Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Έργο μόχθου και αφοσίωσης

Τέλ­λος Άγρας
«Κρι­τι­κά»
Πέ­μπτος Τό­μος, 1
«Δι­κοί μας και ξέ­νοι»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος
Εκδό­σεις Ερμής
Μάιο 2014
Με έ­ναν πέ­μπτο τό­μο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται ά­πα­ντα τα «Κρι­τι­κά» του Τέλ­λου Άγρα. Μό­νο που τα ε­να­πο­μεί­να­ντα α­πό τους προ­η­γού­με­νους τέσ­σε­ρις τό­μους κρι­τι­κά κεί­με­νά του υ­πε­ρέ­βη­σαν την έ­κτα­ση ε­νός τό­μου, που ο­ρί­ζε­ται πε­ρί­που στις 500 σε­λί­δες, και χρειά­στη­καν δυο τό­μοι. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πέ­μπτος χω­ρί­στη­κε σε δυο η­μί­το­μους ί­σης έ­κτα­σης. Και πά­λι, ό­μως, ο Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος, στις ε­πι­λο­γι­κές “ση­μειώ­σεις” του τό­μου, ε­πι­ση­μαί­νει ε­πι­μέ­ρους κεί­με­να ή και ε­νό­τη­τες κει­μέ­νων, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν ως δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας. Εκτός α­πό τα λαν­θά­νο­ντα, που δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στούν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Άγρας, α­πό αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, συμ­με­τεί­χε σε πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός έ­ντυ­πα, κά­θε εί­δους, εί­τε σε μό­νι­μη βά­ση εί­τε με σπο­ρα­δι­κές συ­νερ­γα­σίες. Εί­κο­σι έ­ξι εί­ναι τα χρό­νια πα­ρου­σίας του ως κρι­τι­κός. Από τον Νοέ. του 1918 στο πε­ριο­δι­κό «Βω­μός», μέ­χρι και με­τά θά­να­το, τον Δεκ. του 1944, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στη «Νέα Εστία» έ­να τε­λευ­ταίο κεί­με­νο που εί­χε δώ­σει. Σχε­τι­κά με άλ­λους κρι­τι­κούς, μάλ­λον λί­γα ως θη­τεία κρι­τι­κού, πι­θα­νώς και να υ­πο­λεί­πο­νται του μέ­σου ό­ρου, εί­ναι, ό­μως, πολ­λά για αυ­τόν, που εκ­μέ­τρη­σε τον βίον στα 45.
Τη δυ­σκο­λία του έρ­γου την γνώ­ρι­ζε ο ε­πι­με­λη­τής πο­λύ πριν το ξε­κι­νή­σει. Στις “ση­μειώ­σεις” α­να­φέ­ρει, ό­τι η “προ­σπά­θεια ξε­κί­νη­σε πριν α­πό τριά­ντα χρό­νια”, που ση­μαί­νει, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τές φέ­ρουν η­με­ρο­μη­νία “Οκτώ­βριος 2010”, πως το­πο­θε­τεί την εκ­κί­νη­ση το 1980. Τό­τε, ό­μως, εκ­δό­θη­κε ο πρώ­τος τό­μος των «Κρι­τι­κών». Άρα, η “προ­σπά­θεια” χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Η σπερ­μα­τι­κή ι­δέα πι­θα­νώς να προέ­κυ­ψε κα­τά την τριε­τία, “Μάρ­τη 1955-Μάρ­τη 1958”, που έ­γρα­φε τη με­λέ­τη «Ο Τέλ­λος Άγρας και το πνεύ­μα της πα­ρακ­μής». Τε­λι­κά, ο Στερ­γιό­που­λος θα πρέ­πει να νιώ­θει ι­κα­νο­ποίη­ση, κα­θώς τα «Κρι­τι­κά» ή­ταν έ­τοι­μα ε­γκαί­ρως για το ε­πε­τεια­κό 2014. 12 Νοε. 1944 α­πε­βίω­σε ο Άγρας, Νοέ. 2014 α­να­γρά­φει ο κο­λο­φώ­νας του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου. Σε α­ντί­θε­ση, με πα­λαιό­τε­ρη έκ­δο­ση βι­βλίου του Άγρα, που ε­πι­με­λεί­το και η ο­ποία δεν ή­ταν έ­τοι­μη στην ώ­ρα της, για την ε­πέ­τειο, τό­τε, των εί­κο­σι χρό­νων α­πό το θά­να­τό του. Επρό­κει­το για την έκ­δο­ση της τρί­της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, «Τρια­ντά­φυλ­λα μια­νής η­μέ­ρας», που του την ε­μπι­στεύ­τη­κε ο ί­διος ο Άγρας στο νο­σο­κο­μείο. “Χω­ρίς να προ­λά­βει να την κα­θα­ρο­γρά­ψει, ού­τε να τα­ξι­νο­μή­σει τα ποιή­μα­τα”. Η κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν ή­ταν α­πό ο­λι­γω­ρία του Στερ­γιό­που­λου. Ας ό­ψο­νται οι εκ­δό­τες, που δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν, κα­τά την “κου­τσή” αλ­λά νο­μπε­λο­φό­ρα ά­νοι­ξη ε­κεί­νης της δε­κα­ε­τίας, για Άγρα. Πά­λι κα­λά που βρέ­θη­καν οι εκ­δό­σεις Φέ­ξη και πρό­λα­βαν να ο­λο­κλη­ρώ­σουν το τύ­πω­μα Απρ. 1966.
Αντι­θέ­τως, σή­με­ρα, α­ντι­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ό­πως η συ­μπλή­ρω­ση 70 χρό­νων α­πό το θά­να­τό του, αλ­λά και η γε­νι­κό­τε­ρη νοο­τρο­πία, που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στο πι­θα­νώς μι­κρό, αλ­λά υ­πο­λο­γί­σι­μο, τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ευ­νοούν τον Άγρα και τη γε­νιά του. Στην γε­νι­κό­τε­ρη α­πώ­θη­ση προς τα μεί­ζο­να, έρ­γα και πρό­σω­πα, που έ­χει προ­κύ­ψει μάλ­λον α­πό α­ντί­δρα­ση, κερ­δί­ζουν οι θεω­ρού­με­νοι ως ήσ­σο­νες. Ο Άγρας, του­λά­χι­στον ως κρι­τι­κός, α­νή­κει στους μεί­ζο­νες, ό­μως ο πέ­μπτος τό­μος υ­πο­τί­θε­ται ό­τι συ­γκε­ντρώ­νει το έ­λασ­σον τμή­μα του έρ­γου του. Αυ­τό, με δε­δο­μέ­νο ό­τι, το 1995, με την έκ­δο­ση του τέ­ταρ­του τό­μου, θεω­ρή­θη­κε πως ο αρ­χι­κός στό­χος, που ή­ταν να πα­ρου­σια­στεί “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”, εί­χε πραγ­μα­τω­θεί. Ευ­τυ­χώς, ο ε­πι­με­λη­τής ε­πα­νήλ­θε και ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, πα­ρά την πα­ρέ­λευ­ση ει­κο­σα­ε­τίας, στά­θη­κε και πά­λι πρό­θυ­μος. Έτσι κι αλ­λιώς, πα­ρα­μέ­νει εκ­δο­τι­κός οί­κος μα­κρό­πνοων εγ­χει­ρη­μά­των. Αφού ο­λο­κλή­ρω­σε, αρχές 2014, τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά” της Πη­νε­λό­πης Δέλ­τα, με το τρί­το­μο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ρω­μιο­πού­λες», ήρ­θε η σει­ρά των «Κρι­τι­κών» του Άγρα. Πα­ρό­λο που με συγ­γρα­φείς ό­πως η Δέλ­τα και ο Άγρας, το σύ­νο­λο πά­ντο­τε α­φή­νει υ­πό­λοι­πο. Άλλω­στε υ­πο­λεί­πο­νται και άλ­λες ση­μα­ντι­κές πτυ­χές των κα­τά­λοι­πών τους. Όπως η ε­πι­στο­λι­κή, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι στά­θη­καν πλη­θω­ρι­κοί αλ­λη­λο­γρά­φοι. Και βε­βαίως, λεί­πει η βι­βλιο­γρά­φη­σή τους.  
Ας προσ­διο­ρί­σου­με, ό­μως, σε τι α­κρι­βώς συ­νί­στα­ται το τμή­μα των δη­μο­σιευ­μά­των, που τε­λι­κά στε­γά­στη­κε στον πέ­μπτο τό­μο των «Κρι­τι­κών». Όπου, θα πρέ­πει να σχο­λια­στεί το για­τί εί­χε πα­ρα­με­ρι­στεί, δη­λα­δή κα­τά πό­σο ή­ταν α­κρι­βο­δί­καια η θεώ­ρη­σή του ως έ­λασ­σον. Αν και για αυ­τόν τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό α­παι­τεί­ται πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση. Εί­ναι ε­κεί­νο που α­να­φέ­ρε­ται σε ήσ­σο­νες συγ­γρα­φείς και βι­βλία κα­τώ­τε­ρης ποιό­τη­τας ως προς το πε­ριε­χό­με­νό τους ή και μι­κρό­τε­ρης ση­μα­σίας; Ή, ε­κεί­νο που, αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό, κρί­νε­ται ως κρι­τι­κά υ­πο­δεέ­στε­ρο; Πρω­τί­στως, το δεύ­τε­ρο, κα­θώς ο Στερ­γιό­που­λος, ή­δη α­πό το 1983, που ο­λο­κλη­ρώ­νει την ε­νό­τη­τα των τριών πρώ­των τό­μων, ευαγ­γε­λί­ζε­ται έ­ναν πέ­μπτο για τους νεώ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, ι­διαί­τε­ρα με­ρι­κούς της γε­νιάς του ’30. Αυ­τοί έ­μει­ναν ε­κτός, κα­τά το πρώ­το ξε­διά­λεγ­μα, για­τί τα σχε­τι­κά κεί­με­να δεν κρί­θη­καν αρ­κού­ντως ε­κτε­νή, ά­ρα και ο­λο­κλη­ρω­μέ­να. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ως έ­λασ­σον θεω­ρή­θη­κε ε­κεί­νο, που, λό­γω πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, δεν ε­πι­τρέ­πει συ­στη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη θέ­σεων και ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Ευ­κο­λό­τε­ρο, ό­μως, δεί­χνει να α­να­φέ­ρου­με τι θεω­ρή­θη­κε ως “το κύ­ριο σώ­μα του κρι­τι­κού του έρ­γου”. Από την ποίη­ση, τα κεί­με­να για Κα­βά­φη και Πα­λα­μά, που κά­λυ­ψαν τον πρώ­το τό­μο, και τα κεί­με­να για τη δε­κά­δα συγ­γρα­φέων του δεύ­τε­ρου, «Ποιη­τι­κά πρό­σω­πα και κεί­με­να» (κα­τά τη γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά, που δεν εί­ναι ού­τε α­μι­γώς χρο­νο­λο­γι­κή ού­τε μό­νο α­ξιο­λο­γι­κή ως προς τα κεί­με­να: Αρ. Προ­βε­λέγ­γιος, Γ. Δρο­σί­νης, Λ. Μα­βί­λης, Ι. Γρυ­πά­ρης, Μ. Μα­λα­κά­σης, Λ. Πορ­φύ­ρας, Άγ. Ση­μη­ριώ­της, Απ. Με­λα­χρι­νός, Κ. Κα­ρυω­τά­κης, Ν. Λα­πα­θιώ­της). Από την πε­ζο­γρα­φία, κεί­με­να για τους εν­νέα του τρί­του τό­μου, «Μορ­φές και κεί­με­να της πε­ζο­γρα­φίας» (Πα­πα­δια­μά­ντης, Μω­ραϊτί­δης και ε­πτά α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους που εμ­φα­νί­στη­καν πριν α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους και πά­λι, κα­τά γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά: Α. Τραυ­λα­ντώ­νης, Κ. Θε­ο­τό­κης, Π. Νιρ­βά­νας, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Κ. Χρη­στο­μά­νος, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Π. Ρο­δο­κα­νά­κης). Στον τέ­ταρ­το τό­μο, που εκ­δό­θη­κε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του, «Γε­νι­κά και ει­δι­κά θέ­μα­τα», συ­γκε­ντρώ­θη­καν οι θεω­ρη­τι­κές α­πό­ψεις του Άγρα.
Προ­φα­νώς, δεν εί­ναι και λί­γοι οι μεί­ζο­νες ποιη­τές και πε­ζο­γρά­φοι, για τους ο­ποίους έ­γρα­ψε ο Άγρας, που πέ­ρα­σαν σε α­να­μο­νή. Για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς, ο Άγρας εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ε­παρ­κούς έ­κτα­σης κεί­με­να, για πε­ρισ­σό­τε­ρους άρ­θρα και βι­βλιο­κρι­σίες. Στον πρώ­το η­μί­το­μο, χω­ρι­σμέ­νο σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, κα­τα­χω­ρή­θη­καν τα με­γα­λύ­τε­ρα κεί­με­να. Η πρώ­τη ε­νό­τη­τα πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να για 23 συγ­γρα­φείς συν έ­να ση­μα­ντι­κό για τη “λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη”, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1935. Στις “ση­μειώ­σεις”, α­να­με­νό­ταν να ε­ξαρ­θεί η α­ξία του εν λό­γω κει­μέ­νου σχε­τι­κά με την ε­πο­χή του. Αντί αυ­τού, γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε “χο­ντρά λά­θη”, χα­ρα­κτη­ρι­σμός που α­φορ­μά­ται α­πό τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση των πραγ­μά­των. Σχε­τι­κά με το κεί­με­νο του Άγρα, ο Αλέξ. Αργυ­ρίου σχο­λιά­ζει: “Στο με­λέ­τη­μα «Πρό­σω­πα και κεί­με­να (Μια μα­τιά στη λο­γο­τε­χνι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη)» του Άγρα για πρώ­τη φο­ρά ε­πι­ση­μαί­νε­ται η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα των Θεσ­σα­λο­νι­κέων συγ­γρα­φέων. Δεν εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει α­κό­μη ο ό­ρος σχο­λή της Θεσ­σα­λο­νί­κης.” Από α­νώ­νυ­μο σχό­λιο στο πε­ριο­δι­κό «Μα­κε­δο­νι­κές Ημέ­ρες», δια­φαί­νε­ται πως μέ­ρος της α­ντί­δρα­σης, που εί­χε τό­τε προ­κα­λέ­σει το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο, α­φο­ρά το κα­τά πό­σο οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς συγ­γρα­φείς θα α­πο­κα­λού­ντο Ευ­ρω­παίοι, α­στοί ή ε­παρ­χιώ­τες. Ση­μειω­τέ­ον, αυ­τή η ευαι­σθη­σία των Θεσ­σα­λο­νι­κέων μην και χα­ρα­κτη­ρι­στεί η λο­γο­τε­χνία τους ε­παρ­χια­κή συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τία του ’80.
Ο κά­πως αό­ρι­στος τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας, «Για δι­κά μας πρό­σω­πα και κεί­με­να», ε­πι­τρέ­πει τη συ­στέ­γα­ση ό­λων των πα­λαιό­τε­ρων, κυ­ρίως ποιη­τών και κά­ποιων πε­ζο­γρά­φων. Ορι­σμέ­νοι υ­πο­λο­γί­ζο­νται ως μεί­ζο­νες και άλ­λοι, ως υ­πο­λει­πό­με­νοι. Αν και η συ­γκε­κρι­μέ­νη διά­κρι­ση εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ε­πο­χής. Αυ­τό φαί­νε­ται και α­πό τον α­ριθ­μό των κει­μέ­νων για ο­ρι­σμέ­νους συγ­γρα­φείς, σή­με­ρα λη­σμο­νη­μέ­νους, αλ­λά και τον ε­γκω­μια­στι­κό τρό­πο α­να­φο­ράς για κά­ποιους άλ­λους, που δεν συ­μπε­ριε­λή­φθη­σαν στις με­τα­πο­λε­μι­κές γραμ­μα­το­λο­γίες και αν­θο­λο­γίες. Όπως, λ.χ., ο Κων­στα­ντι­νο­πο­λί­της Από­στο­λος Μαμ­μέ­λης, που ε­παι­νέ­θη­κε α­πό τους Άγρα και Κλέω­να Πα­ρά­σχο, αλ­λά δια­γρά­φτη­κε α­πό τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ανα­σύρ­θη­κε, ω­στό­σο, α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη.
Σε αυ­τό το πρώ­το μέ­ρος, βρί­σκει τη θέ­ση του το κεί­με­νο για τον Κάλ­βο. Σχε­τι­κά σύ­ντο­μο, με τον σμι­κρύ­νο­ντα τη ση­μα­σία του τίτ­λο «Με­ρι­κές ση­μειώ­σεις». Στην ι­σχύου­σα, ω­στό­σο, σή­με­ρα αν­θο­λό­γη­ση των ση­μα­ντι­κό­τε­ρων κει­μέ­νων για τον Κάλ­βο, το­πο­θε­τεί­ται δεύ­τε­ρο, κο­ντά μι­σό αιώ­να με­τά το πρώ­το, του Πα­λα­μά, προ­τασ­σό­με­νο ε­κεί­νων της γε­νιάς του ’30. Δεν θα νοού­ντο «Κρι­τι­κά» Άγρα, χω­ρίς αυ­τό, αλ­λά και χω­ρίς τα κεί­με­να για τους Βη­λα­ρά και Πάλ­λη, που δεί­χνουν εμ­βά­θυν­ση στο γλωσ­σι­κό και ο­ξυ­μέ­νο κρι­τή­ριο στην α­πο­τί­μη­ση του έρ­γου τους. Με­τά έρ­χο­νται τα κεί­με­να του Άγρα για τέσ­σε­ρις πε­ζο­γρά­φους, με πρώ­το, τη νε­κρο­λο­γία για τον ποιη­τή και “τε­λευ­ταίο δι­δά­σκα­λο της νε­ο­ελ­λη­νι­κής η­θο­γρα­φίας”, Χρ. Χρι­στο­βα­σί­λη. Οι βι­βλιο­κρι­σίες για τους Δημ. Βου­τυ­ρά και Διον. Κόκ­κι­νο α­να­δει­κνύουν έ­ναν τρό­πο πα­ρου­σία­σης, που ε­πι­μέ­νει στον α­να­λυ­τι­κό σχο­λια­σμό πλο­κής και προ­σώ­πων και ο ο­ποίος, με την ε­πι­κρά­τη­ση της α­φη­γη­μα­το­λο­γίας, θεω­ρεί­ται πα­ρω­χη­μέ­νος. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα κεί­με­να για τον Ξε­νό­που­λο, ό­που ο Άγρας α­να­σταί­νει, με α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα, το γρα­φείο του, τον άν­θρω­πο, αλ­λά και συ­στή­νει ε­παρ­κώς τον συγ­γρα­φέα.
Τα άλ­λα 16 κεί­με­να α­φο­ρούν ποιη­τές. Οι έ­ξι εμ­φα­νί­στη­καν με­τά το 1900 και α­νή­κουν στους “ε­πι­γό­νους” της πα­λα­μι­κής ποίη­σης. Εδώ, δεν α­κο­λου­θεί­ται η γραμ­μα­το­λο­γι­κή σει­ρά. Προ­τάσ­σε­ται ο Μάρ­κος Τσι­ρι­μώ­κος, λό­γω ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς. Συ­νο­λι­κά, ο­κτώ κεί­με­να, η νε­κρο­λο­γία του και ε­πτά βι­βλιο­κρι­σίες, δη­μο­σιευ­μέ­νες την πε­ρίο­δο 1927-1934. Υπάλ­λη­λος στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη α­πό το 1927 ο Άγρας, τον εί­χε διευ­θυ­ντή μέ­χρι την α­πο­χώ­ρη­ση ε­κεί­νου. Ακο­λου­θούν συ­ντο­μό­τε­ρα κεί­με­να για τους Μιχ. Αργυ­ρό­που­λο, Ν. Χα­ντζά­ρα, Ρή­γα Γκόλ­φη, Αι­μι­λία Δάφ­νη, Γ. Αθά­να. Επί­σης, για τους Αλέ­κο Φω­τιά­δη, Μαμ­μέ­λη, Αθ. Κυ­ρια­ζή και την ποιή­τρια και διη­γη­μα­το­γρά­φο Κλ. Δί­πλα-Μα­λά­μου, τους ο­ποίους οι με­τα­πο­λε­μι­κοί γραμ­μα­το­λό­γοι ά­φη­σαν στα πα­ρα­λει­πό­με­να. Η ε­νό­τη­τα συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πέ­ντε α­πό τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς ποιη­τές, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας την τριά­δα του δεύ­τε­ρου τό­μου: Ρώ­μο Φι­λύ­ρα, Πα­ρά­σχο, Ν. Χά­γε­ρ-Μπου­φί­δη, Μ. Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ι. Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λο. Το τε­λευ­ταίο κεί­με­νο, εί­ναι η νε­κρο­λο­γία για τον Ανα­στά­σιο Δρί­βα (α­πε­βίω­σε Απρ. 1942), που ε­ντάσ­σε­ται στους νεω­τε­ρι­κούς. Πρώ­τος ο Άγρας, ποιη­τής με “φορ­μα­ρι­σμέ­νους σε τε­χνι­κή”  στί­χους, σχο­λιά­ζει τον α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο στί­χο του ο­μή­λι­κου φί­λου του.
Στον πρώ­το η­μί­το­μο, οι άλ­λες τρεις ε­νό­τη­τες α­φο­ρούν, η δεύ­τε­ρη, ξε­νό­γλωσ­σα δη­μο­σιεύ­μα­τα για ξέ­νους συν τους Ζαν Μω­ρεάς και Εμπει­ρί­κο και η τέ­ταρ­τη, κεί­με­να φι­λο­λο­γι­κά, ε­πί­λε­κτα κρι­τι­κά και θε­α­τρι­κά. Απο­μέ­νει η τρί­τη ε­νό­τη­τα, με τίτ­λο, «Πρό­σω­πα και κεί­με­να της νεό­τε­ρης πε­ζο­γρα­φίας μας», ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται βι­βλιο­κρι­σίες για πε­ζο­γρά­φους της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου. Έντε­κα (Θρ. Κα­στα­νά­κης, Η. Βε­νέ­ζης, Τ. Σταύ­ρου, Γ. Θε­ο­το­κάς, Α. Τερ­ζά­κης, Θ. Πε­τσά­λης, Κ. Μπα­στιάς, Γ. Σκα­ρί­μπας, Στ. Ξε­φλού­δας, Αλ. Γιαν­νό­που­λος, Ει­ρή­νη Αθη­ναία), που ε­πι­βιώ­νουν στις γραμ­μα­το­λο­γίες, συν την πε­ρί­πτω­ση του Πέ­τρου Αφθο­νιά­τη. Σε αυ­τούς, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τον Θεσ­σα­λο­νι­κιό Γιώρ­γο Δέ­λιο, που τον μνη­μο­νεύει στο κεί­με­νο για τη λο­γο­τε­χνία της Θεσ­σα­λο­νί­κης ως “τον πρώ­το κα­τά την α­ξία δό­κι­μο διη­γη­μα­το­γρά­φο” της. Ενώ, για α­κό­μη εν­νέα (Ν. Νι­κο­λαΐδης, Π. Χά­ρης, Π. Πι­κρός, Ν. Κα­τη­φό­ρης, Ε. Αλε­ξίου, Γ. Σφα­κια­νά­κης, Κ. Πα­πά, Τ. Αθα­να­σιά­δης) υ­πάρ­χουν βι­βλιο­κρι­σίες στα ελ­λη­νι­κά και για τέσ­σε­ρις (Φ. Κό­ντο­γλου, Γ. Ν. Άμπο­τ, Κ. Πο­λί­της, Π. Πρε­βε­λά­κης) στα γαλ­λι­κά, οι ο­ποίες το­πο­θε­τού­νται  στον δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο.
Εδώ, ως μο­να­δι­κό κρι­τή­ριο, λαμ­βά­νε­ται η έ­κτα­ση μιας βι­βλιο­κρι­σίας. Έτσι, ό­μως, δια­γρά­φε­ται η ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρος του χρό­νου δη­μο­σίευ­σής της σχε­τι­κά με την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεία ε­νός συγ­γρα­φέα. Εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κό­τε­ρη η βι­βλιο­κρι­σία για τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο της ε­πο­χής του Άγρα, που σή­με­ρα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους μεί­ζο­νες, α­πό το ε­κτε­νές με­λέ­τη­μα για τον ση­μα­ντι­κό της ε­πο­χής του, που το ό­νο­μά του βυ­θί­στη­κε στην α­φά­νεια. Όπως πα­ρα­τη­ρεί ο Στερ­γιό­που­λος, θα μπο­ρού­σε να συ­γκρο­τη­θεί τό­μος με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς, α­ντί­στοι­χος ε­κεί­νου για τους πα­λαιό­τε­ρους, που θα έ­δι­νε γε­νι­κό­τε­ρη ει­κό­να  για την κρι­τι­κή τους πρόσ­λη­ψη α­πό τον Άγρα. Με βά­ση τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους της ε­πο­χής του, θα σταθ­μί­ζα­με το κρι­τι­κό του αι­σθη­τή­ριο. Τε­λι­κά, οι με­σο­πο­λε­μι­κοί δεν α­πο­τέ­λε­σαν τό­μο, ού­τε καν μία ε­νό­τη­τα. Μοι­ρά­στη­καν, τα ε­κτε­νέ­στε­ρα στο τρί­το μέ­ρος του πρώ­του η­μί­το­μου και τα υ­πό­λοι­πα στο δεύ­τε­ρο πα­ράρ­τη­μα του δεύ­τε­ρου η­μί­το­μου.
Συ­νο­λι­κά, ο Άγρας πρό­λα­βε να δη­μο­σιεύ­σει κρι­τι­κές για 25 με­σο­πο­λε­μι­κούς, που εί­ναι οι ση­μα­ντι­κοί στους 50 ή 53, που συ­γκρα­τεί μία ση­με­ρι­νή γραμ­μα­το­λο­γία. Ακό­μη να εκ­φρα­στεί θαυ­μα­στι­κά για τον Στρα­τή Δού­κα, να ε­πι­ση­μά­νει το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ν. Γ. Πεν­τζί­κη, που εί­χε εκ­δο­θεί ψευ­δω­νύ­μως, και να μνη­μο­νεύ­σει πολ­λα­πλώς τον Κα­ζα­ντζά­κη. Για τους υ­πό­λοι­πους, ας ό­ψε­ται η “α­δέ­σπο­τη σφαί­ρα” που τον πρό­λα­βε στη γο­νι­μό­τε­ρη πε­ρίο­δο για έ­ναν κρι­τι­κό. Στα ε­κτε­νέ­στε­ρα κεί­με­να, προ­τάσ­σε­ται έ­να θεω­ρη­τι­κό, «Το αυ­ρια­νό μυ­θι­στό­ρη­μα», δη­μο­σιευ­μέ­νο Ιαν. 1936, με α­φορ­μή κεί­με­νο, που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει ο Αντρέ­ας Κα­ρα­ντώ­νης, «Το μυ­θι­στό­ρη­μα των νέων», Δεκ. 1935. Αυ­τός ο λό­γος πε­ρί νε­ο­ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, την πα­ρά­δο­ση που έ­χει σε σύ­γκρι­ση με την ποίη­ση, κυ­ρίως, τη διά­κρι­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που γρά­φουν οι συ­νο­μή­λι­κοι του Άγρα και οι νεό­τε­ροί του, συ­νε­χί­ζε­ται με μι­κρές μό­νο δια­φο­ρο­ποιή­σεις μέ­χρι σή­με­ρα. 
Στα «Κρι­τι­κά» του Άγρα και συ­γκε­κρι­μέ­να, στο δεύ­τε­ρο η­μί­το­μο, θα ε­πα­νέλ­θου­με για να σχο­λιά­σου­με το μάλ­λον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο εί­δος της βι­βλιο­κρι­σίας.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/7/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: