Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Επιστολιμαίος Συκουτρής


"Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)" Φιλολογική επιμέλεια Φάνης Ι. Κακριδής Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ιανουάριος 2008

Ανέκαθεν η δημοσιοποίηση ενός επιστολικού σώματος ήταν παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς ναι μεν ρίχνει φως στη ζωή μιας εξέχουσας μορφής, ταυτόχρονα, όμως, θίγει τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα, τα οποία, σήμερα πλέον, προστατεύουμε ως κόρην οφθαλμού. Πόσω μάλλον που στις αρχές του 21ου αιώνα οι συγγραφείς λυμαίνονται τις ιστορικές προσωπικότητες και η μυθιστορηματική ανάπλασή τους τείνει σε μόδα, ανεξάρτητα αν αποκαλύπτει έλλειμμα φαντασίας ή και νωθρότητα. Μόνο από μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο ενός διάσημου προσώπου θα πρέπει να διαβάζεται η αλληλογραφία του, ειδάλλως ρέπει κανείς στη σκανδαλολογία προς θήρα δημοσιότητας.
Προκαταρκτικοί ενδοιασμοί για την έκδοση μιας αλληλογραφίας, δεδομένου ότι ο Ιωάννης Συκουτρής είναι μια φυσιογνωμία, που θα μπορούσε να προκαλέσει το μυθιστοριογραφικό ενδιαφέρον. Και ύστερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πρόκειται για τα πρώτα δικά του γράμματα που δημοσιοποιούνται. Ο Συκουτρής δεν θα χαρακτηριζόταν απλώς κορυφαίος κλασικός φιλόλογος, αλλά ένας μύθος, με ακτινοβολία πολύ πέραν του επιστημονικού του χώρου. Σε αυτό συνετέλεσε και το τέλος του, ακριβώς όπως συνέβη και στην περίπτωση Καρυωτάκη. Κι αυτός ένας ιδανικός αυτόχειρας, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια από τον Ακροκόρινθο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1937, εννέα έτη μετά τον Καρυωτάκη. Και οι δυο στην τέταρτη και ανθηρή δεκαετία του βίου τους^ τριάντα δύο ετών ο ποιητής, τριάντα έξι ο φιλόλογος.
Τελικά, ποιοι χαρακτήρες καταλήγουν στη λύση της αυτοκτονίας; Γιατί, σίγουρα, ορισμένοι χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερη ροπή κι όταν προκύψουν οι ευνοϊκές προς απελπισμό περιστάσεις, επιχειρούν το απονενοημένο διάβημα. Οι επιστολές του Συκουτρή σκιαγραφούν έναν παρόμοιο χαρακτήρα. Απόλυτος στις απόψεις του, ακραίος στις θέσεις του, υπερδραστήριος, με την ολέθρια, κάποτε, συνήθεια της "αυτοπαρατηρησίας". Το πιθανότερο, αυτή η ενδελεχής εαυτού εξέταση να γινόταν και κατά τις μακριές ώρες πεζοπορίας. Ως συνήθης διασκέδαση αναφέρεται στα γράμματα η μετάβαση πεζή από Λάρνακα σε Λευκωσία, χιλιόμετρα σαράντα, καίτοι "η επαρχία Λάρνακος και Λευκωσίας είναι τα ασχημότερα μέρη της νήσου".
Παραλήπτης των επιστολών και βουβός συνομιλητής, αφού απουσιάζουν οι απαντητικές επιστολές, η συμφοιτήτρια και φίλη του Συκουτρή, 1/4λγα Κομνηνού, κατόπιν σύζυγος του συμφοιτητή και φίλου του Ιωάννη Κακριδή, του Γιαννάκη των γραμμάτων, αν και συνομήλικός του. Δεκατέσσερεις οι επιστολές στην 1/4λγα, έκτασης από δυο ως τριάντα μια σελίδες, πέντε εντός του 1922, η πρώτη στις 8 Νοεμβρίου, οκτώ του 1923 και μια τελευταία, στις 26.2.1924. 1/4λες από την Λάρνακα, όπου ο Συκουτρής παρέμεινε για δυο χρόνια ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, ισοδύναμο της Ριζαρείου. Στη δέσμη των επιστολών, διασώθηκε και απόσπασμα επιστολής του από τον Πειραιά, λίγο πριν την αναχώρησή του για Κύπρο, προς τον Κακριδή, που παραθέριζε τότε στην Πάρο. Μάλλον θα πρέπει να μελετούσε το γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών Πάρου, αφού, τρία χρόνια αργότερα, αυτό αποτέλεσε το θέμα της διατριβής του. Οι επιστολές εκδίδονται λεπτομερειακά σχολιασμένες και παντοιοτρόπως φροντισμένες από το γιο της 1/4λγας, τον Φάνη Κακριδή, ο οποίος και τις ανακάλυψε στα κατάλοιπά της. Στις τόσες διευκρινιστικές παρατηρήσεις του, το μόνο που παραλείπει είναι πληροφορίες για εκείνη^ ποια ήταν η σταδιοδρομία της μετά το 1926 που παντρεύτηκε και ακόμη, τη χρονολογία του θανάτου της.
Σημαντικό στοιχείο των γραμμάτων το ύφος. Παιχνιδιάρικα ειρωνικό έως καυστικό, τρυφερό και συνάμα από καθέδρας, αποκαλυπτικό σκέψης διεισδυτικής συνδυαζόμενης με ευφράδεια ρήτορα. 3/4φος ιδιάζον και χάρις στο γλωσσικό του ένδυμα. Κατά τον επιμελητή, μια ιδιότυπη καθαρεύουσα, όπου παρατηρούνται ασυνέπειες, ορθογραφικές αβλεψίες και δημοτικιστικές αποκλίσεις. Στο φιλολογικό μνημόσυνο του Συκουτρή, το 1938, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξαίρει τον ηρωϊσμό, που ενείχε για εκείνα τα χρόνια η θέση του Συκουτρή στο γλωσσικό. Ούτε ορθόδοξος καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής, μη ενδίδοντας σε καμία από τις δυο παρατάξεις, παρά τα οφέλη που αυτό θα σήμαινε για την σταδιοδρομία του. Αυτή η νόθα γλώσσα, με το πλήθος των "αμάρτυρων" λέξεων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, άλλες σχηματιζόμενες σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες και άλλες κατά παράβασή τους, φέρει το στοιχείο του ανοίκειου, που αποβαίνει γοητευτικό.
Ο Συκουτρής, σαν για να τονίσει το ύφος των επιστολών, υπογράφει με το ψευδώνυμό του στη φοιτητική συντροφιά της Αθήνας, Αντιφών, ο περιώνυμος αθηναίος ρήτορας. Ένας άλλος της παρέας, ο Βασίλης Τατάκης, στα "Απομνημονεύματά" του, περιγράφει τις εκδρομικές εξορμήσεις τους, όπου ο καθένας είχε, κατ' επιταγή του Συκουτρή, και ένα αρχαιοελληνικό παρωνύμιο. Δυστυχώς, ούτε ο Τατάκης ούτε ο επιμελητής μνημονεύουν τα ψευδώνυμα της 1/4λγας, του Γιαννάκη και των υπολοίπων, μόνο του Τατάκη, του φιλολόγου Κωνσταντίνου Σπυριδάκη και του Κ. Θ. Δημαρά. Νοησιοκρατικό χαρακτηρίζει ο Συκουτρής τον Δημαρά, με αφορμή τον ορισμό που εκείνος έδινε για την ευτυχία, συγχέοντάς την, κατά τη γνώμη του Συκουτρή, με την ηδονή. Πλείστα όσα φιλοσοφικά ερωτήματα δείχνει να τον απασχολούν, μερικά από αυτά με πρακτικές απολήξεις, όπως τα είδη του έρωτα, ο γάμος και η γυναίκα. Τριάντα χρόνια μετά τον Ροΐδη, και ο Συκουτρής δηλώνει "έμφυτη δυσπιστία για την διανοητικότητα της γυναικός", εξηγώντας στη φίλη του πως στην Κύπρο, "τους άνδρας τους λέγουν ανθρώπους, την έννοιαν δε του άνθρωπος εκφράζουν με το πλάσμα".
Χιώτης στην καταγωγή, γεννημένος στη Σμύρνη ο Συκουτρής, φέρει βαρέως την Καταστροφή του 1922. Τον Ιανουάριο του 1923, γράφει, "Μου έρχεται να ευχηθώ να καταστραφεί όλη η Ελλάς, δια να μη βλέπω Έλληνας με πατρίδα και τους ζηλεύω." Και παρακάτω, "Εδώ μόνος μου, που είμαι, αισθάνομαι τον πόνο βαθύτερα^ σε βεβαιώνω, αν ήξευρα θετικά, ότι και με το χασίς έστω θα κατόρθωνα να πιστεύσω επ' ολίγον τουλάχιστον ότι η Σμύρνη μας υπάρχει, θα έπινα χασίς." Σε αντίθεση, όμως, με τον ομήλικό του, επίσης Σμυρνιό, Σεφέρη, δεν βλέπει στην Κύπρο ένα υποκατάστατο της χαμένης πατρίδας. Με τα μελανότερα χρώματα παρουσιάζει την Κύπρο εκείνης της εποχής, στολίζοντας με αιχμηρές παρατηρήσεις τη φυγοπονία των μαθητών του και εν γένει, την υποτιθέμενη νωθρότητα του κυπριακού λαού. Εργατικοί μεν αλλά χωρίς πρωτοβουλία και ζωή, εύπιστοι και αγαθοί, θαυμάζοντες υπέρμετρα τους ξένους. Ούτε καν η φύση του νησιού δεν τον συγκινεί, πλην μιας τοποθεσίας που βρίσκει μαγευτική ως γνησίως ελλαδική. Ωστόσο, οι κρίσεις του για τις πόλεις, την γερασμένη Λάρνακα και την ωραία Λεμεσό, θα πρέπει να μην απέχουν πολύ από την πραγματικότητα εκείνων των χρόνων. Ο επιμελητής καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να απαλύνει τις εντυπώσεις, παραθέτοντας γνώμες άλλων, όπως, λ.χ., του, πάντοτε κόσμιου στις διατυπώσεις του, Τατάκη.
Διαφορετικό ταμπεραμέντο ο Συκουτρής, κρίνει τους άλλους, με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσει για τον εαυτό του. Ωστόσο, παρά τα αισθήματά του για το νησί, εργάζεται μανιωδώς, ζητώντας να ωφελήσει τους μαθητές του και τον τόπο. Πέραν των μαθημάτων του, για τα οποία προετοιμάζεται με ιδιαίτερη φιλοτιμία, ιδρύει και επιμελείται το περιοδικό "Κυπριακά Χρονικά", στο οποίο και δημοσιεύει τις ουκ ολίγες κυπριακές μελέτες του, συγκροτεί το Σύλλογο των Νέων, προβάλλοντας εαυτόν ως παράδειγμα στους ομηλίκους του μαθητές του, και το Φιλολογικό 1/4μιλο Λάρνακος, όπου δίνει σειρά διαλέξεων.
Στην Αθήνα επέστρεψε με την διακαή επιθυμία να σπουδάσει στη Γερμανία, πάση θυσία, ακόμη και νυμφευόμενος πολύφερνη δεσποινίδα. Οι προσδοκίες του ευοδώθηκαν. Ευτύχησε να γνωρίσει τη Γερμανία της δεκαετίας του 1920, όταν οι κλασικές σπουδές σε Λειψία και Βερολίνο βρίσκονταν στην ακμή τους, και μαζί τους άνθησε ο φιλόλογος Συκουτρής. Στη Γερμανία επέστρεψε το καλοκαίρι του 1937, αποζητώντας ηθικά ερείσματα, όταν κατακλυζόταν από την κακοβουλία στο Αθήνησι Πανεπιστήμιο, αλλά ο δάσκαλός του Βιλαμόβιτς είχε πεθάνει όπως και ο Πλάτωνας. Κατά τα άλλα, ο Συκουτρής στα χρόνια της Κύπρου περιγράφεται ως ένα "βραχύσωμον παιδάριον", είκοσι δυο ετών, ξανθωπό και διοπτροφόρο. Ίσως και λίγο στημένο, κατά τη μαρτυρία των φωτογραφιών. Αν, μάλιστα, οι επιστολές έπεφταν στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου, ίσως αυτός, με το ασκημένο μάτι του, να ανακάλυπτε έως και ερωτικές ιδιορρυθμίες. Έκφραση, που, στην εποχή του πολιτικώς ορθού, μπορεί και να σημαίνει σχεδόν το οτιδήποτε.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: