Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Εμμανουήλ Κριαράς "Αλληλογραφία Β΄

Εμμανουήλ Κριαράς
"Αλληλογραφία Β΄
Γράμματα λογοτεχνών
και επιστημόνων
του περασμένου αιώνα
1925-2001"
Εκδόσεις Πολύτυπο
Σεπτέμβριος 2007

Εκ πρώτης όψεως ένα επιστολικό σώμα, που δεν εξελίσσεται ως διάλογος δυο αλληλογράφων, προκαλεί μικρότερο ενδιαφέρον, καθώς οι πολλοί αποστολείς έναντι ενός παραλήπτου συνήθως προμηνύουν συμβατικές επιστολές ευγενείας, ιδιαίτερα όταν ο παραλήπτης τυγχάνει πανεπιστημιακός δάσκαλος. Αυτό, όμως, στην περίπτωση του νέου επιστολικού σώματος, που δημοσιοποιεί ο Εμμανουήλ Κριαράς, συνιστά τη μισή μόνο αλήθεια, καθώς κατορθώνει μέσω και του σχολιασμού να δώσει μια αίσθηση του κόσμου των λογίων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν στον πανεπιστημιακό χώρο, σκιαγραφώντας τις αναμεταξύ τους σχέσεις και της αποδοχής που απολαύουν. Ενώ, παράλληλα, προσθέτει ψηφίδες στο μωσαϊκό της δικής του βιογραφίας, καθώς αποκαλύπτονται πτυχές της προσωπικής του ζωής και η απήχηση των βιβλίων του, δεδομένου ότι πολλές είναι οι ευχαριστήριες επιστολές άμα τη παραλαβή ενός τόμου του Λεξικού ή κάποιου μελετήματος, ακόμη και ανάτυπου.
Συνολικά, 458 επιστολές, όπου εννέα αχρονολόγητες, σε ένα διάστημα 75 ετών, με την πρώτη, στις 25 Ιουλίου 1925, και την τελευταία, 6 Μαΐου 2001. Ωστόσο, μόλις 34 ανήκουν στην προπολεμική εικοσιπενταετία, ενώ το κυρίως σώμα ισοκατανέμεται στις δυο μεταπολεμικές εικοσιπενταετίες, την προ και την μετά την Μεταπολίτευση. 1/4σο για τους αποστολείς, φθάνουν τους 108, όλοι αποθανόντες, σε αλφαβητική παράταξη, ενώ, εντός του επιστολικού σώματος του ιδίου αποστολέα, ακολουθείται η χρονολογική τάξη.
Το αρχαίο είδος της επιστολής, που ο τρέχων αιώνας τείνει να καταργήσει, είναι άκρως αποκαλυπτικό του γράφοντα, ακόμη και όταν περιορίζεται στα ελάχιστα και τυπικά. Παράδειγμα, οι 97 αποστολείς, που εμφανίζονται στον τόμο με λιγότερες από δέκα επιστολές, μέχρι τους 38 της μίας και μόνο επιστολής, οι οποίοι, ωστόσο, αφήνουν ένα κάποιο ίχνος της ιδιαιτερότητάς τους. Λ.χ., στη μια επιστολή του βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, σταλμένη από την Αθήνα στο Παρίσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1946, φανερώνεται το χιουμοριστικό ταμπεραμέντο τού αποστολέα. Ενώ, η επιστολή του Δημήτρη Χατζή, με ημερομηνία, 9.12.1980, δείχνει όλη την αγωνία του για το περιοδικό του, το "Πρίσμα", του οποίου μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο τεύχος.
Εντός της Αλληλογραφίας διακρίνονται ως νησίδες τα έντεκα επιστολικά σώματα με περισσότερες από δέκα επιστολές. Πρώτος μεταξύ αυτών, ο φίλος του Κριαρά, από τα νεανικά τους χρόνια, Γιώργος Σπυριδάκης, ανηψιός του Ελευθέριου Βενιζέλου, που δίδαξε για χρόνια νεοελληνική λογοτεχνία στη Σορβόννη και μαζί, η σύζυγός του Μαριάνθη Μαυροειδή, μαθήτρια του Ψυχάρη. Και ακολουθούν ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος, ο γλωσσολόγος και καθηγητής στις ΗΠΑ Δημήτρης Γεωργακάς, ο κύπριος μελετητής Κυριάκος Χατζηϊωάννου, ο Άγγελος Τερζάκης, ο μελετητής Μενέλαος Παρλαμάς, ο κλασικός φιλόλογος Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο καθηγητής φιλοσοφίας Γιώργος Μουρέλος και ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Καραγιαννόπουλος.
Εκτενείς οι επιστολές του Λουκάτου, με ουσιαστικές παρατηρήσεις, τόσο για τις δικές του μελέτες όσο και του φίλου του Κριαρά. Μια επιστολή, της 27ης Ιανουαρίου 1963, μας φέρνει πίσω στους ιδανικούς αυτόχειρες και τον χαρακτήρα τους. Η αυτοκτονία μιας γυναίκας, που δεν αντέχει το θάνατο του συντρόφου της, δηλώνει άραγε το απόλυτο της αγάπης ή μια σχεδόν νοσηρή εξάρτηση. Η Φανή Σαρεγιάννη πεθαίνει παίρνοντας δόσεις αυτοκτονίας από κάποιο φάρμακο, τη νύχτα ύστερα απ' τα Χριστούγεννα, με τη συμπλήρωση του σαρανταήμερου από το θάνατο του γνωστού καβαφιστή Γιάννη Σαρεγιάννη, που πέθανε σε ηλικία 64 ετών, το 1962. Λαογράφος η Σαρεγιάννη, ίσως και να πίστευε στις δοξασίες, γι' αυτό και αναχώρησε, όταν η ψυχή του συζύγου της τελείωσε το σεργιάνι της στα εγκόσμια. Ενδιάμεσα, φρόντισε τα χειρόγραφά της, τιτλοφορώντας τις έτοιμες προς έκδοση εργασίες της. Μετά θάνατο, βρέθηκε ένα δέμα για τον φίλο της Λουκάτο, που τον επιφόρτιζε να μεριμνήσει για την τύχη τους.
Ακόμη μια επιστολή του αρχαιολόγου Δημήτρη Πάλλα, από την Παλαιά Κόρινθο, θυμίζει τον Συκουτρή. Ο Πάλλας προσκαλεί τον Κριαρά να επισκεφτεί τις ανασκαφές του και για να τον δελεάσει, υπόσχεται να τον ανεβάσει στο Ακροκόρινθο. "Και θα ιδείς θέα: Σχεδόν από τη Ναύπακτο -Βαρδούσια, Παρνασσό, Ελικώνα, Κιθαιρώνα - ως σχεδόν το Σούνιο". Τον Συκουτρή τον μνημονεύουν ευθέως ο μαθητής του Γιώργος Αλισανδράτος και ο ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρις, με αφορμή την κατάσταση στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, εν έτει 1956. "... Αλλά δεν παραπονούμαι^ τουναντίον πρέπει να είμαι ευτυχής ότι με αφήνουν να ζήσω, ενώ ο Συκουτρής ωδηγήθη εις τον τάφον, ο δε Δ. Βερναρδάκης κατέληξε να φυτεύη πατάτες στη Λέσβο..."
Αναμφιβόλως, το νέο επιστολικό σώμα θα πρέπει να διαβαστεί από κοινού και συμπληρωματικά με το προηγούμενο, που αναφέρεται στον πρόλογο πως εκδόθηκε από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη ως "Αλληλογραφία Α΄", καθώς, μάλιστα, μοιράζονται ορισμένους αποστολείς επιστολών. Να σημειώσουμε και δυο παραλήψεις στα βιογραφικά των αλληλογράφων. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης, εκτός από σύμβουλος Επικρατείας και πολιτικός, ήταν, πρωτίστως, λογοτέχνης. Και ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης δεν υπήρξε μόνο δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας αλλά και μυθιστοριογράφος. Εν κατακλείδι, οι επιστολές προς Κριαρά αποτυπώνουν μια ηθική τάξη πραγμάτων προ πολλού απωλεσθείσα. Παλαιότερα, ακόμη και μια χαριστική πράξη ή εκδούλευση μεταξύ συναδέλφων ακολουθούσε ένα τυπικό ευπρέπειας.

Μ. Θ.

Επιστολιμαίος Συκουτρής


"Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)" Φιλολογική επιμέλεια Φάνης Ι. Κακριδής Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ιανουάριος 2008

Ανέκαθεν η δημοσιοποίηση ενός επιστολικού σώματος ήταν παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς ναι μεν ρίχνει φως στη ζωή μιας εξέχουσας μορφής, ταυτόχρονα, όμως, θίγει τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα, τα οποία, σήμερα πλέον, προστατεύουμε ως κόρην οφθαλμού. Πόσω μάλλον που στις αρχές του 21ου αιώνα οι συγγραφείς λυμαίνονται τις ιστορικές προσωπικότητες και η μυθιστορηματική ανάπλασή τους τείνει σε μόδα, ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει έλλειμμα φαντασίας ή και νωθρότητα. Μόνο από μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο ενός διάσημου προσώπου θα πρέπει να διαβάζεται η αλληλογραφία του, ειδάλλως ρέπει κανείς στη σκανδαλολογία προς θήρα δημοσιότητας.
Προκαταρκτικοί ενδοιασμοί για την έκδοση μιας αλληλογραφίας, δεδομένου ότι ο Ιωάννης Συκουτρής είναι μια φυσιογνωμία, που θα μπορούσε να προκαλέσει το μυθιστοριογραφικό ενδιαφέρον. Και ύστερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πρόκειται για τα πρώτα δικά του γράμματα που δημοσιοποιούνται. Ο Συκουτρής δεν θα χαρακτηριζόταν απλώς κορυφαίος κλασικός φιλόλογος, αλλά ένας μύθος, με ακτινοβολία πολύ πέραν του επιστημονικού του χώρου. Σε αυτό συνετέλεσε και το τέλος του, ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση Καρυωτάκη. Κι αυτός ένας ιδανικός αυτόχειρας, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια από τον Ακροκόρινθο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1937, εννέα έτη μετά τον Καρυωτάκη. Και οι δυο στην τέταρτη και ανθηρή δεκαετία του βίου τους^ τριάντα δύο ετών ο ποιητής, τριάντα έξι ο φιλόλογος.
Τελικά, ποιοι χαρακτήρες καταλήγουν στη λύση της αυτοκτονίας; Γιατί, σίγουρα, ορισμένοι χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερη ροπή κι όταν προκύψουν οι ευνοϊκές προς απελπισμό περιστάσεις, επιχειρούν το απονενοημένο διάβημα. Οι επιστολές του Συκουτρή σκιαγραφούν έναν παρόμοιο χαρακτήρα. Απόλυτος στις απόψεις του, ακραίος στις θέσεις του, υπερδραστήριος, με την ολέθρια, κάποτε, συνήθεια της "αυτοπαρατηρησίας". Το πιθανότερο, αυτή η ενδελεχής εαυτού εξέταση να γινόταν και κατά τις μακριές ώρες πεζοπορίας. Ως συνήθης διασκέδαση αναφέρεται στα γράμματα η μετάβαση πεζή από Λάρνακα σε Λευκωσία, χιλιόμετρα σαράντα, καίτοι "η επαρχία Λάρνακος και Λευκωσίας είναι τα ασχημότερα μέρη της νήσου".
Παραλήπτης των επιστολών και βουβός συνομιλητής, αφού απουσιάζουν οι απαντητικές επιστολές, η συμφοιτήτρια και φίλη του Συκουτρή, 1/4λγα Κομνηνού, κατόπιν σύζυγος του συμφοιτητή και φίλου του Ιωάννη Κακριδή, του Γιαννάκη των γραμμάτων, αν και συνομήλικός του. Δεκατέσσερεις οι επιστολές στην 1/4λγα, έκτασης από δυο ως τριάντα μια σελίδες, πέντε εντός του 1922, η πρώτη στις 8 Νοεμβρίου, οκτώ του 1923 και μια τελευταία, στις 26.2.1924. 1/4λες από την Λάρνακα, όπου ο Συκουτρής παρέμεινε για δυο χρόνια ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, ισοδύναμο της Ριζαρείου. Στη δέσμη των επιστολών, διασώθηκε και απόσπασμα επιστολής του από τον Πειραιά, λίγο πριν την αναχώρησή του για Κύπρο, προς τον Κακριδή, που παραθέριζε τότε στην Πάρο. Μάλλον θα πρέπει να μελετούσε το γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών Πάρου, αφού, τρία χρόνια αργότερα, αυτό αποτέλεσε το θέμα της διατριβής του. Οι επιστολές εκδίδονται λεπτομερειακά σχολιασμένες και παντοιοτρόπως φροντισμένες από το γιο της 1/4λγας, τον Φάνη Κακριδή, ο οποίος και τις ανακάλυψε στα κατάλοιπά της. Στις τόσες διευκρινιστικές παρατηρήσεις του, το μόνο που παραλείπει είναι πληροφορίες για εκείνη^ ποια ήταν η σταδιοδρομία της μετά το 1926 που παντρεύτηκε και ακόμη, τη χρονολογία του θανάτου της.
Σημαντικό στοιχείο των γραμμάτων το ύφος. Παιχνιδιάρικα ειρωνικό έως καυστικό, τρυφερό και συνάμα από καθέδρας, αποκαλυπτικό σκέψης διεισδυτικής συνδυαζόμενης με ευφράδεια ρήτορα. 3/4φος ιδιάζον και χάρις στο γλωσσικό του ένδυμα. Κατά τον επιμελητή, μια ιδιότυπη καθαρεύουσα, όπου παρατηρούνται ασυνέπειες, ορθογραφικές αβλεψίες και δημοτικιστικές αποκλίσεις. Στο φιλολογικό μνημόσυνο του Συκουτρή, το 1938, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξαίρει τον ηρωϊσμό, που ενείχε για εκείνα τα χρόνια η θέση του Συκουτρή στο γλωσσικό. Ούτε ορθόδοξος καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής, μη ενδίδοντας σε καμία από τις δυο παρατάξεις, παρά τα οφέλη που αυτό θα σήμαινε για την σταδιοδρομία του. Αυτή η νόθα γλώσσα, με το πλήθος των "αμάρτυρων" λέξεων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, άλλες σχηματιζόμενες σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες και άλλες κατά παράβασή τους, φέρει το στοιχείο του ανοίκειου, που αποβαίνει γοητευτικό.
Ο Συκουτρής, σαν για να τονίσει το ύφος των επιστολών, υπογράφει με το ψευδώνυμό του στη φοιτητική συντροφιά της Αθήνας, Αντιφών, ο περιώνυμος αθηναίος ρήτορας. Ένας άλλος της παρέας, ο Βασίλης Τατάκης, στα "Απομνημονεύματά" του, περιγράφει τις εκδρομικές εξορμήσεις τους, όπου ο καθένας είχε, κατ' επιταγή του Συκουτρή, και ένα αρχαιοελληνικό παρωνύμιο. Δυστυχώς, ούτε ο Τατάκης ούτε ο επιμελητής μνημονεύουν τα ψευδώνυμα της 1/4λγας, του Γιαννάκη και των υπολοίπων, μόνο του Τατάκη, του φιλολόγου Κωνσταντίνου Σπυριδάκη και του Κ. Θ. Δημαρά. Νοησιοκρατικό χαρακτηρίζει ο Συκουτρής τον Δημαρά, με αφορμή τον ορισμό που εκείνος έδινε για την ευτυχία, συγχέοντάς την, κατά τη γνώμη του Συκουτρή, με την ηδονή. Πλείστα όσα φιλοσοφικά ερωτήματα δείχνει να τον απασχολούν, μερικά από αυτά με πρακτικές απολήξεις, όπως τα είδη του έρωτα, ο γάμος και η γυναίκα. Τριάντα χρόνια μετά τον Ροΐδη, και ο Συκουτρής δηλώνει "έμφυτη δυσπιστία για την διανοητικότητα της γυναικός", εξηγώντας στη φίλη του πως στην Κύπρο, "τους άνδρας τους λέγουν ανθρώπους, την έννοιαν δε του άνθρωπος εκφράζουν με το πλάσμα".
Χιώτης στην καταγωγή, γεννημένος στη Σμύρνη ο Συκουτρής, φέρει βαρέως την Καταστροφή του 1922. Τον Ιανουάριο του 1923, γράφει, "Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω." Και παρακάτω, "Εδώ μόνος μου, που είμαι, αισθάνομαι τον πόνο βαθύτερα^ σε βεβαιώνω, αν ήξευρα θετικά, ότι και με το χασίς έστω θα κατόρθωνα να πιστεύσω επ' ολίγον τουλάχιστον ότι η Σμύρνη μας υπάρχει, θα έπινα χασίς." Σε αντίθεση, όμως, με τον ομήλικό του, επίσης Σμυρνιό, Σεφέρη, δεν βλέπει στην Κύπρο ένα υποκατάστατο της χαμένης πατρίδας. Με τα μελανότερα χρώματα παρουσιάζει την Κύπρο εκείνης της εποχής, στολίζοντας με αιχμηρές παρατηρήσεις τη φυγοπονία των μαθητών του και εν γένει, την υποτιθέμενη νωθρότητα του κυπριακού λαού. Εργατικοί μεν αλλά χωρίς πρωτοβουλία και ζωή, εύπιστοι και αγαθοί, θαυμάζοντες υπέρμετρα τους ξένους. Ούτε καν η φύση του νησιού δεν τον συγκινεί, πλην μιας τοποθεσίας που βρίσκει μαγευτική ως γνησίως ελλαδική. Ωστόσο, οι κρίσεις του για τις πόλεις, την γερασμένη Λάρνακα και την ωραία Λεμεσό, θα πρέπει να μην απέχουν πολύ από την πραγματικότητα εκείνων των χρόνων. Ο επιμελητής καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να απαλύνει τις εντυπώσεις, παραθέτοντας γνώμες άλλων, όπως, λ.χ., του, πάντοτε κόσμιου στις διατυπώσεις του, Τατάκη.
Διαφορετικό ταμπεραμέντο ο Συκουτρής, κρίνει τους άλλους, με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσει για τον εαυτό του. Ωστόσο, παρά τα αισθήματά του για το νησί, εργάζεται μανιωδώς, ζητώντας να ωφελήσει τους μαθητές του και τον τόπο. Πέραν των μαθημάτων του, για τα οποία προετοιμάζεται με ιδιαίτερη φιλοτιμία, ιδρύει και επιμελείται το περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά", στο οποίο και δημοσιεύει τις ουκ ολίγες κυπριακές μελέτες του, συγκροτεί το Σύλλογο των Νέων, προβάλλοντας εαυτόν ως παράδειγμα στους ομηλίκους του μαθητές του, και το Φιλολογικό 1/4μιλο Λάρνακος, όπου δίνει σειρά διαλέξεων.
Στην Αθήνα επέστρεψε με την διακαή επιθυμία να σπουδάσει στη Γερμανία, πάση θυσία, ακόμη και νυμφευόμενος πολύφερνη δεσποινίδα. Οι προσδοκίες του ευοδώθηκαν. Ευτύχησε να γνωρίσει τη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, όταν οι κλασικές σπουδές σε Λειψία και Βερολίνο βρίσκονταν στην ακμή τους, και μαζί τους άνθησε ο φιλόλογος Συκουτρής. Στη Γερμανία επέστρεψε το καλοκαίρι του 1937, αποζητώντας ηθικά ερείσματα, όταν κατακλυζόταν από την κακοβουλία στο Αθήνησι Πανεπιστήμιο, αλλά ο δάσκαλός του Βιλαμόβιτς είχε πεθάνει όπως και ο Πλάτωνας. Κατά τα άλλα, ο Συκουτρής στα χρόνια της Κύπρου περιγράφεται ως ένα "βραχύσωμον παιδάριον", είκοσι δυο ετών, ξανθωπό και διοπτροφόρο. Ίσως και λίγο στημένο, κατά τη μαρτυρία των φωτογραφιών. Αν, μάλιστα, οι επιστολές έπεφταν στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου, ίσως αυτός, με το ασκημένο μάτι του, να ανακάλυπτε έως και ερωτικές ιδιορρυθμίες. Έκφραση, που, στην εποχή του πολιτικώς ορθού, μπορεί και να σημαίνει σχεδόν το οτιδήποτε.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Τυχαία συνάντηση Μανουήλ Πανσέληνου και Μαρίας Παλαιολογίνας


Αγάπη Καρακατσάνη "Μια τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά που καταλήγει σε περιδιάβαση στον 13ο αιώνα και τον Μανουήλ Πανσέληνο" Εκδόσεις Άγρα Μάρτιος 2008

Μαριάννα Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων" Εκδόσεις Πατάκη Φεβρουάριος 2008

Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δυο εκδοτικές μόδες. Αυτή των βιβλιαρίων παντός είδους, από νουβελίτσες και αφηγήματα έως κάποιο δημοσίευμα δοκιμιακού χαρακτήρα. Και η άλλη των τουρλού τουρλού αυτοβιογραφικών. Ορισμένα από τα βιβλιάρια έχουν ζουμί, αν και η αγοραστική τους τύχη εξαρτάται μόνο και μόνο από το όνομα του συγγραφέα. Για παράδειγμα, άλλη συγκίνηση προκαλεί στο πανελλήνιο ένας Τζωρτζ Στάϊνερ κι άλλη η Αγάπη Καρακατσάνη, παρόλο που όσα γράφει μας αφορούν πολύ περισσότερο. Λιγότερο ελκυστικά μας φαίνονται τα αυτοβιογραφικά κατασκευάσματα, τα οποία, ωστόσο, τυγχάνουν θερμής υποδοχής. 1/4πως, καλή ώρα, τα βιβλία της σειράς, "Η κουζίνα του συγγραφέα", που εμπνεύστηκε ο Μισέλ Φάϊς. Πάντως, η Μαριάννα Κορομηλά, που αναλαμβάνει την κουζίνα του εβδόμου τόμου, είναι μια δημοφιλής συγγραφέας και πέραν της σειράς, κι ας παραπονείται πως της λείπει το μυθιστορηματικό ταλέντο.
Εκ πρώτης όψεως, τα δυο βιβλία που αποφασίσαμε να συμπαρουσιάσουμε δεν έχουν κοινά σημεία. Μόνο προχωρώντας την ανάγνωση, προβάλλει ο συνδετικός τους κρίκος, τω όντι κάπως αναπάντεχος. Πρόκειται για τον τολμηρό και φιλόδοξο Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο, που τριανταπεντάχρονος, το 1259, στέφθηκε βασιλιάς του κράτους της Νίκαιας, παρακάμπτοντας τον νόμιμο διάδοχο, και δυο χρόνια αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1261, εισήλθε θριαμβευτής στην ανακαταληφθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο Παλαιολόγος αποβαίνει το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση εργασίας της Καρακατσάνη για την εκ νέου χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού του Πρωτάτου στο Άγιο 1/4ρος δια χειρός Μανουήλ Πανσέληνου. Κι αυτός, ως πατέρας της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας, κατόπιν, κυράς των Μουγουλίων ή και απλούστερα, της Μαρίας των Μογγόλων, έχει πρώτο ρόλο, έστω του κακού, στο αφήγημα της Κορομηλά.
1/4πως φαίνεται, το βιβλίο της Καρακατσάνη προήλθε από μια σειρά τυχαίων συναντήσεων. Του νεότερου ζωγράφου Γιάννη Καστρίτση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, αυτή όχι και τόσο τυχαία, αφού προοιωνιζόταν από την κοινή τους καταγωγή, που του ενέπνευσε τον πίνακα, "Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά". Του Διονυσίου από το χωριό Φουρνά των Αγράφων με "τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο", που τον παρακίνησε να στολίσει, εν έτει 1711, με τοιχογραφίες το παρεκκλήσιο του κελλιού του στις Καρυές του Αγίου 1/4ρους και να συγγράψει λίγο αργότερα το εγχειρίδιο "Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης", που εκδόθηκε μόλις το 1909. Της Καρακατσάνη με τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου, μετά τα ψηφιδωτά της Μονής Δαφνίου, που την ώθησε να ασχοληθεί με τον Πανσέληνο. Κυρίως, όμως, την τυχαία συνάντησή της με τον πίνακα του Καστρίτση, που μεταμόρφωσε το δοκίμιό της σε ένα ιδιαίτερα επιμελημένο βιβλιάριο.
Η Καρακατσάνη ανατρέχει τους αιώνες, αποτιμώντας τα παλαιολόγεια πρότυπα και την επιχειρούμενη, στις αρχές του 18ου αιώνα, αναβίωσή τους. Για να φτάσει στον Πανσέληνο, συνοψίζει την ιστορία του Βυζαντίου, ανάμεσα στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την ανάκτησή της, εστιάζοντας στον τόπο της καταγωγής του, την συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, για την υπόθεση πως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου δεν έγιναν γύρω στο 1290 αλλά μέσα στη δεκαετία 1262-1272, επικαλείται τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, μια και αυτός επισκεύασε το Πρωτάτο αμέσως μετά την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας, επιζητώντας να εδραιώσει τις καλές του σχέσεις με το Άγιο 1/4ρος. Και ο ίδιος, το 1282, όταν διαπραγματευόταν με τη Ρώμη την ένωση των Εκκλησιών, προκάλεσε την πυρπόλησή του. Μόνο που σύμφωνα με νεότερες έρευνες, οι καταστροφές από την πυρπόληση ήταν περιορισμένες και διογκώθηκαν από τους αγιορείτες πατέρες προς δυσφήμιση του αυτοκράτορα. Οπότε, οι τοιχογραφίες μπορεί και να έμειναν ανέπαφες, όπως είχαν φιλοτεχνηθεί, το πιθανότερο, κατά την ανακαίνιση, αφού ο ναός είχε πάρει τη μορφή δίρριχτης βασιλικής, καταργώντας τα ανοίγματα της οροφής. Σε αυτό το σημείο, η ιστορικός αποτολμά και μια δεύτερη μάλλον ευφάνταστη υπόθεση πως το Πανσέληνος δεν είναι το επίθετο του ζωγράφου αλλά προσωνύμιο, που του δόθηκε χάρις στις τοιχογραφίες, οι οποίες σαν να φώτισαν το σκοτεινιασμένο εσωτερικό του ναού. Ίσως, η Καρακατσάνη να επηρεάστηκε από τον μεταφορικό λόγο του Διονησίου, που θέλει τον κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνο δίκην σελήνης λάμψαντα.
1/4σο για το βιβλίο της Κορομηλά, μας θύμισε κάτι γαστρονομικά πιάτα, όπου το κρέας σερβίρεται γαρνιρισμένο με κομπόστα. Οπότε, σε όσους πρωτόγονους αρέσουν οι αμιγείς γεύσεις, η μόνη λύση που μένει, είναι να δοκιμάσουν να τα ξεδιαλέξουν και να τα γευθούν μεμονωμένα. Κάπως έτσι διαβάσαμε και εμείς την αφήγησή της, χωριστά τη δική της ιστορία, κάτι σαν το κρέας του πιάτου, και χωριστά, τα πάθη της Παλαιολογίνας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η συγγραφέας υστερεί στις συρραφές και τα άλματα εις μήκος των αιώνων. Το αντίθετο, ως ιστορικός ανασκευάζει σφάλματα σχετικά με τις χρονικές και τοπικές συντεταγμένες, ενώ, ως φύση παραμυθάς διεκτραγωδεί την τύχη της θυγατέρας του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που, δωδεκαετής, επειδή ο πατέρας της ήθελε να συνάψει συμμαχία με τους Μογγόλους, στάλθηκε στην Αυλή τους, στα βάθη της Ασίας, να παντρευτεί τον ηγεμόνα τους Χουλαγκού, αλλά μέχρι να φτάσει, ο νυμφίος πέθανε και αυτή ήρθε σε γάμου κοινωνία μετά του υιού του, Αμπακά. Ένα και το αυτό για τις διπλωματικές κινήσεις του Μιχαήλ, αν και για τη Μαρία, ένας τριαντάχρονος σύζυγος μπορεί να ήταν προτιμότερος, έστω κι αν πρόκειται για χαρέμι. 1/4πως κι αν έχει, ο έγγαμος βίος της κράτησε δεκαεπτά έτη, μέχρι που πέθανε ο Αμπακάς, και η Μαρία, ελεύθερη πλέον, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη. Μόνο που κατά διαβολική σύμπτωση, τότε έλαχε να πεθάνει και ο Μιχαήλ, εκπνέοντος του 1282, οπότε το εθιμοτυπικό της Αυλής όριζε ως μόνη λύση γι' αυτήν το μοναστήρι. Ως φαίνεται, γύρω στα τριάντα χρόνια, η Μαρία μόνασε στο μοναστηράκι της Θεοτόκου της Παναγιωτίσσης, με θέα στον Κεράτιο. 1/4μως της έμελλε ένας περιπετειώδης θάνατος, γύρω στο 1307, όταν ο ετεροθαλής αδελφός της και αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ την έστειλε στην πολιορκημένη από τους Οσμανλήδες Νίκαια, μήπως και παρακινηθούν οι Μογγόλοι και προστρέξουν. Για το τέλος της αφήγησής της, αφήνει η Κορομηλά την δραματική αποκάλυψη πως η Μαρία ήταν νόθα κόρη του Μιχαήλ, αναφέροντας και μια δεύτερη νόθα κόρη του, την Ευφροσύνη, που κι αυτήν την έστειλε ο Μιχαήλ πεσκέσι σε έτερο μογγόλο ηγεμόνα. Σε αντίθεση με τους άγγλους, λ.χ., ιστορικούς, όπως ο Ντόναλντ Νίκολ ή ο Τζόναθαν Χάρρις, που δεν φορτίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα αλλά μόνο, παρεμπιπτόντως, αναφέρουν πως δυο από τις νόθες κόρες του Μιχαήλ, η Μαρία, το 1265, και η Ευφροσύνη, τρία χρόνια αργότερα, κανονίστηκε να παντρευτούν Μογγόλους. Αν και ο Χάρρις διατείνεται πως η Ευφροσύνη ήταν νόμιμη κόρη του Μιχαήλ.
Εν τέλει, μπορεί η Κορομηλά να παθιάζεται με τη Μαρία των Μογγόλων ή την Ευφροσύνη και ίσως στο μέλλον να γράψει για μια τρίτη ή και τέταρτη Παλαιολογίνα, που είχε την ίδια τύχη, ωστόσο μένει ζητούμενο αν ο βίος τους στάθηκε δυστυχέστερος των κορασίδων, νόμιμων ή νόθων, που έμειναν στην Αυλή της Βασιλεύουσας. Τουλάχιστον η Μαρία γνώρισε την περιπέτεια, την οποία, μια ζωή, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται να κυνηγά και η συγγραφέας. Κι αν δίνει τόση έκταση στην εξακρίβωση του οδοιπορικού της Μαρίας είναι γιατί ζητά πρόφαση για να διηγηθεί τις δικές της περιπλανήσεις.
Δυστυχώς, άναρχα και πλαγίως, αφηγείται τα καθέκαστα της ζωής της, εκκινώντας πάντοτε από τη Μαρία και ανοίγοντας μεγάλες παρενθέσεις. Χρειάζεται να φτάσεις στην 280η σελίδα για να συναντήσεις τον γενάρχη της οικογένειας Χατζηλάμπρο Κόσκορη, γνωστό με το προσωνύμιο Κορομηλάς, που, στη μάχη του Χαϊδαριού, Μάιο του 1826, τον κάρφωσαν οι Τούρκοι σε σταυρό και έμεινε τρία μερόνυχτα να αργοπεθαίνει. Και στη συνέχεια, τον γιο του Αντρέα, τον περιώνυμο τυπογράφο και εκδότη, και τα εγγόνιά του, τον Δημήτριο και τον Λάμπρο της "Εφημερίδος", του Θεάτρου ο πρώτος, του Μακεδονικού Αγώνα ο δεύτερος. Μένουμε με την εντύπωση πως η συγγραφέας σαν να υποτιμά τους ήρωες της δικής της ζωής. Τους συγγενείς εξ αίματος αλλά και τους μετέπειτα, τους εξ αγχιστείας, τους δασκάλους, μεταξύ άλλων τον Άλκη Αγγέλου, και τους φίλους. Δεν αρκεί η μνημόνευση επί τροχάδην κάποιων μικρών ονομάτων. 3/4στερα, σαν να παραβλέπει τη γοητεία των καταστάσεων που της έτυχε να ζήσει. Συνοπτικές οι αναφορές στο Τρίτο Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι ή στην Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα και στις εκεί συναντήσεις. Το πιθανότερο, στο μέλλον, αν εξακολουθήσει την έρευνα, να βρει κι άλλες ψηφίδες για τη Μαρία και τις λοιπές αρχόντισσες των βυζαντινών χρόνων. 1/4μως για τα πρόσωπα που η ίδια γνώρισε, τους τόπους που επισκέφτηκε και την πολιτιστική αναγέννηση που έζησε κάποτε, οι νεότεροι περιμένουν από εκείνη να τα μάθουν. Και δη, αναλυτικά, χωρίς παραλήψεις, ειδάλλως θα δυσανασχετούν, όπως η Κορομηλά με τα κενά του Γεωργίου Παχυμέρη. 1/4πως κι αν έχει, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ενέπνευσε, έστω και εμμέσως, δυο καλογραμμένα βιβλία.
Μ. Θεοδοσοπούλου