Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Αρμενίζοντας στη στεριά

Φαί­δων Ταμ­βα­κά­κης
«Η α­να­πα­λαίω­ση»
Εκδό­σεις  Εστίας
Απρί­λιος 2015
Με την εκ­πνοή του Αυ­γού­στου και την η­με­ρο­λο­για­κή έ­ναρ­ξη του φθι­νο­πώ­ρου α­δειά­ζουν τα πα­ρά­κτια των θα­λασ­σών α­πό τα γιώτ με τις βα­ριές πο­λύ­στρο­φες μη­χα­νές. Επι­στρέ­φουν οί­κα­δε “οι κα­πε­τά­νιοι του γλυ­κού νε­ρού”, α­φή­νο­ντας τους με­ρα­κλή­δες ι­στιο­πλόους να α­φου­γκρά­ζο­νται τις φθι­νο­πω­ρι­νές πνοές του α­νέ­μου. Στον σε­πτεμ­βριά­τι­κο ο­ρί­ζο­ντα, πι­νε­λιές τα λευ­κά πα­νά­κια τους, που κι αυ­τά ο­σο­νού­πω θα χα­θούν. Σε αυ­τήν τη με­λαγ­χο­λι­κή συ­γκυ­ρία, η νου­βέ­λα του Φαί­δω­να Ταμ­βα­κά­κη κα­θί­στα­ται μο­να­δι­κό α­νά­γνω­σμα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πρό­σφο­ρο για ό­σους πά­σχουν α­πό σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης θά­λασ­σας-ή­λιου-ε­λευ­θε­ρίας. Έστω, σχε­τι­κής ε­λευ­θε­ρίας, ό­πως η ά­νευ πε­ριο­ρι­σμών κα­τα­νά­λω­ση τρο­φής και πο­τού, η χω­ρίς πρό­γραμ­μα α­νά­παυ­ση, και ί­σως, για τους πιο τυ­χε­ρούς, μία κά­ποια, μπο­ρεί και λα­θραία, ε­ρω­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια.
Μία θα­λασ­σι­νή νου­βέ­λα, που εκ­δί­δε­ται 72 χρό­νια με­τά την πα­ντε­λώς ξε­χα­σμέ­νη νου­βέ­λα «Θά­λασ­σα» του Κώ­στα Σού­κα. Πει­ραιώ­της o Σού­κας, Αλε­ξαν­δρι­νός ο Ταμ­βα­κά­κης, και οι δυο με μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κί­νη­σαν και για μυ­θι­στό­ρη­μα βρα­βεύ­τη­καν. Τις νου­βέ­λες, αμ­φό­τε­ροι τις έ­γρα­ψαν κα­βατ­ζα­ρι­σμέ­να τα πε­νή­ντα. Ο Σού­κας, πά­ντως,  με τη νου­βέ­λα του κα­τα­ξιώ­θη­κε και χά­ρις σε αυ­τήν πα­ρέ­μει­νε έως σή­με­ρα, 34 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, γνω­στός. Όσο, βε­βαίως, μπο­ρεί να εί­ναι γνω­στός, σε ε­πι­λή­σμο­νες και­ρούς, τα­χείας πολ­το­ποίη­σης βι­βλίων, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας του Με­σο­πο­λέ­μου. Ας πε­ριο­ρι­στού­με, ό­μως, στην πρό­σφα­τη νου­βέ­λα, για­τί οι ό­ποιες α­να­φο­ρές στην προ­η­γού­με­νη θα μας ω­θού­σαν σε πι­θα­νούς φι­λο­λο­γι­σμούς.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός νου­βέ­λα, που δί­νει ο Ταμ­βα­κά­κης στο και­νού­ριο βι­βλίο του, θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται στο ο­λι­γο­σέ­λι­δο και μό­νο του κει­μέ­νου, δε­δο­μέ­νου του μη­χα­νι­στι­κού τρό­που που γί­νε­ται συ­νή­θως η ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη. Τε­λι­κά, ό­μως, ο εν λό­γω χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ζού, α­φού αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νει ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με τα ο­ποία πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρη­τι­κοί ό­ρι­ζαν αυ­τό το εν­διά­με­σο εί­δος.  Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, η νου­βέ­λα στην κα­θα­ρό­αι­μη μορ­φή της τεί­νει τα τε­λευ­ταία χρό­νια να ε­ξα­φα­νι­στεί στις συ­μπλη­γά­δες των δυο γει­το­νι­κών ει­δών. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ζά που α­πο­κα­λού­με νου­βέ­λες εί­ναι, εί­τε μί­νι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα εί­τε μέ­γα διη­γή­μα­τα, που ση­μαί­νει μα­κριές ι­στο­ρίες. Όταν με το μυ­θι­στό­ρη­μα “τα­ξι­δεύει” ο κυ­ρίως ό­γκος των α­να­γνω­στών και με το διή­γη­μα εκ­στα­σιά­ζο­νται ό­σοι ε­πι­θυ­μούν να προ­βάλ­λουν ε­αυ­τούς ως λο­γο­τε­χνι­κά μυη­μέ­νους, που να βρε­θεί η διά­θε­ση για νου­βέ­λα;
Ο Ταμ­βα­κά­κης δεν προ­τεί­νει μό­νο μία ά­ξια του ο­νό­μα­τός της νου­βέ­λα, αλ­λά, ε­πι­προ­σθέ­τως, α­πο­τολ­μά μία ε­ρω­τι­κή νου­βέ­λα. Αυ­τό κι αν συ­νι­στά ε­ξαί­ρε­ση – πι­θα­νώς  και α­πο­κο­τιά – στην πε­ρίο­δο κρί­σης, που δια­νύου­με τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν η χώ­ρα να βυ­θί­ζε­ται και οι συγ­γρα­φείς να πλέ­κουν ει­δύλ­λια. Για αυ­τό και  ε­κεί­νοι, συ­μπά­σχο­ντας με τα δει­νά του ελ­λη­νι­κού λα­ού, γρά­φουν, κα­τά κα­νό­να, δρα­μα­τι­κές ι­στο­ρίες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, μη έ­χο­ντας προ­σω­πι­κές ε­μπει­ρίες α­πό βά­σα­να οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, πό­σω μάλ­λον α­νέ­χειας, κα­τά την α­φή­γη­ση και τη μυ­θο­πλα­σία, υ­περ­βάλ­λουν στους θλι­βε­ρούς τό­νους του ζό­φου.
Σε α­ντί­θε­ση, η ι­στο­ρία του Ταμ­βα­κά­κη, έ­τσι ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται μέ­σα α­πό τους δια­λο­γι­σμούς του κε­ντρι­κού ή­ρωα, α­πο­βαί­νει ρε­α­λι­στι­κή, ε­νώ δεν α­που­σιά­ζει η κρι­τι­κή για κά­ποιες ά­σχη­μες ή και στρα­βές πλευ­ρές μίας χώ­ρας, που πα­ρα­παίει α­νά­με­σα σε πα­ρα­δο­σια­κά και ξε­νό­φερ­τα πρό­τυ­πα. Ταυ­τό­χρο­να, κα­θώς η α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να ζευ­γά­ρι και τον ναυα­γι­σμέ­νο έ­ρω­τά του, ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται η σφι­χτο­δε­μέ­νη πλο­κή, που α­παι­τεί­ται σε μία νου­βέ­λα. Κα­τά τα άλ­λα, δεν πρό­κει­ται για έ­να “ρο­μά­ντσο του πα­λιού και­ρού”, ού­τε για έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα. Από μία ά­πο­ψη, η ι­στο­ρία των δυο κε­ντρι­κών προ­σώ­πων, του Κων­στα­ντί­νου και της Πη­νε­λό­πης, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή  της ε­πο­χής, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται. Ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, τις ε­πο­χές, α­φού ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε δυο δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, με δυο “σμι­ξί­μα­τα”, που α­πέ­χουν μία ει­κο­σα­ε­τία. Στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1990, ξε­κι­νά­ει και κά­που ε­κεί κο­ντά τε­λειώ­νει η πρώ­τη φά­ση της σχέ­σης τους. Σε έ­να κά­πως αό­ρι­στο σή­με­ρα, λαμ­βά­νει χώ­ρα η προ­σπά­θεια α­να­θέρ­μαν­σή της. Τό­τε, ε­κεί­νος βά­δι­ζε τα τριά­ντα, ε­νώ ε­κεί­νη ή­ταν στο δεύ­τε­ρο έ­τος της Αρχι­τε­κτο­νι­κής. Δεν α­να­φέ­ρε­ται η κα­τα­γω­γή του, ού­τε το ε­πάγ­γελ­μα που α­σκεί στα τριά­ντα του. Συ­νή­θως, πα­ρό­μοια μυ­θο­πλα­στι­κά “γε­μί­σμα­τα” ο­δη­γούν σε πα­ρεκ­βά­σεις και στην πα­ρά­θε­ση πα­ράλ­λη­λων διη­γή­σεων για άλ­λα πρό­σω­πα, που διευ­κο­λύ­νουν τη με­τάλ­λα­ξη μίας νου­βέ­λας σε μυ­θι­στό­ρη­μα. Εκεί­νο, που α­παι­τεί η δο­μή της νου­βέ­λας, εί­ναι η ό­σο το δυ­να­τόν πλη­ρέ­στε­ρη α­νά­δει­ξη του χα­ρα­κτή­ρα γύ­ρω α­πό τον ο­ποίο πλέ­κε­ται. Εδώ, ο χα­ρα­κτή­ρας συ­ντί­θε­ται μέ­σα α­πό τον τρό­πο, με τον ο­ποίο ο α­φη­γη­τής α­να­κα­λεί, χρω­μα­τί­ζο­ντας συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, πα­ρελ­θο­ντι­κά συμ­βά­ντα.
Εκεί­νο, πά­ντως, που προέ­χει και τον συ­στή­νει εί­ναι το χό­μπυ του, η ι­στιο­πλοΐα. Δεν έ­χει φι­λο­δο­ξίες για με­γά­λους ά­θλους ή για δια­κρί­σεις πρω­τα­θλη­τή σε ρά­λι. Μό­νο ό­νει­ρα κά­νει για μα­κρι­νά, υ­περ­πό­ντια τα­ξί­δια, τα ο­ποία, ά­κρες-μέ­σες, και μνη­μο­νεύει. Τους ή­ρωες των ε­φη­βι­κών και νε­α­νι­κών χρό­νων δεν τους αν­τλεί α­πό ι­στο­ρι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, ού­τε α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τα α­γα­πη­μέ­να του α­να­γνώ­σμα­τα εί­ναι τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα διά­ση­μων ι­στιο­πλόων. Ανα­φέ­ρει ο­νό­μα­τα, τολ­μη­ρά εγ­χει­ρή­μα­τα, η­μι­τε­λείς ι­στο­ρίες. Η εύ­στο­χη δια­σπο­ρά των στοι­χείων, τα συ­νειρ­μι­κά άλ­μα­τα, κυ­ρίως η πύ­κνω­ση των α­να­φο­ρών δεί­χνει την αί­σθη­ση α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας, που έ­χει κα­τα­κτή­σει ο συγ­γρα­φέ­ας.
Όταν πρω­το­συ­νά­ντη­σε την Πη­νε­λό­πη, στα πλά­να του δεν υ­πήρ­χε χώ­ρος για σο­βα­ρή σχέ­ση. Τον βό­λευαν οι πα­ράλ­λη­λες σχέ­σεις, κα­τά προ­τί­μη­ση με χα­ρω­πές γυ­ναί­κες, που θα προ­σαρ­μό­ζο­νταν εύ­κο­λα στη ζωή ε­νός πα­θια­σμέ­νου ι­στιο­πλόου. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας  τύ­πος του α­στι­κού α­θη­ναϊκού χώ­ρου ε­κεί­νων των χρό­νων. Αντι­θέ­τως, η συ­ρια­νή Πη­νε­λό­πη ή­θε­λε οι­κο­γέ­νεια και α­γα­πού­σε τα παι­διά. Ού­τε, ό­μως, “στον πα­πά και τον κου­μπά­ρο” κα­τόρ­θω­σε να ο­δη­γή­σει τον Κων­στα­ντί­νο, ού­τε το παι­δί μα­ζί του α­πο­τόλ­μη­σε να κρα­τή­σει. Τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά της γυ­ναί­κας, που μό­λις αρ­χί­ζει να δο­κι­μά­ζει τους δρό­μους της χει­ρα­φέ­τη­σης. “Όταν χά­νει τον Κων­στα­ντί­νο, ρί­χνει μαύ­ρη πέ­τρα στην α­θη­ναϊκή ζωή, και βρί­σκει τον ε­αυ­τό της α­να­πα­λαιώ­νο­ντας αρ­χο­ντι­κά στο νη­σί της.” Όσο για ε­κεί­νον, η Πη­νε­λό­πη ή­ταν μία α­πό τις πολ­λές σχέ­σεις του. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, ό­σες φο­ρές το χό­μπυ του τον έ­φε­ρε στη Σύ­ρο, πο­τέ δεν σκέ­φτη­κε να την α­να­ζη­τή­σει.
Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κοι­νω­νι­κά και φυ­λε­τι­κά πρό­τυ­πα έ­χουν αλ­λά­ξει. Όχι, ό­μως, και οι χα­ρα­κτή­ρες. Εκεί­νος πα­ρα­μέ­νει χα­λα­ρός και δι­χα­σμέ­νος. Το ο­ρί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας και με το α­ρι­στο­τέ­λειο μό­το του βι­βλίου: “Όμοια γαρ ως ε­πί το πο­λύ τα μέλ­λο­ντα τοις γε­γο­νό­σι...” Υπει­σέρ­χε­ται, ό­μως, η α­να­σφά­λεια της η­λι­κίας, που δί­νει στον έ­ρω­τα με μία νεό­τε­ρη γυ­ναί­κα δια­φο­ρε­τι­κή α­ξία. Εκεί­νη, ε­σα­εί δο­τι­κή, εί­ναι μία σύγ­χρο­νη Πη­νε­λό­πη. Δεν εί­ναι προ­φα­νώς τυ­χαία η ε­πι­λο­γή του ο­νό­μα­τος. Πι­στή πα­ρα­μέ­νει στον έ­ρω­τά της, ό­πως η μυ­θο­λο­γι­κή συ­νο­νό­μα­τή της, αλ­λά αρ­κε­τά αυ­τάρ­κης πλέ­ον, ώ­στε να θέ­τει τα δι­κά της ό­ρια υ­πο­χώ­ρη­σης, ή μάλ­λον, α­πο­δο­χής. Αν πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τους δι­κούς της δια­λο­γι­σμούς, μπο­ρεί να υ­πήρ­χαν ρο­μα­ντι­κές νό­τες, ό­πως κι­νή­σεις τρυ­φε­ρό­τη­τας, λό­για νο­σταλ­γίας. Τώ­ρα, στις πε­ρι­γρα­φές του πε­νη­ντά­ρη Κων­στα­ντί­νου, υ­πε­ρι­σχύει ο αι­σθη­σια­σμός. Στις πιο η­δο­νι­κές σε­λί­δες, που έ­χει γρά­ψει η γε­νιά του Ταμ­βα­κά­κη, η λε­γό­με­νη γε­νιά του ’80, συ­γκα­τα­λέ­γο­νται οι με­τρη­μέ­νες της νου­βέ­λας, που πε­ρι­γρά­φουν τις δυο, ό­λες κι ό­λες, ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις του ζεύ­γους κα­τά την ε­πα­να­σύν­δε­σή του.
Το πιο εύ­στο­χο εύ­ρη­μα του Ταμ­βα­κά­κη εί­ναι ο τίτ­λος του βι­βλίου: Η α­να­πα­λαίω­ση, δη­λα­δή η ε­πα­να­φο­ρά στην αρ­χι­κή μορ­φή, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας ο­τι­δή­πο­τε έ­χει κα­τα­στρα­φεί και α­φαι­ρώ­ντας με­τα­γε­νέ­στε­ρες, αλ­λό­τριες προ­σθή­κες. Εδώ, η α­να­πα­λαίω­ση μάλ­λον νο­εί­ται εις τρι­πλούν. Η α­να­πα­λαίω­ση των νε­ο­κλασ­σι­κών, με την ο­ποία κα­τα­πιά­νε­ται η Πη­νε­λό­πη. Η ε­πι­σκευή και συ­ντή­ρη­ση του ι­στο­ρι­κού σκά­φους, που έ­χει α­γο­ρά­σει ο Κων­στα­ντί­νος, κι­νέ­ζι­κης κα­τα­σκευής του 1933. Και το κυ­ριό­τε­ρο, η α­να­νέω­ση της ε­ρω­τι­κής τους σχέ­σης. Αυ­τήν, ό­μως, την τε­λευ­ταία α­να­πα­λαίω­ση οι δυο πλευ­ρές του ζεύ­γους την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μάλ­λον δια­φο­ρε­τι­κά. Εκεί­νος θα ε­πι­θυ­μού­σε οι ρό­λοι να ε­πα­νέλ­θουν λί­γο-πο­λύ στην αρ­χι­κή τους μορ­φή. Ενώ, ε­κεί­νη α­ντι­λαμ­βά­νε­ται την α­να­πα­λαίω­ση της σχέ­σης στο πρό­τυ­πο της α­να­πα­λαίω­σης μίας κα­τοι­κίας. Αυ­τό ση­μαί­νει, με μία δό­ση προσ­γειω­μέ­νου ρο­μα­ντι­σμού, να δια­σω­θεί το ε­ξω­τε­ρι­κό κέ­λυ­φος, αλ­λά ε­σω­τε­ρι­κά, κα­ταλ­λή­λως δια­μορ­φω­μέ­νο, ώ­στε να δια­θέ­τει τα κομ­φόρ μίας σύγ­χρο­νης κα­τοι­κίας. 
Στις εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες αυ­τής της θα­λασ­σι­νής νου­βέ­λας, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στη στε­ριά, χά­ρις στις ε­μπει­ρίες του ι­στιο­πλόου, που δια­θέ­τει ο Ταμ­βα­κά­κης, αρ­με­νί­ζο­ντας α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, α­να­σταί­νο­νται δυο Έλλη­νες κα­ρα­βο­μα­ρα­γκοί. “Άλλης ε­πο­χής, ο πρώ­τος εί­χε δει τον πό­λε­μο, ο άλ­λος ε­ξη­ντά­ρης, εί­χε πε­ρά­σει ξυ­στά.” Ανα­συν­θέ­τει τις κου­βέ­ντες τους, τα μυ­στι­κά της τέ­χνης τους, αλ­λά και τον κα­η­μό τους για την ναυ­πη­γι­κή πα­ρά­δο­ση, που στα­δια­κά σβή­νει. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο, μά­λι­στα, με την ε­νερ­γή συμ­βο­λή της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που πά­ντο­τε α­φορ­μά­ται α­πό τις κα­λύ­τε­ρες προ­θέ­σεις. Από το ξε­ρί­ζω­μα της ε­λιάς μέ­χρι τη θε­α­μα­τι­κή ε­ξο­λό­θρευ­ση των καϊκιών α­λιείας. Ανα­πλά­θο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας σχε­τι­κές διη­γή­σεις, συ­ρια­νές και άλ­λες, που εί­χε α­κού­σει, με­ταγ­γί­ζει την έ­ντα­ση α­νά­λο­γων συμ­βά­ντων. Η πε­ρι­γρα­φή δεί­χνει σαν μία κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή σε­κά­νς, με υ­πό­τιτ­λους τα αι­σθή­μα­τα α­γα­νά­κτη­σης, πα­ρά τα χρό­νια που έ­χουν πε­ρά­σει. Μό­νο έ­νας πί­να­κας σύλ­λη­ψης α­ντί­στοι­χης   ε­κεί­νης της Γκουέρ­νι­κα θα μπο­ρού­σε να τα εκ­φρά­σει.
Σχε­τι­κά με τις ι­στιο­πλοϊκές γνώ­σεις του συγ­γρα­φέα, να ση­μειώ­σου­με πως, αν πο­τέ ευ­τυ­χή­σει να α­πο­κτή­σει έκ­δο­ση Απά­ντων, η νου­βέ­λα, με την πλη­θώ­ρα ο­νο­μά­των ι­στιο­πλόων και σκα­φών, θα α­παι­τού­σε ε­κτε­νή υ­πο­μνη­μα­τι­σμό. Το μό­νο οι­κείο ό­νο­μα εί­ναι ε­κεί­νο του Αντρέα Ζέπ­που, γνω­στό α­πό το ο­μό­τιτ­λο ρε­μπέ­τι­κο του Γιάν­νη Πα­παϊωάν­νου. Επί­σης, λι­γό­τε­ρο γνω­στό, το πα­λαιό σκα­ρί, που φέ­ρει το ό­νο­μά του και το ο­ποίο σώ­ζε­ται. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ψη­φί­δες α­πό τον βίο και την πο­λι­τεία του Ζέπ­που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο του Ευάγ­γε­λου Αθη­ναίου, «Ο κα­πε­τάν Αντρέ­ας Ζέ­πος. Γλε­ντζές, φι­λάν­θρω­πος και θυ­μό­σο­φος ψα­ράς στην πα­ρα­λία του Φα­λή­ρου», 2012. Κα­λό να το δια­βά­σουν με­ρι­κοί νε­ο-α­ρι­στε­ρό­φρο­νες, μπας και φω­τι­στούν κα­λύ­τε­ρα, ας πού­με, γύ­ρω α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά στην πε­ριο­χή του Πει­ραιά. Τέ­λος, να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Ευαγ. Αθη­ναίος, θα­νών πρό­σφα­τα (13/8/2015) σε η­λι­κία 81 ε­τών, ή­ταν στην πει­ραιώ­τι­κη φι­λο­λο­γι­κή πα­ρέα του Κώ­στα Σού­κα, που προ­α­να­φέρ­θη­κε στην ει­σα­γω­γή. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/8/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Αντρέ­ας Ζέπ­πος (α­ρι­στε­ρά) και το καΐκι του (δε­ξιά).

Συναξάρι αγίων και αμαρτωλών

Φοί­βος Ι. Πιο­μπί­νος
«Επί­σκε­ψη σε μιά έκ­θε­ση
και άλ­λα διη­γή­μα­τα»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Απρί­λιος 2015

Με το πέ­μπτο βι­βλίο, ο Φοί­βος Πιο­μπί­νος α­πο­τολ­μά   έ­να δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Αυ­τήν τη φο­ρά πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως συ­νέ­χεια του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1996. Εκεί­νο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σπου­δή θα­νά­του», τίτ­λος που το πρώ­το σκέ­λος του ε­μπε­ριέ­χει το στοι­χείο της δο­κι­μής προς βελ­τίω­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών τρό­πων. Επι­προ­σθέ­τως, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί προ­σχέ­διο για κά­τι πιο σύν­θε­το και ε­κτε­νές. Κα­τά μία ά­πο­ψη, πι­θα­νώς μέ­σω του τίτ­λου, να υ­πο­δη­λώ­νε­ται μία φά­ση προ­ε­τοι­μα­σίας. Στο πρό­σφα­το, α­που­σιά­ζει η σε­λί­δα, α­ρι­στε­ρά της σε­λί­δας τίτ­λου, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται με α­να­λυ­τι­κή ει­δο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του συγ­γρα­φέα, με α­πο­τέ­λε­σμα να πα­ρα­μέ­νει γρι­φώ­δης ο α­φη­γη­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ε­κεί­νης της πρώ­της «Σπου­δής θα­νά­του». Αντι­θέ­τως, ο τίτ­λος του πρό­σφα­του βι­βλίου προ­λαμ­βά­νει τις ό­ποιες ει­κα­σίες, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντας τα έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά πε­ζά διη­γή­μα­τα. Σω­στό­τε­ρα, πρό­κει­ται, ως ε­πί το πλεί­στον, για ε­κτε­νή α­φη­γή­μα­τα, των ο­ποίων η έ­κτα­ση κυ­μαί­νε­ται α­πό πέ­ντε μέ­χρι και εί­κο­σι ε­πτά σε­λί­δες. Εκεί­νο πά­ντως, που, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πο­κρύ­πτε­ται εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται και πά­λι για μία “σπου­δή θα­νά­του”, γραμ­μέ­νη σε πε­ρίο­δο συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας.
Ο Πιο­μπί­νος συ­νι­στά μία ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα ευ­ρείας παι­δείας, εί­δος που τεί­νει να ε­κλεί­ψει. Αυ­τό εί­ναι έ­να στοι­χείο που δεν δια­κρί­νε­ται μέ­σα α­πό το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Αντι­θέ­τως, ε­κεί δί­νε­ται η ε­ντύ­πω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα με σκευή και εν­δια­φέ­ρο­ντα θε­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Η γερ­μα­νι­κή γυ­μνα­σια­κή παι­δεία, οι πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές οι­κο­νο­μι­κών και η μα­κρό­χρο­νη τρα­πε­ζοϋπαλ­λη­λι­κή υ­πη­ρε­σία δεν συ­νά­δουν – φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον – με τα βι­βλία, που έ­χει κα­τά και­ρούς εκ­δώ­σει. Λί­γο πριν το ξε­κί­νη­μα του υ­παλ­λη­λι­κού στα­δίου του, εκ­δί­δει το «Έλλη­νες α­γιο­γρά­φοι μέ­χρι το 1821», ε­νώ, 25 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το «Στά­μος. Μία μαρ­τυ­ρία για τον ζω­γρά­φο».   Έρχε­ται έ­τσι να κα­λύ­ψει έ­να ευ­ρύ ει­κα­στι­κό φά­σμα, που ξε­κι­νά α­πό την με­τα­βυ­ζα­ντι­νή ζω­γρα­φι­κή και φθά­νει στον α­με­ρι­κα­νι­κό α­φαι­ρε­τι­κό εξ­πρε­σιο­νι­σμό.
Όσο α­φο­ρά τις με­τα­φρα­στι­κές του ε­να­σχο­λή­σεις, η α­να­φο­ρά στο βιο­γρα­φι­κό, ό­τι “με­τα­φρά­ζει γαλ­λι­κή, γερ­μα­νι­κή και ι­τα­λι­κή λο­γο­τε­χνία”, μέ­νει αό­ρι­στη και πι­στεύου­με πως δη­μιουρ­γεί λαν­θα­σμέ­νη ε­ντύ­πω­ση. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που έ­χουν πλη­θύ­νει ό­σοι με­τα­φρά­ζουν α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας γλώσ­σες και κα­τα­πιά­νο­νται με ποι­κί­λους συγ­γρα­φείς, συμ­μορ­φού­με­νοι με τις ε­πι­τα­γές των εκ­δο­τι­κών οί­κων, με τους ο­ποίους συ­νερ­γά­ζο­νται. Σι­γά-σι­γά ε­ξα­φα­νί­ζο­νται οι πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­φρα­στών α­φο­σιω­μέ­νων σε έ­ναν συγ­γρα­φέα ή, έ­στω, σε συγ­γρα­φείς κοι­νής αι­σθη­τι­κής. Ο Πιο­μπί­νος εί­ναι έ­νας α­πό τους με­τρη­μέ­νους με­τα­φρα­στές γαλ­λι­κής νου­βέ­λας και με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος με­τα­φρα­στής του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις με­τα­φρά­σεων Μω­πασ­σάν δεν α­να­φέ­ρο­νται. Μία μο­να­δι­κή μνεία  συ­να­ντά­με στο ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα: “Όπως τα α­φη­γή­μα­τα του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν δεν προέ­κυ­ψαν α­πό ε­πι­νό­η­ση της πλού­σιας φα­ντα­σίας του αλ­λά βα­σί­στη­καν σε πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, πράγ­μα που ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας δεν έ­πα­ψε πο­τέ να το­νί­ζει, πα­ρό­μοια κι ε­γώ ε­πι­θυ­μώ να διευ­κρι­νί­σω πως και στα δι­κά μου διη­γή­μα­τα, που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην πα­ρού­σα συλ­λο­γή, ό­λα τα ε­πι­μέ­ρους στοι­χεία τους έ­χουν αν­τλη­θεί μέ­σα α­πό τη ζωή και ε­πο­μέ­νως δεν α­πο­τε­λούν προϊό­ντα συγ­γρα­φι­κής ε­πι­νό­η­σης.” Μία πα­ρό­μοια ε­ξο­μο­λό­γη­ση συ­νι­στά μεν συγ­γρα­φι­κή ε­ντι­μό­τη­τα, αλ­λά, στις η­μέ­ρες μας, ξε­νί­ζει, αν δεν προ­δί­δει κιό­λας ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας  βρί­σκε­ται κά­τω α­πό τη βα­ριά σκιά του γάλ­λου διη­γη­μα­το­γρά­φου.
Όπως και να έ­χει, η ά­σκη­ση στη με­τά­φρα­ση δί­νει φτε­ρά στον διη­γη­μα­το­γρά­φο. Άλλω­στε, μία πα­ρό­μοια μα­θη­τεία πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό την εκ­μά­θη­ση της διή­γη­σης στα τα­χύρ­ρυθ­μα σε­μι­νά­ρια των Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Εί­ναι προ­φα­νές πως, σή­με­ρα πια, ο Πιο­μπί­νος κα­τέ­χει την τέ­χνη τού πώς στή­νε­ται έ­να διή­γη­μα. Εί­τε πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα κλασ­σι­κού τύ­που εί­τε για μία κα­τά Μω­πασ­σάν “ι­στο­ριού­λα”, σύ­ντο­μη ή και ε­κτε­νή. Ιδιαί­τε­ρα στα διη­γή­μα­τα, που α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση νου­βέ­λας, προοι­κο­νο­μεί την α­φή­γη­ση – αν και σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις κα­θ’ υ­περ­βο­λή – ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία, με τις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρίες να “χω­νεύο­νται” α­βία­στα στον α­φη­γη­μα­τι­κό ι­στό, υ­πο­βο­η­θώ­ντας την γρή­γο­ρη α­νέ­λι­ξη.
Βα­σι­κό στοι­χείο στο διή­γη­μα του Πιο­μπί­νου α­πο­βαί­νει ο α­φη­γη­τής, που πα­ρεμ­βαί­νει ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­πο­τε αυ­τή η πα­ρέμ­βα­ση ε­πε­κτεί­νε­ται, φθά­νο­ντας να προ­κα­τα­λαμ­βά­νει τον α­να­γνώ­στη. Μέ­σα, πά­ντως, α­πό την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, σκι­τσά­ρο­νται τύ­ποι και πλά­θο­νται χα­ρα­κτή­ρες, προ­δια­θέ­το­ντας για το ποιόν τους και προ­δι­κά­ζο­ντας την κα­τά­λη­ξη. Στις μα­κριές προ­τά­σεις, με την ε­πι­δέ­ξια χρή­ση τής, κα­τά κα­νό­να, δυ­σκο­λο­χεί­ρι­στης ά­νω τε­λείας, ο α­φη­γη­τής εν­σω­μα­τώ­νει α­πό­ψεις και ε­κτι­μή­σεις μίας συ­γκε­κρι­μέ­νης θεώ­ρη­σης των πραγ­μά­των.
Χα­ρα­κτη­ρί­σα­με την πρό­σφα­τη συλ­λο­γή μία δεύ­τε­ρη “σπου­δή θα­νά­του”, κα­θώς ο μα­ρα­σμός και ο θά­να­τος, μα­ζί με τη δια­φο­ρο­ποίη­ση, έως και με­τάλ­λα­ξη, των κοι­νω­νι­κών η­θών, ε­πα­νέρ­χο­νται σε ό­λα τα α­φη­γή­μα­τα. Ακό­μη και ό­ταν δεν α­πο­τε­λούν το κυ­ρίως θέ­μα, συ­νι­στούν στα­θε­ρό μο­τί­βο. Ο τρό­πος που ο α­φη­γη­τής α­νι­στο­ρεί “τον βίο και την πο­λι­τεία” των η­ρώων – ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων σε κά­θε μία ι­στο­ρία – ε­ξαί­ρο­ντας τα πά­θη τους, πα­ρα­πέ­μπει σε α­φή­γη­ση συ­να­ξα­ρι­στή. Μό­νο που στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για συ­να­ξά­ρια σύγ­χρο­νων “α­γίω­ν” αλ­λά και “α­μαρ­τω­λώ­ν”. Συ­χνά, μά­λι­στα, αυ­τά των  δεύ­τε­ρων – υ­πό μία έν­νοια α­πό­βλη­των –  κα­τα­λή­γουν πλέ­ον συ­ναρ­πα­στι­κά. Πι­θα­νώς, για­τί ο α­φη­γη­τής δεν κρύ­βει πως “γέρ­νει” προς το μέ­ρος τους. Εκτός α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες των κε­ντρι­κών χα­ρα­κτή­ρων, πα­ρα­θέ­τει εν συ­νό­ψει τους βίους των προ­σώ­πων που τους πε­ρι­βάλ­λουν, σε μία προ­σπά­θεια να χω­ρέ­σει ό­σο γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό έ­ναν κό­σμο που φεύ­γει: την Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου μέ­χρι και των   τριών – τεσ­σά­ρων πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών.
Στο α­φη­γη­μα­τι­κό συ­να­ξά­ρι, ξε­χω­ρι­στή θέ­ση ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, την πρω­το­κα­θε­δρία, κα­τέ­χουν οι πρό­σφυ­γες α­πό την Μι­κρα­σία, που, στα α­στι­κά κέ­ντρα, Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη, α­να­μι­γνύο­νται, σε μία δύ­σκο­λη συμ­βίω­ση, με τους ε­σω­τε­ρι­κούς με­τα­νά­στες. Ένα δεύ­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του κα­τά Πιο­μπί­νου διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λούν οι τίτ­λοι που ε­πι­λέ­γει. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι δεν στο­χεύει στους κρυ­πτι­κούς τίτ­λους με τις αμ­φί­ση­μες συν­δη­λώ­σεις, ού­τε σε ε­κεί­νους ποιη­τι­κής πνοής. Προ­τι­μά τίτ­λους, που, εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, α­πο­βαί­νουν, ό­μως, δη­λω­τι­κοί του θε­μα­τι­κού πυ­ρή­να. Με­τά την α­νά­γνω­ση των διη­γη­μά­των, γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή η χροιά ει­ρω­νείας, που λαν­θά­νει σε αυ­τήν την α­κρι­βο­λο­γία. Πα­ρά­δειγ­μα, ο τίτ­λος «Θε­ρι­νές δια­κο­πές» μίας ι­στο­ρίας συ­νε­πτυγ­μέ­νης σε διή­γη­μα α­λά Πόε. Το θέ­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι οι “θε­ρι­νές δια­κο­πές” τριών γυ­ναι­κών, για τις ο­ποίες δια­κο­πές ε­λά­χι­στα μα­θαί­νου­με, α­φού δια­κό­πτο­νται πριν συ­μπλη­ρω­θεί το πρώ­το ει­κο­σι­τε­τράω­ρο. Φί­λες οι δυο, Αθη­ναίες, α­ντι­προ­σω­πεύουν τις τρέ­χου­σες κοι­νω­νι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές και νοο­τρο­πίες. Η τρί­τη, τυ­χαία γνω­ρι­μία των δυο πά­νω στο πλοίο, εί­ναι μία “ε­παρ­χιω­το­πού­λα”, α­πό φτω­χή, α­γρο­τι­κή οι­κο­γέ­νεια της ο­ρει­νής Κρή­της. Αυ­τή, χά­ρις στη στε­ρη­μέ­νη ζωή της, φαί­νε­ται να παίρ­νει θέ­ση στο “ει­κο­νο­στά­σι” του α­φη­γη­τή. Συ­νειρ­μό, που τον υ­πο­βάλ­λει ο συγ­γρα­φέ­ας με την τε­λευ­ταία σκη­νή του α­πρό­σμε­νου θα­νά­του της, ό­που α­να­κα­λεί τον ει­κο­νο­γρα­φι­κό α­να­γεν­νη­σια­κό τύ­πο της “πιε­τά”. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να α­δύ­να­μο ση­μείο σε αυ­τό το διή­γη­μα α­πο­τε­λεί η πε­ρι­γρα­φή του πλοίου και της α­να­χώ­ρη­σης α­πό τον Πει­ραιά για μι­κρό νη­σί των Δυ­τι­κών Κυ­κλά­δων. Δεί­χνει ως πε­ριτ­τός α­να­χρο­νι­σμός, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές. Ίσως, αυ­τό να ο­φεί­λε­ται σε ί­χνος, που ά­φη­σε ε­κεί­νο το πρώ­το  “σχε­δία­σμα” του διη­γή­μα­τος, προ ει­κο­σα­ε­τίας. 
Η ει­κα­στι­κή μα­τιά του συγ­γρα­φέα προ­σθέ­τει και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πι­νε­λιές. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα, με τον ε­πί­σης δη­λω­τι­κό τίτ­λο, «Η Μα­ντάμ Κε­τί», γύ­ρω α­πό “τον βίο και την πο­λι­τεία” δυο α­δελ­φών, γεν­νη­μέ­νων και με­γα­λω­μέ­νων στην “κο­σμο­πο­λί­τι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη”, η μι­κρό­τε­ρη, που κα­τέ­λη­ξε η δια­ση­μό­τε­ρη “μα­ντά­μα” ο­λό­κλη­ρου του Λι­βά­νου, κά­θε βρά­δυ προ­σεύ­χε­ται σε ει­κό­να του “Εσταυ­ρω­μέ­νου”, α­ντί­γρα­φο πί­να­κα του προ­α­να­γεν­νη­σια­κού ι­τα­λού ζω­γρά­φου Τσι­μα­μπούε.
Οι “α­μαρ­τω­λοί” ή­ρωες το­νί­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω, κα­θώς, σε α­ντί­θε­ση με τους η­θι­κούς και φρό­νι­μους, ο­νο­μα­τί­ζουν με τα πα­ρω­νύ­μιά τους τα διη­γή­μα­τα. Η “μα­ντάμ Κε­τί”, ό­πως και η Παρ­θέ­να, που πή­ρε το ό­νο­μά της α­πό τον α­γιο­γρά­φο και ιε­ρο­μάρ­τυ­ρα Παρ­θέ­νιο αλ­λά ή­ταν γνω­στή με το πα­ρω­νύ­μιο η “Μά­να του Λό­χου”,  για­τί  βο­η­θού­σε α­φι­λο­κερ­δώς τη “φα­ντα­ρία” να ε­κτο­νώ­νε­ται, και τέ­λος, ο “Λά­κης απ’ το Χαϊδά­ρι”, που φα­ντά­ρος έ­ζη­σε το με­γά­λο έ­ρω­τα στις δια­τα­γές του διοι­κη­τή του στρα­το­πέ­δου, “τσα­τσά” στα ε­ξή­ντα του σε οί­κο α­νο­χής της πλα­τείας Βά­θης, εί­ναι οι τρεις αρ­τιό­τε­ρα πλα­σμέ­νοι χα­ρα­κτή­ρες. Έτσι, μά­λι­στα, ό­πως ο α­φη­γη­τής ε­ξι­στο­ρεί τα πά­θη τους, α­νυ­ψώ­νο­νται σε μάρ­τυ­ρες πα­λαιό­τε­ρων δύ­σκο­λων και­ρών. Συ­ντο­μό­τε­ρες εί­ναι οι α­φη­γή­σεις για τους “α­γίους” με τη βα­σα­νι­σμέ­νη ζωή. Εκεί­νους της πρώ­της γε­νιάς, ό­πως ο “μπάρ­μπα Προ­κό­πης”, που διαι­σθά­νε­ται το θά­να­το να έρ­χε­ται και σκη­νο­θε­τεί το «Ηλιο­βα­σί­λε­μα της ζωής» του στον Γα­λα­τά του Πό­ρου, ό­που ρί­ζω­σε φεύ­γο­ντας κυ­νη­γη­μέ­νος α­πό τα Βουρ­λά της Μι­κράς Ασίας. Αλλά και τους δεύ­τε­ρης γε­νιάς, κα­θώς ο Ανα­στά­σης, γιος πρό­σφυ­γα α­πό το Νέ­β-Σε­χίρ της Καπ­πα­δο­κίας, που, μέ­σα α­πό τη διή­γη­ση, δεί­χνει  να ε­πι­σπεύ­δει το θά­να­τό του. Για­τί σαν θεία τι­μω­ρία μοιά­ζει η α­να­κο­πή καρ­διάς, ό­ταν θέ­λη­σε να αλ­λά­ξει τους ρυθ­μούς της ζωής του, δί­νο­ντας α­ντι­πα­ρο­χή το “σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο πα­ρά­σπι­το”, κά­που στη δυ­τι­κή πε­ρι­φέ­ρεια της Θεσ­σα­λο­νί­κης για να κα­τοι­κή­σει κι αυ­τός «Στο και­νού­ριο δια­μέ­ρι­σμα». Άλλος έ­νας ει­ρω­νι­κός τίτ­λος, α­φού μό­νο με­ρι­κές ώ­ρες πέ­ρα­σε στο τεσ­σά­ρι του πέ­μπτου ο­ρό­φου. Σε αυ­τούς θα μπο­ρού­σε να στοι­χη­θεί και ο κυρ Βα­σί­λης, ε­σω­τε­ρι­κός με­τα­νά­στης α­πό την ο­ρει­νή Αρκα­δία, που βρή­κε μια “με­γα­λο­κο­πέ­λα”  –“τσο­πά­να” α­πό τα μέ­ρη του – για να του στα­θεί στα γε­ρά­μα­τα, αλ­λά, κα­τά τρα­γι­κή ει­ρω­νεία, έ­λα­χε σε αυ­τόν η «Γη­ρο­κό­μη­σή» της. Κα­τά τον ειρ­μό της διή­γη­σης, και ε­δώ, εί­ναι η αλ­λα­γή του ρυθ­μού της ζωής, που έ­φε­ρε το “βα­ρύ ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο”.
Οι βίοι “α­γίω­ν” και “α­μαρ­τω­λών” χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό ευ­ρη­μα­τι­κή πλο­κή, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, α­ντα­να­κλούν ε­πο­χές, α­να­σταί­νο­ντας αν­θρώ­πους και τό­πους. Σε δει­νό το­πιο­γρά­φο α­να­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, μό­νο που κά­πο­τε οι α­φη­γη­μα­τι­κοί χρω­μα­τι­σμοί γί­νο­νται πο­λύ έ­ντο­νοι. Κα­τ’ α­ντι­στοι­χία, σε ο­ρι­σμέ­να τμή­μα­τα διη­γη­μά­των, ο­δεύο­ντας προς το τέ­λος, τα αι­σθή­μα­τα α­πο­δί­δο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο δρα­μα­τι­κά του α­να­γκαίου. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, το διή­γη­μα «Η α­νε­πι­θύ­μη­τη», ό­που το “ψα­χνό” της ι­στο­ρίας το­πο­θε­τεί­ται στη δε­κα­ε­τία του ’40, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, στο κα­τα­λη­κτι­κό κομ­μά­τι, που εί­ναι σε πα­ρό­ντα χρό­νο, η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, με τον α­φη­γη­τή να σχο­λιά­ζει, υ­περ­βάλ­λο­ντας σε ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, το α­δι­κεί. Κα­τά τα άλ­λα, το α­φη­γη­μα­τι­κό σχή­μα, που δο­κι­μά­ζει σε αυ­τό το διή­γη­μα, ό­πως και στα συ­ντο­μό­τε­ρα, «Μα­ταιω­μέ­να γε­νέ­θλια» και  «Η φω­το­γρα­φία», α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας δυο χρό­νους, σε α­πό­στα­ση μίας γε­νιάς, δύ­σκο­λο να στη­θεί α­φη­γη­μα­τι­κά χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση του ζο­ρι­σμέ­νου, στην πε­ρί­πτω­ση των εν λό­γω διη­γη­μά­των α­πο­βαί­νει λει­τουρ­γι­κό.
Ο Πιο­μπί­νος δεν α­κο­λου­θεί μό­δες. Το διή­γη­μα «Η φω­το­γρα­φία» εί­χε “σχε­δια­στεί”, και αυ­τό, προ ει­κο­σα­ε­τίας.  Σή­με­ρα, οι πά­ντες, α­πό πο­λι­τι­κούς μέ­χρι τη­λε­στά­ρ, και α­πό  ει­κα­στι­κούς μέ­χρι συγ­γρα­φείς, δη­μο­σιεύουν πε­ρι­γρα­φές φω­το­γρα­φιών, ό­που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πο­πει­ρώ­νται να στή­σουν μυ­θο­ποιη­τι­κή διή­γη­ση. Ο α­φη­γη­τής του Πιο­μπί­νου το κα­τορ­θώ­νει στοι­χί­ζο­ντας δυο φω­το­γρα­φίες, μία πα­λαιό­τε­ρη τρα­βηγ­μέ­νη πριν την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή  στο Αϊβα­λί και μία δεύ­τε­ρη, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’50 στην Κοκ­κι­νιά. Ου­σια­στι­κά, το διή­γη­μα α­πο­βαί­νει σπου­δή προώ­ρως θα­νό­ντων.
Μέ­νει το πρώ­το διή­γη­μα, που α­πο­τε­λεί σί­γου­ρα το πιο φι­λό­δο­ξο μορ­φι­κά βή­μα στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πιο­μπί­νου, χω­ρίς, ω­στό­σο, οι δυο κύ­ριοι χα­ρα­κτή­ρες να α­πέ­χουν α­πό τους υ­πό­λοι­πους της συλ­λο­γής. Ο τίτ­λος του, ο ο­ποίος υιο­θε­τεί­ται και ως τίτ­λος της συλ­λο­γής, πα­ρα­πέ­μπει   στην πιο σύγ­χρο­νη ει­κα­στι­κή έκ­φαν­ση, αυ­τή των ει­κα­στι­κών δρώ­με­νων. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­φέ­ρε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νη  ει­κα­στι­κή ε­γκα­τά­στα­ση, ό­που ο εκ­θε­σια­κός χώ­ρος α­πο­τε­λεί μέ­ρος του σκη­νο­γρα­φι­κού πλαι­σίου στο διή­γη­μα, ε­νώ το φι­νά­λε πα­ρου­σιά­ζε­ται ως προέ­κτα­ση της ί­διας της έκ­θε­σης. Διό­λου α­πί­θα­νο να α­πο­τε­λεί προάγ­γε­λο του ε­πό­με­νου  διη­γη­μα­τι­κού βη­μα­τι­σμού του Πιο­μπί­νου. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/9/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Εσταυ­ρω­μέ­νος του Τσι­μα­μπούε.

Περί βιβλιοκριτικής και Άγρα

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 2
«Πα­ράρ­τη­μα – Ση­μειώ­σεις»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Νοέμ­βριος 2014

Στο προ­η­γού­με­νο φύλ­λο σχο­λιά­σα­με τον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών» του Τέλ­λου Άγρα, που εκ­δό­θη­κε εί­κο­σι χρό­νια με­τά τον τέ­ταρ­το, ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας το εγ­χεί­ρη­μα της συ­γκέ­ντρω­σης των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, υ­πάρ­χει α­κό­μη υ­πό­λοι­πο, με “α­συ­γκέ­ντρω­τα” κεί­με­να, του ο­ποίου δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η έ­κτα­ση. Εν τέ­λει, τα «Κρι­τι­κά» προέ­κυ­ψαν με δια­δο­χι­κά ξε­δια­λέγ­μα­τα. Η αρ­χι­κή προ­σπά­θεια ή­ταν να δια­σω­θεί “το κύ­ριο σώ­μα”. Το ξε­διά­λεγ­μα δεν το ε­πέ­βα­λε μό­νο η πλη­θώ­ρα των κρι­τι­κών κει­μέ­νων του Άγρα, που θα δυ­σκό­λευε το εκ­δο­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, αλ­λά και η μέ­ρι­μνα να μεί­νει “απ’ έ­ξω ό,τι θα α­πο­τε­λού­σε πα­ρα­φω­νία σε σχέ­ση με την υ­πό­λοι­πη προ­σφο­ρά του”. Αυ­τός εί­ναι έ­νας α­πό τους λό­γους για τη θε­μα­τι­κή δο­μή των «Κρι­τι­κών». Από ε­κεί και πέ­ρα, στην θε­μα­τι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα, που δό­θη­κε κα­τά την κα­τάρ­τι­ση των δια­δο­χι­κών τό­μων, πι­στεύου­με ό­τι ε­λή­φθη­σαν υ­πό­ψη τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, δη­λα­δή οι προ­τι­μή­σεις των παι­διών και των εγ­γο­νιών του Άγρα.   
Αφού το έρ­γο δεν σχε­διά­στη­κε ως ο­λό­τη­τα Απά­ντων, α­πο­κλειό­ταν η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, που θα α­πο­τύ­πω­νε την ε­ξέ­λι­ξη της κρι­τι­κής σκέ­ψης του Άγρα, της τέ­χνης και της τε­χνι­κής του. Η πα­ρά­με­τρος του χρό­νου εμ­φα­νί­ζε­ται στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” κά­θε τό­μου, ό­που δί­νο­νται τα στοι­χεία για τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Επί­σης, λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στις ε­πι­μέ­ρους ε­νό­τη­τες των τό­μων, κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων, κα­θώς ό­λα τα σχε­τι­κά με έ­ναν συγ­γρα­φέα δη­μο­σιεύ­μα­τα συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο. Και πά­λι, η πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων δεν γί­νε­ται κα­τά η­λι­κια­κή σει­ρά, αλ­λά συ­νυ­φα­σμέ­νη με άλ­λα γραμ­μα­το­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Έτσι κα­ταρ­τί­στη­καν οι πέ­ντε τό­μοι. Έκα­στος με ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, χω­ρι­σμέ­νος στο “κύ­ριο σώ­μα” και το “πα­ράρ­τη­μα”, με τα συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για την συ­γκε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φι­κή ο­μά­δα. Ει­δι­κά, στον πέ­μπτο τό­μο, προέ­κυ­ψαν πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός “πα­ραρ­τή­μα­τα”, που έ­φτα­σαν σε ί­ση έ­κτα­ση με το “κύ­ριο σώ­μα”. Κά­πως έ­τσι, προέ­κυ­ψε ο Πέ­μπτος τό­μος 1 και ο Πέ­μπτος τό­μος 2, ως τό­μος, α­πο­κλει­στι­κά “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν”, που ση­μαί­νει, κυ­ρίως, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες”. Στις “ση­μειώ­σεις”, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος θεω­ρεί α­να­γκαίο να αι­τιο­λο­γή­σει τη διά­σω­σή τους: Σε αυ­τές, “έ­χει πει α­νά­με­σα σ’ έ­να πλή­θος υ­πεκ­φυ­γές και προ­χει­ρό­τη­τες λό­γο καί­ριο, έ­χει κά­νει θαυ­μά­σιες πα­ρα­τη­ρή­σεις, που άλ­λο­τε θί­γουν θέ­μα­τα για πρώ­τη φο­ρά, άλ­λο­τε συ­μπλη­ρώ­νουν πρό­σφα­τα με­λε­τή­μα­τά του κι άλ­λο­τε φω­τί­ζουν κι α­να­πτύσ­σουν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά τις κρι­τι­κές του θέ­σεις, την κρι­τι­κή του μέ­θο­δο και τις αι­σθη­τι­κές πε­ποι­θή­σεις του.” 
Μια πα­ρό­μοια ε­κτί­μη­ση δεί­χνει, ό­τι η βι­βλιο­κρι­σία δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή ως δια­κρι­τό εί­δος δο­κι­μια­κού λό­γου. Επί­σης, προϋπο­θέ­τει ό­τι κρι­τι­κές θέ­σεις, κρι­τι­κή μέ­θο­δος και αι­σθη­τι­κές α­ντι­λή­ψεις εί­ναι ε­ξαρ­χής δε­δο­μέ­νες. Σαν να μην προ­κύ­πτουν α­πό την τρι­βή μέ­σω της βι­βλιο­κρι­σίας. Σαν να μην συμ­βάλ­λει η α­νά­δρα­ση, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η συγ­γρα­φή της. Αυ­τή, ό­μως, εί­ναι η συ­νή­θης ε­κτί­μη­ση ε­νός φι­λό­λο­γου χω­ρίς συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία βι­βλιο­κρι­τι­κού. Ο Στερ­γιό­που­λος, στην πα­λαιό­τε­ρη με­λέ­τη του για τον Άγρα, εκ­φρά­ζει πιο α­πό­λυ­τα την ά­πο­ψη του φι­λό­λο­γου. Θεω­ρεί πως ο Άγρας ε­φάρ­μο­σε την αρ­χή του “μη θί­γε τα κα­κώς κεί­με­να”. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “σπά­νια έ­γρα­ψε τη γνώ­μη του ο­λό­κλη­ρη για τους ζω­ντα­νούς και τους συγ­χρό­νους του. Πιο συ­χνά, την εί­πε μι­σή ή την α­πο­σιώ­πη­σε. Κι α­κό­μα πιο συ­χνά, δε­ξιο­τε­χνι­κό­τα­τα την έ­κρυ­ψε μέ­σα στις γραμ­μές... Από­φευ­γε για­τί δεν ή­θε­λε να δυ­σα­ρε­στή­σει... Ή και αρ­κε­τές φο­ρές, για­τί δεν εί­χε α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σει γνώ­μη”.
Αυ­τό, ό­μως, που ε­κεί­νος α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως υ­πεκ­φυ­γή, δη­λα­δή την μη ρη­τή α­πό­φαν­ση, συ­νά­δει με τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κρι­τι­κού κει­μέ­νου συγ­χρο­νι­κού με το α­ντι­κεί­με­νό του, δη­λα­δή την έκ­δο­ση του βι­βλίου. Η βι­βλιο­κρι­σία θεω­ρεί­ται, ι­διαί­τε­ρα α­πό τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς, ε­να­σχό­λη­ση που “γί­νε­ται στο πό­δι”, στα δια­λείμ­μα­τα του κα­θη­με­ρι­νού ε­παγ­γελ­μα­τι­κού μό­χθου. Αυ­τή η ε­κτί­μη­ση δεν αλ­λά­ζει ού­τε ό­ταν πρό­κει­ται για την ερ­γα­σία κά­ποιου μι­σθο­δο­τού­με­νου ως κρι­τι­κού βι­βλίου. Απα­ξίω­ση, που έ­χει κα­τα­γρα­φεί και στα πρα­κτι­κά των κρα­τι­κών λο­γο­τε­χνι­κών βρα­βείων, κα­θώς υ­πήρ­ξε πρό­τα­ση οι βι­βλιο­κρι­τι­κοί να μην συμ­με­τέ­χουν στις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, ό­πως ε­πί­σης, οι συ­να­γω­γές βι­βλιο­κρι­τι­κών να ε­ξαι­ρού­νται α­πό τα υ­πο­ψή­φια προς βρά­βευ­ση βι­βλία.
Με έ­να πα­ρό­μοιο σκε­πτι­κό, δεν προέ­κυ­ψε έ­νας έ­κτος τό­μος στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα με τίτ­λο, Βι­βλιο­κρι­σίες, αλ­λά ο Πέ­μπτος Τό­μος 2, ως “πα­ράρ­τη­μα” των με­λε­τη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως αυ­τό θα έ­χει ως συ­νέ­πεια α­ντί­στοι­χο πα­ρα­με­ρι­σμό α­πό τον α­να­γνώ­στη. Κι ό­μως, α­πό ό­σο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση τις βι­βλιο­κρι­σίες του Άγρα για συγ­γρα­φείς, οι ο­ποίοι ε­πι­βίω­σαν της πα­ρα­γρα­φής που ε­πι­φέ­ρει ο χρό­νος, και για συ­γκε­κρι­μέ­να βι­βλία, που έ­τυ­χαν πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης, αυ­τές δεν φαί­νε­ται να έ­χουν φθα­ρεί, ού­τε να έ­χουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μίας πα­ρω­χη­μέ­νης κρι­τι­κής θεώ­ρη­σης. Οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του δεν εμ­φα­νί­ζο­νται σαν α­να­λα­μπές σε έ­να α­σπόν­δυ­λο κεί­με­νο, με, δι­πλω­μα­τι­κής φύ­σεως, α­πο­σιω­πή­σεις. Για τα πρό­σω­πα, έ­χει σα­φώς δια­μορ­φω­μέ­νη ά­πο­ψη, την ο­ποία δια­τυ­πώ­νει με­τά ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ένα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα της βι­βλιο­κρι­σίας τύ­που Άγρα δί­νει η κρι­τι­κή του πα­ρου­σία­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Πέ­τρου Πι­κρού, «Σα θα γί­νου­με άν­θρω­ποι», που εκ­δό­θη­κε το 1924 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1930, χω­ρίς “τον μι­κρόν, αλ­λά εμ­βα­θυ­σμέ­νον και με­στόν πρό­λο­γο”, ό­πως τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Άγρας, ξε­κι­νώ­ντας την κρι­τι­κή του. Στην φι­λο­λο­γι­κή ε­πα­νέκ­δο­ση του 2009, η ε­πι­με­λή­τρια Χρ. Ντου­νιά προ­τάσ­σει την κρι­τι­κή του Άγρα στις συ­νο­λι­κά δέ­κα που α­να­δη­μο­σιεύει. Όπως προ­τάσ­σει και την κρι­τι­κή του για την πρώ­τη συλ­λο­γή του Πι­κρού, «Χα­μέ­να κορ­μιά», ό­που φτά­νουν τις 15 οι βι­βλιο­κρι­σίες που συ­γκε­ντρώ­νει. Αυ­τή η πρώ­τη κρι­τι­κή του Άγρα για τον Πι­κρό δεν στε­γά­στη­κε στα «Κρι­τι­κά», πα­ρό­λο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο βρα­χύ­βιο αλ­λά γνω­στό στην ε­πο­χή του λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, «Κρι­τι­κή», των Α. Πα­πα­δή­μα και Μ. Φι­λή­ντα. Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία βι­βλιο­κρι­σίας του Άγρα για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πι­κρού, το «Του­μπε­κί», που εκ­δό­θη­κε τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­νε­ται η τρι­λο­γία. Ού­τε η Ντου­νιά α­να­φέ­ρει κρι­τι­κή Άγρα στις μό­λις πέ­ντε που ε­ντο­πί­ζει. Μέ­νει στα “α­συ­γκέ­ντρω­τα”, λαν­θά­νει ή μή­πως δεν γρά­φτη­κε; Αυ­τή η τε­λευ­ταία εκ­δο­χή πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, για­τί θα σή­μαι­νε πως τον κρι­τι­κό τον α­να­χαί­τι­σε το προ­κλη­τι­κό θέ­μα του βι­βλίου και η α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία του συγ­γρα­φέα του.
Ο τό­μος των “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν” εί­ναι χω­ρι­σμέ­νος σε πέ­ντε ε­νό­τη­τες: “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για ποίη­ση”, α­ντι­στοί­χως “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρα­φία”, “άρ­θρα και ε­πι­στο­λές”, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες στα γαλ­λι­κά” και μία πρό­σθε­τη ε­νό­τη­τα, με τα λήμ­μα­τα στη Με­γά­λη Ελλη­νι­κή Εγκυ­κλο­παι­δεία. Σε α­ντί­θε­ση με τα “πα­ραρ­τή­μα­τα” των άλ­λων τό­μων, ε­δώ δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στους συγ­γρα­φείς του πέ­μπτου τό­μου. Έτσι έ­χου­με την κρι­τι­κή μα­τιά του Άγρα για πλειά­δα άλ­λων συγ­γρα­φέων. Του­λά­χι­στον για εί­κο­σι ποιη­τές και ο­ρι­σμέ­νους, μοι­ρα­σμέ­νους με­τα­ξύ ποίη­σης και πε­ζο­γρα­φίας, ό­πως για τα ποιη­τι­κά του Μυ­ρι­βή­λη και του Σκα­ρί­μπα. Επί­σης, για 23 πε­ζο­γρά­φους και με­ρι­κούς α­κό­μη, αν προ­σθέ­σου­με τα άρ­θρα στο γαλ­λό­φω­νο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «L’ Hellenisme Contemporain», με το ο­ποίο συ­νερ­γα­ζό­ταν α­πό το ξε­κί­νη­μά του, Δεκ. 1935.
Σε αυ­τόν τον η­μί­το­μο, συ­να­ντά­με, σε σχέ­ση με τους προ­η­γού­με­νους τόμους, πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, που δεν ά­ντε­ξαν στη δο­κι­μα­σία του χρό­νου, για τους ο­ποίους θα ή­ταν χρή­σι­μα κά­ποια βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Για­τί μπο­ρεί και έ­νας α­ξιό­λο­γος συγ­γρα­φέ­ας να  μην δια­σω­θεί. Πα­ντού και πά­ντο­τε, παί­ζουν το ρό­λο τους οι δια­συν­δέ­σεις και τα μέ­σα, α­κό­μη και στη με­τα­θα­νά­τια μνή­μη. Πολ­λοί, μά­λι­στα, α­πό αυ­τούς τους πα­ρα­γραμ­μέ­νους έ­χουν εκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός βι­βλία, τα ο­ποία έ­τυ­χαν υ­πο­λο­γί­σι­μης α­πο­δο­χής α­πό τους συ­γκαι­ρι­νούς τους κρι­τι­κούς. Πα­ρά­δειγ­μα, η πε­ρί­πτω­ση του Μιχ. Δα­μι­ρά­λη, που ο Άγρας συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, και μά­λι­στα με φω­το­γρα­φία, στους 70 της αν­θο­λο­γίας του «Οι Νέ­οι», του 1922, και για του ο­ποίου τη δεύ­τε­ρη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύει κρι­τι­κή. Φαί­νε­ται, ό­μως, πως ο Δα­μι­ρά­λης δια­σώ­θη­κε μό­νο ως με­τα­φρα­στής του Σαίξ­πηρ. Άλλη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στά ο γνώ­ρι­μος του Άγρα, Γεώρ­γιος Δού­ρας, του ο­ποίου πα­ρου­σιά­ζει τις τρεις πρώ­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, ε­νώ για μία α­κό­μη, αυ­τή εν μέ­ρει σε ε­λεύ­θε­ρο στί­χο, δη­μο­σιεύει άρ­θρο στα γαλ­λι­κά. Για τα βι­βλία του Δού­ρα, που α­πε­βίω­σε το 1965, στα 70 του, και άλ­λοι δη­μο­σίευ­σαν κρι­τι­κές, ε­νώ οι εκ­δό­σεις Ίκα­ρος ε­ξέ­δω­σαν τα Άπα­ντά του. Τα βιο­γρα­φι­κά χρειά­ζο­νται ό­χι μό­νο για να γνω­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα έ­ναν συγ­γρα­φέα, αλ­λά και για να σταθ­μί­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα μία βι­βλιο­κρι­σία.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των βι­βλιο­κρι­σιών του Άγρα εί­ναι ο προ­σω­πι­κός τους χα­ρα­κτή­ρας. Ει­σα­γω­γι­κά, ο κρι­τι­κός δί­νει ψη­φί­δες αυ­το­βιο­γρα­φίας, δια­σκε­δά­ζο­ντας με συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους έ­να εί­δος α­πό τη φύ­ση του στε­γνό. Υπάρ­χουν κά­ποια σύ­ντο­μα άρ­θρα, ό­πως οι «Ολί­γες λέ­ξεις για την Πο­λυ­δού­ρη» ή ε­κεί­νο για την Ανθού­λα Βα­φο­πού­λου, που έ­χουν διά­στα­ση α­φη­γή­μα­τος. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, τις γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς, ε­λά­χι­στα τον α­πα­σχο­λούν. Γρά­φει μό­λις για έ­ξι, με συ­γκα­τά­βα­ση και με­τρη­μέ­νους ε­παί­νους, ό­που δια­κρί­νε­ται μία υ­πο­δό­ρια ει­ρω­νεία. Αυ­στη­ρό­τε­ρος στέ­κε­ται στα ε­κτε­νή κεί­με­να του πρώ­του η­μί­το­μου, για τις πε­ρι­πτώ­σεις των Αι­μι­λία Δάφ­νη, Κλ. Δίπλα-Μα­λά­μου, Τ. Σταύ­ρου. Πι­θα­νώς, για­τί δεν γρά­φει για ε­κεί­νες που θεω­ρεί ση­μα­ντι­κές, ό­πως την “ά­φθα­στη Πη­νε­λό­πη Δέλ­τα”, την ο­ποία, λ.χ., το­πο­θε­τεί υ­ψη­λό­τε­ρα α­πό την Αλε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου. Σε αυ­τήν την ιε­ράρ­χη­ση, συμ­βάλ­λει ό­τι, στην κρι­τι­κή της πε­ζο­γρα­φίας, δί­νει το κύ­ριο βά­ρος στην υ­πό­θε­ση, τους ή­ρωες, τα νοή­μα­τα και δευ­τε­ρευό­ντως, στη μορ­φή. Σε μία, πά­ντως, α­πό τις βι­βλιο­κρι­σίες για τις θή­λειες γρα­φί­δες α­πο­κα­λύ­πτει την γε­νι­κό­τε­ρη ο­πτι­κή του: “Πώς ν’ α­νοί­ξη κα­νείς μια γυ­ναι­κεία συλ­λο­γή στί­χων, χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα συ­γκα­τα­βα­τι­κός και χω­ρίς ν’ α­παλ­λα­χτή απ’ την ε­πί­ση­μη φο­ρε­σιά του κρι­τι­κού;”  Μή­πως ο­λί­γον μι­σο­γύ­νης; Ή, πρό­κει­ται για ά­πο­ψη α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μίας ε­πο­χής; 
Όπως και να έ­χει, ο κρι­τι­κός Άγρας δεν α­πο­κρύ­βει γνω­ρι­μίες και φι­λίες, εκ­θέ­τει ε­ξαρ­χής τυ­χόν ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές, πρω­τί­στως δεν γρά­φει α­πό κα­θέ­δρας. Όταν υ­πάρ­χει ει­ρω­νεία, μέ­νει δια­κρι­τι­κά δια­βρω­τι­κή. Στις α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις του με συγ­γρα­φείς, κυ­ρίως τις ε­πι­στο­λι­κές, υιο­θε­τεί μεν ή­πιους τό­νους, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός στη γνώ­μη του. Λα­μπρή η ι­δέα να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι ε­πι­στο­λές, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νουν το προ­φίλ του κρι­τι­κού. Αλλά και του αν­θρώ­που, ό­πως, λ.χ., η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών με Μ. Κα­ρα­γά­τση και Γ. Θε­ο­το­κά. Απε­ρί­φρα­στες κά­ποιες θέ­σεις του, ί­σως και ρο­μα­ντι­κές. Όπως η α­πό­φαν­σή του, “η λο­γι­κή μου α­πο­κρούει τον κο­μμου­νι­σμό, [...] αλ­λά θα ή­μουν ευ­τυ­χέ­στε­ρος αν ό­λοι έ­χουν ψω­μί να χορ­τά­σουν και δου­λειά.”
Επο­πτι­κή ει­κό­να των «Κρι­τι­κών» δί­νει το Ευ­ρε­τή­ριο ό­λων των τό­μων της Μα­ρίας Στα­σι­νο­πού­λου, το ο­ποίο πα­ρα­τί­θε­ται στο τέ­λος του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Τη συ­νο­λι­κή εικόνα για το κρι­τι­κό έρ­γο του Άγρα, ελ­λεί­ψει προ­σώ­ρας ερ­γο­γρα­φίας του, θα συ­μπλή­ρω­νε μία χρο­νο­λο­γι­κής τά­ξης βι­βλιο­γρα­φι­κή πα­ρά­θε­ση των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Ακό­μη και έ­να σχε­δία­σμα ερ­γο­γρα­φίας, που θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν στα συ­γκε­ντρω­μέ­να κεί­με­να των «Κρι­τι­κών», ή­ταν α­πα­ραί­τη­το, για να υ­πάρ­χει μία ει­κό­να του κρι­τι­κού συ­ναρ­τή­σει του χρό­νου.
“Αλλά θα τα ξα­να­πού­με...”. Με αυ­τήν την αι­σιό­δο­ξη φρά­ση κλεί­νει το τε­λευ­ταίο του κεί­με­νο ο Άγρας. Αλλά δεν έ­μελ­λε να τα ξα­να­πούν. Εκεί­νο το κεί­με­νο α­φο­ρά τη νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον Νι­κό­λαο Πο­ριώ­τη της «Ανδρο­μά­χης» του Ευ­ρι­πί­δη, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1943 α­πό τον Κώ­στα Γκο­βό­στη. “Άρρω­στος για λί­γες μέ­ρες στο κρε­βά­τι”, ο Άγρας, α­ντί να  δια­βά­ζει τις νέες εκ­δό­σεις νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ε­ντρυ­φεί στους τρα­γι­κούς. Και ε­μείς, κα­λή ώ­ρα, α­ντί να δια­βά­ζου­με τα φι­λό­δο­ξα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σαν, φι­λο­λο­γί­ζου­με με Άγρα. “Αλλά ε­μείς θα τα ξα­να­πού­με...” για τους ρο­μα­ντι­κούς Άγρα και Φι­λύ­ρα, για τον α­ντι­ρο­μα­ντι­κό Κα­βά­φη, αλ­λά και για τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους μας, που περ­νούν κρί­ση η­λι­κίας. Δεν κιν­δυ­νεύου­με α­πό α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα. Μό­νο α­πό α­δέ­σπο­τα σκυ­λιά, βια­στι­κούς μη­χα­νό­βιους και ε­κνευ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/7/2015.