Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Απαντήσεις σε παρερμηνευθείσες απορίες

Μας προ­κα­λούν δυ­σφο­ρία οι δια­μά­χες που διε­ξά­γο­νται στον Τύ­πο με την α­νταλ­λα­γή δη­μο­σιευ­μά­των και ε­πι­στο­λών. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν εί­ναι στεί­ρες, για­τί άλ­λα γρά­φει ο έ­νας κι άλ­λα κα­τα­λα­βαί­νει ή θέ­λει να κα­τα­λά­βει ο άλ­λος. Γι’ αυ­τό και α­πο­φεύ­γου­με τις α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ό­σο κι αν, κα­μιά φο­ρά, μας θί­γουν. Όμως το δη­μο­σίευ­μα του Αλέ­ξη Ζή­ρα στο πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» (τεύ­χος 496) υ­περ­βάλ­λει σε πα­ρερ­μη­νείες. Τα υ­πο­τι­μη­τι­κά σχό­λιά του σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος, πα­ρό­τι ε­νό­χλη­σαν και ε­μάς και το έ­ντυ­πο, τα προ­σπε­ρά­σα­με, αλ­λά η κα­τη­γο­ρία για σκαν­δα­λο­θη­ρία πα­ρα­εί­ναι βα­ριά. Αν θέ­λα­με να α­πο­κα­λύ­ψου­με τυ­χόν α­τα­σθα­λίες και σκάν­δα­λα, δεν θα το κά­να­με “στη σκο­νι­σμέ­νη α­πό την ελ­λα­δι­κή μι­ζέ­ρια γω­νί­τσα της «Επο­χής»”, σύμ­φω­να με τη δι­κή του γλα­φυ­ρή πε­ρι­γρα­φή. “Ατυ­χείς” μπο­ρεί να εί­μα­στε, ό­χι, ό­μως, και α­φε­λείς. Μια και η τύ­χη για λί­γο μας χα­μο­γέ­λα­σε, θα σκαν­δα­λο­λο­γού­σα­με α­πό έ­να έ­ντυ­πο της προ­κο­πής. Από έ­να “κο­σμο­πο­λί­τι­κο” έ­ντυ­πο, που θα έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Ζή­ρας. Αν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να αμ­φι­σβη­τή­σου­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, θα το κά­να­με α­πό τα “μπαλ­κό­νια” του Τύ­που. Και τό­τε, μά­λι­στα, θα ε­πρό­κει­το για “χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τη δι­κή του πά­λι φρα­σε­ο­λο­γία. Αντί για ό­λα αυ­τά τα σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κα, ε­μείς δη­μο­σιεύ­σα­με πέ­ντε “α­πο­ρίες”, ό­λες κι ό­λες, ού­τε καν “άρ­θρο”, στη σε­λί­δα βι­βλίου της «Επο­χής». Αλλά, και πά­λι, οι “α­πο­ρίες” μας πε­ριο­ρί­ζο­νταν “σε πε­ρι­φε­ρεια­κά της δια­δι­κα­σίας”, ό­πως ο ί­διος δια­πι­στώ­νει. Και μά­λι­στα, μας ψέ­γει, για­τί δεν α­να­φερ­θή­κα­με στο “ψη­τό”, δη­λα­δή “το πό­σο α­ξί­ζουν ή δεν α­ξί­ζουν τα βι­βλία που πέ­ρα­σαν στις λί­στες και πό­σα άλ­λα κα­λύ­τε­ρα έ­μει­ναν α­πέ­ξω”. Ηθε­λη­μέ­να δεν μπή­κα­με στο “ψη­τό”, για­τί, α­κρι­βώς, δεν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Και αυ­τό το διευ­κρι­νί­ζα­με στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του κει­μέ­νου μας. Ωστό­σο, α­πα­ντη­τι­κή ε­πι­στο­λή δεν πρό­κει­ται να στεί­λου­με. Μό­νο για τη δρά­κα των α­να­γνω­στών της σε­λί­δας θα κά­νου­με μια προ­σπά­θεια να δεί­ξου­με πως δεν εί­μα­στε ε­λέ­φα­ντες. Επει­δή, ό­μως, δεν δια­θέ­του­με το τα­λέ­ντο του Αλέ­ξη Ζή­ρα να “α­λέ­θου­με” τις α­πό­ψεις του άλ­λου, θα πα­ρα­τά­ξου­με τις “α­πο­ρίες” στη σει­ρά που τις εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει, συ­νο­δευό­με­νες α­πό τις πα­ρερ­μη­νείες τους και τις α­πα­ντή­σεις σε αυ­τές.
Στην πρώ­τη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου έ­νας α­πό τους δέ­κα υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ροί το η­λι­κια­κό ό­ριο των 40 ε­τών. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας α­πά­ντη­σε: “Να διευ­κρι­νί­σω πρώ­τ’ α­π’ ό­λα ό­τι θε­σμι­κός ή κα­τα­στα­τι­κός κα­νο­νι­σμός για τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω» δεν υ­πάρ­χει.” Πα­ρα­δό­ξως, φαί­νε­ται να θεω­ρεί πως αυ­τό συ­νι­στά εύ­ση­μο για τον εν λό­γω θε­σμό. Όπως να έ­χει, για το συ­γκε­κρι­μέ­νο βρα­βείο, κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που ξε­κί­νη­σε το 2007, τέ­θη­κε κα­νο­νι­σμός. Τον πα­ρα­πέ­μπου­με σχε­τι­κά στην α­να­κοί­νω­ση της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής για τις “μι­κρές λί­στες” του 2008 (Τεύ­χος 485), της ο­ποίας ή­ταν μέ­λος. “Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων λο­γο­τε­χνών α­πο­νέ­με­ται, ό­πως και πέ­ρυ­σι, σε νέ­ους ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους έως 40 ε­τών...”, γρά­φει ε­κεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση το 40ο έ­τος ε­ξαι­ρεί­ται, ο­πό­τε, ε­φέ­τος, δυο α­πό τους υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ρού­σαν τον ό­ρο. Στο α­ντί­στοι­χο, ε­φε­τι­νό κεί­με­νο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, της ο­ποίας εί­ναι πλέ­ον πρό­ε­δρος, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο κα­νο­νι­σμός, με την προ­σθή­κη: “Έστω και αν τα τε­λευ­ταία χρό­νια εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στη λο­γο­τε­χνία πε­ζο­γρά­φοι και –σπα­νιό­τε­ρα ποιη­τές– που έ­χουν πε­ρά­σει ό­χι μό­νο την πρώ­τη αλ­λά και τη δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα. ” Εδώ, θα πρέ­πει να φρε­σκά­ρου­με τη μνή­μη των συ­ντα­κτών του κει­μέ­νου. Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­σμο­θε­τή­θη­κε α­πό τον Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη έ­να χρό­νο α­φό­του εί­χε κα­θιε­ρώ­σει τα τέσ­σε­ρα άλ­λα βρα­βεία. Τον πρώ­το χρό­νο δεν α­πο­νε­μή­θη­κε και στη συ­νέ­χεια, τα έ­ξι βρα­βεία της πε­ριό­δου 1998-2004, δό­θη­καν ό­λα πλην ε­νός σε συγ­γρα­φείς ά­νω των 40 ε­τών. Ως έ­να α­πό τα μό­νι­μα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ο Αλέ­ξης Ζή­ρας, τα γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα. Γι’ αυ­τό ί­σως, υ­πο­στη­ρί­ζει πως η η­λι­κία δεν πρέ­πει να λει­τουρ­γεί α­πα­γο­ρευ­τι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας στη συμ­βι­βα­στι­κή λύ­ση: “Όταν οι α­πο­κλί­σεις εί­ναι μι­κρές, να α­φή­νου­με στην ά­κρη τους υ­πο­λο­γι­σμούς της η­λι­κίας και τις μι­ζέ­ριες των με­τρή­σεων και να εν­δια­φε­ρό­μα­στε για την α­ξιο­σύ­νη του βι­βλίου”. Πρω­τό­τυ­πο ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να θεω­ρεί μι­ζέ­ρια την τή­ρη­ση του ό­ρου, που η ί­δια α­πο­φά­σι­σε να θέ­σει. Τώ­ρα, τι εν­νο­εί με αυ­τό το “μι­κρή” α­πό­κλι­ση και ποιος θα α­πο­φαί­νε­ται γι’ αυ­τό, δεν το διευ­κρι­νί­ζει.
Στη δεύ­τε­ρη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Προ­σθέ­το­ντας πως διό­λου α­πί­θα­νο να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλίων. Όπως και συ­νέ­βη. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας προ­τι­μά να α­γνοή­σει το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως πρό­κει­ται για “έ­να κα­τε­ξο­χήν υ­βρι­δι­κό α­φή­γη­μα” και α­κό­μη, ό­τι “η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί τε­λι­κά μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ό­σο και αν το θέ­λει, δεν εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που έ­ζη­σε, αλ­λά μια άλ­λη φα­ντα­στι­κή”. Ερμη­νεία, που θυ­μί­ζει τις ευ­φά­ντα­στες ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις τύ­που Γκυ Σω­νιέ. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τα πολ­λά που γρά­φτη­καν στον Τύ­πο για το βι­βλίο, ου­δείς έ­θε­σε υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ό­σα μαρ­τυ­ρού­νται για την οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­γά­τση. Αναμ­φι­βό­λως, το βι­βλίο θα α­πο­τε­λέ­σει έ­να στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς για τις μελ­λο­ντι­κές με­λέ­τες πά­νω στο έρ­γο του Κα­ρα­γά­τση. Και βε­βαίως, αν το βι­βλίο α­φο­ρού­σε μια οι­κο­γέ­νεια ο­νό­μα­τι... Δρα­γά­τση, θα πή­γαι­νε “α­διά­βα­στο”, ό­πως και πλεί­στα άλ­λα της ε­τή­σιας σο­δειάς.
Στην τρί­τη “α­πο­ρία” πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως, στις “μι­κρές λί­στες”, τρεις με­γά­λοι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα, εκ­προ­σω­πού­νται με έ­να βι­βλίο έ­κα­στος ε­πί συ­νό­λου 36 υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων. Εδώ, α­κρι­βώς εί­ναι, που ο Αλέ­ξης Ζή­ρας δια­βλέ­πει προ­θέ­σεις σκαν­δα­λο­θη­ρίας. Γρά­φει σχε­τι­κά: “Υπάρ­χει έ­νας, μέ­γι­στος κό­λα­φος, για τις ι­κα­νό­τη­τες και την ό­ποια ε­ντι­μό­τη­τα των με­λών της ε­πι­τρο­πής... Χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο! Τι άλ­λο ση­μαί­νει η α­πο­ρία για την ι­κα­νή ή ό­χι εκ­προ­σώ­πη­ση ο­ρι­σμέ­νων εκ­δο­τών στις λί­στες; Άρα­γε, ό­τι το κά­θε μέ­λος κρα­τά­ει τε­φτέ­ρι και σβή­νει τα βι­βλία των εκ­δο­τών ή των συγ­γρα­φέων με τους ο­ποίους έ­χει δια­φο­ρές; Ότι υ­πάρ­χει γραμ­μή της ε­πι­τρο­πής να α­ναρ­τη­θούν κά­ποιοι στο μαυ­ρο­πί­να­κα προς πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό; Τέ­τοια προ­κα­τά­λη­ψη!”
Εδώ, υ­πάρ­χει πλή­ρης πα­ρα­νό­η­ση. Θα θί­γα­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, αν ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως α­γνο­εί τους μι­κρούς εκ­δό­τες, που δεν δια­θέ­τουν τα μέ­σα για προ­βο­λή, πό­σω μάλ­λον για ύ­πο­πτες δο­σο­λη­ψίες. Ωστό­σο, οι δυο τε­λευ­ταίες κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, στις “μι­κρές λί­στες”, έ­δω­σαν μι­κρή με­ρί­δα στους με­γά­λους εκ­δό­τες και α­κό­μη μι­κρό­τε­ρη, στις βρα­βεύ­σεις. Υπεν­θυ­μί­ζου­με πως τις τε­λευ­ταίες δυο χρο­νιές μό­νο έ­να στα πέ­ντε βρα­βεία α­πο­νε­μή­θη­κε σε με­γά­λο εκ­δό­τη. Όσο για τα “τε­φτέ­ρια” των με­λών που α­να­φέ­ρει, υ­πο­θέ­του­με πως ου­δείς μπο­ρεί να τα γνω­ρί­ζει. Η μό­νη δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νη δια­μά­χη εί­ναι του ί­διου με τον Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βι­κ, του ο­ποίου το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις “μι­κρές λί­στες”. Μά­λι­στα, εί­ναι το βι­βλίο, το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε α­πό τη σο­δειά των Ελλη­νι­κών Γραμ­μά­των, που, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με, χά­ρις και στην τα­κτι­κή των με­τα­γρα­φών, πα­ρου­σία­σε ε­φέ­τος εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τή, ω­στό­σο, την “α­πο­ρία”, δεν υ­πήρ­χε κα­νέ­νας υ­παι­νιγ­μός για τυ­χόν δια­φο­ρές με τα Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Πώς θα ή­ταν, άλ­λω­στε, δυ­να­τό­ν; Όταν ο διευ­θυ­ντής του «Δια­βά­ζω», Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, εί­ναι διευ­θυ­ντής και του εν­θέ­του, το «Βή­μα Ιδεών», που τρό­πον τι­νά συ­στε­γά­ζε­ται με τον εν λό­γω εκ­δο­τι­κό οί­κο. Απλή α­πο­ρία δια­τυ­πώ­να­με, α­πευ­θυ­νό­με­νη ι­διαί­τε­ρα στον πρό­ε­δρο ως πα­λαί­μα­χο κρι­τι­κό και στους τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς της ε­πι­τρο­πής, των ο­ποίων η κρί­ση, στις η­μέ­ρες μας, έ­χει ι­διαί­τε­ρο βά­ρος. Θυ­μί­ζου­με την πρό­τα­ση πα­νε­πι­στη­μια­κού, σύμ­φω­να με την ο­ποία, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­λό θα ή­ταν να α­παρ­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς.
Για την τέ­ταρ­τη “α­πο­ρία”, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας πε­ρι­γε­λά­ει. Για να την α­πα­ντή­σει, γρά­φει, θα έ­πρε­πε να έ­χει “διο­ρα­τι­κές α­ρε­τές”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, εκ­φρά­ζα­με την “α­πο­ρία”, για­τί ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός α­πέ­συ­ραν τις υ­πο­ψη­φιό­τη­τές τους, με αι­τιο­λο­γι­κό τις δη­μό­σιες θέ­σεις που κα­τέ­χουν. Κά­νει χιού­μορ ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: «Τι έ­πρε­πε να κά­νει η ε­πι­τρο­πή, να α­γνοή­σει την ε­πι­θυ­μία τους και να τους σύ­ρει “σι­δη­ρο­δέ­σμιους” στη δια­δι­κα­σία της βρά­βευ­σης;» Μή­πως, α­ντ’ αυ­τού, θα έ­πρε­πε να θι­γεί, που οι εν λό­γω υ­πο­ψή­φιοι δια­νοή­θη­καν πως μια δη­μό­σια θέ­ση μπο­ρεί να ε­πη­ρεά­σει την κρί­ση της; Μή­πως ο ί­διος, ως πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής, θα έ­πρε­πε να υ­πε­ρα­μυν­θεί της ά­πο­ψης πως βρα­βεύ­σεις και δη­μό­σια α­ξιώ­μα­τα δεν εί­ναι συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία; Μια και στην ε­πο­χή μας, το η­θι­κό συγ­χέε­ται με το νό­μι­μο και δεν εί­ναι πλέ­ον αυ­το­νό­η­το.
Προ­σω­πι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με την πέ­μπτη “α­πο­ρία”, που α­φο­ρού­σε το βι­βλίο του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου το 2008 Πά­νου Τσί­ρου. Εδώ, ό­χι μό­νο μα πε­ρι­γε­λά­ει αλ­λά μας συλ­λαμ­βά­νει και α­πρό­σε­κτους. Γρά­φει ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: “Δεν μπο­ρώ να λύ­σω το αί­νιγ­μα τού αν το πράγ­μα­τι α­ξιό­λο­γο βι­βλίο με πε­ζά του Πά­νου Τσί­ρου εί­ναι ε­σο­δείας ’07 ή ’08, κα­θώς στη σε­λί­δα 5 η ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου α­να­φέ­ρει το 2007, ε­νώ στη σε­λί­δα 71 α­να­φέ­ρε­ται ο Ια­νουά­ριος του 2008. Δι­πλο­ση­μία που φαί­νε­ται α­μέ­σως και που δεν μπο­ρώ να κα­τα­λά­βω για­τί α­πο­σιω­πή­θη­κε α­πό το πά­ντο­τε προ­σε­κτι­κό «Ex Libris!»” Λά­θος, δεν μας πε­ρι­γε­λά­ει. Στο κεί­με­νό του υ­πάρ­χει ο μέ­γι­στος κό­λα­φος της α­πο­σιώ­πη­σης. Ο α­να­γνώ­στης του «Δια­βά­ζω» θα υ­πο­θέ­σει πως εί­μα­στε πρω­το­ξά­δελ­φα με τον Πά­νο Τσί­ρο. Ή μάλ­λον ό­χι. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γρά­φτη­κε στη “μί­ζε­ρη γω­νί­τσα” της συ­γκε­κρι­μέ­νης α­ρι­στε­ρής ε­φη­με­ρί­δας, ο νους του θα πά­ει σε σύ­ντρο­φο, που με­τά μα­νίας προω­θού­με.
Μή­πως το “αί­νιγ­μα” θα έ­πρε­πε να το λύ­σουν οι δυο δια­δο­χι­κές ε­πι­τρο­πές, α­ντί να το προ­σπε­ρά­σουν, αν, βε­βαίως, θεω­ρού­σαν πως το βι­βλίο α­ξί­ζει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί στις “μι­κρές λί­στες”; Τι α­πλού­στε­ρο α­πό το να α­πο­τα­θούν στον εκ­δό­τη προς δια­σά­φη­ση της “δι­πλο­ση­μίας”; Εμείς, λό­γω προ­σω­πι­κού ή ό­ποιου άλ­λου εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­χα­με ρω­τή­σει πέ­ρυ­σι σχε­τι­κά τον εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και α­πο­κρί­θη­κε πως εί­ναι έκ­δο­ση του 2008. Τώ­ρα, ό­σο α­φο­ρά τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, στη σε­λί­δα τίτ­λου (την 5) α­να­φέ­ρε­ται το 2007 και στη σε­λί­δα 91 και ό­χι 71, δη­λα­δή στον κο­λο­φώ­να, α­να­φέ­ρο­νται ε­πα­κρι­βώς τα ε­ξής: «Σε­λι­δο­ποιή­θη­κε α­πό τον Γρη­γό­ρη Κυρ­λί­δη στις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης: Τυ­πώ­θη­κε στη Με­τρό­πο­λις Α­Ε και βι­βλιο­δε­τή­θη­κε στους Αφους Σαλ­το­ριά­δη τον Ια­νουά­ριο του 2008». Κα­τά πά­για τα­κτι­κή, οι τα­ξι­νο­μή­σεις γί­νο­νται με βά­ση τον κο­λο­φώ­να. Μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, στη φού­ρια των Χρι­στου­γέν­νων τύ­πω­σε τη σε­λί­δα του τίτ­λου, δεν πρό­λα­βε, α­νέ­βα­λε τον ά­γνω­στο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο μή­πως και προ­φτά­σει κα­νέ­ναν άλ­λο, που θα μπο­ρού­σε να που­λή­σει στις η­μέ­ρες των γιορ­τών. Αυ­τό θα ή­ταν έ­να πι­θα­νό σε­νά­ριο.
Τις πέ­ντε “α­πο­ρίες” μας εί­χα­με την α­τυ­χή έ­μπνευ­ση να τις συ­νο­δεύου­με με μια “δια­πί­στω­ση”, που δια­τυ­πω­νό­ταν σε χιου­μο­ρι­στι­κό τό­νο. Δια­πι­στώ­να­με πως το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό α­φού τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στις “μι­κρές λί­στες”. Και πά­λι, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας κα­τη­γο­ρεί για σκαν­δα­λο­θη­ρία: “Τι νό­η­μα έ­χει η δια­πί­στω­ση ό­τι προ­κρί­θη­καν έρ­γα που οι δη­μιουρ­γοί τους εί­ναι συγ­γε­νείς πρώ­του βαθ­μού με άλ­λους γνω­στούς και ί­σως δη­μο­φι­λείς;” Πράγ­μα­τι, τι νό­η­μα, ό­ταν, εκ προοι­μίου α­να­κοι­νώ­νε­ται πως “οι ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων έ­κρι­ναν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής του 2008”. Απο­κτά, ό­μως, νό­η­μα, αν αμ­φι­σβη­τή­σου­με αυ­τόν τον ου­το­πι­κό, ό­πως πι­στεύου­με, ι­σχυ­ρι­σμό. Και τον αμ­φι­σβη­τού­με, για­τί τα τε­λευ­ταία δέ­κα χρό­νια πα­ρου­σιά­ζου­με, σε ε­βδο­μα­διαία βά­ση, α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία κι ό­μως, το σύ­νο­λο της ε­τή­σιας πα­ρα­γω­γής δεν το κα­λύ­πτου­με. Προ­φα­νώς, αυ­τό το α­να­φέ­ρου­με ως έν­δει­ξη και ό­χι ως α­πό­δει­ξη, για­τί ό­λοι οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι το ί­διο προι­κι­σμέ­νοι.
Τε­λι­κά, ποιος θα αμ­φι­σβη­τού­σε πως το διά­βα­σμα γί­νε­ται κα­τ’ ε­πι­λο­γή ή έ­στω, η προ­τε­ραιό­τη­τα που δί­νε­ται στο διά­βα­σμα; Τον συ­νο­νό­μα­το συγ­γε­νή ε­πι­φα­νούς τον δια­βά­ζεις α­πό πε­ριέρ­γεια, ε­νώ τον ά­γνω­στο πρέ­πει να τον α­να­κα­λύ­ψεις στη στοί­βα των βι­βλίων. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο να το δια­βά­σεις και να το συ­μπε­ρι­λά­βεις στη “μι­κρή λί­στα”. Ίσως και να α­δι­κού­με κρι­τές και κρι­νό­με­νους με τη σκέ­ψη πως το ό­νο­μα συμ­βάλ­λει. Ίσως, το στα­τι­στι­κό δε­δο­μέ­νο πως πο­τέ δεν λεί­πουν οι γό­νοι ε­πι­φα­νών α­πό τις λί­στες να εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κό. Οι ί­διοι, πά­ντως, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως το μό­νο κέρ­δος τους, εί­ναι ό­τι με­γά­λω­σαν μέ­σα στα βι­βλία. Άρα­γε, δεν θεω­ρούν ε­αυ­τούς προ­νο­μιού­χους για ό­λους ε­κεί­νους τους ση­μα­ντι­κούς αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σαν εκ του σύ­νεγ­γυς ως γό­νοι ε­πι­φα­νών και στους ο­ποίους, με­γα­λώ­νο­ντας, έ­χουν ευ­κο­λό­τε­ρη πρό­σβα­ση; Έπει­τα, ας μην ξε­χνά­με κιό­λας ό­τι α­πέ­χει κά­μπο­σο ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του βο­η­θού του κη­που­ρού στο κτή­μα του Σο­λω­μού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Περί ονείρων, σατιριστών και γρίφων

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κα»
Τεύ­χος 25
Άνοι­ξη 2009

Ανά­με­σα στα πρώ­τα ελ­λη­νι­κά διη­γή­μα­τα υ­πάρ­χει και έ­να που φέ­ρει τον τίτ­λο «Όνει­ρον», δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­κο­σι δύο χρό­νια με­τά την «Αλη­θή ι­στο­ρία», γνω­στή ως «Ο Ανώ­νυ­μος του 1789», που ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς πί­στευε πως μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως η πρώ­τη εκ­δή­λω­ση νε­ο­ελ­λη­νι­κής δη­μιουρ­γι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Άλλω­στε, αυ­τός πρώ­τος εί­χε ε­πι­ση­μά­νει το α­νώ­νυ­μο δη­μο­σίευ­μα και το εί­χε τιτ­λο­φο­ρή­σει με τα μο­να­δι­κά δυο στοι­χεία που γνώ­ρι­ζε γι’ αυ­τό, το α­νώ­νυ­μο του συγ­γρα­φέα του και το πι­θα­νο­λο­γού­με­νο έ­τος που τυ­πώ­θη­κε. Στην εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία, ο Σπυ­ρί­δων Βλα­ντής, κα­τοι­κο­ε­δρεύων στη Βε­νε­τία, εί­χε α­να­σύ­ρει τον πα­λαιό ό­ρο διή­γη­μα του Πο­λύ­βιου, ο ο­ποίος σή­μαι­νε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως την α­φή­γη­ση έ­να­ντι της Ιστο­ρίας, και τον εί­χε α­να­νο­η­μα­το­δο­τή­σει για τις α­νά­γκες του. Ήταν το 1796, που μό­λις εί­χε ο­λο­κλη­ρώ­σει τη με­τά­φρα­ση εί­κο­σι δύο α­πό τις φρο­νι­μό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Βοκ­κά­κιου και χρεια­ζό­ταν έ­ναν πρό­σφο­ρο τίτ­λο. Κα­τέ­λη­ξε σε έ­ναν μα­κρο­σκε­λή πε­ρι­γρα­φι­κό τίτ­λο, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν τό­τε, που ξε­κι­νού­σε με τον προσ­διο­ρι­σμό: «Διη­γή­μα­τα δύω προς τοις εί­κο­σιν Ιωάν­νου του Βοκ­κα­κίου...» Τε­λι­κά, ή­ταν ο πρώ­τος Νε­οέλ­λη­νας, που προ­τί­μη­σε να α­πο­κα­λέ­σει το πό­νη­μά του διή­γη­μα και ό­χι ι­στο­ρία. Κα­τά τα άλ­λα, πε­ρί­που εί­κο­σι χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον» ήρ­θαν τα πε­ζά, στα ο­ποία σή­με­ρα δί­νου­με την πρω­το­κα­θε­δρία, η «Γυ­ναί­κα της Ζά­κυ­θος» του Σο­λω­μού, η «Αυ­το­βιο­γρα­φία» της Ελι­σά­βετ Μου­τσά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου και τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα» του Μα­κρυ­γιάν­νη.
Το «Όνει­ρον», ό­πως και η «Αλη­θής ι­στο­ρία», εί­ναι α­νώ­νυ­μο και έ­χει σα­τι­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Επι­προ­σθέ­τως, και τα δυο α­κο­λου­θούν τα ο­μό­τιτ­λα α­φη­γή­μα­τα του Λου­κια­νού, το «Ενύ­πνιον» και την «Αλη­θή ι­στο­ρία». Έτσι κι αλ­λιώς, ο Λου­κια­νός φέ­ρε­ται α­νά­με­σα στους πρό­δρο­μους διη­γη­μα­το­γρά­φους της αρ­χαιό­τη­τας, σε α­ντι­στοι­χία με τους Ηλιό­δω­ρο, Αχιλ­λέα Τά­τιο και Λόγ­γο, που εί­ναι οι πρό­δρο­μοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι. Στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού, οι δυο γυ­ναί­κες που πα­ρου­σιά­στη­καν κα­τ’ ό­ναρ στον έ­φη­βο, ό­ταν αμ­φι­τα­λα­ντευό­ταν αν θα έ­πρε­πε να γί­νει α­γαλ­μα­το­ποιός ό­πως ο θείος του ή να μά­θει γράμ­μα­τα, ή­ταν η τέ­χνη της γλυ­πτι­κής και η παι­δεία. Αντι­στοί­χως, στο «Όνει­ρον» πρό­κει­ται για τη Μι­ξο­βάρ­βα­ρη Γλώσ­σα, που τό­τε α­κό­μη σή­μαι­νε την κο­ραϊκή κα­θα­ρεύου­σα, και την ι­στο­ρι­κή ορ­θο­γρα­φία. Ωστό­σο, στο «Όνει­ρον», οι δυο γυ­ναί­κες έ­χουν α­στεία εμ­φά­νι­ση και δεί­χνουν ε­ρω­τι­κές δια­θέ­σεις για τον έ­φη­βο α­ντί να τον τρα­βο­λο­γά­νε, ό­πως συμ­βαί­νει στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού. Άλλω­στε, τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρι­γρά­φε­ται και η κα­τά­στα­ση των δυο ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων, πριν να κοι­μη­θούν. Του Λου­κια­νού ή­ταν ξυ­λο­δαρ­μέ­νος α­πό τον λι­θο­ξόο θείο του, ε­νώ, στο με­τα­γε­νέ­στε­ρο, εί­χε α­πο­κοι­μη­θεί, δια­βά­ζο­ντας έ­να βι­βλίο με φω­το­γρα­φίες α­πό τις γυ­μνές Οτε­ντό­τισ­σες της Αφρι­κής, που το 1810 α­πο­τε­λού­σαν έ­να α­πό τα α­ξιο­θέ­α­τα του Λον­δί­νου.
Ως γλωσ­σι­κή σά­τι­ρα ξε­κι­νά το «Όνει­ρον», μό­νο που σε α­ντί­θε­ση με τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο του Λου­κια­νού, ο α­φη­γη­τής παίρ­νει το λό­γο, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος τη δη­μώ­δη γλώσ­σα. Κα­θώς, μά­λι­στα, μνη­μο­νεύει τον Αθα­νά­σιο Χρι­στό­που­λο και πα­ρα­πέ­μπει στην Γραμ­μα­τι­κή της Αιο­λο­δω­ρι­κής, που ε­κεί­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1806, πα­ρα­σύ­ρε­ται στη ρη­το­ρεία, λει­τουρ­γώ­ντας σε βά­ρος της οι­κο­νο­μίας του διη­γή­μα­τος. Ο α­νά­λα­φρα σα­τι­ρι­κός τό­νος ε­πα­νέρ­χε­ται μό­νο στην α­κρο­τε­λεύ­τια πα­ρά­γρα­φο. Όσο για τον Χρι­στό­που­λο, δεν α­να­φέ­ρε­ται τυ­χαία, α­φού το «Όνει­ρον» πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στην πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών» του, που έ­γι­νε ε­ρή­μην του, στη Βιέν­νη, το 1811. Το «Όνει­ρον» εί­ναι έ­να α­πό τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να ε­κεί­νου του τό­μου, το­πο­θε­τη­μέ­νο α­νά­με­σα στο προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των εκ­δο­τών Τζαν­νή Κο­ντου­μά και Δρό­σου Νι­κο­λά­ου και το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του Στέ­φα­νου Κα­νέλ­λου. Στις ε­πτά εκ­δό­σεις των «Λυ­ρι­κών», που α­κο­λού­θη­σαν μέ­σα στην ε­πό­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, το «Όνει­ρον» δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται. Επα­νεκ­δί­δε­ται, ό­μως, σε μια κα­τά πο­λύ ε­παυ­ξη­μέ­νη μορ­φή, στην πα­ρι­σι­νή έκ­δο­ση του 1833, που ο­φεί­λε­ται στον Νι­κό­λαο Κο­ριτ­ζά. Για να κο­πεί και πά­λι στην α­μέ­σως ε­πό­με­νη, του 1841, α­πό τον Νι­κό­λαο Πίκ­κο­λο.
Το «Όνει­ρον» ως διή­γη­μα, με τις ό­ποιες λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές δια­θέ­τει, ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να α­πα­σχό­λη­σε τους με­λε­τη­τές. Αντι­θέ­τως, ε­κεί­νο που κέ­ντρι­σε το εν­δια­φέ­ρον τους ή­ταν η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα του, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει γε­νι­κώς με τα α­νώ­νυ­μα κεί­με­να που α­ξιο­λο­γού­νται. Σύμ­φω­να με ε­πι­στο­λή του ί­διου του Χρι­στό­που­λου, που βρι­σκό­ταν τό­τε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, προς τον Αθα­νά­σιο Ψα­λί­δα στα Ιωάν­νι­να, με η­με­ρο­μη­νία 10 Νο­εμ­βρίου 1811, το «Όνει­ρον» εί­ναι κεί­με­νο του Κα­νέλ­λου, ο ο­ποίος εί­ναι και ο συ­ντά­κτης “των μυ­θο­λο­γι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”, που συ­νο­δεύουν ως υ­πο­σε­λί­διες ε­πε­ξη­γή­σεις τα «Λυ­ρι­κά», και α­κό­μη, συγ­γρα­φέ­ας της «Στι­χουρ­γι­κής», με την ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται η πρώ­τη έκ­δο­ση των «Λυ­ρι­κών». Αν και αυ­τή η «Στι­χουρ­γι­κή» δεν συ­νι­στά πρω­τό­τυ­πο έρ­γο αλ­λά πε­ρί­λη­ψη ε­κεί­νης που συ­ντάχ­θη­κε α­πό τον Χρι­στό­που­λο και εί­χε α­πω­λε­σθεί.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ε­πι­στο­λή του Χρι­στό­που­λου πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1878 και στη συ­νέ­χεια, ξα­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε του­λά­χι­στον τρεις φο­ρές, θα α­να­με­νό­ταν το «Όνει­ρον» να μην φέ­ρε­ται πλέ­ον ως α­νώ­νυ­μο, ού­τε να α­πο­τε­λεί ε­ρευ­νη­τι­κό γρί­φο. Ωστό­σο, υ­πάρ­χει η ε­παυ­ξη­μέ­νη εκ­δο­χή του της έκ­δο­σης του 1833, που θα πρέ­πει να έ­γι­νε μια δε­κα­ε­τία με­τά το θά­να­το του Κα­νέλ­λου. Οπό­τε, εί­τε πρό­κει­ται για δυο δια­φο­ρε­τι­κούς συγ­γρα­φείς, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει η Ελέ­νη Τσα­ντσά­νο­γλου, εί­τε για έ­ναν, ο ο­ποίος, βε­βαίως, δεν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο Κα­νέλ­λος. Πά­ντως, οι πρώ­τοι εκ­δό­τες των «Λυ­ρι­κών», προ­λο­γί­ζο­ντάς τα, δια­τεί­νο­νται πως το ό­νει­ρο, το εί­δε έ­νας φί­λος τους στον ύ­πνο του. Και πράγ­μα­τι, ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να γνώ­ρι­ζε τους εκ­δό­τες, ει­δάλ­λως πως προέ­κυ­ψε ο σχο­λια­σμός των «Λυ­ρι­κών». Πά­ντως, το 1811, βρι­σκό­ταν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο­πό­τε γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία πώς και εί­χε α­κού­σει για τις Οτε­ντό­τισ­σες. Ωστό­σο, η κα­το­πι­νή του πο­ρεία δεί­χνει πως ο Κα­νέλ­λος θα πρέ­πει να κα­τεί­χε ξέ­νες γλώσ­σες, του­λά­χι­στον τη γερ­μα­νι­κή. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, κα­θό­λου δεν α­πο­κλείε­ται να διά­βα­σε σε κά­ποιο εξ Εσπε­ρίας έ­ντυ­πο για τις “ζω­γρα­φι­σμέ­νες με γραμ­μές” γυ­μνές Νο­τιο­α­φρι­κά­νες.
Κα­τά τα άλ­λα, α­πο­ρού­με για­τί οι με­λε­τη­τές ε­ρί­ζουν πε­ρί την κα­τα­γω­γή του, τα­λα­ντευό­με­νοι με­τα­ξύ Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και Χίου. Πα­ρό­λο που ο Κα­νέλ­λος πέ­θα­νε σχε­τι­κά νέ­ος, στα τριά­ντα έ­να του, πρό­λα­βε και δια­κρί­θη­κε ως λό­γιος και έν­θερ­μος πα­τριώ­της, με α­πο­τέ­λε­σμα να μνη­μο­νεύε­ται ε­κτε­νώς σε ποι­κί­λες πη­γές. Σε μια α­πό αυ­τές, τό­σο κα­λά ε­νη­με­ρω­μέ­νη, ώ­στε να πα­ρα­θέ­τει τις α­κρι­βείς η­με­ρο­μη­νίες γεν­νή­σεως και θα­νά­του του, α­ντί να αρ­κεί­ται, ως συ­νή­θως, στις χρο­νο­λο­γίες, α­να­φέ­ρε­ται, πως γεν­νή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό Χιώ­τη πα­τέ­ρα και πο­λί­τισ­σα μη­τέ­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, σπού­δα­σε στη Γερ­μα­νία για­τρός α­πό το 1812 μέ­χρι το 1819, που ε­πέ­στρε­ψε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Το 1820 δί­δα­ξε στο Βου­κου­ρέ­στι, αλ­λά με την έ­ναρ­ξη της Επα­νά­στα­σης βρέ­θη­κε στο στρα­τό­πε­δο του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη και στη συ­νέ­χεια, α­κο­λού­θη­σε τον νε­ο­διο­ρι­σθέ­ντα αρ­μο­στή της Κρή­της Εμμα­νουήλ Το­μπά­ζη στη Με­γα­λό­νη­σο, ό­που και έ­πε­σε υ­πέρ πα­τρί­δος τον Ιού­λιο του 1823. Όσο για τη φι­λία του Χρι­στό­που­λου με τον νε­α­ρό Κα­νέλ­λο, εν­διά­με­σος θα πρέ­πει να στά­θη­κε ο Δω­ρό­θε­ος Πρώϊος, κα­τό­πιν Μη­τρο­πο­λί­της Αδρια­νου­πό­λεως, και αυ­τός Χιώ­της ό­πως ο Κα­νέλ­λος και δά­σκα­λός του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Ο Δω­ρό­θε­ος θα γνώ­ρι­σε τον Χρι­στό­που­λο στο Ιά­σιο, μια και υ­πήρ­ξαν δά­σκα­λοι των παι­διών δυο δια­δο­χι­κών η­γε­μό­νων, του Γεωρ­γίου Χα­ντζε­ρή ο πρώ­τος και του Αλέ­ξαν­δρου Μου­ρού­ζη ο δεύ­τε­ρος.
Όλα αυ­τά, με α­φορ­μή έ­να μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου, που σχο­λιά­ζει τα ί­χνη του «Ενυ­πνίου» του Λου­κια­νού στο «Όνει­ρον» του Κα­νέλ­λου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η λέ­ξη–σι­δη­ρό­δρο­μος για τους Οτε­ντό­τες μό­νο γερ­μα­νι­κή δεν εί­ναι. Ο Κε­χα­γιό­γλου, ως μό­το του κει­μέ­νου του, ε­πι­λέ­γει τους στί­χους του Πα­λα­μά α­πό τα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα»: «...ο στερ­νός κι ο πρώ­τος, / κι ε­γώ κι ε­σύ, κι ο αν­θός κι η καρ­μα­νιό­λα, // κι ο αρ­χαίος Αθη­ναίος κι ο Οτε­ντό­τος». Οι στί­χοι γρά­φτη­καν ε­κα­τό χρό­νια με­τά το «Όνει­ρον», ό­ταν οι Οτε­ντό­τες εί­χαν γί­νει κοι­νός τό­πος κα­τά την α­ντι­πα­ρά­θε­ση πο­λι­τι­σμού και βαρ­βα­ρό­τη­τας. Όπως, σή­με­ρα, ε­πι­κα­λού­μα­στε τους Κα­φρούς και τους Ζου­λού, τις φυ­λές που ε­κτό­πι­σαν τους Οτε­ντό­τες και ε­πι­κρά­τη­σαν στην πε­ριο­χή. Όπως και να έ­χει, το μό­το του πρώ­του μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού μας ο­δη­γεί στο δεύ­τε­ρο του ί­διου πά­ντο­τε ε­ρευ­νη­τή πε­ρί Πα­λα­μά και Σου­ρή.
Την πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, θυ­μί­ζο­ντας την ε­φε­τει­νή ε­πέ­τειο των ε­νε­νή­ντα χρό­νων α­πό το θά­να­το του Γεωρ­γίου Σου­ρή, θεω­ρού­σα­με πως εί­μα­στε οι μό­νοι που τον θυ­μό­μα­στε. Ιδού, ό­μως, που ο Κε­χα­γιό­γλου ε­ντο­πί­ζει “το μα­κρύ πο­δά­ρι του Σου­ρή” στα «Σα­τι­ρι­κά Γυ­μνά­σμα­τα» του Πα­λα­μά, δη­μο­σιευ­μέ­να το 1908-1909. Ο με­λε­τη­τής θεω­ρεί τον Πα­λα­μά κα­λό γνώ­στη του Σου­ρή, πα­ρα­κι­νώ­ντας σε μια συ­στη­μα­τι­κή ι­χνη­λά­τη­ση των δια­κει­με­νι­κών σχέ­σεων Σου­ρή–Πα­λα­μά. Το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του Κε­χα­γιό­γλου κλεί­νει με τη δια­πί­στω­ση: «Κεί­με­να συ­νει­δη­τού εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κού δια­λό­γου υ­πάρ­χουν εν υ­πε­ρα­φθο­νία και πε­ρι­μέ­νου­ν: ζη­τεί­τε και ευ­ρή­σε­τε. Η εκ­δρο­μή αυ­τή δεν έ­χει τέ­λος.»
Σαν να συ­νο­μι­λεί ο Γιώρ­γος Δρο­σί­νης με τον Κε­χα­γιό­γλου πα­ρα­τη­ρεί: «...Από ό­λα παίρ­νει κα­νείς γύ­ρω του θέ­λο­ντας και μη θέ­λο­ντας, ό­ταν δια­βά­ζει πολ­λά και κά­θε λο­γής κι ό­ταν θαυ­μά­ζει με­ρι­κά χω­ρι­στά α­πό το σω­ρό. Μα μή­πως έ­χει συ­νεί­δη­ση ο ί­διος; Όση συ­νεί­δη­σι έ­χει το στά­χυ του σι­τα­ριού, α­πό τι και τι έ­γι­νε και πό­σα συ­στα­τι­κά πή­ρε α­πό το χώ­μα κι α­πό τον αέ­ρα κι α­πό τον ή­λιο κι α­πό των ά­στρων τη δρο­σιά!...» Αυ­τά γρά­φει ο Δρο­σί­νης, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Χού­μπερτ Περ­νό, την 25η Οκτω­βρίου 1917, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει στο τεύ­χος ο Χέν­ρυ Τον­νέ. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, σε μια άλ­λη ε­ξι­στό­ρη­ση, ο Δρο­σί­νης α­να­φέ­ρει τη βα­θιά συ­γκί­νη­ση, που εί­χε νιώ­σει μια βρα­διά στο σπί­τι του Σου­ρή, πα­ρέα με τον Πα­λα­μά, κα­θώς ο Σου­ρής τους διά­βα­ζε στί­χους του ε­πί τρεις ώ­ρες. Να θυ­μί­σου­με, χά­ριν παι­διάς, πως οι σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι Σου­ρής και Πα­λα­μάς βρέ­θη­καν και οι δυο υ­πο­ψή­φιοι για το βρα­βείο Νό­μπελ. Σχε­τι­κά νω­ρίς ο Σου­ρής, προ­τά­θη­κε α­πό την Ελλη­νι­κή Βου­λή το 1906, πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­τά το θά­να­το του Σου­ρή, ο Πα­λα­μάς.
Πά­ντο­τε πλη­θω­ρι­κή εί­ναι η πα­ρου­σία του Κε­χα­γιό­γλου στο κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό. Σε αυ­τό το τεύ­χος, υ­πο­γρά­φει συ­νο­λι­κά τρία κεί­με­να. Το τρί­το μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό του μας φέρ­νει πί­σω στον «Ανώ­νυ­μο του 1789» και τον Δη­μα­ρά δια μέ­σου του «Δον Κι­χώ­τη». Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, α­φο­ρά την πρώ­τη γνω­στή ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του έρ­γου του Θερ­βά­ντες, που έ­μει­νε χει­ρό­γρα­φη. Τον Δε­κέμ­βριο του 2007, που η εν λό­γω με­τά­φρα­ση α­πέ­κτη­σε την πρώ­τη έ­ντυ­πη μορ­φή της, τρία ή­ταν τα γνω­στά χει­ρό­γρα­φα, στα ο­ποία και στη­ρί­χτη­κε ο Κε­χα­γιό­γλου, που α­νέ­λα­βε το εγ­χεί­ρη­μα με τη βοή­θεια της Άννας Τα­μπά­κη. Όμως, Χρι­στού­γεν­να του 2008, ήρ­θε μα­ντά­το α­πό την Ισπα­νία πως βρέ­θη­κε και τέ­ταρ­το χει­ρό­γρα­φο. Το πα­ρά­ξε­νο εί­ναι ό­τι, ναι μεν το χει­ρό­γρα­φο ε­ντο­πί­στη­κε α­πό ι­σπα­νί­δα νε­ο­ελ­λη­νί­στρια, ω­στό­σο ή­ταν κά­τω α­πό τη μύ­τη των ελ­λή­νων ε­ρευ­νη­τών, δε­δο­μέ­νου ό­τι φυ­λάσ­σε­ται στη Γεν­νά­δειο Βι­βλιο­θή­κη. Για το συ­γκε­κρι­μέ­νο χει­ρό­γρα­φο, α­να­μέ­νο­νται νεό­τε­ρα εξ Ισπα­νίας.
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρη, ό­μως, εί­ναι η πα­τρό­τη­τα αυ­τής της πρώ­της με­τά­φρα­σης του «Δον Κι­χώ­τη», η ο­ποία έ­χει μεί­νει με­τέω­ρη. Ο Κε­χα­γιό­γλου φαί­νε­ται να γνω­ρί­ζει ή έ­στω να ει­κά­ζει με­τά με­γά­λης βε­βαιό­τη­τας τον με­τα­φρα­στή αλ­λά δεν τον α­πο­κα­λύ­πτει, ε­πι­κα­λού­με­νος το πα­ρά­δειγ­μα του Δη­μα­ρά, ο ο­ποίος πέ­θα­νε χω­ρίς να κοι­νο­ποιή­σει ποιόν υ­πο­ψια­ζό­ταν για συγ­γρα­φέα του «Ανώ­νυ­μου». Στη λο­γο­τε­χνία ε­κτι­μώ­νται ι­διαί­τε­ρα οι υ­παι­νιγ­μοί, ό­πως και οι μα­κριές προ­τά­σεις της μιας πα­ρα­γρά­φου χω­ρίς τε­λεία. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, αν ι­σχύει το ί­διο για τον δο­κι­μια­κό λό­γο. Οι μεν υ­παι­νιγ­μοί δεί­χνουν να πα­ρα­πέ­μπουν σε ι­διο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς. Ενώ, οι μα­κρο­σκε­λείς προ­τά­σεις, ό­πως ε­κεί­νη των 31 σει­ρών, που υ­πο­τί­θε­ται πως ε­ξη­γεί τις «Αρχές της έκ­δο­σης», α­πο­κλείει κά­ποιον λι­γό­τε­ρο ει­δι­κό. Ο Κε­χα­γιό­γλου κα­τα­λή­γει με το ε­ρώ­τη­μα, για­τί να α­πο­κα­λύ­ψει α­πό τώ­ρα την ταυ­τό­τη­τα. Μή­πως για­τί τα νέα υ­ψη­λά κα­θή­κο­ντα, που εν­δέ­χε­ται να α­να­λά­βει, δεν θα του α­φή­νουν και πο­λύ χρό­νο για να α­σχο­λη­θεί με την Δο­μνί­τσα Σμα­ρά­γδα Πα­να­γιω­τά­κη Σταυ­ρο­πό­λεως, τρί­τη σύ­ζυ­γο του Νι­κό­λα­ου Μαυ­ρο­κορ­δά­του, που ή­ταν η κτή­το­ρας του χει­ρο­γρά­φου της πρώ­της με­τά­φρα­σης και η πρώ­τη που προ­τά­θη­κε ως με­τα­φρά­στριά του; Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πέ­ρα α­πό τους γρί­φους, την Δο­μνί­τσα, εμ­μέ­σως πλην σα­φώς, στην ει­σα­γω­γή του βι­βλίου, ο Κε­χα­γιό­γλου την α­πο­κλείει ως πι­θα­νή με­τα­φρά­στρια.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου