Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Περί βιβλιοκριτικής και Άγρα

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 2
«Πα­ράρ­τη­μα – Ση­μειώ­σεις»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Νοέμ­βριος 2014

Στο προ­η­γού­με­νο φύλ­λο σχο­λιά­σα­με τον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών» του Τέλ­λου Άγρα, που εκ­δό­θη­κε εί­κο­σι χρό­νια με­τά τον τέ­ταρ­το, ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας το εγ­χεί­ρη­μα της συ­γκέ­ντρω­σης των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, υ­πάρ­χει α­κό­μη υ­πό­λοι­πο, με “α­συ­γκέ­ντρω­τα” κεί­με­να, του ο­ποίου δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η έ­κτα­ση. Εν τέ­λει, τα «Κρι­τι­κά» προέ­κυ­ψαν με δια­δο­χι­κά ξε­δια­λέγ­μα­τα. Η αρ­χι­κή προ­σπά­θεια ή­ταν να δια­σω­θεί “το κύ­ριο σώ­μα”. Το ξε­διά­λεγ­μα δεν το ε­πέ­βα­λε μό­νο η πλη­θώ­ρα των κρι­τι­κών κει­μέ­νων του Άγρα, που θα δυ­σκό­λευε το εκ­δο­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, αλ­λά και η μέ­ρι­μνα να μεί­νει “απ’ έ­ξω ό,τι θα α­πο­τε­λού­σε πα­ρα­φω­νία σε σχέ­ση με την υ­πό­λοι­πη προ­σφο­ρά του”. Αυ­τός εί­ναι έ­νας α­πό τους λό­γους για τη θε­μα­τι­κή δο­μή των «Κρι­τι­κών». Από ε­κεί και πέ­ρα, στην θε­μα­τι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα, που δό­θη­κε κα­τά την κα­τάρ­τι­ση των δια­δο­χι­κών τό­μων, πι­στεύου­με ό­τι ε­λή­φθη­σαν υ­πό­ψη τα εν­δια­φέ­ρο­ντα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, δη­λα­δή οι προ­τι­μή­σεις των παι­διών και των εγ­γο­νιών του Άγρα.   
Αφού το έρ­γο δεν σχε­διά­στη­κε ως ο­λό­τη­τα Απά­ντων, α­πο­κλειό­ταν η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, που θα α­πο­τύ­πω­νε την ε­ξέ­λι­ξη της κρι­τι­κής σκέ­ψης του Άγρα, της τέ­χνης και της τε­χνι­κής του. Η πα­ρά­με­τρος του χρό­νου εμ­φα­νί­ζε­ται στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” κά­θε τό­μου, ό­που δί­νο­νται τα στοι­χεία για τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Επί­σης, λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στις ε­πι­μέ­ρους ε­νό­τη­τες των τό­μων, κα­τά την πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων, κα­θώς ό­λα τα σχε­τι­κά με έ­ναν συγ­γρα­φέα δη­μο­σιεύ­μα­τα συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο. Και πά­λι, η πα­ρά­τα­ξη των προ­σώ­πων δεν γί­νε­ται κα­τά η­λι­κια­κή σει­ρά, αλ­λά συ­νυ­φα­σμέ­νη με άλ­λα γραμ­μα­το­λο­γι­κά κρι­τή­ρια. Έτσι κα­ταρ­τί­στη­καν οι πέ­ντε τό­μοι. Έκα­στος με ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, χω­ρι­σμέ­νος στο “κύ­ριο σώ­μα” και το “πα­ράρ­τη­μα”, με τα συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για την συ­γκε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φι­κή ο­μά­δα. Ει­δι­κά, στον πέ­μπτο τό­μο, προέ­κυ­ψαν πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός “πα­ραρ­τή­μα­τα”, που έ­φτα­σαν σε ί­ση έ­κτα­ση με το “κύ­ριο σώ­μα”. Κά­πως έ­τσι, προέ­κυ­ψε ο Πέ­μπτος τό­μος 1 και ο Πέ­μπτος τό­μος 2, ως τό­μος, α­πο­κλει­στι­κά “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν”, που ση­μαί­νει, κυ­ρίως, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες”. Στις “ση­μειώ­σεις”, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος θεω­ρεί α­να­γκαίο να αι­τιο­λο­γή­σει τη διά­σω­σή τους: Σε αυ­τές, “έ­χει πει α­νά­με­σα σ’ έ­να πλή­θος υ­πεκ­φυ­γές και προ­χει­ρό­τη­τες λό­γο καί­ριο, έ­χει κά­νει θαυ­μά­σιες πα­ρα­τη­ρή­σεις, που άλ­λο­τε θί­γουν θέ­μα­τα για πρώ­τη φο­ρά, άλ­λο­τε συ­μπλη­ρώ­νουν πρό­σφα­τα με­λε­τή­μα­τά του κι άλ­λο­τε φω­τί­ζουν κι α­να­πτύσ­σουν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά τις κρι­τι­κές του θέ­σεις, την κρι­τι­κή του μέ­θο­δο και τις αι­σθη­τι­κές πε­ποι­θή­σεις του.” 
Μια πα­ρό­μοια ε­κτί­μη­ση δεί­χνει, ό­τι η βι­βλιο­κρι­σία δεν γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή ως δια­κρι­τό εί­δος δο­κι­μια­κού λό­γου. Επί­σης, προϋπο­θέ­τει ό­τι κρι­τι­κές θέ­σεις, κρι­τι­κή μέ­θο­δος και αι­σθη­τι­κές α­ντι­λή­ψεις εί­ναι ε­ξαρ­χής δε­δο­μέ­νες. Σαν να μην προ­κύ­πτουν α­πό την τρι­βή μέ­σω της βι­βλιο­κρι­σίας. Σαν να μην συμ­βάλ­λει η α­νά­δρα­ση, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η συγ­γρα­φή της. Αυ­τή, ό­μως, εί­ναι η συ­νή­θης ε­κτί­μη­ση ε­νός φι­λό­λο­γου χω­ρίς συ­στη­μα­τι­κή πα­ρου­σία βι­βλιο­κρι­τι­κού. Ο Στερ­γιό­που­λος, στην πα­λαιό­τε­ρη με­λέ­τη του για τον Άγρα, εκ­φρά­ζει πιο α­πό­λυ­τα την ά­πο­ψη του φι­λό­λο­γου. Θεω­ρεί πως ο Άγρας ε­φάρ­μο­σε την αρ­χή του “μη θί­γε τα κα­κώς κεί­με­να”. Επί­σης, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι “σπά­νια έ­γρα­ψε τη γνώ­μη του ο­λό­κλη­ρη για τους ζω­ντα­νούς και τους συγ­χρό­νους του. Πιο συ­χνά, την εί­πε μι­σή ή την α­πο­σιώ­πη­σε. Κι α­κό­μα πιο συ­χνά, δε­ξιο­τε­χνι­κό­τα­τα την έ­κρυ­ψε μέ­σα στις γραμ­μές... Από­φευ­γε για­τί δεν ή­θε­λε να δυ­σα­ρε­στή­σει... Ή και αρ­κε­τές φο­ρές, για­τί δεν εί­χε α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σει γνώ­μη”.
Αυ­τό, ό­μως, που ε­κεί­νος α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως υ­πεκ­φυ­γή, δη­λα­δή την μη ρη­τή α­πό­φαν­ση, συ­νά­δει με τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κρι­τι­κού κει­μέ­νου συγ­χρο­νι­κού με το α­ντι­κεί­με­νό του, δη­λα­δή την έκ­δο­ση του βι­βλίου. Η βι­βλιο­κρι­σία θεω­ρεί­ται, ι­διαί­τε­ρα α­πό τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς, ε­να­σχό­λη­ση που “γί­νε­ται στο πό­δι”, στα δια­λείμ­μα­τα του κα­θη­με­ρι­νού ε­παγ­γελ­μα­τι­κού μό­χθου. Αυ­τή η ε­κτί­μη­ση δεν αλ­λά­ζει ού­τε ό­ταν πρό­κει­ται για την ερ­γα­σία κά­ποιου μι­σθο­δο­τού­με­νου ως κρι­τι­κού βι­βλίου. Απα­ξίω­ση, που έ­χει κα­τα­γρα­φεί και στα πρα­κτι­κά των κρα­τι­κών λο­γο­τε­χνι­κών βρα­βείων, κα­θώς υ­πήρ­ξε πρό­τα­ση οι βι­βλιο­κρι­τι­κοί να μην συμ­με­τέ­χουν στις κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές, ό­πως ε­πί­σης, οι συ­να­γω­γές βι­βλιο­κρι­τι­κών να ε­ξαι­ρού­νται α­πό τα υ­πο­ψή­φια προς βρά­βευ­ση βι­βλία.
Με έ­να πα­ρό­μοιο σκε­πτι­κό, δεν προέ­κυ­ψε έ­νας έ­κτος τό­μος στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα με τίτ­λο, Βι­βλιο­κρι­σίες, αλ­λά ο Πέ­μπτος Τό­μος 2, ως “πα­ράρ­τη­μα” των με­λε­τη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως αυ­τό θα έ­χει ως συ­νέ­πεια α­ντί­στοι­χο πα­ρα­με­ρι­σμό α­πό τον α­να­γνώ­στη. Κι ό­μως, α­πό ό­σο μπο­ρού­με να κρί­νου­με, με βά­ση τις βι­βλιο­κρι­σίες του Άγρα για συγ­γρα­φείς, οι ο­ποίοι ε­πι­βίω­σαν της πα­ρα­γρα­φής που ε­πι­φέ­ρει ο χρό­νος, και για συ­γκε­κρι­μέ­να βι­βλία, που έ­τυ­χαν πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης, αυ­τές δεν φαί­νε­ται να έ­χουν φθα­ρεί, ού­τε να έ­χουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μίας πα­ρω­χη­μέ­νης κρι­τι­κής θεώ­ρη­σης. Οι πα­ρα­τη­ρή­σεις του δεν εμ­φα­νί­ζο­νται σαν α­να­λα­μπές σε έ­να α­σπόν­δυ­λο κεί­με­νο, με, δι­πλω­μα­τι­κής φύ­σεως, α­πο­σιω­πή­σεις. Για τα πρό­σω­πα, έ­χει σα­φώς δια­μορ­φω­μέ­νη ά­πο­ψη, την ο­ποία δια­τυ­πώ­νει με­τά ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ένα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα της βι­βλιο­κρι­σίας τύ­που Άγρα δί­νει η κρι­τι­κή του πα­ρου­σία­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής διη­γη­μά­των του Πέ­τρου Πι­κρού, «Σα θα γί­νου­με άν­θρω­ποι», που εκ­δό­θη­κε το 1924 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1930, χω­ρίς “τον μι­κρόν, αλ­λά εμ­βα­θυ­σμέ­νον και με­στόν πρό­λο­γο”, ό­πως τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Άγρας, ξε­κι­νώ­ντας την κρι­τι­κή του. Στην φι­λο­λο­γι­κή ε­πα­νέκ­δο­ση του 2009, η ε­πι­με­λή­τρια Χρ. Ντου­νιά προ­τάσ­σει την κρι­τι­κή του Άγρα στις συ­νο­λι­κά δέ­κα που α­να­δη­μο­σιεύει. Όπως προ­τάσ­σει και την κρι­τι­κή του για την πρώ­τη συλ­λο­γή του Πι­κρού, «Χα­μέ­να κορ­μιά», ό­που φτά­νουν τις 15 οι βι­βλιο­κρι­σίες που συ­γκε­ντρώ­νει. Αυ­τή η πρώ­τη κρι­τι­κή του Άγρα για τον Πι­κρό δεν στε­γά­στη­κε στα «Κρι­τι­κά», πα­ρό­λο που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο βρα­χύ­βιο αλ­λά γνω­στό στην ε­πο­χή του λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, «Κρι­τι­κή», των Α. Πα­πα­δή­μα και Μ. Φι­λή­ντα. Απο­ρία προ­κα­λεί η α­που­σία βι­βλιο­κρι­σίας του Άγρα για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Πι­κρού, το «Του­μπε­κί», που εκ­δό­θη­κε τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­νε­ται η τρι­λο­γία. Ού­τε η Ντου­νιά α­να­φέ­ρει κρι­τι­κή Άγρα στις μό­λις πέ­ντε που ε­ντο­πί­ζει. Μέ­νει στα “α­συ­γκέ­ντρω­τα”, λαν­θά­νει ή μή­πως δεν γρά­φτη­κε; Αυ­τή η τε­λευ­ταία εκ­δο­χή πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, για­τί θα σή­μαι­νε πως τον κρι­τι­κό τον α­να­χαί­τι­σε το προ­κλη­τι­κό θέ­μα του βι­βλίου και η α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία του συγ­γρα­φέα του.
Ο τό­μος των “πα­ραρ­τη­μά­τω­ν” εί­ναι χω­ρι­σμέ­νος σε πέ­ντε ε­νό­τη­τες: “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για ποίη­ση”, α­ντι­στοί­χως “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρα­φία”, “άρ­θρα και ε­πι­στο­λές”, “άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες στα γαλ­λι­κά” και μία πρό­σθε­τη ε­νό­τη­τα, με τα λήμ­μα­τα στη Με­γά­λη Ελλη­νι­κή Εγκυ­κλο­παι­δεία. Σε α­ντί­θε­ση με τα “πα­ραρ­τή­μα­τα” των άλ­λων τό­μων, ε­δώ δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στους συγ­γρα­φείς του πέ­μπτου τό­μου. Έτσι έ­χου­με την κρι­τι­κή μα­τιά του Άγρα για πλειά­δα άλ­λων συγ­γρα­φέων. Του­λά­χι­στον για εί­κο­σι ποιη­τές και ο­ρι­σμέ­νους, μοι­ρα­σμέ­νους με­τα­ξύ ποίη­σης και πε­ζο­γρα­φίας, ό­πως για τα ποιη­τι­κά του Μυ­ρι­βή­λη και του Σκα­ρί­μπα. Επί­σης, για 23 πε­ζο­γρά­φους και με­ρι­κούς α­κό­μη, αν προ­σθέ­σου­με τα άρ­θρα στο γαλ­λό­φω­νο δε­κα­πεν­θή­με­ρο πε­ριο­δι­κό «L’ Hellenisme Contemporain», με το ο­ποίο συ­νερ­γα­ζό­ταν α­πό το ξε­κί­νη­μά του, Δεκ. 1935.
Σε αυ­τόν τον η­μί­το­μο, συ­να­ντά­με, σε σχέ­ση με τους προ­η­γού­με­νους τόμους, πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, που δεν ά­ντε­ξαν στη δο­κι­μα­σία του χρό­νου, για τους ο­ποίους θα ή­ταν χρή­σι­μα κά­ποια βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Για­τί μπο­ρεί και έ­νας α­ξιό­λο­γος συγ­γρα­φέ­ας να  μην δια­σω­θεί. Πα­ντού και πά­ντο­τε, παί­ζουν το ρό­λο τους οι δια­συν­δέ­σεις και τα μέ­σα, α­κό­μη και στη με­τα­θα­νά­τια μνή­μη. Πολ­λοί, μά­λι­στα, α­πό αυ­τούς τους πα­ρα­γραμ­μέ­νους έ­χουν εκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός βι­βλία, τα ο­ποία έ­τυ­χαν υ­πο­λο­γί­σι­μης α­πο­δο­χής α­πό τους συ­γκαι­ρι­νούς τους κρι­τι­κούς. Πα­ρά­δειγ­μα, η πε­ρί­πτω­ση του Μιχ. Δα­μι­ρά­λη, που ο Άγρας συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, και μά­λι­στα με φω­το­γρα­φία, στους 70 της αν­θο­λο­γίας του «Οι Νέ­οι», του 1922, και για του ο­ποίου τη δεύ­τε­ρη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύει κρι­τι­κή. Φαί­νε­ται, ό­μως, πως ο Δα­μι­ρά­λης δια­σώ­θη­κε μό­νο ως με­τα­φρα­στής του Σαίξ­πηρ. Άλλη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στά ο γνώ­ρι­μος του Άγρα, Γεώρ­γιος Δού­ρας, του ο­ποίου πα­ρου­σιά­ζει τις τρεις πρώ­τες ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, ε­νώ για μία α­κό­μη, αυ­τή εν μέ­ρει σε ε­λεύ­θε­ρο στί­χο, δη­μο­σιεύει άρ­θρο στα γαλ­λι­κά. Για τα βι­βλία του Δού­ρα, που α­πε­βίω­σε το 1965, στα 70 του, και άλ­λοι δη­μο­σίευ­σαν κρι­τι­κές, ε­νώ οι εκ­δό­σεις Ίκα­ρος ε­ξέ­δω­σαν τα Άπα­ντά του. Τα βιο­γρα­φι­κά χρειά­ζο­νται ό­χι μό­νο για να γνω­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα έ­ναν συγ­γρα­φέα, αλ­λά και για να σταθ­μί­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα μία βι­βλιο­κρι­σία.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των βι­βλιο­κρι­σιών του Άγρα εί­ναι ο προ­σω­πι­κός τους χα­ρα­κτή­ρας. Ει­σα­γω­γι­κά, ο κρι­τι­κός δί­νει ψη­φί­δες αυ­το­βιο­γρα­φίας, δια­σκε­δά­ζο­ντας με συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους έ­να εί­δος α­πό τη φύ­ση του στε­γνό. Υπάρ­χουν κά­ποια σύ­ντο­μα άρ­θρα, ό­πως οι «Ολί­γες λέ­ξεις για την Πο­λυ­δού­ρη» ή ε­κεί­νο για την Ανθού­λα Βα­φο­πού­λου, που έ­χουν διά­στα­ση α­φη­γή­μα­τος. Όσο α­φο­ρά, πά­ντως, τις γυ­ναί­κες συγ­γρα­φείς, ε­λά­χι­στα τον α­πα­σχο­λούν. Γρά­φει μό­λις για έ­ξι, με συ­γκα­τά­βα­ση και με­τρη­μέ­νους ε­παί­νους, ό­που δια­κρί­νε­ται μία υ­πο­δό­ρια ει­ρω­νεία. Αυ­στη­ρό­τε­ρος στέ­κε­ται στα ε­κτε­νή κεί­με­να του πρώ­του η­μί­το­μου, για τις πε­ρι­πτώ­σεις των Αι­μι­λία Δάφ­νη, Κλ. Δίπλα-Μα­λά­μου, Τ. Σταύ­ρου. Πι­θα­νώς, για­τί δεν γρά­φει για ε­κεί­νες που θεω­ρεί ση­μα­ντι­κές, ό­πως την “ά­φθα­στη Πη­νε­λό­πη Δέλ­τα”, την ο­ποία, λ.χ., το­πο­θε­τεί υ­ψη­λό­τε­ρα α­πό την Αλε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου. Σε αυ­τήν την ιε­ράρ­χη­ση, συμ­βάλ­λει ό­τι, στην κρι­τι­κή της πε­ζο­γρα­φίας, δί­νει το κύ­ριο βά­ρος στην υ­πό­θε­ση, τους ή­ρωες, τα νοή­μα­τα και δευ­τε­ρευό­ντως, στη μορ­φή. Σε μία, πά­ντως, α­πό τις βι­βλιο­κρι­σίες για τις θή­λειες γρα­φί­δες α­πο­κα­λύ­πτει την γε­νι­κό­τε­ρη ο­πτι­κή του: “Πώς ν’ α­νοί­ξη κα­νείς μια γυ­ναι­κεία συλ­λο­γή στί­χων, χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα συ­γκα­τα­βα­τι­κός και χω­ρίς ν’ α­παλ­λα­χτή απ’ την ε­πί­ση­μη φο­ρε­σιά του κρι­τι­κού;”  Μή­πως ο­λί­γον μι­σο­γύ­νης; Ή, πρό­κει­ται για ά­πο­ψη α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή μίας ε­πο­χής; 
Όπως και να έ­χει, ο κρι­τι­κός Άγρας δεν α­πο­κρύ­βει γνω­ρι­μίες και φι­λίες, εκ­θέ­τει ε­ξαρ­χής τυ­χόν ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές, πρω­τί­στως δεν γρά­φει α­πό κα­θέ­δρας. Όταν υ­πάρ­χει ει­ρω­νεία, μέ­νει δια­κρι­τι­κά δια­βρω­τι­κή. Στις α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις του με συγ­γρα­φείς, κυ­ρίως τις ε­πι­στο­λι­κές, υιο­θε­τεί μεν ή­πιους τό­νους, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρός στη γνώ­μη του. Λα­μπρή η ι­δέα να συ­μπε­ρι­λη­φθούν οι ε­πι­στο­λές, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νουν το προ­φίλ του κρι­τι­κού. Αλλά και του αν­θρώ­που, ό­πως, λ.χ., η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών με Μ. Κα­ρα­γά­τση και Γ. Θε­ο­το­κά. Απε­ρί­φρα­στες κά­ποιες θέ­σεις του, ί­σως και ρο­μα­ντι­κές. Όπως η α­πό­φαν­σή του, “η λο­γι­κή μου α­πο­κρούει τον κο­μμου­νι­σμό, [...] αλ­λά θα ή­μουν ευ­τυ­χέ­στε­ρος αν ό­λοι έ­χουν ψω­μί να χορ­τά­σουν και δου­λειά.”
Επο­πτι­κή ει­κό­να των «Κρι­τι­κών» δί­νει το Ευ­ρε­τή­ριο ό­λων των τό­μων της Μα­ρίας Στα­σι­νο­πού­λου, το ο­ποίο πα­ρα­τί­θε­ται στο τέ­λος του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Τη συ­νο­λι­κή εικόνα για το κρι­τι­κό έρ­γο του Άγρα, ελ­λεί­ψει προ­σώ­ρας ερ­γο­γρα­φίας του, θα συ­μπλή­ρω­νε μία χρο­νο­λο­γι­κής τά­ξης βι­βλιο­γρα­φι­κή πα­ρά­θε­ση των κρι­τι­κών του κει­μέ­νων. Ακό­μη και έ­να σχε­δία­σμα ερ­γο­γρα­φίας, που θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν στα συ­γκε­ντρω­μέ­να κεί­με­να των «Κρι­τι­κών», ή­ταν α­πα­ραί­τη­το, για να υ­πάρ­χει μία ει­κό­να του κρι­τι­κού συ­ναρ­τή­σει του χρό­νου.
“Αλλά θα τα ξα­να­πού­με...”. Με αυ­τήν την αι­σιό­δο­ξη φρά­ση κλεί­νει το τε­λευ­ταίο του κεί­με­νο ο Άγρας. Αλλά δεν έ­μελ­λε να τα ξα­να­πούν. Εκεί­νο το κεί­με­νο α­φο­ρά τη νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον Νι­κό­λαο Πο­ριώ­τη της «Ανδρο­μά­χης» του Ευ­ρι­πί­δη, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1943 α­πό τον Κώ­στα Γκο­βό­στη. “Άρρω­στος για λί­γες μέ­ρες στο κρε­βά­τι”, ο Άγρας, α­ντί να  δια­βά­ζει τις νέες εκ­δό­σεις νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ε­ντρυ­φεί στους τρα­γι­κούς. Και ε­μείς, κα­λή ώ­ρα, α­ντί να δια­βά­ζου­με τα φι­λό­δο­ξα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σαν, φι­λο­λο­γί­ζου­με με Άγρα. “Αλλά ε­μείς θα τα ξα­να­πού­με...” για τους ρο­μα­ντι­κούς Άγρα και Φι­λύ­ρα, για τον α­ντι­ρο­μα­ντι­κό Κα­βά­φη, αλ­λά και για τους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους μας, που περ­νούν κρί­ση η­λι­κίας. Δεν κιν­δυ­νεύου­με α­πό α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα. Μό­νο α­πό α­δέ­σπο­τα σκυ­λιά, βια­στι­κούς μη­χα­νό­βιους και ε­κνευ­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/7/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: