Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Θη­ρε­σία και Θε­ο­νύμ­φη

Ρέα Γα­λα­νά­κη
«Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Απρ. 2015

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη λαν­θά­νει μία αι­σιό­δο­ξη διά­θε­ση, ου­το­πι­κή ή, εν­δε­χο­μέ­νως, ι­δε­ο­λο­γι­κής πα­ρόρ­μη­σης. Από τον τίτ­λο μέ­χρι την κα­τά­λη­ξη του βι­βλίου, η α­να­φο­ρά γί­νε­ται σε πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο και ό­χι σε έ­ναν διαρ­κή ε­νε­στώ­τα. Η «Άκρα Τα­πεί­νω­ση» εί­ναι ο ει­κο­νο­γρα­φι­κός τύ­πος της βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης, που πα­ρα­πέ­μπει στην ε­σχά­τη τα­πεί­νω­ση, τον δια του Σταυ­ρού θά­να­το. Σε αυ­τόν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το Θείο Πά­θος, νοού­με­νο, ό­μως, ως προάγ­γε­λος της Ανα­στά­σεως. Σε πρώ­το πλά­νο το­πο­θε­τη­μέ­νο  το στοι­χείο της τα­πεί­νω­σης, υ­πο­θέ­τει ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­κεί­νο της δό­ξας. Στην ει­κό­να του κρη­τι­κού α­γιο­γρά­φου της πρώι­μης με­τα­βυ­ζα­ντι­νής πε­ριό­δου Νι­κό­λα­ου Τζα­φού­ρη, ο Ιη­σούς πλαι­σιώ­νε­ται α­πό την Πα­να­γία και τον Ιωάν­νη τον Πρό­δρο­μο. Αν δεν σφάλ­λου­με, η συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­κό­να α­νή­κει στις συλ­λο­γές του Μου­σείου Ιστο­ρίας Τέ­χνης της Βιέν­νης και ό­χι, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται, του Βυ­ζα­ντι­νού Μου­σείου Αθη­νών, ό­που βρί­σκε­ται η «Με­τα­μόρ­φω­ση» του Τζα­φού­ρη. Όπως και να έ­χει, έ­νας τό­σο βα­ρύ­νων τίτ­λος εκ­λαμ­βά­νε­ται με ό­λο το φορ­τίο των αλ­λη­γο­ρι­κών συν­δη­λώ­σεών του. Της Ανα­στά­σεως συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης.
Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” του α­θη­ναϊκού ά­στεως πραγ­μα­τώ­νε­ται με την πυρ­πό­λη­ση του νε­ο­κλα­σι­κού στη γω­νία των ο­δών Στα­δίου και Χρή­στου Λα­δά, ό­που βρι­σκό­ταν το κι­νη­μα­το­θέ­α­τρο «Αττι­κόν» και στον υ­πό­γειο χώ­ρο, η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αί­θου­σα «Απόλ­λων», τη νύ­χτα της 12ης Φεβ. 2012. Η Γα­λα­νά­κη, σε συ­νέ­ντευ­ξή της, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: “Αι­σθα­νό­μουν ό­τι δεν μπο­ρού­σα να α­σχο­λη­θώ με τί­πο­τε άλ­λο την πε­ρίο­δο αυ­τή πα­ρά μό­νο με ό­σα συ­γκλό­νι­σαν την Ελλά­δα τα τε­λευ­ταία χρό­νια.” Για­τί, ά­ρα­γε, νιώ­θει την ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη να γρά­ψει το δι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα της κρί­σης, ε­νό­σω αυ­τή συ­νε­χί­ζε­ται και το α­θη­ναϊκό ά­στυ μέ­νει ε­πί ξύ­λου κρε­μά­με­νο; Στην τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα, κα­μία κα­τα­στρο­φή νε­ο­κλα­σι­κού, ού­τε καν της νε­ο­κλα­σι­κής τρι­λο­γίας του Χάν­σεν, θα ε­δι­καιού­το τον με­γα­λύ­νο­ντα τίτ­λο της “Άκρας Τα­πεί­νω­σης” του α­θη­ναϊκού ά­στεως. Πλην του Παρ­θε­νώ­νος.     
Η Γα­λα­νά­κη έ­χει δεί­ξει ό­τι δεν ε­πεί­γε­ται. Ακο­λου­θεί τους δι­κούς της εκ­δο­τι­κούς ρυθ­μούς, που δεν φαί­νε­ται να αλ­λά­ζουν. 1975, «Πλην εύ­χα­ρις» - 2015, «Η Άκρα Τα­πεί­νω­ση». Δη­λα­δή, 40 χρό­νια, 15 βι­βλία, πε­ρί­που έ­να βι­βλίο α­νά τριε­τία. Η με­τά­βα­ση α­πό την ποίη­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα γί­νε­ται το 1989. Τό­τε, και ό­χι το 1975, εί­πε η ε­πι­στή­θια  φί­λη της α­πό τα πρώ­τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια, Φρί­ντα Λιάπ­πα, το “Εγεν­νή­θη συγ­γρα­φέ­ας”. Σή­με­ρα πλέ­ον, με έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα σε 25 χρό­νια, η Γα­λα­νά­κη έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στους ε­πι­φα­νέ­στε­ρους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της πε­ριό­δου με­τά την πτώ­ση του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου. Για­τί, λοι­πόν, τό­ση βια­σύ­νη για έ­να, εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­πι­και­ρι­κό έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα; Με­τρού­με τρία ι­στο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μία μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τοι­χο­γρα­φία, έ­να ρο­μά­ντσο και έ­να σύγ­χρο­νο μυ­θι­στό­ρη­μα. Για­τί έ­να δεύ­τε­ρο σύγ­χρο­νο και μά­λι­στα, εν θερ­μώ; Ως μό­νη προ­φα­νής α­πά­ντη­ση, δεί­χνει η διά­θε­ση της συγ­γρα­φέως να πα­ρέμ­βει. Δεν μπό­ρε­σε να α­ντι­στα­θεί στην πρό­κλη­ση, με συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο, κα­τά τα φαι­νό­με­να, διτ­τό. Να υ­πε­ρα­σπι­στεί τη γε­νιά της και το ευ­ρω­παϊκό ι­δεώ­δες, εκ­θέ­το­ντας τη δι­κή της ά­πο­ψη.
Της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, πρω­το­δη­μο­σιεύει ποιή­μα­τα στο 1ο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Η Συ­νέ­χεια», που α­πο­τε­λού­σε συ­νέ­χεια  στα «Δε­κα­ο­κτώ κεί­με­να». Άρα, η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση, που γί­νε­ται Μάρ. 1973, με­τα­ξύ των γε­γο­νό­των Νο­μι­κής και Πο­λυ­τε­χνείου, συ­νι­στά α­φ’ ε­αυ­τής και πο­λι­τι­κή πρά­ξη. Φοι­τή­τρια του Κα­πο­δι­στρια­κού εί­χε προ­λά­βει τη Νε­ο­λαία Λα­μπρά­κη. Στη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, συμ­με­τέ­χει στην πε­ριο­δι­κή έκ­δο­ση «Θού­ριος», που ση­μαί­νει την ι­δε­ο­λο­γι­κή συ­μπό­ρευ­ση, κα­τά τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ, το 1968, με την ευ­ρω­κο­μου­νι­στι­κή τά­ση, το λε­γό­με­νο ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού. Στα χρό­νια της τω­ρι­νής κρί­σης, η γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που έ­χει πι­στω­θεί και δια του ο­νό­μα­τός της τη μο­να­δι­κή ε­ξέ­γερ­ση του δεύ­τε­ρου μι­σού του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, βρί­σκε­ται, α­φε­νός μεν α­ντι­μέ­τω­πη με τους ε­ξε­γερ­μέ­νους του νέ­ου αιώ­να και α­φε­τέ­ρου, υ­πό­λο­γη για την “Άκρα Τα­πεί­νω­ση” της Ελλά­δος α­πό τους Γραμ­μα­τείς και Φα­ρι­σαίους, τους ταγ­μέ­νους να τη­ρούν αυ­στη­ρά, ό­χι τον ε­βραϊκό νό­μο, ό­πως ε­κεί­νοι που σταύ­ρω­σαν τον Ιη­σού, αλ­λά της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, που συ­στή­θη­κε προς υ­πε­ρά­σπι­ση α­ξιών και ι­δα­νι­κών.
Με άλ­λα λό­για, εύ­στο­χος ο τίτ­λος για έ­να ο­πωσ­δή­πο­τε εν­δια­φέ­ρον συγ­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Το πρώ­το που θα α­να­με­νό­ταν, εί­ναι το πλά­σι­μο χα­ρα­κτή­ρων, που να μπο­ρούν να πρω­τα­γω­νι­στή­σουν σε αυ­τόν τον πολ­λα­πλό και πο­λύ­ση­μο διά­λο­γο. Κά­τι σαν τους ση­με­ρι­νούς ε­νή­λι­κες, που κά­πο­τε α­πάρ­τι­ζαν την πα­ρέα της Γα­λα­νά­κη στα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας. Εκεί­νους που, κα­τά ο­μο­λο­γία της, μα­ζεύο­νταν στο “ι­σό­γειο της Τσι­μι­σκή”. Τους στο­χα­στι­κούς, θαρ­ρα­λέ­ους, ε­λευ­θέ­ριους. Επί­σης, α­να­μέ­νο­νταν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί πρω­τα­γω­νι­στές, που να στοι­χί­ζο­νται με τους ρο­μα­ντι­κούς ή­ρωες των ι­στο­ρι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των της. Με­τα­ξύ των άλ­λων, α­να­με­νό­ταν οι γυ­ναί­κες ε­κεί­νης της γε­νιάς να σέρ­νουν τον χο­ρό. Αλλά η συγ­γρα­φέ­ας έ­κα­νε μία δια­φο­ρε­τι­κή ε­πι­λο­γή, που θυ­μί­ζει τους στί­χους του Σε­φέ­ρη:
“Κι ά σου μι­λώ με πα­ρα­μύ­θια και πα­ρα­βο­λές / εί­ναι για­τί τ’ α­κούς γλυ­κό­τε­ρα, κι η φρί­κη / δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται για­τί εί­ναι ζω­ντα­νή.” Εί­ναι α­πό τους κα­τα­λη­κτι­κούς στίχους του τε­λευ­ταίου ποιή­μα­τος, «Τε­λευ­ταίος σταθ­μός», της συλ­λο­γής «Ημε­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β΄». Το ποίη­μα φέ­ρει την έν­δει­ξη “Cava dei Tirreni, 5 Οκτω­βρίου ’44”, το λι­μά­νι κο­ντά στο Σα­λέρ­νο της Ιτα­λίας, που ή­ταν ο “τε­λευ­ταίος σταθ­μός” στο τα­ξί­δι του. Βρι­σκό­μα­στε στη φά­ση της ε­πι­στρο­φής των ελ­λη­νι­κών δι­πλω­μα­τι­κών υ­πη­ρε­σιών α­πό την Αί­γυ­πτο στην Ελλά­δα. Ο Σε­φέ­ρης δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της Κα­το­χής, αλ­λά μό­νο τις μη­χα­νορ­ρα­φίες πο­λι­τι­κών προ­σώ­πων, γη­γε­νών και συμ­μα­χι­κών. Αι­σιο­δο­ξεί πως ό­λα τε­λείω­σαν. Απο­δεί­χτη­κε ό­τι τα χει­ρό­τε­ρα ή­ταν μπρο­στά του. Και η Γα­λα­νά­κη δεν γνώ­ρι­σε τη φρί­κη της κρί­σης, ού­τε ε­κεί­νης της νύ­χτας που και­γό­ταν για άλ­λη μία φο­ρά η Αθή­να, ού­τε την άλ­λη των ά­στε­γων. Πα­ρα­κο­λου­θεί, ό­μως, ως πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας, ό­σα γί­νο­νται σε πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο. Και αι­σιο­δο­ξεί, ό­πως ο ποιη­τής τον Οκτ. του ’44. Εί­θε, αυ­τή να μην δια­ψευ­στεί.
Πράγ­μα­τι, η Γα­λα­νά­κη ξε­κί­νη­σε με δυο γυ­ναι­κεία πρό­σω­πα της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου. Ως “δυο ώ­ρι­μες κυ­ρίες” τις πρω­το­πα­ρου­σιά­ζει, που υ­πήρ­ξαν “φοι­τή­τριες ε­πί Χού­ντας”, κα­θη­γή­τριες Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, φι­λό­λο­γος η μία, τε­χνι­κός α­πό­φοι­τος της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών η λί­γο νεό­τε­ρη. Στον πα­ρο­ντι­κό χρό­νο της μυ­θο­πλα­σίας, την 10η Φεβ. 2012, η­μέ­ρα Πα­ρα­σκευή, που ε­ορ­τά­ζει τα γε­νέ­θλιά της η μι­κρό­τε­ρη, εί­ναι πλέ­ον συ­ντα­ξιού­χοι. Ένα δί­δυ­μο, το ο­ποίο θα μπο­ρού­σε να κα­τέ­βει την με­θε­πό­με­νη στη δια­δή­λω­ση για τα και­νού­ρια μέ­τρα, που θα ψη­φί­ζο­νταν, το βρά­δυ ε­κεί­νης της Κυ­ρια­κής, στη Βου­λή. Και ε­κεί, α­ντι­μέ­τω­πες οι δυο γυ­ναί­κες με τα γε­γο­νό­τα, να προ­βλη­μα­τι­στούν για τη γε­νιά τους και τη γε­νιά των παι­διών τους, για τη δι­κή τους ε­ξέ­γερ­ση αλ­λά και ε­κεί­νη των παι­διών τους. Όμως, η συγ­γρα­φέ­ας α­φαί­ρε­σε έ­να μέ­ρος της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους, για να τις κα­τα­στή­σει α­ντη­χεία του δι­κού της λό­γου, που θέ­λει να εί­ναι πα­ρη­γο­ρη­τι­κός σαν πα­ρα­μύ­θι. Αλλά και ι­δε­ο­λο­γι­κά α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νος, ό­πως δεί­χνουν κά­ποιες μα­νι­χαϊστι­κές πτυ­χές στο πλά­σι­μο των άλ­λων προ­σώ­πων.
Από τις δυο γυ­ναί­κες κρά­τη­σε τη μνή­μη των νε­α­νι­κών τους χρό­νων και α­κέ­ραιο τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό τους κό­σμο. Τα υ­πό­λοι­πα σκο­τεί­νια­σαν λό­γω ψυ­χο­λο­γι­κών προ­βλη­μά­των. Η μία, πι­θα­νώς με κλη­ρο­νο­μι­κό α­πό τη μη­τρι­κή πλευ­ρά στίγ­μα σχι­ζο­φρέ­νειας, κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό φω­νές, η άλ­λη, κα­θη­λω­μέ­νη σε έ­ναν πα­ρελ­θο­ντι­κό χρό­νο, ί­σως και να εμ­φα­νί­ζει συ­μπτώ­μα­τα ά­νοιας. Επι­νό­η­σε, ό­μως, γι’ αυ­τές έ­να φορ­τι­σμέ­νο πα­ρελ­θόν, που το πλά­θει με θραύ­σμα­τα α­πό δι­κές της ε­μπει­ρίες, κά­ποιες α­πό αυ­τές ή­δη χω­νε­μέ­νες σε πα­λαιό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της. Για τη μία, έ­ναν αρ­χαιο­λό­γο πα­τέ­ρα, ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο α­πό μία “ά­τα­κτη” σύ­ζυ­γο, που εμ­φυ­σά στην κό­ρη του το πά­θος για τους ελ­λη­νι­κούς μύ­θους και το κλει­νόν ά­στυ. Και ε­κεί­νη μέ­νει δια βίου α­νύμ­φευ­τη, πι­στή στον “ιε­ρο­φά­ντη” πα­τέ­ρα, έ­νας θη­λυ­κός Τει­ρε­σίας, με το χά­ρι­σμα της προ­φη­τείας. Για την άλ­λη, “έ­ναν μα­κρό­χρο­νο έ­ρω­τα” που “εί­χε θε­ριέ­ψει στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας” και εί­χε τε­λειώ­σει κά­μπο­σα χρό­νια με­τά, ό­ταν έ­γι­νε ο γά­μος. Φύ­ση καλ­λι­τε­χνι­κή και ρο­μα­ντι­κή, φα­ντα­σιώ­νει πως σαν “νύμ­φη α­νύμ­φευ­τη” α­πέ­κτη­σε τον γιο της, μο­να­δι­κό πλέ­ον ά­ντρα της ζωής της.
Εμφα­νί­ζο­νται σαν “α­λα­φροΐσκιω­τες πλην ά­κα­κες κυ­ρίες”, που συ­νο­μι­λούν με φα­ντά­σμα­τα και ί­σκιους. Έγκλει­στες, αρ­χι­κά σε ά­συ­λο και με­τά τα μέ­τρα α­πο­α­συ­λο­ποίη­σης, σε δια­μέ­ρι­σμα-ξε­νώ­να, υ­πό ε­πι­τή­ρη­ση. Με αυ­τό το μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα, η Γα­λα­νά­κη έ­χει την ευ­χέ­ρεια να α­πευ­θυν­θεί σε έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, πλά­θο­ντας ή­ρωες οι­κείους σε αυ­τό, παρ­μέ­νους ό­χι α­πό τα πα­ρα­μύ­θια, αλ­λά μάλ­λον α­πό τα σί­ρια­λ, που τα έ­χουν προ πολ­λού υ­πο­κα­τα­στή­σει. Το δί­δυ­μο των η­ρωί­δων θυ­μί­ζει το τη­λε­ο­πτι­κό δί­δυ­μο της δη­μο­φι­λούς σει­ράς «Πα­ρά πέ­ντε». Κα­τ’ αρ­χήν, εί­ναι η σύ­μπτω­ση των ο­νο­μά­των, του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Θη­ρε­σία η σο­φή και Θε­ο­νύμ­φη, του σί­ριαλ Σο­φία και Θε­ο­πού­λα. Ύστε­ρα, η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να βγού­νε κρυ­φά μό­νες τους, με “καρ­να­βα­λι­κό ντύ­σι­μο”, για να μην τις α­να­γνω­ρί­σουν, που θυ­μί­ζει με­γά­λα παι­διά. Δεί­χνουν “τρε­λές και α­δέ­σπο­τες”, ό­πως και οι δυο η­λι­κιω­μέ­νες γει­τό­νισ­σες του σί­ρια­λ, ό­ταν και ε­κεί­νες παίρ­νουν τους δρό­μους. Κω­μι­κές οι δι­κές τους πε­ρι­πέ­τειες αν και σε χέ­ρια δο­λο­φό­νων, τρα­γι­κές αρ­χι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού δι­δύ­μου, δεί­χνουν στη συ­νέ­χεια, κα­ρι­κα­του­ρί­στι­κες, ό­ταν δια­βιώ­νουν υ­πό ά­θλιες συν­θή­κες ά­στε­γες και πέ­φτουν θύ­μα­τα ε­νός ντα­βατ­ζή α­στέ­γων και λοι­πών λι­μο­κτο­νού­ντων. Μάλ­λον το λι­γό­τε­ρο α­λη­θο­φα­νές τμή­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, αλ­λά, ό­πως λέει και ο ποιη­τής, “η φρί­κη δεν κου­βε­ντιά­ζε­ται”.
Η υ­πό­θε­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό την κυ­ρια­κά­τι­κη έ­ξο­δο των δυο γυ­ναι­κών και τη δια­δή­λω­ση της 12ης Φεβ. 2012. Τρι­με­ρές, προ­βλέ­πε­ται συμ­με­τρι­κά, προ­λο­γι­κό και ε­ξό­διο μέ­ρος, με πέ­ντε κε­φά­λαια έ­κα­στο. Στο  πρώ­το, πα­ρου­σιά­ζε­ται ο θία­σος των η­ρώων, ε­νώ, στο τρί­το,  πε­ρι­γρά­φε­ται η αλ­λα­γή που ε­πήλ­θε ε­κεί­νη τη νύ­χτα στη ζωή τους. Το ε­κτε­νές με­σαίο τμή­μα, με 18 κε­φά­λαια, πα­ρα­κο­λου­θεί την ε­ξέ­λι­ξη των δρα­μα­τι­κών γε­γο­νό­των και τα με­θεόρ­τια, ε­στιά­ζο­ντας στα δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα. Όλους τους ή­ρωες τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τον λε­κτι­κά και φρα­στι­κά λεια­σμέ­νο λό­γο του α­φη­γη­τή.
Μι­κρός ο θία­σος, νο­μο­τε­λεια­κά σχε­δια­σμέ­νος. Την ε­πι­τή­ρη­ση των δυο γυ­ναι­κών την έ­χει αναλάβει μία Κρη­τι­κιά χή­ρα, α­πό το χω­ριό Απά­νω Ρί­ζα, σή­με­ρα Επά­νω Βιάν­νου, το ο­ποίο η­ρωι­κά εί­χε α­ντι­με­τω­πί­σει τους Γερ­μα­νούς βο­η­θώ­ντας τους α­ντάρ­τες και σε α­ντι­στοι­χία, με το ί­διο θάρ­ρος ε­ξε­δίω­ξε τους Χρυ­σαυ­γί­τες στην προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρίο­δο των πρώ­των ε­κλο­γών του 2012, στις 6 Μαΐου. Από α­ρι­στε­ρή οι­κο­γέ­νεια, κλέ­φτη­κε με α­στυ­νο­μι­κό και α­πέ­κτη­σε “μο­νο­γε­νή κα­να­κά­ρη”, που βγή­κε Χρυ­σαυ­γί­της. Συμ­με­τρι­κά, ο γιος της μίας α­πό τις δυο κυ­ρίες, της Θε­ο­νύμ­φης, αυ­τός γιος πο­λι­τευ­τή, α­πό τους ή­ρωες της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνείου, που κα­τέ­λη­ξαν πα­μπό­νη­ροι της δια­πλο­κής, βγή­κε “α­νάρ­χας”, α­νά­με­σα σε αυ­τούς που “βά­ζα­νε τις α­νίε­ρες φω­τιές και που κά­να­νε στά­χτη τα κτί­ρια”.
Ο α­φη­γη­τής στέ­κε­ται με­ρο­λη­πτι­κός α­πέ­να­ντι στο δί­δυ­μο. Του ε­νός πα­ρα­θέ­τει μό­νο τις πρά­ξεις, του άλ­λου πα­ρου­σιά­ζει, ως πα­ντε­πό­πτης, εκ των έ­σω, σκέ­ψεις, αμ­φι­τα­λα­ντεύ­σεις, ευ­γε­νή αι­σθή­μα­τα. Έτσι, ο Χρυ­σαυ­γί­της μέ­νει στυ­γνός ρα­τσι­στής, με δο­λο­φο­νι­κά έν­στι­κτα. Αντί­θε­τα, ο “α­νάρ­χας” φα­νε­ρώ­νε­ται ι­δε­ο­λό­γος, εμ­φο­ρού­με­νος α­πό “ε­πα­να­στα­τι­κή πί­στη”, ε­πί­γο­νος έ­στω μα­κρι­νός ε­κεί­νων του Πο­λυ­τε­χνείου. Όμοια με­ρο­λη­πτι­κός δεί­χνε­ται ο α­φη­γη­τής α­πέ­να­ντι στη γε­νιά του Πο­λυ­τε­χνείου, που τη δι­καιώ­νει με έ­να άλ­λο δί­πο­λο. Ο φί­λος του πο­λι­τευ­τή, για­τρός, που έ­χει α­να­λά­βει την ε­πο­πτεία των δυο κυ­ριών, και αυ­τός ε­μπλε­κό­με­νος στο ρέ­ον μαύ­ρο χρή­μα, αλ­λά, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον εκ των έ­σω, προ­βάλ­λουν κα­θαρ­τή­ριες οι ε­νο­χές. Όμοια προ­βλέ­πο­νται “κα­λοί” και “κα­κοί” στο πε­ρι­θω­ρια­κό χώ­ρο των α­στέ­γων, ό­που ο α­φη­γη­τής κα­τα­φεύ­γει στο νε­ο­λο­γι­σμό του νε­οά­στε­γου, κα­τά το νε­ο­α­στός.
Στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Γα­λα­νά­κη, λεί­πουν οι φε­μι­νί­στριες. Υπάρ­χουν μό­νο δυ­να­τές γυ­ναί­κες, δο­τι­κές στην α­γά­πη. Στο πρό­σφα­το, η Κρη­τι­κιά μά­να και στη νεό­τε­ρη γε­νιά, η κοι­νω­νι­κή λει­τουρ­γός. Κό­ρη αυ­τή Και­σα­ρια­νιώ­τη πε­ρι­πτε­ρά, χω­ρι­σμέ­νη με παι­δί, προ­σπα­θεί να στή­σει σπι­τι­κό με τον α­νερ­μά­τι­στο α­ρι­στε­ρό ε­πα­να­στά­τη. Επι­μέ­νει κι ας α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη μα­ταιό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος. Ο θία­σος συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τη γυ­ναί­κα που κα­θα­ρί­ζει τον ξε­νώ­να-δια­μέ­ρι­σμα. Ως α­να­γνώ­στες, α­πο­ρού­με για την ε­πι­μο­νή των συγ­γρα­φέων στο στε­ρεό­τυ­πο του δει­νο­πα­θού­ντος με­τα­νά­στη. Στο πρό­σφα­το μυθιστόρημα, εμ­φα­νί­ζε­ται το τρί­το κύ­μα, με­τά τους Αλβα­νούς και τους Σλα­βό­φω­νους, οι εξ Αφρι­κής ερ­χό­με­νοι. Κα­τοι­κούν σε έ­να μέ­ρος που α­πο­κα­λεί­ται “κο­τέ­τσι”, αλ­λά δεί­χνει ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό “τις κά­με­ρες γύ­ρω α­πό μία αυ­λή” του Πα­πα­δια­μά­ντη. Από την Αί­γυ­πτο η πα­ρα­δου­λεύ­τρα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, με έ­να α­γο­ρά­κι α­γνώ­στου πα­τρός, που α­κούει στο ό­νο­μα Ισμαήλ. Η συ­μπα­ρά­στα­ση στον με­τα­νά­στη γί­νε­ται α­πο­θεω­τι­κή  στο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, ό­που η Αι­γύ­πτια τα­κι­μιά­ζει με έ­ναν Μου­στα­φά και ο α­φη­γη­τής τους πα­ρου­σιά­ζει ως το ε­να­πο­μέ­νον στή­ριγ­μα των δυο κυ­ριών, α­πο­κα­λώ­ντας τους “με­λα­χρι­νή α­γία τριά­δα”.
Επι­κή θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η πε­ρι­γρα­φή της πο­ρείας κα­τά τη δια­δή­λω­ση, που ε­ξε­λίσ­σε­ται σε δρα­μα­τι­κή, ό­ταν πα­ρα­κο­λου­θεί τα συμ­βά­ντα ε­πί της πλα­τείας Συ­ντάγ­μα­τος, που πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν σκη­νι­κό αρ­χαίας τρα­γω­δίας. Στο διαν­θι­σμέ­νο ύ­φος της α­φή­γη­σης, χά­ρις στο πλή­θος των υ­πο­κο­ρι­στι­κών και των γλα­φυ­ρών προ­σω­πο­ποιή­σεων και πα­ρο­μοιώ­σεων, υ­πε­ρι­σχύει η ποιη­τι­κή ευαι­σθη­σία. Τις ό­ποιες ε­κλαϊκευ­τι­κές ό­ψεις του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τις α­ντι­σταθ­μί­ζουν με το πα­ρα­πά­νω οι πα­ρα­στα­τι­κές αλ­λη­γο­ρίες και οι εκ­φο­βι­στι­κοί μύ­θοι, που λει­τουρ­γούν και ως λαν­θά­νων σύν­δε­σμος με το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα.  Κο­ρυ­φαίος στέ­κε­ται ο ε­πι­νο­η­μέ­νος μύ­θος, που προ­κύ­πτει α­πό τη συ­νέ­νω­ση του μύ­θου για τη γέ­νε­ση της Ευ­ρώ­πης με ε­κεί­νον για τη γέ­νε­ση του Μι­νώ­ταυ­ρου, και ο ο­ποίος θέ­λει την Ευ­ρώ­πη με­τα­μορ­φω­μέ­νη σε Μι­νώ­ταυ­ρο να ε­πι­βιώ­νει για πά­ντα. Αλλά χω­ρίς τον μύ­θο της θα­νά­τω­σης του Μι­νώ­ταυ­ρου,  πώς θα α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­νταν οι Αθη­ναίοι α­πό την κυ­ριαρ­χία της Μι­νωι­κής Κρή­της; Κα­τά συμ­βο­λι­κή προέ­κτα­ση τώ­ρα, πώς ά­ρα­γε οι μα­κρι­νοί  ε­πί­γο­νοι θα α­πε­λευ­θε­ρω­θούν α­πό τον θη­λυ­κό Μι­νώ­ταυ­ρο της Ευ­ρώ­πης; 
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/6/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: