Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Λε­ξι­κο­γρά­φος Κα­βά­φης

Κ. Π. Κα­βά­φη
«Το Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των»
Φιλ. Επιμ. Μι­χά­λης Πιε­ρής
Εκδ. Ίκα­ρος, Φεβ. 2015

Η α­ναγ­γε­λία της ύ­παρ­ξης «Λε­ξι­κού πα­ρα­θε­μά­των» Κα­βά­φη έ­γι­νε α­πό τον Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία» για την 100ε­τη­ρί­δα α­πό τη γέν­νη­ση του ποιη­τή, στο τεύ­χος της 1ης Νοε. 1963, πλη­ρο­φο­ρεί ο Μι­χά­λης Πιε­ρής, εκ­κι­νώ­ντας την ει­σα­γω­γή του. Ακρι­βέ­στε­ρα, η α­ναγ­γε­λία το­πο­θε­τεί­ται στο ε­πε­τεια­κό 1963, αλ­λά λί­γους μή­νες νω­ρί­τε­ρα. Ο Σαβ­βί­δης την ε­νέ­θε­σε σε υ­πο­ση­μείω­ση ει­σα­γω­γι­κού ση­μειώ­μα­τος στο Γλωσ­σά­ρι για τον «Δω­δε­κά­λο­γο του Γύ­φτου», το ε­νταγ­μέ­νο στον τρί­το τό­μο Απά­ντων Κω­στή Πα­λα­μά, που μό­λις εί­χε κα­ταρ­τί­σει. Εκεί, δεν κά­νει α­πλή μνεία ύ­παρ­ξης του Λε­ξι­κού, αλ­λά προ­βαί­νει σε μία ε­ξαγ­γε­λία, που δεί­χνει ό­λο τον εν­θου­σια­σμό που τό­τε τον δια­κα­τεί­χε. Κα­θώς το Γλωσ­σά­ρι ή­ταν η πρώ­τη του γλωσ­σι­κή με­λέ­τη, σχο­λιά­ζει: “Δεν λο­γα­ριά­ζω ως με­λέ­τη τις «γλώσ­σες» που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στα σχό­λια της λαϊκής έκ­δο­σης του Κα­βά­φη την ο­ποία ε­πι­με­λή­θη­κα για τον «Ίκα­ρο». Ετοι­μά­ζω, ό­μως, την δη­μο­σίευ­ση του α­νέκ­δο­του κα­βα­φι­κού «Λε­ξι­κού», συν­δυα­σμέ­νη με ευ­ρε­τή­ριο λέ­ξεων των ποιη­μά­των του.”
Με την φι­λο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά σε «γλώσ­σες», πα­ρα­πέ­μπει στις λε­κτι­κές ι­διο­μορ­φίες του Κα­βά­φη, για τις ο­ποίες πα­ρα­θέ­τει ερ­μή­νευ­μα στις ση­μειώ­σεις της “πρώ­της τυ­πο­ποιη­μέ­νης έκ­δο­σης”, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πε­τεια­κά, Ιούν. 1963. Συ­μπτω­μα­τι­κά, την ί­δια η­με­ρο­μη­νία έ­χει και το α­νά­τυ­πο α­πό το Γλωσ­σά­ρι του Πα­λα­μά, που φέ­ρει τον με­τριο­πα­θή χα­ρα­κτη­ρι­σμό “σχε­δία­σμα”. Λί­γο νω­ρί­τε­ρα, ε­ντός του ί­διου έ­τους, ε­πε­τεια­κό και για τον Πα­λα­μά, θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε ο εν λό­γω τρί­τος τό­μος των Απά­ντων του. Στο α­φιέ­ρω­μα Κα­βά­φη της «Νέ­ας Εστίας», το κεί­με­νο του Σαβ­βί­δη φέ­ρει τον τίτ­λο «Το Αρχείο Κ. Π. Κα­βά­φη», συ­νο­δευ­μέ­νος με τον με­τρια­στι­κό υ­πό­τιτ­λο, “Μια πρώ­τη ε­νη­με­ρω­τι­κή έκ­θε­ση”. Ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­μέ­νει μεν με­τρη­μέ­νος στους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς των πο­νη­μά­των του, ό­μως, α­νυ­πο­μο­νεί να δια­λα­λή­σει το “εά­λω η Πό­λις”. Δεν εί­ναι και μι­κρός ά­θλος, μία δε­κα­ε­τής πο­λιορ­κία. Από το 1953, που γνω­ρί­ζει “τον κλη­ρο­νό­μο του Ποιη­τή”, Αλέ­κο Σε­γκό­που­λο, διεκ­δι­κεί, με το πεί­σμα ε­ρω­τευ­μέ­νου που ζη­τά την χεί­ρα της κα­λής του, την α­νά­θε­ση του Αρχείου Κα­βά­φη, δια­γκω­νι­ζό­με­νος με πεί­σμα έ­τε­ρους μνη­στή­ρες. Ιαν. 1963, παίρ­νει ε­πι­σή­μως το δι­καίω­μα “με­λέ­της και έκ­δο­σης του κυ­ρίως Αρχείου”. Το μι­κρο­φω­το­γρα­φεί ο­λό­κλη­ρο για μή­νες και 28 Απρ. 1963, σπεύ­δει να προ­α­ναγ­γείλει α­πό «Το Βή­μα» την προ­σε­χή “έκ­θε­ση της ε­ξε­ρεύ­νη­σής του”. Αυ­τό α­νω­νύ­μως, σε σύ­ντο­μο πρό­λο­γο, στο άρ­θρο, «Ο Κα­βά­φης, ευ­ρω­παίος και ση­με­ρι­νός», του Κ. Θ. Δη­μα­ρά.
Σε ε­κεί­νη την αρ­χι­κή πε­ρι­γρα­φή του Αρχείου σχο­λιά­ζει α­να­λυ­τι­κά, σε 14 ε­νό­τη­τες, τα “χει­ρό­γρα­φα” του Κα­βά­φη. Στην 9η ε­νό­τη­τα, γρά­φει: “Γλωσ­σι­κές ση­μειώ­σεις – ξε­χω­ρι­στά πρέ­πει να α­να­φερ­θεί το Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη, μια χρη­στι­κή συλ­λο­γή α­συ­νή­θι­στων λέ­ξεων ή νε­ο­λο­γι­σμών συ­νο­δευ­μέ­νων α­πό α­πο­κόμ­μα­τα ε­ντύ­πων ή α­ντί­γρα­φα πε­ρι­κο­πών ό­που α­πα­ντούν, με έ­να σχε­δία­σμα κα­τα­το­πι­στι­κής ει­σα­γω­γής.” Πα­ρά τις με­γά­λες προσ­δο­κίες, που εί­χαν γεν­νή­σει αυ­τές οι πρώ­τες μνείες του Λε­ξι­κού, αυ­τό δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε, ού­τε καν α­να­φέρ­θη­κε, μέ­χρι το ε­πό­με­νο με­γά­λο ε­πε­τεια­κό έ­τος Κα­βά­φη, το 1983, ό­που συ­μπλη­ρώ­θη­κε 50ε­τη­ρί­δα α­πό τον θά­να­τό του. Τό­τε ε­πα­νήλ­θε με μία “πρό­δρο­μη α­να­κοί­νω­ση”, ό­πως την χα­ρα­κτή­ρι­ζε και την ο­ποία τιτ­λο­φο­ρού­σε, «Ένα Λε­ξι­κό του Κα­βά­φη». Σε αυ­τήν, πα­ρου­σία­σε το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής”, που εί­χε ε­τοι­μά­σει ο Κα­βά­φης, δί­νο­ντας υ­πό μορ­φή κα­τα­λό­γου, χω­ρίς τα πα­ρα­θέ­μα­τα, τις 529 λέ­ξεις που το α­πο­τε­λούν.
Κι ό­μως, ε­ντός της εν­διά­με­σης ει­κο­σα­ε­τίας, το Αρχείο δεν εί­χε μεί­νει α­νε­νερ­γό. Εκτός α­πό την τα­κτο­ποίη­σή του, ση­μα­ντι­κές ε­νό­τη­τες α­πό τα α­νέκ­δο­τα χει­ρό­γρα­φα εί­χαν δη­μο­σιο­ποιη­θεί. Το Λε­ξι­κό, ω­στό­σο, φαί­νε­ται να μην πή­ρε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας. Από τους πρώ­τους με­τα­πο­λι­τευ­τι­κούς συ­νερ­γά­τες του Σαβ­βί­δη, ο Πιε­ρής, με ι­διαί­τε­ρο το­μέα δρα­στη­ριό­τη­τας, το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” του Αρ­χείου, έ­κα­νε “μια πρώ­τη με­τα­γρα­φή των λημ­μά­των και των πα­ρα­θε­μά­των την πε­ρίο­δο 1980-1983”.  Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, μία 30κο­ντα­ε­τία, ο Κα­βά­φης α­πο­τε­λεί για αυ­τόν έ­να α­πό τα θέ­μα­τα έ­ρευ­νας. Δί­πλα σε Σε­φέ­ρη και Κώ­στα Μό­ντη, ο Αλε­ξαν­δρι­νός έ­χει μάλ­λον το με­γα­λύ­τε­ρο “μερ­τι­κό­ν”. Με­τρού­με 45 δη­μο­σιεύ­μα­τα ευ­ρέως φά­σμα­τος, μία συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των, τη φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια των «Πε­ζών» Κα­βά­φη, κα­θώς και δυο συλ­λο­γι­κών τό­μων. Με αυ­τά ως δε­δο­μέ­να, η έκ­δο­ση του Λε­ξι­κού άρ­γη­σε, που ση­μαί­νει πως αυ­τό, ού­τε για τον Πιε­ρή, εί­χε σει­ρά προ­τε­ραιό­τη­τας.
Εύ­λο­γα γεν­νιέ­ται το διτ­τό ε­ρώ­τη­μα: Μή­πως, τε­λι­κά, το Λε­ξι­κό δεν πα­ρου­σία­ζε το εν­δια­φέ­ρον, που αρ­χι­κά του α­πο­δό­θη­κε; Ή, κα­θό­σον α­νο­λο­κλή­ρω­το, η πα­ρου­σία­σή του α­πο­τε­λού­σε δύ­σκο­λο εγ­χεί­ρη­μα; Στην ει­σα­γω­γή του ο Πιε­ρής, “για τη σχέ­ση του πε­ριε­χο­μέ­νου του Λε­ξι­κού με την ποίη­ση του Κα­βά­φη”, α­να­φέ­ρει ως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις δέ­κα λέ­ξεις, που εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε δώ­δε­κα ποιή­μα­τα του κα­νό­να. Δεν γί­νε­ται, ό­μως, σα­φές, αν αυ­τές προέ­κυ­ψαν με­τά α­πό σύ­γκρι­ση με τον «Πί­να­κα λέ­ξεων των 154 ποιη­μά­των», που έ­χει κα­ταρ­τί­σει ο Ξ. Α. Κο­κό­λης, η ο­ποία να α­πέ­δω­σε μό­νο αυ­τήν την πε­ριο­ρι­σμέ­νη σο­δειά (10 ε­πί συ­νό­λου 3.343 λέ­ξεων). Πα­ρό­μοιοι πί­να­κες, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χουν για το υ­πό­λοι­πο ποιη­τι­κό σώ­μα του Κα­βά­φη. Οπό­τε μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο ο Κα­βά­φης κα­τέ­φυ­γε “στις λε­ξι­κο­γρα­φι­κές του προ­σθή­κες”. Με άλ­λα λό­για, πό­σο χρή­σι­μη του φά­νη­κε αυ­τή “η μι­κρή συλ­λο­γή λέ­ξεω­ν”. Αν και ο προσ­διο­ρι­σμός της χρή­σης του Λε­ξι­κού α­πό τον Κα­βά­φη εί­ναι μάλ­λον μία πο­λύ στε­νή θεώ­ρη­ση της α­ξίας του. Όπως και ο πε­ριο­ρι­σμός του ως βοή­θη­μα στο λε­ξι­κο­γρα­φι­κό ερ­γα­στή­ρι του ποιη­τή.
Για τα βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Λε­ξι­κού, δη­λα­δή το πώς ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε, το πό­τε και για πό­σο λει­τούρ­γη­σε ως ε­ρα­σι­τέ­χνης λε­ξι­κο­γρά­φος, ο Πιε­ρής υιο­θε­τεί τις ει­κα­σίες του Σαβ­βί­δη, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι α­πο­δεί­χθη­καν α­κρι­βείς και με­τά τον δι­κό του, εν­δε­λε­χή έ­λεγ­χο. Ας μην πα­ρα­βλέ­που­με, ω­στό­σο, πως το “σχε­δία­σμα ει­σα­γω­γής” του Κα­βά­φη εί­ναι  α­προσ­δό­κη­τα κρυ­πτι­κό. Εκεί γρά­φει: “Η αρ­χή αυ­τής της μι­κρής συλ­λο­γής λέ­ξεων ή­το η ε­πι­θυ­μία να συ­μπλη­ρώ­σω έ­να Λε­ξι­κόν το ο­ποίον με­τα­χει­ρι­ζό­μουν πο­λύ και το ο­ποίον μ’ ε­στά­θη πο­λύ χρή­σι­μον. Ο δια­πρε­πής λό­γιος ο ο­ποίος το εί­χε συν­θέ­σει πε­ριέ­λα­βε στο έρ­γον του πολ­λές λέ­ξεις της δη­μο­τι­κής...” Απο­ρία, ό­χι μό­νο φι­λο­λο­γι­κή, προ­κα­λεί η α­πό­κρυ­ψη ο­νό­μα­τος λε­ξι­κο­γρά­φου  και λε­ξι­κού. Ο Σαβ­βί­δης προ­κρί­νει το «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης» του Σκαρ­λά­του Βυ­ζά­ντιου έ­να­ντι των άλ­λων Λε­ξι­κών του και έ­να­ντι ε­κεί­νων έ­τε­ρων ξέ­νων λο­γίων. “Ο Κα­βά­φης έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κή χρή­ση λε­ξι­κώ­ν”, ό­πως το­νί­ζει ο Πιε­ρής. Στην κα­τάρ­τι­ση του Λε­ξι­κού του, κα­τα­φεύ­γει σε τρία Ελλη­νο­γαλ­λι­κά λε­ξι­κά (Άγγ. Βλά­χου, Νικ. Κο­ντό­που­λου, Felix-Desire Deheque) και το  Glossarium του Du Cange, ε­νώ α­να­φέ­ρει εν πα­ρό­δω άλ­λα ο­κτώ και δυο του­λά­χι­στον α­κό­μη τα έ­χει κα­τά νου, το Ουέ­μπστερ και των Λί­ντε­λ-Σκότ. Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ω­στό­σο, στα τέσ­σε­ρα Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου: Ελλη­νο­γαλ­λι­κό, Γαλ­λο­ελ­λη­νι­κό, «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου», «Λε­ξι­κόν της Ελλη­νι­κής Γλώσ­σης».
Ως “πρό­τυ­πο” για την συ­μπε­ρί­λη­ψη πα­ρα­θε­μά­των στο λήμ­μα κά­θε λέ­ξης, πέ­ραν του ερ­μη­νεύ­μα­τος, ο Πιε­ρής α­πο­κλί­νει προς το Glossarium του Du Cange. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, προς σύν­δε­ση με τις ελ­λη­νι­κές ε­γκυ­κλο­παί­δειες, θα ή­ταν χρή­σι­μη η α­να­φο­ρά του ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νου ο­νό­μα­τος του λε­ξι­κο­γρά­φου Κα­ρό­λου Ντυ Φρεσν, η­γε­μό­να του Κανζ. Πρό­κει­ται για τον Δου­κάγ­γιο, που θεω­ρεί­ται “πα­τήρ των εν τη Δύ­σει βυ­ζα­ντι­νών σπου­δώ­ν”. Το Glossarium εί­ναι έκ­δο­ση του 1688, δέ­κα χρό­νια με­τά α­ντί­στοι­χου λα­τι­νι­κού. Πι­στεύου­με ό­τι προ­κα­λεί σύγ­χυ­ση η α­να­φο­ρά του, στον βι­βλιο­γρα­φι­κό κα­τά­λο­γο, ως Domino Du Cange-Carolo Du Fresne, με πα­ρα­πο­μπή στην έκ­δο­ση, “Vratislaviae 1891”. Η εύ­ρε­ση, πά­ντως, στη βι­βλιο­θή­κη του Κα­βά­φη μίας τό­σο ό­ψι­μης έκ­δο­σής του μάλ­λον α­πο­δυ­να­μώ­νει την υ­πο­ψη­φιό­τη­τά του ως “πρό­τυ­πο”.
Ίσως, ο Κα­βά­φης την ι­δέα ε­νός Λε­ξι­κού με­τά πα­ρα­θε­μά­των να την παίρ­νει α­πό το «Λε­ξι­κόν της κα­θ’ η­μάς ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου» του Βυ­ζά­ντιου, του ο­ποίου η τρί­τη έκ­δο­ση, του 1874, ή­ταν κο­ντι­νή της πα­ρα­μο­νής του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Στην οι­κία Φω­τιά­δη, ό­που φι­λο­ξε­νή­θη­κε, θα εί­χε την ευ­και­ρία να ε­ντρυ­φή­σει σε ό­λα τα Λε­ξι­κά Βυ­ζά­ντιου, μέ­χρι στην τρί­το­μη με­λέ­τη του, «Η Κων­στα­ντι­νού­πο­λις». Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος, που προ­κα­λεί έκ­πλη­ξη η α­πο­σιώ­πη­ση της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ερ­γα­σίας ε­νός τό­σο ευ­κλε­ούς προ­γό­νου. Λο­γι­κό­τε­ρο θα μας φαι­νό­ταν τα “χαρ­τά­κια”, με τις “έ­μορ­φες λέ­ξεις” και “τη φρά­ση α­νά­με­σα που βρί­σκε­ται” κα­θε­μιά λέ­ξη, να τα έ­βα­ζε και στα τρία Λε­ξι­κά του Βυ­ζά­ντιου, που θα πρέ­πει να εί­χε σε συ­νε­χή χρή­ση. Χρή­ση, μέ­χρι και α­νά­γνω­ση, α­φού ο Κα­βά­φης συμ­βου­λευό­ταν άλ­λα και ξε­ψά­χνι­ζε λε­ξι­κά ως συλ­λέ­κτης σπά­νιων λέ­ξεων. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ε­κεί­νο το φύλ­λο α­να­φο­ράς με τις 52 λέ­ξεις τις α­ντι­γραμ­μέ­νες α­πό το Ελλη­νο­γαλ­λι­κό Λε­ξι­κό του Deheque. Ή, α­κό­μη, οι 11 λέ­ξεις, οι ση­μειω­μέ­νες στα πε­ρι­θώ­ρια σε­λί­δων του Ελλη­νο­γαλ­λι­κού του Βλά­χου και με­ρι­κές άλ­λες σκόρ­πια κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες, που ε­ντό­πι­σε ο Πιε­ρής, ε­μπλου­τί­ζο­ντας τα λήμ­μα­τα του Λε­ξι­κού α­πό 529 σε 561.
Για το πό­τε ο Κα­βά­φης ξε­κί­νη­σε τη συλ­λο­γή λέ­ξεων, προ­τεί­νε­ται ο Αύ­γου­στος του 1891, ό­ταν α­πο­δί­δει στα ελ­λη­νι­κά το μπων­τλαι­ρι­κό σο­νέ­το «Αντι­μι­λή­μα­τα», α­πό τα «Άνθη του κα­κού», συν­θέ­το­ντας το τε­λι­κά “α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο”, «Αλλη­λου­χία κα­τά Βω­δε­λαί­ρον». Εκεί, για τη με­τά­φρα­ση της λέ­ξης ambre, κα­τα­φεύ­γει, σύμ­φω­να με τα πα­ρα­θέ­μα­τα, στα βι­βλία α­να­φο­ράς της Βι­βλιο­θή­κης του και ε­πι­λέ­γει το άμ­βα­ρις, που εί­ναι μία α­πό τις θη­σαυ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις. Δεν υ­πάρ­χει πα­ρά­θε­μα α­πό το ελ­λη­νι­κής δια­λέ­κτου Λε­ξι­κό του Βυ­ζά­ντιου, που κα­τα­γρά­φει τα άμ­βα­ρις, ά­μπα­ρη και ά­μπα­ρι. Πι­θα­νώς, πράγ­μα­τι, το άμ­βα­ρις να α­ντι­στοι­χεί σε έ­να α­πό τα πρώ­τα “χαρ­τά­κια”. Γε­νι­κό­τε­ρα, οι λέ­ξεις-λήμ­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χω­ρι­στούν ως προς τη χρο­νο­λό­γη­σή τους σε δυο κα­τη­γο­ρίες. Μία πρώ­τη ο­μά­δα με τα λήμ­μα­τα, ό­που ό­λα τα πα­ρα­θέ­μα­τα αν­τλού­νται α­πό βι­βλία α­να­φο­ράς ή εκ­δό­σεις πριν το 1891, μη βο­η­θώ­ντας στη χρο­νο­λό­γη­σή τους. Και μία δεύ­τε­ρη, με πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρες πη­γές, ό­που η πιο ό­ψι­μη χρο­νο­λο­γία μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως έ­να terminus post quem, το­πο­θε­τώ­ντας την κα­τάρ­τι­ση του λήμ­μα­τος, με τη συρ­ρα­φή πα­ρα­θε­μά­των, με­τά αυ­τήν την η­με­ρο­μη­νία. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, ε­νός μό­νο πα­ρα­θέ­μα­τος α­πό τον Τύ­πο ή και α­πό πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, θα μπο­ρού­σε η γρα­φή του λήμ­μα­τος να θεω­ρη­θεί συγ­χρο­νι­κή. Όπως κι αν έ­χει, σε κά­θε λήμ­μα τα εν­διά­με­σα σχό­λια του Κα­βά­φη α­πο­βαί­νουν πο­λύ­τι­μα, τό­σο για τη χρο­νο­λό­γη­σή του ό­σο και για τον κομ­βι­κό ρό­λο που α­πο­δί­δει σε κά­ποια πρό­σω­πα και έρ­γα. Η συ­μπλή­ρω­ση των πα­ρα­θε­μά­των, με βά­ση τις πη­γές, α­πό τον ε­πι­με­λη­τή, εί­ναι ι­διαί­τε­ρα βο­η­θη­τι­κή, ω­στό­σο, τα σχό­λια δεν θα έ­πρε­πε σε κα­μία πε­ρί­πτω­ση να έ­χουν πα­ρα­λη­φθεί.
Κα­τά τη γνώ­μη μας, πά­ντως, η βα­σι­κή δια­φο­ρά με­τα­ξύ των πα­ρα­θε­μά­των και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των λημ­μά­των του Λε­ξι­κού, α­πό τα γλωσ­σά­ρια, που μπο­ρεί να εί­χε κα­τά νου ο Κα­βά­φης, έ­γκει­ται στη στα­χυο­λό­γη­ση λέ­ξεων α­πό τον Τύ­πο. Αυ­τή, ου­σια­στι­κά, ξε­κι­νά­ει με­τά το πρώ­το τα­ξί­δι του Κα­βά­φη στην Αθή­να, Αύγ. 1901. Εδώ, θα πρέ­πει να μνη­μο­νεύ­σου­με τον Στέ­φα­νο Κου­μα­νού­δη και “τον μο­να­δι­κό θη­σαυ­ρό”, που ε­κεί­νος, κα­τά τον Κ. Θ. Δη­μα­ρά, “ε­δω­ρο­φό­ρη­σε στην νέα ελ­λη­νι­κή παι­δεία” την «Συ­να­γω­γή νέων λέ­ξεων», κα­θώς στη­ρί­χτη­κε κα­τά πο­λύ στον Τύ­πο. Το 1983, ο Σαβ­βί­δης σχο­λία­ζε σχε­τι­κά με το Λε­ξι­κό: “Πι­στεύω πως ο Κα­βά­φης, με τον αυ­το­δί­δα­κτο, πραγ­μα­τι­στι­κό του τρό­πο, συ­νε­χί­ζει – α­σύ­νει­δα, ί­σως – την α­ξε­πέ­ρα­στη προ­σπά­θεια της «Συ­να­γω­γής» του Κου­μα­νού­δη.” Το πό­σο “α­σύ­νει­δα” ε­νερ­γού­σε ο Κα­βά­φης ε­λέγ­χε­ται με βά­ση τις η­με­ρο­μη­νίες: ο Κου­μα­νού­δης α­πε­βίω­σε στις 19 Μαΐ. 1899, στο «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου 1900», ό­που δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα «Κε­ριά» του Κα­βά­φη, υ­πάρ­χει νε­κρο­λο­γία του. Φθι­νό­πω­ρο 1900, κυ­κλο­φό­ρη­σε η «Συ­να­γω­γή» και ο α­πό­η­χος στους φι­λο­λο­γι­κούς κύ­κλους θα κρά­τη­σε του­λά­χι­στον μέ­χρι την ά­φι­ξη του Κα­βά­φη.
Ως προς τις πη­γές, οι δυο συ­να­γω­γές λέ­ξεων Κου­μα­νού­δη-Κα­βά­φη συ­μπί­πτουν σε έ­ξι α­πό τα λε­ξι­κά, στα ο­ποία πα­ρα­πέ­μπουν ή και δέ­κα, εάν στον Κα­βά­φη προ­σθέ­σου­με και τα λε­ξι­κά του Σκαρ­λά­του. Ως προς τις ε­φη­με­ρί­δες, ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 10: δυο της Αλε­ξάν­δρειας («Εφη­με­ρίς», «Τα­χυ­δρό­μος»), ε­πτά α­θη­ναϊκές, ό­που, με ε­ξαί­ρε­ση την εφ.  «Αθή­ναι», που ξε­κι­νά­ει το 1902, οι άλ­λες βρί­σκο­νται και στον κα­τά­λο­γο Κου­μα­νού­δη («Ακρό­πο­λις», «Το Άστυ», «Νέ­ον Άστυ» στον Κα­βά­φη, «Εμπρός», «Νέα Ελλάς», «Πα­τρίς», «Σκριπ»), ό­πως και η δέ­κα­τη, η «Νέα Ημέ­ρα» της Τερ­γέ­στης. Δια­φο­ρο­ποιού­νται στα πε­ριο­δι­κά. Ο Κα­βά­φης αν­τλεί α­πό 18 πε­ριο­δι­κά, ό­που μό­νο ο «Παρ­νασ­σός» βρί­σκε­ται στον “κα­τά­λο­γο πε­ριο­δι­κών συγ­γραμ­μά­τω­ν” του Κου­μα­νού­δη. Τέ­λος, α­πό τις 529 λέ­ξεις του Κα­βά­φη οι 55 υ­πάρ­χουν και στον Κου­μα­νού­δη. Μία σύ­μπτω­ση της τά­ξεως του 10%, που δι­πλα­σιά­ζε­ται, αν λη­φθούν υ­πό­ψη οι θε­μα­τι­κά ό­μοιες λέ­ξεις, εί­ναι α­ξιο­ση­μείω­τη, δε­δο­μέ­νης και της γλωσ­σι­κής α­πό­στα­σης του Κου­μα­νού­δη.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Κα­βά­φης δεν φαί­νε­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί συ­στη­μα­τι­κά ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν τα «Πα­να­θή­ναια», α­πό ό­που αν­τλεί πα­ρα­θέ­μα­τα ό­σο διά­στη­μα πα­ρα­μέ­νει συ­νερ­γά­της, 1901-1912. Το ί­διο ι­σχύει και για το «Ημε­ρο­λό­γιον Σκό­κου». Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ξε­φυλ­λί­ζει συ­γκε­κρι­μέ­να τεύ­χη πε­ριο­δι­κών. Ή, α­κό­μη, πα­ρα­κο­λου­θεί μία ε­φη­με­ρί­δα για ο­ρι­σμέ­νη πε­ρίο­δο, με κί­νη­τρο τα τρέ­χο­ντα ε­θνι­κά θέ­μα­τα. Όπως, λ.χ., την εφ. «Νέα Ελλάς» ή τα πε­ριο­δι­κά «Ελλη­νι­σμός» και «Κρη­τι­κή Στοά» (Μα­κε­δο­νι­κό, Βαλ­κα­νι­κοί, Με­σο­λυ­μπιά­δα 1906, Κρη­τι­κά). Πριν το 1901, υ­πάρ­χουν δυο πα­ρα­πο­μπές στους ε­τή­σιους τό­μους 1884, 1894, του μη­νιαίου πε­ριο­δι­κού «Παρ­νασ­σός» και στο χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο φύλ­λο του 1897 της «Ακρό­πο­λης». Ενώ, σε δυο πε­ριο­δι­κά, φαί­νε­ται να εν­δια­φέ­ρε­ται μό­νο για διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη («Τέ­χνη» Απρ. 1899, «Πε­ριο­δι­κόν μας» Δεκ. 1900). Πά­ντως, με­τά το 1901, κα­τα­λο­γρά­φη­ση των ε­ντύ­πων σύμ­φω­να με τις χρο­νο­λο­γι­κές πα­ρα­πο­μπές, δί­νει σα­φή ει­κό­να αυ­τής της λε­ξι­κο­γρα­φι­κής ε­να­σχό­λη­σης.
Όσο α­φο­ρά τις προ­γε­νέ­στε­ρες του 1901 εκ­δό­σεις βι­βλίων α­να­φο­ράς και πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, οι πη­γές του Κα­βά­φη, στο βαθ­μό που υ­πο­δη­λώ­νουν  αι­σθη­τι­κές προ­τι­μή­σεις, έρ­χο­νται ως αμ­φι­σβή­τη­ση της πα­ρα­τή­ρη­σης του Πέ­τρου Κο­λα­κλί­δη, που διέ­βλε­πε, στο “δού­λε­μα της γλώσ­σας”, “τον α­πο­κλει­σμό λέ­ξεων που α­νή­κουν στη λε­γό­με­νη ποιη­τι­κή πα­ρά­δο­ση”. Υπάρ­χουν πολ­λα­πλά πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό βι­βλία, ό­πως «Ερω­τό­κρι­τος», «Διή­γη­σις Απολ­λω­νίου», «Τρα­γού­δια ρω­μαίι­κα» του Πασ­σό­φ, εκ­δό­σεις Σά­θα, Λε­γκράν και Νικ. Πο­λί­τη. Ιδιαί­τε­ρη θέ­ση έ­χουν τα κρη­τι­κά ποιή­μα­τα της συλ­λο­γής Αγα­θάγ­γε­λου Ξη­ρου­χά­κη και κυ­ρίως, τα «Κυ­πρια­κά» του Αγιο­πε­τρί­του Αθα­νά­σιου Σα­κελ­λά­ριου. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν οι ε­πι­λο­γές α­πό πα­λαιό­τε­ρους και συ­γκαι­ρι­νούς του συγ­γρα­φείς.
Όσο για το πό­σο κρά­τη­σε η ε­να­σχό­λη­ση του Κα­βά­φη με το λε­κτι­κό ε­ρά­νι­σμα, ο Σαβ­βί­δης πα­ρα­τη­ρεί ό­τι η προ­σπά­θεια “α­το­νεί με­τά το 1917”, με “πιο ό­ψι­μα χρο­νο­λο­γη­μέ­νο λήμ­μα” α­πό τα «Μυ­στή­ρια της Κε­φα­λο­νιάς» του Λα­σκα­ρά­του, σε α­λε­ξαν­δρι­νή έκ­δο­ση του 1929. Ου­σια­στι­κά, δια­κό­πτε­ται με­τά το 1914, με μό­λις πέ­ντε πα­ρα­θέ­μα­τα στην ε­πό­με­νη τριε­τία. Δη­λα­δή, ό­ταν ο Κα­βά­φης με­τα­το­πί­ζει το κέ­ντρο βά­ρους των εν­δια­φε­ρό­ντων του α­πό την Αθή­να στην κο­σμο­πο­λί­τι­κη Αλε­ξάν­δρεια. Θα λέ­γα­με ό­τι το «Λε­ξι­κό πα­ρα­θε­μά­των» εί­ναι έρ­γο της α­θη­ναϊκής του πε­ριό­δου. Αλλού α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­πί του Λε­ξι­κού. Προ­σώ­ρας μέ­νου­με ευ­γνώ­μο­νες στον Πιε­ρή για το κα­βα­φι­κό α­πο­θη­σαύ­ρι­σμα, που φρό­ντι­σε με α­φο­σίω­ση στον Αλε­ξαν­δρι­νό, αλ­λά και ως χρέ­ος α­πέ­να­ντι στον Δά­σκα­λό του. Πρό­κει­ται ε­πι­πλέ­ον, για μία ση­μα­ντι­κή έκ­δο­ση ως α­πο­χαι­ρε­τι­σμός “στην Αλε­ξάν­δρεια που φεύ­γει”. Στην Αλε­ξάν­δρεια που χά­νου­με, με την τε­λευ­ταία με­τοι­κε­σία των κα­βα­φι­κών κα­τά­λοι­πων.    
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/6/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: