Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Απαντήσεις σε παρερμηνευθείσες απορίες

Μας προ­κα­λούν δυ­σφο­ρία οι δια­μά­χες που διε­ξά­γο­νται στον Τύ­πο με την α­νταλ­λα­γή δη­μο­σιευ­μά­των και ε­πι­στο­λών. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν εί­ναι στεί­ρες, για­τί άλ­λα γρά­φει ο έ­νας κι άλ­λα κα­τα­λα­βαί­νει ή θέ­λει να κα­τα­λά­βει ο άλ­λος. Γι’ αυ­τό και α­πο­φεύ­γου­με τις α­πα­ντή­σεις σε σχό­λια, ό­σο κι αν, κα­μιά φο­ρά, μας θί­γουν. Όμως το δη­μο­σίευ­μα του Αλέ­ξη Ζή­ρα στο πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» (τεύ­χος 496) υ­περ­βάλ­λει σε πα­ρερ­μη­νείες. Τα υ­πο­τι­μη­τι­κά σχό­λιά του σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος, πα­ρό­τι ε­νό­χλη­σαν και ε­μάς και το έ­ντυ­πο, τα προ­σπε­ρά­σα­με, αλ­λά η κα­τη­γο­ρία για σκαν­δα­λο­θη­ρία πα­ρα­εί­ναι βα­ριά. Αν θέ­λα­με να α­πο­κα­λύ­ψου­με τυ­χόν α­τα­σθα­λίες και σκάν­δα­λα, δεν θα το κά­να­με “στη σκο­νι­σμέ­νη α­πό την ελ­λα­δι­κή μι­ζέ­ρια γω­νί­τσα της «Επο­χής»”, σύμ­φω­να με τη δι­κή του γλα­φυ­ρή πε­ρι­γρα­φή. “Ατυ­χείς” μπο­ρεί να εί­μα­στε, ό­χι, ό­μως, και α­φε­λείς. Μια και η τύ­χη για λί­γο μας χα­μο­γέ­λα­σε, θα σκαν­δα­λο­λο­γού­σα­με α­πό έ­να έ­ντυ­πο της προ­κο­πής. Από έ­να “κο­σμο­πο­λί­τι­κο” έ­ντυ­πο, που θα έ­λε­γε και ο Αλέ­ξης Ζή­ρας. Αν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να αμ­φι­σβη­τή­σου­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, θα το κά­να­με α­πό τα “μπαλ­κό­νια” του Τύ­που. Και τό­τε, μά­λι­στα, θα ε­πρό­κει­το για “χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τη δι­κή του πά­λι φρα­σε­ο­λο­γία. Αντί για ό­λα αυ­τά τα σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κα, ε­μείς δη­μο­σιεύ­σα­με πέ­ντε “α­πο­ρίες”, ό­λες κι ό­λες, ού­τε καν “άρ­θρο”, στη σε­λί­δα βι­βλίου της «Επο­χής». Αλλά, και πά­λι, οι “α­πο­ρίες” μας πε­ριο­ρί­ζο­νταν “σε πε­ρι­φε­ρεια­κά της δια­δι­κα­σίας”, ό­πως ο ί­διος δια­πι­στώ­νει. Και μά­λι­στα, μας ψέ­γει, για­τί δεν α­να­φερ­θή­κα­με στο “ψη­τό”, δη­λα­δή “το πό­σο α­ξί­ζουν ή δεν α­ξί­ζουν τα βι­βλία που πέ­ρα­σαν στις λί­στες και πό­σα άλ­λα κα­λύ­τε­ρα έ­μει­ναν α­πέ­ξω”. Ηθε­λη­μέ­να δεν μπή­κα­με στο “ψη­τό”, για­τί, α­κρι­βώς, δεν ή­ταν στις προ­θέ­σεις μας να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Και αυ­τό το διευ­κρι­νί­ζα­με στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος του κει­μέ­νου μας. Ωστό­σο, α­πα­ντη­τι­κή ε­πι­στο­λή δεν πρό­κει­ται να στεί­λου­με. Μό­νο για τη δρά­κα των α­να­γνω­στών της σε­λί­δας θα κά­νου­με μια προ­σπά­θεια να δεί­ξου­με πως δεν εί­μα­στε ε­λέ­φα­ντες. Επει­δή, ό­μως, δεν δια­θέ­του­με το τα­λέ­ντο του Αλέ­ξη Ζή­ρα να “α­λέ­θου­με” τις α­πό­ψεις του άλ­λου, θα πα­ρα­τά­ξου­με τις “α­πο­ρίες” στη σει­ρά που τις εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει, συ­νο­δευό­με­νες α­πό τις πα­ρερ­μη­νείες τους και τις α­πα­ντή­σεις σε αυ­τές.
Στην πρώ­τη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου έ­νας α­πό τους δέ­κα υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ροί το η­λι­κια­κό ό­ριο των 40 ε­τών. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας α­πά­ντη­σε: “Να διευ­κρι­νί­σω πρώ­τ’ α­π’ ό­λα ό­τι θε­σμι­κός ή κα­τα­στα­τι­κός κα­νο­νι­σμός για τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω» δεν υ­πάρ­χει.” Πα­ρα­δό­ξως, φαί­νε­ται να θεω­ρεί πως αυ­τό συ­νι­στά εύ­ση­μο για τον εν λό­γω θε­σμό. Όπως να έ­χει, για το συ­γκε­κρι­μέ­νο βρα­βείο, κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, που ξε­κί­νη­σε το 2007, τέ­θη­κε κα­νο­νι­σμός. Τον πα­ρα­πέ­μπου­με σχε­τι­κά στην α­να­κοί­νω­ση της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής για τις “μι­κρές λί­στες” του 2008 (Τεύ­χος 485), της ο­ποίας ή­ταν μέ­λος. “Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων λο­γο­τε­χνών α­πο­νέ­με­ται, ό­πως και πέ­ρυ­σι, σε νέ­ους ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φους έως 40 ε­τών...”, γρά­φει ε­κεί. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση το 40ο έ­τος ε­ξαι­ρεί­ται, ο­πό­τε, ε­φέ­τος, δυο α­πό τους υ­πο­ψή­φιους δεν πλη­ρού­σαν τον ό­ρο. Στο α­ντί­στοι­χο, ε­φε­τι­νό κεί­με­νο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, της ο­ποίας εί­ναι πλέ­ον πρό­ε­δρος, ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ο κα­νο­νι­σμός, με την προ­σθή­κη: “Έστω και αν τα τε­λευ­ταία χρό­νια εμ­φα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φο­ρά στη λο­γο­τε­χνία πε­ζο­γρά­φοι και –σπα­νιό­τε­ρα ποιη­τές– που έ­χουν πε­ρά­σει ό­χι μό­νο την πρώ­τη αλ­λά και τη δεύ­τε­ρη νεό­τη­τα. ” Εδώ, θα πρέ­πει να φρε­σκά­ρου­με τη μνή­μη των συ­ντα­κτών του κει­μέ­νου. Το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­σμο­θε­τή­θη­κε α­πό τον Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη έ­να χρό­νο α­φό­του εί­χε κα­θιε­ρώ­σει τα τέσ­σε­ρα άλ­λα βρα­βεία. Τον πρώ­το χρό­νο δεν α­πο­νε­μή­θη­κε και στη συ­νέ­χεια, τα έ­ξι βρα­βεία της πε­ριό­δου 1998-2004, δό­θη­καν ό­λα πλην ε­νός σε συγ­γρα­φείς ά­νω των 40 ε­τών. Ως έ­να α­πό τα μό­νι­μα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής ο Αλέ­ξης Ζή­ρας, τα γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα. Γι’ αυ­τό ί­σως, υ­πο­στη­ρί­ζει πως η η­λι­κία δεν πρέ­πει να λει­τουρ­γεί α­πα­γο­ρευ­τι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας στη συμ­βι­βα­στι­κή λύ­ση: “Όταν οι α­πο­κλί­σεις εί­ναι μι­κρές, να α­φή­νου­με στην ά­κρη τους υ­πο­λο­γι­σμούς της η­λι­κίας και τις μι­ζέ­ριες των με­τρή­σεων και να εν­δια­φε­ρό­μα­στε για την α­ξιο­σύ­νη του βι­βλίου”. Πρω­τό­τυ­πο ο πρό­ε­δρος της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να θεω­ρεί μι­ζέ­ρια την τή­ρη­ση του ό­ρου, που η ί­δια α­πο­φά­σι­σε να θέ­σει. Τώ­ρα, τι εν­νο­εί με αυ­τό το “μι­κρή” α­πό­κλι­ση και ποιος θα α­πο­φαί­νε­ται γι’ αυ­τό, δεν το διευ­κρι­νί­ζει.
Στη δεύ­τε­ρη “α­πο­ρία” ε­πι­ση­μαί­να­με πως στη “μι­κρή λί­στα” για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Προ­σθέ­το­ντας πως διό­λου α­πί­θα­νο να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλίων. Όπως και συ­νέ­βη. Ο Αλέ­ξης Ζή­ρας προ­τι­μά να α­γνοή­σει το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της α­πο­ρίας, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως πρό­κει­ται για “έ­να κα­τε­ξο­χήν υ­βρι­δι­κό α­φή­γη­μα” και α­κό­μη, ό­τι “η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­νο­εί τε­λι­κά μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ό­σο και αν το θέ­λει, δεν εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που έ­ζη­σε, αλ­λά μια άλ­λη φα­ντα­στι­κή”. Ερμη­νεία, που θυ­μί­ζει τις ευ­φά­ντα­στες ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις τύ­που Γκυ Σω­νιέ. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τα πολ­λά που γρά­φτη­καν στον Τύ­πο για το βι­βλίο, ου­δείς έ­θε­σε υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ό­σα μαρ­τυ­ρού­νται για την οι­κο­γέ­νεια Κα­ρα­γά­τση. Αναμ­φι­βό­λως, το βι­βλίο θα α­πο­τε­λέ­σει έ­να στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς για τις μελ­λο­ντι­κές με­λέ­τες πά­νω στο έρ­γο του Κα­ρα­γά­τση. Και βε­βαίως, αν το βι­βλίο α­φο­ρού­σε μια οι­κο­γέ­νεια ο­νό­μα­τι... Δρα­γά­τση, θα πή­γαι­νε “α­διά­βα­στο”, ό­πως και πλεί­στα άλ­λα της ε­τή­σιας σο­δειάς.
Στην τρί­τη “α­πο­ρία” πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως, στις “μι­κρές λί­στες”, τρεις με­γά­λοι εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, Εστία, Πα­τά­κης, Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα, εκ­προ­σω­πού­νται με έ­να βι­βλίο έ­κα­στος ε­πί συ­νό­λου 36 υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων. Εδώ, α­κρι­βώς εί­ναι, που ο Αλέ­ξης Ζή­ρας δια­βλέ­πει προ­θέ­σεις σκαν­δα­λο­θη­ρίας. Γρά­φει σχε­τι­κά: “Υπάρ­χει έ­νας, μέ­γι­στος κό­λα­φος, για τις ι­κα­νό­τη­τες και την ό­ποια ε­ντι­μό­τη­τα των με­λών της ε­πι­τρο­πής... Χα­στού­κι ξε­γυ­ρι­σμέ­νο! Τι άλ­λο ση­μαί­νει η α­πο­ρία για την ι­κα­νή ή ό­χι εκ­προ­σώ­πη­ση ο­ρι­σμέ­νων εκ­δο­τών στις λί­στες; Άρα­γε, ό­τι το κά­θε μέ­λος κρα­τά­ει τε­φτέ­ρι και σβή­νει τα βι­βλία των εκ­δο­τών ή των συγ­γρα­φέων με τους ο­ποίους έ­χει δια­φο­ρές; Ότι υ­πάρ­χει γραμ­μή της ε­πι­τρο­πής να α­ναρ­τη­θούν κά­ποιοι στο μαυ­ρο­πί­να­κα προς πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό; Τέ­τοια προ­κα­τά­λη­ψη!”
Εδώ, υ­πάρ­χει πλή­ρης πα­ρα­νό­η­ση. Θα θί­γα­με την ε­ντι­μό­τη­τα της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, αν ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως α­γνο­εί τους μι­κρούς εκ­δό­τες, που δεν δια­θέ­τουν τα μέ­σα για προ­βο­λή, πό­σω μάλ­λον για ύ­πο­πτες δο­σο­λη­ψίες. Ωστό­σο, οι δυο τε­λευ­ταίες κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, στις “μι­κρές λί­στες”, έ­δω­σαν μι­κρή με­ρί­δα στους με­γά­λους εκ­δό­τες και α­κό­μη μι­κρό­τε­ρη, στις βρα­βεύ­σεις. Υπεν­θυ­μί­ζου­με πως τις τε­λευ­ταίες δυο χρο­νιές μό­νο έ­να στα πέ­ντε βρα­βεία α­πο­νε­μή­θη­κε σε με­γά­λο εκ­δό­τη. Όσο για τα “τε­φτέ­ρια” των με­λών που α­να­φέ­ρει, υ­πο­θέ­του­με πως ου­δείς μπο­ρεί να τα γνω­ρί­ζει. Η μό­νη δη­μο­σιο­ποιη­μέ­νη δια­μά­χη εί­ναι του ί­διου με τον Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βι­κ, του ο­ποίου το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις “μι­κρές λί­στες”. Μά­λι­στα, εί­ναι το βι­βλίο, το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε α­πό τη σο­δειά των Ελλη­νι­κών Γραμ­μά­των, που, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με, χά­ρις και στην τα­κτι­κή των με­τα­γρα­φών, πα­ρου­σία­σε ε­φέ­τος εν­δια­φέ­ρο­ντα βι­βλία ση­μα­ντι­κών συγ­γρα­φέων. Σε αυ­τή, ω­στό­σο, την “α­πο­ρία”, δεν υ­πήρ­χε κα­νέ­νας υ­παι­νιγ­μός για τυ­χόν δια­φο­ρές με τα Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα. Πώς θα ή­ταν, άλ­λω­στε, δυ­να­τό­ν; Όταν ο διευ­θυ­ντής του «Δια­βά­ζω», Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, εί­ναι διευ­θυ­ντής και του εν­θέ­του, το «Βή­μα Ιδεών», που τρό­πον τι­νά συ­στε­γά­ζε­ται με τον εν λό­γω εκ­δο­τι­κό οί­κο. Απλή α­πο­ρία δια­τυ­πώ­να­με, α­πευ­θυ­νό­με­νη ι­διαί­τε­ρα στον πρό­ε­δρο ως πα­λαί­μα­χο κρι­τι­κό και στους τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς της ε­πι­τρο­πής, των ο­ποίων η κρί­ση, στις η­μέ­ρες μας, έ­χει ι­διαί­τε­ρο βά­ρος. Θυ­μί­ζου­με την πρό­τα­ση πα­νε­πι­στη­μια­κού, σύμ­φω­να με την ο­ποία, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Κρα­τι­κών Βρα­βείων κα­λό θα ή­ταν να α­παρ­τί­ζε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό πα­νε­πι­στη­μια­κούς.
Για την τέ­ταρ­τη “α­πο­ρία”, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας πε­ρι­γε­λά­ει. Για να την α­πα­ντή­σει, γρά­φει, θα έ­πρε­πε να έ­χει “διο­ρα­τι­κές α­ρε­τές”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, εκ­φρά­ζα­με την “α­πο­ρία”, για­τί ο Πέ­τρος Μάρ­κα­ρης και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός α­πέ­συ­ραν τις υ­πο­ψη­φιό­τη­τές τους, με αι­τιο­λο­γι­κό τις δη­μό­σιες θέ­σεις που κα­τέ­χουν. Κά­νει χιού­μορ ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: «Τι έ­πρε­πε να κά­νει η ε­πι­τρο­πή, να α­γνοή­σει την ε­πι­θυ­μία τους και να τους σύ­ρει “σι­δη­ρο­δέ­σμιους” στη δια­δι­κα­σία της βρά­βευ­σης;» Μή­πως, α­ντ’ αυ­τού, θα έ­πρε­πε να θι­γεί, που οι εν λό­γω υ­πο­ψή­φιοι δια­νοή­θη­καν πως μια δη­μό­σια θέ­ση μπο­ρεί να ε­πη­ρεά­σει την κρί­ση της; Μή­πως ο ί­διος, ως πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής, θα έ­πρε­πε να υ­πε­ρα­μυν­θεί της ά­πο­ψης πως βρα­βεύ­σεις και δη­μό­σια α­ξιώ­μα­τα δεν εί­ναι συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία; Μια και στην ε­πο­χή μας, το η­θι­κό συγ­χέε­ται με το νό­μι­μο και δεν εί­ναι πλέ­ον αυ­το­νό­η­το.
Προ­σω­πι­κή χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με την πέ­μπτη “α­πο­ρία”, που α­φο­ρού­σε το βι­βλίο του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου το 2008 Πά­νου Τσί­ρου. Εδώ, ό­χι μό­νο μα πε­ρι­γε­λά­ει αλ­λά μας συλ­λαμ­βά­νει και α­πρό­σε­κτους. Γρά­φει ο Αλέ­ξης Ζή­ρας: “Δεν μπο­ρώ να λύ­σω το αί­νιγ­μα τού αν το πράγ­μα­τι α­ξιό­λο­γο βι­βλίο με πε­ζά του Πά­νου Τσί­ρου εί­ναι ε­σο­δείας ’07 ή ’08, κα­θώς στη σε­λί­δα 5 η ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου α­να­φέ­ρει το 2007, ε­νώ στη σε­λί­δα 71 α­να­φέ­ρε­ται ο Ια­νουά­ριος του 2008. Δι­πλο­ση­μία που φαί­νε­ται α­μέ­σως και που δεν μπο­ρώ να κα­τα­λά­βω για­τί α­πο­σιω­πή­θη­κε α­πό το πά­ντο­τε προ­σε­κτι­κό «Ex Libris!»” Λά­θος, δεν μας πε­ρι­γε­λά­ει. Στο κεί­με­νό του υ­πάρ­χει ο μέ­γι­στος κό­λα­φος της α­πο­σιώ­πη­σης. Ο α­να­γνώ­στης του «Δια­βά­ζω» θα υ­πο­θέ­σει πως εί­μα­στε πρω­το­ξά­δελ­φα με τον Πά­νο Τσί­ρο. Ή μάλ­λον ό­χι. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γρά­φτη­κε στη “μί­ζε­ρη γω­νί­τσα” της συ­γκε­κρι­μέ­νης α­ρι­στε­ρής ε­φη­με­ρί­δας, ο νους του θα πά­ει σε σύ­ντρο­φο, που με­τά μα­νίας προω­θού­με.
Μή­πως το “αί­νιγ­μα” θα έ­πρε­πε να το λύ­σουν οι δυο δια­δο­χι­κές ε­πι­τρο­πές, α­ντί να το προ­σπε­ρά­σουν, αν, βε­βαίως, θεω­ρού­σαν πως το βι­βλίο α­ξί­ζει να συ­μπε­ρι­λη­φθεί στις “μι­κρές λί­στες”; Τι α­πλού­στε­ρο α­πό το να α­πο­τα­θούν στον εκ­δό­τη προς δια­σά­φη­ση της “δι­πλο­ση­μίας”; Εμείς, λό­γω προ­σω­πι­κού ή ό­ποιου άλ­λου εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­χα­με ρω­τή­σει πέ­ρυ­σι σχε­τι­κά τον εκ­δό­τη, ο ο­ποίος και α­πο­κρί­θη­κε πως εί­ναι έκ­δο­ση του 2008. Τώ­ρα, ό­σο α­φο­ρά τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, στη σε­λί­δα τίτ­λου (την 5) α­να­φέ­ρε­ται το 2007 και στη σε­λί­δα 91 και ό­χι 71, δη­λα­δή στον κο­λο­φώ­να, α­να­φέ­ρο­νται ε­πα­κρι­βώς τα ε­ξής: «Σε­λι­δο­ποιή­θη­κε α­πό τον Γρη­γό­ρη Κυρ­λί­δη στις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης: Τυ­πώ­θη­κε στη Με­τρό­πο­λις Α­Ε και βι­βλιο­δε­τή­θη­κε στους Αφους Σαλ­το­ριά­δη τον Ια­νουά­ριο του 2008». Κα­τά πά­για τα­κτι­κή, οι τα­ξι­νο­μή­σεις γί­νο­νται με βά­ση τον κο­λο­φώ­να. Μι­κρός εκ­δο­τι­κός οί­κος, στη φού­ρια των Χρι­στου­γέν­νων τύ­πω­σε τη σε­λί­δα του τίτ­λου, δεν πρό­λα­βε, α­νέ­βα­λε τον ά­γνω­στο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο μή­πως και προ­φτά­σει κα­νέ­ναν άλ­λο, που θα μπο­ρού­σε να που­λή­σει στις η­μέ­ρες των γιορ­τών. Αυ­τό θα ή­ταν έ­να πι­θα­νό σε­νά­ριο.
Τις πέ­ντε “α­πο­ρίες” μας εί­χα­με την α­τυ­χή έ­μπνευ­ση να τις συ­νο­δεύου­με με μια “δια­πί­στω­ση”, που δια­τυ­πω­νό­ταν σε χιου­μο­ρι­στι­κό τό­νο. Δια­πι­στώ­να­με πως το συγ­γρα­φι­κό τα­λέ­ντο θα πρέ­πει να εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κό α­φού τα τέ­κνα συγ­γρα­φέων συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στις “μι­κρές λί­στες”. Και πά­λι, ο Αλέ­ξης Ζή­ρας μας κα­τη­γο­ρεί για σκαν­δα­λο­θη­ρία: “Τι νό­η­μα έ­χει η δια­πί­στω­ση ό­τι προ­κρί­θη­καν έρ­γα που οι δη­μιουρ­γοί τους εί­ναι συγ­γε­νείς πρώ­του βαθ­μού με άλ­λους γνω­στούς και ί­σως δη­μο­φι­λείς;” Πράγ­μα­τι, τι νό­η­μα, ό­ταν, εκ προοι­μίου α­να­κοι­νώ­νε­ται πως “οι ε­πι­τρο­πές των βρα­βείων έ­κρι­ναν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής του 2008”. Απο­κτά, ό­μως, νό­η­μα, αν αμ­φι­σβη­τή­σου­με αυ­τόν τον ου­το­πι­κό, ό­πως πι­στεύου­με, ι­σχυ­ρι­σμό. Και τον αμ­φι­σβη­τού­με, για­τί τα τε­λευ­ταία δέ­κα χρό­νια πα­ρου­σιά­ζου­με, σε ε­βδο­μα­διαία βά­ση, α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία κι ό­μως, το σύ­νο­λο της ε­τή­σιας πα­ρα­γω­γής δεν το κα­λύ­πτου­με. Προ­φα­νώς, αυ­τό το α­να­φέ­ρου­με ως έν­δει­ξη και ό­χι ως α­πό­δει­ξη, για­τί ό­λοι οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι το ί­διο προι­κι­σμέ­νοι.
Τε­λι­κά, ποιος θα αμ­φι­σβη­τού­σε πως το διά­βα­σμα γί­νε­ται κα­τ’ ε­πι­λο­γή ή έ­στω, η προ­τε­ραιό­τη­τα που δί­νε­ται στο διά­βα­σμα; Τον συ­νο­νό­μα­το συγ­γε­νή ε­πι­φα­νούς τον δια­βά­ζεις α­πό πε­ριέρ­γεια, ε­νώ τον ά­γνω­στο πρέ­πει να τον α­να­κα­λύ­ψεις στη στοί­βα των βι­βλίων. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο να το δια­βά­σεις και να το συ­μπε­ρι­λά­βεις στη “μι­κρή λί­στα”. Ίσως και να α­δι­κού­με κρι­τές και κρι­νό­με­νους με τη σκέ­ψη πως το ό­νο­μα συμ­βάλ­λει. Ίσως, το στα­τι­στι­κό δε­δο­μέ­νο πως πο­τέ δεν λεί­πουν οι γό­νοι ε­πι­φα­νών α­πό τις λί­στες να εί­ναι πα­ρα­πλα­νη­τι­κό. Οι ί­διοι, πά­ντως, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως το μό­νο κέρ­δος τους, εί­ναι ό­τι με­γά­λω­σαν μέ­σα στα βι­βλία. Άρα­γε, δεν θεω­ρούν ε­αυ­τούς προ­νο­μιού­χους για ό­λους ε­κεί­νους τους ση­μα­ντι­κούς αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σαν εκ του σύ­νεγ­γυς ως γό­νοι ε­πι­φα­νών και στους ο­ποίους, με­γα­λώ­νο­ντας, έ­χουν ευ­κο­λό­τε­ρη πρό­σβα­ση; Έπει­τα, ας μην ξε­χνά­με κιό­λας ό­τι α­πέ­χει κά­μπο­σο ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του βο­η­θού του κη­που­ρού στο κτή­μα του Σο­λω­μού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

6 σχόλια:

φώτης θαλασσινός είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
φώτης θαλασσινός είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
φώτης θαλασσινός είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
φώτης θαλασσινός είπε...

Κυρία Θεοδοσοπούλου συγνώμη αλλά κατά λάθος έριξα ακίνδυνες λεκτικές μολότοφ στο μπλογκ σας. Μιλάω για τα προηγούμενα διαγραμμένα , πεθαμένα σημειώματα. Το παρόν θα παραμείνει με την άδεια σας σε ανάμνηση τους. Ενός λεπτού σιγή....

φώτης θαλασσινός είπε...

Να γράψω ότι φυσικά δεν αναφερόμουν στο πρόσωπο σας και το άρτιο μπλογκ σας αλλά καταπιανόμουν με την λαογραφία. Δηλαδή, τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας μας.

- είπε...

Πόσο θα ήθελα να ερχόσασταν! http://abttha.blogspot.com/2009/05/20.htmlΠέστε το και σε άλλους… kai meta sviste to! efharisto!