Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Ένας Φιλανδός στην Αθήνα του 1852

Λεζάντα Φωτογραφίας: «Ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος στα μέ­σα του 19ου αιώ­να. Άγνω­στος φω­το­γρά­φος. Εθνι­κό Ιστο­ρι­κό Μου­σείο.» Η φω­το­γρα­φία α­να­δη­μο­σιεύε­ται α­πό το βι­βλίο, μα­ζί με τα αό­ρι­στα και λαν­θα­σμέ­να στοι­χεία της λε­ζά­ντας. Προς α­πο­κα­τά­στα­ση ση­μειώ­νου­με: Πρό­κει­ται για φω­το­γρα­φία του Νι­κό­λα­ου (Κό­λα) Κο­ντο­γιαν­νά­κη α­πό τον Εθνι­κό Κή­πο, ό­πως α­πο­κα­λεί­το ο Βα­σι­λι­κός Κή­πος ή και Κή­πος της Αμα­λίας με­τά την έ­ξω­ση του Όθω­να, ο­πό­τε και πε­ριήλ­θε στο κρά­τος. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης α­πα­θα­νά­τι­σε μιά α­πό τις ει­σό­δους του Κή­που σε στιγ­μή κί­νη­σης. Κυ­ρίαρ­χο στη φω­το­γρα­φία το ω­ραίο φύ­λο, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη της ε­πι­κρα­τού­σας τό­τε μό­δας στις γυ­ναί­κες. Ο Κο­ντο­γιαν­νά­κης, πλού­σιος Έλλη­νας, ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στην Πε­τρού­πο­λη, συγ­γε­νής της οι­κο­γέ­νειας Δρα­γού­μη, τα­ξι­δεύει τα­κτι­κά στην Ελλά­δα. Από τους πρώ­τους ε­ρα­σι­τέ­χνες φω­το­γρά­φους, πέ­ρα α­πό το στοι­χείο της ο­πτι­κής μαρ­τυ­ρίας, οι φω­το­γρα­φίες του πα­ρου­σιά­ζουν αι­σθη­τι­κή και ποιο­τι­κή αρ­τιό­τη­τα που ξε­περ­νά τα ό­ρια του τυ­χαίου ε­ρα­σι­τέ­χνη. Σύμ­φω­να με τον ι­στο­ρι­κό φω­το­γρα­φίας Άλκη Ξαν­θά­κη, η φω­το­γρα­φία τρα­βή­χτη­κε το 1884, ε­νώ, κα­τά άλ­λη πη­γή, το 1891.


Μπιορν Φορ­σέν

– Βα­σί­λης Καρ­δά­σης
«Αγα­πη­τή, μι­ση­τή μου Αθή­να!
Στιγ­μιό­τυ­πα α­πό τη ζωή
του φιν­λαν­δού ελ­λη­νι­στή
Βίλ­χελμ Λά­γκους»

Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Απρί­λιος 2009

“Τ’ α­η­δό­νια δε σ’ α­φή­νου­νε να κοι­μη­θείς στις Πλά­τρες”, έ­γρα­φε στην Κύ­προ ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης. Έναν αιώ­να νω­ρί­τε­ρα, στις 29 Ιου­νίου 1852, ο φι­λαν­δός Γου­λιέλ­μος Λά­γος, κα­θι­σμέ­νος δί­πλα στο πα­ρά­θυ­ρο σε έ­να δω­μά­τιο του παν­δο­χείου «L’ Orient», στην καρ­διά της τό­τε Αθή­νας, έ­γρα­φε στους δι­κούς του “στον μα­κρι­νό Βορ­ρά”: “Η νύ­χτα α­να­παύε­ται ή­ρε­μη, τα κυ­πα­ρίσ­σια και οι πα­νύ­ψη­λες πι­κρο­δάφ­νες κρυ­φο­κοι­τούν στο δω­μά­τιό μου μέ­σα στο φεγ­γα­ρό­φω­το και τα α­η­δό­νια στους κή­πους α­πα­ντούν το έ­να στο άλ­λο.” Γεν­νη­μέ­νος ο Λά­γος το 1821, συ­νο­μή­λι­κος του Στέ­φα­νου Ξέ­νου, τρία χρό­νια νεό­τε­ρος του Στέ­φα­νου Κου­μα­νού­δη, και έ­ξι του Κων­στα­ντί­νου Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, στα εί­κο­σι εν­νιά του ή­ταν ή­δη υ­φη­γη­τής της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σας στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι. Νιό­πα­ντρος τον Αύ­γου­στο του 1850, τα­ξί­δε­ψε μα­ζί με την γυ­ναί­κα του στην Οδησ­σό. Δεν ε­πρό­κει­το για έ­να τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Έχο­ντας ο­λο­κλη­ρώ­σει τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με θέ­μα τον Πλού­ταρ­χο ως με­λε­τη­τή ε­νός α­πό τα α­πω­λε­σθέ­ντα έρ­γα, φι­λο­σο­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα, του Ρω­μαίου Μάρ­κου Τε­ρέ­ντιου Βάρ­ρω­να πε­ρί των θεϊκών και αν­θρω­πί­νων υ­πο­θέ­σεων, α­πο­φά­σι­σε να με­λε­τή­σει τον σκυ­θι­κό πο­λι­τι­σμό, γι’ αυ­τό και ε­γκα­τα­στά­θη­κε για δυο χρό­νια στην Οδησ­σό.
Με κα­λή γνώ­ση της ρω­σι­κής αρ­χαιο­λο­γίας, μια και η χώ­ρα του ή­ταν α­πό το 1809 Αυ­τό­νο­μο Με­γά­λο Δου­κά­το υ­πό τη Ρω­σι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, ή­θε­λε να γνω­ρί­σει τον κό­σμο της Ανα­το­λής. Επι­σκέ­φθη­κε την Κρι­μαία και τη “βα­σί­λισ­σα της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας”, την Σε­βα­στού­πο­λη. Κε­ντρι­κή θέ­ση στο θέ­μα της με­λέ­της του για τους Σκύ­θες εί­χε η συ­νε­χής πα­ρου­σία των Ελλή­νων στην Κρι­μαία. Για μια καλ­λί­τε­ρη γνω­ρι­μία με τους συ­γκαι­ρι­νούς του Έλλη­νες και τη γλώσ­σα τους, α­πο­φά­σι­σε να συ­νε­χί­σει το εκ­παι­δευ­τι­κό του τα­ξί­δι στην Αθή­να. Τα­ξί­δε­ψε με α­τμό­πλοιο, μέ­σω Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, Σμύρ­νης και Σύ­ρου. Αργό­τε­ρα, α­πό την Αθή­να, η σύ­ζυ­γός του, σε ε­πι­στο­λή προς την οι­κο­γέ­νειά της, έ­γρα­φε για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη: “Εύ­χο­μαι πραγ­μα­τι­κά να γί­νει πό­λε­μος, ώ­στε οι Ρώ­σοι να κα­τε­δα­φί­σουν μια και κα­λή αυ­τή τη φρι­χτή και βρό­μι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και να χτί­σουν στη θέ­ση της μια πό­λη που θα γί­νει η πιο ό­μορ­φη και η πιο ξα­κου­στή πό­λη του κό­σμου. Αχ! τι θα μπο­ρού­σε να γί­νει ε­κεί”. Αγνοού­με τις ε­ντυ­πώ­σεις του ζεύ­γους α­πό τη Σμύρ­νη και τη Σύ­ρο, την ο­ποία μπο­ρεί και να μην ε­πι­σκέ­φθη­καν, για­τί το πλοίο τους ή­ταν σε κα­ρα­ντί­να. Πά­ντως, στο κα­τά­στρω­μα του πλοίου, πλέ­ο­ντας α­πό τη Σμύρ­νη προς τη Σύ­ρο, ο Λά­γος έ­γρα­ψε τις ε­ντυ­πώ­σεις του α­πό το ελ­λη­νι­κό αρ­χι­πέ­λα­γος σε σύ­γκρι­ση με τα χι­λιά­δες πα­ρά­κτια νη­σιά της πα­τρί­δας του, ό­πως το Πά­ραϊνεν κο­ντά στην πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη Τούρ­κου, ό­που εί­χε με­γα­λώ­σει: “Δεν υ­πάρ­χουν συ­μπλέγ­μα­τα μι­κρών νη­σιών και δεν κυ­ριαρ­χούν τα δέ­ντρα και η βλά­στη­ση. Αλλά οι ποι­κί­λοι σχη­μα­τι­σμοί που δη­μιουρ­γούν τα βου­νά και οι λό­φοι, το θέ­α­μα που πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­λο­γα με την α­πό­στα­ση και το φως, οι δια­φο­ρε­τι­κές α­πο­χρώ­σεις του θο­λού κυα­νού· αυ­τό εί­ναι!”
Στην Αθή­να έ­φθα­σε στις 24 Ιου­νίου 1852 και α­νε­χώ­ρη­σε τον Ιού­λιο του 1853. Ού­τε φι­λέλ­λη­να ού­τε πε­ριη­γη­τή θα μπο­ρού­σε κα­νείς να χα­ρα­κτη­ρί­σει τον Λά­γος. Μάλ­λον πραγ­μα­τι­στή και ί­σως, λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο του κα­νο­νι­κού φλεγ­μα­τι­κό, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­χε την α­τυ­χία να χά­σει την κό­ρη του στην Αθή­να λί­γες ε­βδο­μά­δες με­τά την ά­φι­ξή τους. Ού­τε δυο χρό­νων, α­φού εί­χε γεν­νη­θεί στην Οδησ­σό. Πέ­θα­νε α­πό υ­ψη­λό πυ­ρε­τό και διάρ­ροια. Θυ­μί­ζει την πε­ρί­πτω­ση του α­δελ­φού της Άννας Αχμά­το­βα, Αντρέϊ Γκο­ρέν­κο, που εί­χε έρ­θει στην Ελλά­δα, κι αυ­τός α­πό την Οδησ­σό, το 1920, με τη γυ­ναί­κα του και τον τε­τρα­ε­τή γιο τους, που πέ­θα­νε, μό­λις έ­φθα­σαν, α­πό ε­λο­νο­σία. Στο η­με­ρο­λό­γιό του, κα­θώς και στις ε­πι­στο­λές προς τους οι­κείους του, ο Λά­γος ζω­γρα­φί­ζει με με­λα­νά χρώ­μα­τα τη ζωή στην Αθή­να. Μνη­μο­νεύει τη φρι­χτή ζέ­στη, τη σκό­νη στους δρό­μους, το α­νύ­παρ­κτο α­γε­λα­δι­νό γά­λα, την υ­πη­ρέ­τριά τους, που ε­ρω­το­τρο­πού­σε ό­χι με έ­ναν αλ­λά με τρεις α­γα­πη­τι­κούς, το τα­χυ­δρο­μείο, που χρεια­ζό­ταν μέ­χρι και έ­ξι ε­βδο­μά­δες για μια ε­πι­στο­λή α­πό την Φι­λαν­δία. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για έ­ναν πα­ρα­τη­ρη­τή, που κα­τέ­γρα­φε ό­σα έ­βλε­πε: “Με­τά τις έ­ξι οι άν­θρω­ποι ξυ­πνούν ό­πως οι μύ­γες την ά­νοι­ξη. Όλες οι πλα­τείες και οι δρό­μοι γε­μί­ζουν α­πό πα­ρέες που κα­πνί­ζουν και πί­νουν κα­φέ φο­ρώ­ντας ο έ­νας πιο παρ­δα­λά ρού­χα α­πό τον άλ­λο”. Και συ­νέ­χι­ζε, πε­ρι­γρά­φο­ντας τα μέ­ρη α­να­ψυ­χής, ό­πως “το λε­γό­με­νο Ολυ­μπιείο, τα ε­ρεί­πια του γι­γά­ντιου να­ού του Διός”: “Όλος ο χώ­ρος εί­ναι α­σφυ­κτι­κά γε­μά­τος τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες, στα ο­ποία ο α­ει­κί­νη­τος σερ­βι­τό­ρος υ­πο­χρεώ­νει τα θύ­μα­τα που πλη­σιά­ζουν να κα­θί­σουν. Λε­μο­νά­δα, σου­μά­δα, κα­φές, πα­γω­τό και έ­να εί­δος πο­ντς εί­ναι τα συ­νη­θι­σμέ­να α­να­ψυ­κτι­κά. Οι τι­μές εί­ναι πο­λύ χα­μη­λές.”
Αργό­τε­ρα, στο η­με­ρο­λό­γιό του υ­πάρ­χει μια α­πό τις λι­γο­στές μαρ­τυ­ρίες για τον κίο­να του Ολυ­μπιείου, που έ­ρι­ξε η κα­ται­γί­δα της 26ης Οκτω­βρίου 1852. Πα­ρα­δό­ξως, ού­τε ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής ού­τε ο Στέ­φα­νος Κου­μα­νού­δης α­να­φέ­ρει αυ­τήν την κα­τα­στρο­φή στους Στύ­λους του Ολυ­μπίου Διός, αν και οι δυο κρα­τού­σαν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις για ό­σα ση­μα­ντι­κά συ­νέ­βαι­ναν. Στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, ο Ρα­γκα­βής δεν α­να­φέ­ρει τον Λά­γος. Χά­ρις, πά­ντως, στην α­δελ­φή του Ευ­φρο­σύ­νη, που εί­χε πα­ντρευ­τεί σουη­δό κό­μη, οι δυο οι­κο­γέ­νειες εί­χαν α­να­πτύ­ξει φι­λι­κές σχέ­σεις. Ο Λά­γος σχε­τι­ζό­ταν και με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, ό­ντας ε­πι­φυ­λα­κτι­κός για τις θέ­σεις του ι­στο­ρι­κού σχε­τι­κά με τη θεω­ρία του Φαλ­με­ράιερ. Για τους Έλλη­νες δεν εί­χε και την καλ­λί­τε­ρη γνώ­μη, κα­θό­τι ξέ­νος προς την νοο­τρο­πία τους. Πολ­λά τον ε­νο­χλού­σαν σε αυ­τούς, α­πό το πα­ζά­ρε­μα των τι­μών μέ­χρι τη δυ­σπι­στία που έ­δει­χναν. Όπως και να έ­χει, ο φι­λαν­δός ε­πι­στή­μο­νας πα­ρα­κο­λου­θού­σε τις πα­ρα­δό­σεις και των δυο, ε­νώ δη­μο­σίευ­σε και με­λέ­τη στο πε­ριο­δι­κό του Ρα­γκα­βή, την «Παν­δώ­ρα». Ακό­μη και μέ­λος της Αρχαιο­λο­γι­κής Εται­ρείας έ­γι­νε, ό­μως ού­τε ο Κου­μα­νού­δης τον μνη­μο­νεύει.
Η με­λέ­τη του Λά­γος ή­ταν γραμ­μέ­νη στα ελ­λη­νι­κά, τα ο­ποία και μά­θαι­νε ε­ντα­τι­κά. Μέ­χρι που τα ε­γκα­τέ­λει­ψε, για να αρ­χί­σει μα­θή­μα­τα τουρ­κι­κής. Στό­χος του νε­α­ρού Φι­λαν­δού ή­ταν μια θέ­ση στο πα­νε­πι­στή­μιο του Ελσίν­κι, την ο­ποία, αν και πρύ­τα­νης ο πα­τέ­ρας του, δυ­σκο­λευό­ταν να ε­ξα­σφα­λί­σει. Μέ­χρι που χή­ρε­ψε η έ­δρα του κα­θη­γη­τή Ανα­το­λι­κών Γλωσ­σών, την ο­ποία και κα­τέ­λα­βε το 1856. Πά­ντως, κό­ντρα στην αρ­χαιο­λα­τρεία της ε­πο­χής, στον έ­να χρό­νο, που έ­μει­νε στην Αθή­να, δεν θα πρέ­πει να πο­λυε­πι­σκέ­φθη­κε τα μνη­μεία της, α­φού στο η­με­ρο­λό­γιό του φαί­νε­ται πως μό­λις που μνη­μο­νεύει την Ακρό­πο­λη. Επί­σης, λό­γω α­δια­φο­ρίας αλ­λά και οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, ού­τε την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα πε­ριη­γή­θη­κε. Μό­λις δυο εκ­δρο­μές έ­κα­νε, στην Αί­γι­να και την Κό­ριν­θο, α­πό τις ο­ποίες δεν α­πε­κό­μι­σε και τις κα­λύ­τε­ρες ε­ντυ­πώ­σεις.
Αυ­τά, πά­νω-κά­τω και εν πε­ρι­λή­ψει, εί­ναι ό­σα μά­θα­με για τον Γου­λιέλ­μο Λά­γος, σύμ­φω­να με τον ε­ξελ­λη­νι­σμό του ο­νό­μα­τός του α­πό τον Ρα­γκα­βή, δια­βά­ζο­ντας το πρώ­το βι­βλίο που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα ελ­λη­νι­κά για “τον φιν­λαν­δό ελ­λη­νι­στή Βίλ­χελμ Λά­γκους”. Ένα βι­βλίο, που δη­μιουρ­γεί μια με­γά­λη α­πο­ρία. Για­τί, ε­νώ σώ­ζε­ται το η­με­ρο­λό­γιο του Λά­γος, και μά­λι­στα, στα ελ­λη­νι­κά, κα­θώς και οι ε­πι­στο­λές του ί­διου και της γυ­ναί­κας του προς τους οι­κείους τους, αυ­τές, προ­φα­νώς, στα φι­λαν­δι­κά, αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα ντο­κου­μέ­ντα δεν δη­μο­σιεύο­νται αυ­τού­σια; Αντ’ αυ­τών δη­μο­σιεύο­νται λί­γα σκόρ­πια α­πο­σπά­σμα­τα, εν­σω­μα­τω­μέ­να σε δυο κεί­με­να, που πα­ρου­σιά­ζουν τον Λά­γος, ου­σια­στι­κά, αν­τλώ­ντας πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο και τις ε­πι­στο­λές. Δύο κεί­με­να, ως έ­να βαθ­μό, αλ­λη­λο­ε­πι­κα­λυ­πτό­με­να.
Το βι­βλίο προέ­κυ­ψε α­πό έκ­θε­ση του Φιν­λαν­δι­κού Ινστι­τού­του Αθη­νών, που έ­γι­νε τον Οκτώ­βριο του 2007. Μά­λι­στα, φέ­ρει τον ί­διο τίτ­λο με την έκ­θε­ση, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­κε και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του βι­βλίου. Κα­τά τα άλ­λα, υ­πάρ­χει πρό­λο­γος του προ­η­γού­με­νου διευ­θυ­ντή του Ινστι­τού­του, Μπιορν Φορ­σέν, που α­πε­χώ­ρη­σε το 2007, κα­θώς και κεί­με­νο του ι­δίου, δη­μο­σιευ­μέ­νο στον συλ­λο­γι­κό τό­μο, «Η χα­μέ­νη Ελλά­δα» (Ελσίν­κι, 2006). Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο εί­ναι του Βα­σί­λη Καρ­δά­ση, ε­νώ δη­μο­σιεύε­ται, σε φω­το­α­να­στα­τι­κή α­να­τύ­πω­ση, η με­λέ­τη του Λά­γος, «Πε­ρί των Ελλή­νων της Με­σημ­βρι­νής Ρωσ­σίας», που εί­χε πρω­το­δη­μο­σιευ­θεί στην «Παν­δώ­ρα». Αναμ­φι­βό­λως, το εν­δια­φέ­ρον της με­λέ­της εί­ναι με­γά­λο, κα­θώς ο Λά­γος ξε­κι­νά α­πό τον Ηρό­δο­το και φθά­νει μέ­χρι την Οδησ­σό της ε­πο­χής του. Ωστό­σο, α­πευ­θύ­νε­ται σε πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, σε α­ντί­θε­ση με τις η­με­ρο­λο­για­κές του κα­τα­γρα­φές. Πά­ντως, υ­πάρ­χει α­κό­μη και­ρός για την έκ­δο­ση του ελ­λη­νι­κού η­με­ρο­λο­γίου του Λά­γος, συ­νο­δευό­με­νη α­πό έ­να α­κρι­βές χρο­νο­λό­γιο, που υ­πο­θέ­του­με πως θα πρέ­πει να υ­πάρ­χει έ­τοι­μο και να χρειά­ζε­ται μό­νο με­τά­φρα­ση. Κι αυ­τό, αν μη τι άλ­λο, για να τι­μη­θεί, ε­ντός του 2009, η ε­πέ­τειος των ε­κα­τό χρό­νων α­πό το θά­να­τό του.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: