τώ­ν”. Πό­λο έλ­ξης, ή­θε­λε, λοι­πόν, ο Με­τα­ξάς να κα­τα­στή­σει το πε­ριο­δι­κό του και τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το κα­τόρ­θω­σε. Γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά και ει­δι­κό­τε­ρα στο λο­γο­τε­χνι­κό χώ­ρο, σύμ­φω­να και με τη συ­γκε­ντρω­τι­κή α­να­φο­ρά στην ει­σα­γω­γή, υ­πήρ­ξε διείσ­δυ­ση στο χώ­ρο των γραμ­μά­των και των τε­χνών, ό­πως δεί­χνει η συ­νερ­γα­σία, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, αρ­κε­τών γνω­στών ο­νο­μά­των. Τον ί­διο πε­ρί­που κα­τά­λο­γο ο­νο­μά­των πα­ρα­θέ­τει και ο Αργυ­ρίου στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού. Ωστό­σο, α­πό πα­ρό­μοιους κα­τα­λό­γους ή α­κό­μη, και α­πό το ευ­ρε­τή­ριο της βι­βλιο­γρα­φίας, δεν πρέ­πει να βγά­ζου­με βια­στι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μπα­στιάς, γε­νι­κός διευ­θυ­ντής α­πό τον Αύ­γου­στο του 1937 στη νε­οϊδρυ­θεί­σα τό­τε Διεύ­θυν­ση Γραμ­μά­των και Κα­λών Τε­χνών του Υπουρ­γείου Παι­δείας, δί­νει μό­νο μια συ­νερ­γα­σία, α­να­πτύσ­σο­ντας την πο­λι­τι­κή, που εί­χε α­κο­λου­θη­θεί στο χώ­ρο του θεά­τρου. Κι ας α­να­φέ­ρε­ται εν­νέα φο­ρές, σύμ­φω­να με το ευ­ρε­τή­ριο. Πα­ρό­μοια ευ­ρε­τή­ρια θα τα κα­θι­στού­σε χρη­στι­κό­τε­ρα η χρη­σι­μο­ποίη­ση πλά­γιων ψη­φίων για τις κυ­ρίως συ­νερ­γα­σίες προς α­ντι­δια­στο­λή τους α­πό τις α­πλές α­να­φο­ρές. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα δί­νει η πε­ρί­πτω­ση του Κ. Θ. Δη­μα­ρά, που α­να­φέ­ρε­ται στους συ­νερ­γά­τες, ε­νώ δη­μο­σιεύει μό­νο μια σύ­ντο­μη βι­βλιο­κρι­τι­κή για τον Φά­νη Μι­χα­λό­που­λο.
Ο Ανδρειω­μέ­νος δεν α­πο­δελ­τιώ­νει με βά­ση τους πί­να­κες πε­ριε­χο­μέ­νων του κά­θε τεύ­χους, αλ­λά δια­βά­ζει σε­λί­δα προς σε­λί­δα, έ­να-έ­να τα τεύ­χη, πα­ρα­θέ­το­ντας πλη­ρο­φο­ρίες για κά­θε δη­μο­σίευ­μα, ε­νώ, συ­χνά, α­να­δη­μο­σιεύει α­πο­σπά­σμα­τα. Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα, που κρί­νει ό­τι έ­χουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος, δί­νει πε­ρί­λη­ψή τους. Με­τά την ε­κτε­νή ει­σα­γω­γή, ό­που δί­νε­ται μια γε­νι­κή ει­κό­να της ε­πο­χής και του πε­ριο­δι­κού, πα­ρα­θέ­τει, σε έ­να πρώ­το μέ­ρος, την α­νά τεύ­χος α­πο­δελ­τίω­ση. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρου­σιά­ζει το θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα του πε­ριο­δι­κού, σχη­μα­τί­ζο­ντας έ­ντε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες και κα­τα­γρά­φο­ντας εκ νέ­ου, α­να­δια­τε­ταγ­μέ­να, τα κεί­με­να των 43 τευ­χών. Τέ­λος, σε έ­να τρί­το μέ­ρος α­να­δια­τάσ­σει, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, την ύ­λη του πε­ριο­δι­κού κα­τά συγ­γρα­φέα.
Από τις δώ­δε­κα θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες η ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι αυ­τή του “πο­λι­τι­σμού”, η ο­ποία χω­ρί­ζε­ται σε ε­πτά μέ­ρη. Σε έ­να πρώ­το, συ­γκε­ντρώ­νο­νται ο­ρι­σμέ­να κεί­με­να που α­πο­πει­ρώ­νται γε­νι­κό­τε­ρη ε­πι­σκό­πη­ση του α­ντι­κει­μέ­νου τους. Συ­γκρα­τού­με το «Πε­ρί ελ­λη­νι­κής τέ­χνης» του Χατ­ζη­κυ­ριά­κου-Γκί­κα, «Τα γράμ­μα­τα και οι τέ­χνες» του Μπα­στιά και κεί­με­νο για τη ση­μα­σία της λα­ο­γρα­φίας του κα­θη­γη­τή Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη. Ακο­λου­θεί η ε­νό­τη­τα των ει­κα­στι­κών, ό­που υ­πάρ­χουν κεί­με­να του ζω­γρά­φου Πε­ρι­κλή Βυ­ζά­ντιου, του τε­χνο­κρι­τι­κού Δη­μή­τρη Ευαγ­γε­λί­δη, αλ­λά και του Ευάγ­γε­λου Πα­πα­νού­τσου, βα­σι­κού συ­ντε­λε­στή στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κά εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Έπο­νται οι ε­νό­τη­τες της μου­σι­κής και του θεά­τρου, με μό­νι­μους συ­νερ­γά­τες, α­ντι­στοί­χως, τον μου­σι­κο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπε­λέτ και τον Πέ­τρο Χά­ρη. Με­τά έρ­χε­ται η με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα του “πο­λι­τι­σμού”, αυ­τή της φι­λο­λο­γίας, που υ­πο­διαι­ρεί­ται στην αρ­χαία, τη βυ­ζα­ντι­νή και τη νέα ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Από τις δύο πρώ­τες συ­γκρα­τού­με τη με­τά­φρα­ση της «Μή­δειας» του Ευ­ρι­πί­δη α­πό τον ε­θνο­λό­γο Πα­να­γή Λε­κα­τσά και την ε­κτε­νή με­λέ­τη «Βυ­ζά­ντιον και Ελλη­νι­σμός» του κα­θη­γη­τή Διο­νυ­σίου Ζα­κυ­θη­νού. Βε­βαίως, ε­κτε­νέ­στε­ρη εί­ναι η ε­νό­τη­τα της σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τήν, δεν συ­να­ντού­με μό­νο γνω­στούς συγ­γρα­φείς, αλ­λά και εν­δια­φέ­ρο­ντα κεί­με­να, γραμ­μέ­να στη δη­μο­τι­κή, ό­πως και ο­λό­κλη­ρο το πε­ριο­δι­κό. Δη­μο­σιεύο­νται αρ­κε­τά ποιή­μα­τα: Μα­λα­κά­σης, Πε­τι­με­ζάς-Λαύ­ρας, Τέλ­λος Άγρας, Ρί­τα Μπού­μη Παπ­πά και έ­να μο­να­δι­κό του Σι­κε­λια­νού, το «Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα»: “Για­τί βα­θειά μου ε­δό­ξα­σα και πί­στε­ψα τη γη, / και στη φυ­γή δεν ά­πλω­σα τα μυ­στι­κά φτε­ρά μου…” Λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα πε­ζά. Ένα διή­γη­μα του Στέ­φα­νου Δάφ­νη, το «Ποι­κι­λό­χε­ντρα», που δεί­χνει, πως δεν εί­χε μό­νο το έν­στι­κτο να δια­κρί­νει το χιού­μορ στα δη­μο­σιεύ­μα­τα των άλ­λων, αλ­λά διέ­θε­τε και ο ί­διος. Επί­σης, μια νου­βέ­λα, σε δυο συ­νέ­χειες, του Διο­νυ­σίου Κόκ­κι­νου, το «Σφυ­ρίγ­μα­τα τραί­νων». Θέ­μα του εί­ναι το ε­ρω­τι­κό δρά­μα ε­νός ε­πί­δο­ξου ζω­γρά­φου. Εκτυ­λίσ­σε­ται στο α­γα­πη­μέ­νο το­πίο του συγ­γρα­φέα, κο­ντά στον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό “της μι­κρής ε­παρ­χια­κής πό­λης”, στην ο­ποία εί­χε γεν­νη­θεί, τον Πύρ­γο Ηλείας.
Ωστό­σο, το κυ­ρίως βά­ρος δί­νε­ται στο δο­κί­μιο. Ορι­σμέ­νες εν­δια­φέ­ρου­σες με­λέ­τες δη­μο­σιεύο­νται σε συ­νέ­χειες, ό­πως του Μι­χα­λό­που­λου για τον Κο­σμά τον Αι­τω­λό, του Γιώρ­γου Βα­λέ­τα για τον Δη­μή­τρη Βερ­ναρ­δά­κη, του Νί­κου Δ. Παπ­πά για τις νέες τά­σεις στην ποίη­ση και του Στίλ­πω­να Κυ­ρια­κί­δη για τη δη­μώ­δη ποίη­ση. Τα­κτι­κοί συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εμ­φα­νί­ζο­νται οι Κλέων Πα­ρά­σχος, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος, Πέ­τρος Ωρο­λο­γάς και Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης. Πρό­σω­πο που α­πα­σχο­λεί τα­κτι­κά τους συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού εί­ναι ο Ανδρέ­ας Κάλ­βος. Όπως πα­ρα­τη­ρεί και ο Ανδρειω­μέ­νος, που εί­ναι βι­βλιο­γρά­φος του, οι με­λέ­τες των Γεωρ­γίου Ζώ­ρα, Τω­μα­δά­κη, Κων­στα­ντί­νου Σολ­δά­του και Φί­λιπ­πο Πο­ντά­νι δια­τη­ρούν έως και σή­με­ρα το εν­δια­φέ­ρον τους.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι τα α­ξιο­λο­γό­τε­ρα κεί­με­να συ­γκε­ντρώ­νο­νται στα πρώ­τα τεύ­χη, ε­νώ, α­πό τον τρί­το χρό­νο και ύ­στε­ρα, ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται η ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού. Πά­ντως, η ύ­λη του πε­ριο­δι­κού βο­η­θά στο να προσ­διο­ρί­σει κα­νείς, με σα­φή­νεια και εκ των έ­σω, το ι­δε­ο­λο­γι­κό φά­σμα του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος σε θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμού. Επί­σης, ε­ντο­πί­ζο­νται και ε­πα­νε­κτι­μώ­νται πρό­σω­πα, βυ­θι­σμέ­να σή­με­ρα στην α­φά­νεια. Όπως και να έ­χει, «Το Νέ­ον Κρά­τος» ευ­τύ­χη­σε να έ­χει ο­ρι­σμέ­νους ε­κλε­κτούς συ­νερ­γά­τες, μη α­να­με­νό­με­νους με τα ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρια και τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τη­γο­ριο­ποιή­σεις. Επί­σης, ευ­τύ­χη­σε, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το πέ­ρας της έκ­δο­σής του, να βι­βλιο­γρα­φη­θεί με προ­σο­χή, δια­κρι­τι­κό­τη­τα και ε­πι­μο­νή.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Το σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα, που κοσμούσε το εξώφυλλο
στα 16 πρώτα τεύχη του περιοδικού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30
/1/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: