Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Ο Παπαδιαμάντης μας...

Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος
«Απο­σπιν­θη­ρί­ζο­ντας.
Σπου­δά­μα­τα στον Πα­πα­δια­μά­ντη»
Εκδό­σεις Ίνδι­κτος
Σε­πτέμ­βριος 2008

Αν δώ­σου­με βά­ση στον υ­πό­τιτ­λο του βι­βλίου, πρό­κει­ται για κεί­με­να με θέ­μα τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, μια πρό­σθε­τη συ­να­γω­γή δη­μο­σιευ­μά­των του με­λε­τη­τή Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου για το κα­τ’ ε­ξο­χήν α­ντι­κεί­με­νο τού μέ­χρι σή­με­ρα φι­λο­λο­γι­κού του έρ­γου. Ωστό­σο, ή­δη το κεί­με­νο που προ­τάσ­σε­ται και α­πό το ο­ποίο α­να­μέ­νε­ται πε­ραι­τέ­ρω προσ­διο­ρι­σμός του χα­ρα­κτή­ρα των δη­μο­σιευ­μά­των, καί­τοι φέ­ρει τον τίτ­λο “προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα”, στε­ρεί­ται πα­ντε­λώς φι­λο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Πρό­κει­ται για έ­να σύ­ντο­μο α­φή­γη­μα ορ­μώ­με­νο α­πό τον Σκια­θί­τη αλ­λά μη ε­ξαν­τλού­με­νο σε αυ­τόν, γραμ­μέ­νο α­πό τον πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λο. Δεν εί­ναι, άλ­λω­στε, και το πρώ­το. Πολ­λά α­πό τα φι­λο­λο­γι­κά σχό­λια του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου ξε­περ­νούν τον αυ­στη­ρό φι­λο­λο­γι­σμό και α­πο­κτούν πνοή α­φη­γή­μα­τος. Αν και α­κρι­βέ­στε­ρα, σε αυ­τά δεν πε­ζο­γρα­φεί αλ­λά παί­ζω-γρα­φεί, ό­πως έ­γρα­φε ο ί­διος για τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη. Μό­νο που ε­δώ κε­ντά­ει με πα­πα­δια­μά­ντια γλωσ­σι­κά νή­μα­τα. Πα­ρα­πλα­νη­τι­κός, λοι­πόν, ο υ­πό­τιτ­λος του βι­βλίου, υ­πο­στη­ρι­ζό­με­νος και α­πό τις πέ­ντε α­ρά­δες του ο­πι­σθό­φυλ­λου, που, ό­πως γί­νε­ται πά­ντο­τε με τα ση­μειώ­μα­τα των ο­πι­σθό­φυλ­λων, με­γα­λη­γο­ρούν ά­νευ ου­σίας.
Στο βι­βλίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται τριά­ντα ο­κτώ κεί­με­να, δη­μο­σιευ­μέ­να τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σε πε­ριο­δι­κά, έ­νας μι­κρός α­ριθ­μός σε ε­φη­με­ρί­δες και ο­ρι­σμέ­να σε πρα­κτι­κά συ­νε­δρίων και α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους. Πρό­κει­ται για πα­λαιό­τε­ρα κεί­με­να, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα της προ­η­γού­με­νης δε­κα­ε­τίας, ό­που τα δύο πρώ­τα δη­μο­σιεύ­θη­καν το 1990. Μό­νο τέσ­σε­ρα εί­ναι του 2000 και δώ­δε­κα του ε­πε­τεια­κού έ­τους 2001. Τα κεί­με­να στο βι­βλίο κα­τα­νέ­μο­νται σε τρεις ε­νό­τη­τες. Από ε­πτά σε κα­θε­μία α­πό τις δυο πρώ­τες, ε­νώ το κυ­ρίως σώ­μα των 24 κει­μέ­νων, που κα­λύ­πτουν σε έ­κτα­ση σχε­δόν το μι­σό βι­βλίο, α­πο­τε­λούν την τρί­τη ε­νό­τη­τα. Ίσως, ο ι­σχυ­ρι­σμός μας πως πρό­κει­ται μάλ­λον πε­ρί α­φη­γη­μά­των πα­ρά για με­λε­τή­μα­τα, να ξε­νί­σει του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τα κεί­με­να της πρώ­της ε­νό­τη­τας. Κι αυ­τό, για­τί ο τίτ­λος της ε­νό­τη­τας εί­ναι «Σπου­δά­ζο­ντας» και τα πέ­ντε α­πό τα ε­πτά κεί­με­να, που εί­ναι και τα ε­κτε­νέ­στε­ρα, πρώ­τα εκ­φω­νή­θη­καν ως ο­μι­λίες και με­τά δη­μο­σιεύ­θη­καν. Οπό­τε θα α­να­με­νό­ταν σε μια δη­μό­σια α­να­κοί­νω­ση να υ­πε­ρι­σχύει η γλώσ­σα του φι­λό­λο­γου. Ωστό­σο, τις ε­ντυ­πώ­σεις κερ­δί­ζει η διά­χυ­ση του λό­γου πέ­ραν του κυ­ρίως θε­μα­τι­κού πυ­ρή­να, που έ­χει ό­λες τις α­ρε­τές μιας παι­γνιώ­δους ό­σο και ευ­ρη­μα­τι­κής α­φή­γη­σης. Βε­βαίως, οι θεω­ρη­τι­κοί της λο­γο­τε­χνίας θα χρη­σι­μο­ποιού­σαν, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, τον δό­κι­μο ό­ρο της συ­γκρι­τι­κής α­νά­γνω­σης. Πα­ρό­μοιος, ό­μως, χα­ρα­κτη­ρι­σμός θα συ­νε­πα­γό­ταν το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το, δη­λα­δή την αυ­στη­ρή ε­πι­κέ­ντρω­ση και ό­χι το ε­λεύ­θε­ρο συ­νειρ­μι­κό πέ­ταγ­μα, που δί­νει στον α­να­γνώ­στη την ευ­χά­ρι­στη αί­σθη­ση πως θεά­ται ο­λό­κλη­ρη τη λο­γο­τε­χνι­κή ε­πι­κρά­τεια, α­πό γε­νέ­σεως Πα­πα­δια­μά­ντη μέ­χρι, λ.χ., το θά­να­το του νεό­τε­ρου πε­ζο­γρά­φου Χρή­στου Βα­κα­λό­που­λου.
Όπως και να έ­χει, αν α­ντι­με­τω­πι­σθεί ως συ­γκρι­το­λό­γος ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, σκαν­δα­λί­ζει προ­τεί­νο­ντας τη δια­δο­χι­κή α­νά­γνω­ση, ε­νός σαιξ­πη­ρι­κού δια­λό­γου, του πα­πα­δια­μα­ντι­κού διη­γή­μα­τος «Από­λαυ­σις στη γει­το­νιά» και ε­νός κε­φα­λαίου του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Κώ­στα Τα­χτσή, «Τρί­το στε­φά­νι». Όπως ε­πί­σης ξε­νί­ζει ως με­λε­τη­τής, ό­ταν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τον Θε­μι­στο­κλή Αθα­να­σιά­δη-Νό­βα, πα­ρα­τάσ­σο­ντας την κρί­ση του δί­πλα σε αυ­τήν του Πα­λα­μά. Κι ό­μως, για­τί ό­χι, α­φού και οι δυο, με τον τρό­πο τους, εί­χαν ε­πι­ση­μά­νει πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν θυ­σιά­ζει την α­λή­θεια, αλ­λά γρά­φει για τα συ­γκε­κρι­μέ­να και χει­ρο­πια­στά, γι’ αυ­τό και α­να­σταί­νει τον ελ­λη­νι­κό λαό του και­ρού του. Πι­θα­νώς, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος να α­φη­γεί­ται με­τά πα­ρα­δειγ­μά­των και πα­ρεκ­βά­σεων, για­τί γνω­ρί­ζει, ως πα­λαιός δά­σκα­λος που εί­ναι, πως έ­τσι μό­νο ο λό­γος του α­πο­κτά με­γά­λο έ­ρει­σμα.
Στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα, με τίτ­λο, «Με α­να­μάρ­τη­τη ορ­γή», τα ε­πτά σύ­ντο­μα κεί­με­να προ­δί­δουν έ­ναν ορ­γι­σμέ­νο λά­τρη του πα­πα­δια­μα­ντι­κού έρ­γου. Έτσι κι αλ­λιώς, οι α­φορ­μές δεν λεί­πουν. Ξε­κι­νούν α­πό τις α­νε­παρ­κείς έως και ε­λατ­τω­μα­τι­κές με­τα­φρά­σεις διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη και φθά­νουν μέ­χρι τα χα­μέ­να πα­πα­δια­μα­ντι­κά αυ­τό­γρα­φα, που ου­δείς εν­δια­φέρ­θη­κε για τον ε­ντο­πι­σμό τους. Σκόρ­πια σε ξέ­να χέ­ρια, γνω­ρί­ζουν την ύ­ψι­στη τι­μή, που, το δί­χως άλ­λο, α­πο­τε­λεί η δη­μο­πρά­τη­σή τους στο Λον­δί­νο, ό­πως συ­νέ­βη με το χει­ρό­γρα­φο του διη­γή­μα­τος «Ο Αλι­βά­νι­στος», έως την πλή­ρη α­πα­ξίω­σή τους, ό­πως μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί το πέ­τα­μά τους σε σκου­πι­δο­τε­νε­κέ των Εξαρ­χείων. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί το πρώ­το κεί­με­νο της ε­νό­τη­τας, που συ­νι­στά αρ­τι­με­λές διή­γη­μα κω­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν έ­χει κι αυ­τό ως α­φε­τη­ρία έ­να πραγ­μα­τι­κό συμ­βάν. Πρό­κει­ται για το «Επει­σό­διο», που έ­λα­βε χώ­ρα, ό­ταν ξέ­νος “πα­ρα­πα­πα­δια­μα­ντι­στής” ει­σχώ­ρη­σε “στη χω­ρο­δε­σπο­τεία Χαλ­κί­δος” και ο α­φη­γη­τής, συ­νο­δευό­με­νος α­πό την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή περ­σό­να της Ελβί­ρας, ξι­φουλ­κεί ε­να­ντίον του υ­βρι­στή δια­βά­ζο­ντας α­πό τα πα­πα­δια­μά­ντια πα­σχα­λι­νά.
«Με­τ’ έ­ρω­τος και στορ­γής» θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο τίτ­λος της τρί­της ε­νό­τη­τας, α­φού ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­ρέ­σκε­ται να τιτ­λο­φο­ρεί κεί­με­να και βι­βλία με πα­πα­δια­μα­ντι­κές εκ­φρά­σεις. Όμως, προ ε­τών, εί­χε την φα­ει­νή ι­δέα να τον δώ­σει, ως νου­νός, σε έ­τε­ρο και μάλ­λον ά­σχε­το βι­βλιά­ριο, γι’ αυ­τό και αρ­κεί­ται στο πρώ­το σκέ­λος της έκ­φρα­σης. Εδώ, υ­πάρ­χουν διη­γή­μα­τα, ό­πως το ε­ναρ­κτή­ριο «Αλέ­ξαν­δρος Πυρ­κα­εύς», ό­που γε­φυ­ρώ­νει την βρα­διά στον Παρ­νασ­σό προς τι­μή του Πα­πα­δια­μά­ντη, στην ο­ποία ο Σκια­θί­της δεν εί­χε πα­ρευ­ρε­θεί αλ­λά την εί­χε πε­ρά­σει κρυμ­μέ­νος στο σπί­τι της οι­κο­γέ­νειας Μπού­κη, με άλ­λη, φα­ντα­στι­κή, στη ση­με­ρι­νή Σκιά­θο των του­ρι­στών. Όχι, ό­μως, στην πό­λη της Σκιά­θου, αλ­λά στην α­πό­με­ρη το­πο­θε­σία της Πα­να­γίας της Κε­χριάς, ό­που το φά­σμα του Σκια­θί­τη ψάλ­λει το «Πε­ποι­κιλ­μέ­νη». Κυ­ρίως, ό­μως, πρό­κει­ται για α­φη­γή­σεις αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­πό τον και­ρό που ή­ταν δά­σκα­λος ή και α­κό­μη νω­ρί­τε­ρα, τα τε­λευ­ταία χρό­νια του Γυ­μνα­σίου και τα πρώ­τα φοι­τη­τι­κά, α­πό νε­α­νι­κές συ­ντρο­φιές που μα­ζεύο­νταν στα βρα­χά­κια της Χαλ­κί­δος. Κά­ποια άλ­λα γρά­φο­νται ως βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, μό­νο που ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος αρ­νεί­ται να συ­ντά­ξει μια κα­θα­ρό­αι­μη ά­ρα και α­πο­στε­γνω­μέ­νη βι­βλιο­κρι­σία. Εμπλου­τί­ζει το κεί­με­νό του με πλη­ρο­φο­ρίες α­πό τη φι­λο­λο­γι­κή του σκευή, ό­μως οι συ­νειρ­μοί του τον τρα­βούν σε πε­ρι­δια­βά­σεις ε­ντός πά­ντο­τε του πα­πα­δια­μα­ντι­κού πε­δίου, μα­κράν ό­μως του συ­γκε­κρι­μέ­νου βι­βλίου.
Φι­λό­λο­γος ή πε­ζο­γρά­φος ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, πα­ρα­μέ­νει έ­νας “λε­ξι­κο­μα­νής”, ό­πως και ο ί­διος αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, στο κεί­με­νό του πε­ρί οά­σεως. Ανα­ζη­τεί τη συ­γκε­κρι­μέ­νη λέ­ξη στο λε­ξι­κό του Στα­μα­τά­κου και βρί­σκει ως πα­ρά­δειγ­μα τη φρά­ση: «Ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­τε­λεί ό­α­σιν εν τη Νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία». Την α­να­ζη­τεί στου Δη­μη­τρά­κου, και α­πα­ντά­ει το ί­διο πα­ρά­δειγ­μα να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Βέ­βαιος πως θα τρι­τώ­σει, την ψά­χνει και στο λε­ξι­κό της «Πρωίας», ό­που, ό­μως, το πα­ρά­δειγ­μα αλ­λά­ζει: «Ο Σο­λω­μός α­πο­τε­λεί ό­α­σιν εν τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποιή­σει». Οπό­τε, εν­θυ­μού­με­νος τον Ελύ­τη και την πα­ρό­τρυν­σή του, “μνη­μο­νεύε­τε Διο­νύ­σιο Σο­λω­μό και μνη­μο­νεύε­τε Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη”, κα­τα­λή­γει στο συ­μπέ­ρα­σμα πως ε­νίο­τε οι λε­ξι­κο­γρά­φοι προ­η­γού­νται των ποιη­τών. Αυ­τό, ως πα­ρά­δειγ­μα, της παι­γνιώ­δους ό­σο και ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κής λε­ξι­κο­μα­νίας του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, στην ο­ποία ο­φεί­λου­με και την α­νά­δυ­ση του με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένα αρ­χι­πέ­λα­γος α­νώ­νυ­μων με­τα­φρα­σμά­των, που α­πο­δό­θη­καν τε­λι­κά στον δη­μιουρ­γό τους χά­ρις στην λε­ξι­κο­μα­νία του φρο­ντι­στή του.
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, πρό­κει­ται για έ­να εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο για “τον Πα­πα­δια­μά­ντη μας”, που, πο­λύ φο­βό­μα­στε πως θα μεί­νει α­διά­βα­στο, ό­πως ου­σια­στι­κά α­διά­βα­στος πα­ρα­μέ­νει και ο ί­διος ο Σκια­θί­της. Γι’ αυ­τό, ό­ποιος νεό­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας πο­ρί­ζε­ται α­πό αυ­τόν ή, λ.χ., α­πό τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη, μπο­ρεί να κοι­μά­ται ή­συ­χος. Ό,τι θέ­λει μπο­ρεί να δα­νει­στεί, μια ι­δέα, έ­ναν ή πε­ρισ­σό­τε­ρους ή­ρωες, μια ε­πι­μέ­ρους σκη­νή, α­κό­μη και έ­ναν α­κέ­ραιο ή ε­λα­φρώς πα­ρα­ποιη­μέ­νο τίτ­λο, ου­δείς θα το α­ντι­λη­φθεί. Αντι­θέ­τως, θα τον ε­παι­νέ­σουν για το αι­νιγ­μα­τι­κό και ι­διόρ­ρυθ­μο του τίτ­λου. Ίσως, μά­λι­στα, κά­ποιος φι­λό­λο­γος να σχο­λιά­σει τυ­χόν γραμ­μα­τι­κή ι­διο­τρο­πία, α­πό τις συ­νή­θεις στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως η σύ­ζευ­ξη δυο ου­σια­στι­κών, στη γε­νι­κή το πρώ­το, στην ο­νο­μα­στι­κή το δεύ­τε­ρο. Κα­τά τα άλ­λα, θα αρ­κε­στούν να α­να­φέ­ρουν, ό­σα ο ί­διος ο δα­νει­ζό­με­νος τους α­πο­κα­λύ­ψει. Για πα­ρά­δειγ­μα, έ­χεις έ­ναν με­σο­πο­λε­μι­κό συγ­γρα­φέα που δα­νεί­ζε­ται μια ο­λό­κλη­ρη σκη­νή, για να μην πού­με πως στή­νει έ­να ο­λό­κλη­ρο διή­γη­μα, ορ­μώ­με­νος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά φο­βού­με­νος μην τυ­χόν και κα­τη­γο­ρη­θεί για λο­γο­κλο­πή ή, το πι­θα­νό­τε­ρο, για λό­γους α­φη­γη­μα­τι­κής στρα­τη­γι­κής, α­να­φέ­ρε­ται εκ προοι­μίου “στον Πα­πα­δια­μά­ντη μας”. Με­τά έρ­χε­ται έ­νας νεό­τε­ρος, που στή­νει μια ο­λό­κλη­ρη νου­βέ­λα ε­μπνεό­με­νος α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας τη σκη­νή α­πό το διή­γη­μα του με­σο­πο­λε­μι­κού. Και τι κά­νουν οι ση­με­ρι­νοί πα­ρα­λή­πτες του βι­βλίου του; Ανα­φέ­ρουν τον με­σο­πο­λε­μι­κό, για τον ο­ποίο ο ί­διος ο νεό­τε­ρος έ­κα­νε λό­γο σε συ­νέ­ντευ­ξή του, αλ­λά Πα­πα­δια­μά­ντη ού­τε καν που ο­σμί­ζο­νται. Και μά­λι­στα, θεω­ρούν πως συγ­γε­νεύει γε­νι­κό­τε­ρα με τον με­σο­πο­λε­μι­κό, πα­ρό­τι α­πέ­χει τό­σο θε­μα­τι­κά ό­σο και μορ­φι­κά. Τώ­ρα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που κα­τα­φεύ­γει στο δα­νει­σμό ό­χι α­πό έλ­λει­ψη έ­μπνευ­σης αλ­λά για­τί ζη­τά να ση­μα­το­δο­τή­σει δια του εν­δο­λο­γο­τε­χνι­κού δια­λό­γου συγ­γέ­νεια του μυ­θο­πλα­στι­κού του κό­σμου με τον πα­πα­δια­μά­ντιο, ά­δι­κος ο κό­πος του.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως γρά­φει ε­πι­λο­γι­κά και ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος: “Συ­νέ­δρια για τον Πα­πα­δια­μά­ντη στην Αθή­να, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Κρή­τη, στην Κύ­προ. Ημε­ρί­δες και διη­με­ρί­δες ε­δώ κι ε­κεί. Ομι­λίες σε κά­θε πό­λη. Αφιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών και ε­φη­με­ρί­δων. Εκδό­σεις, εκ­δό­σεις, εκ­δό­σεις.” Με­τα­ξύ άλ­λων, δό­θη­καν πρό­σφα­τα σαν προ­σφο­ρά ε­φη­με­ρί­δας το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Η Με­τα­νά­στις», ως ο πρώ­τος τό­μος νεό­τευ­κτης «Βι­βλιο­θή­κης Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας», και το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Οι έ­μπο­ροι των ε­θνών», ως ο 28ος τό­μος, χω­ρίς τον προσ­διο­ρι­σμό “διή­γη­μα πρω­τό­τυ­πο­ν” το πρώ­το και “μυ­θι­στό­ρη­μα” το δεύ­τε­ρο, ε­νώ αμ­φό­τε­ρα α­παλ­λάσ­σο­νται των προ­λό­γων τους.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: