Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Το περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«ΤΟ ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙΟ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΟ
Ένα ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2012

 Το τελευταίο τεύχος
υπό την διεύθυνση
του Μάνου Χατζιδάκι.











Μό­λις τέσ­σε­ρις μή­νες με­τά την πα­ρου­σία­ση  του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, «Η ε­πι­δη­μία», έκ­δο­ση του 2011, ε­πα­νερ­χό­μα­στε με α­φορ­μή το και­νού­ριο του βι­βλίο. Τε­λι­κά, ά­δι­κοι οι φό­βοι μας. Ως ά­ψο­γος ε­παγ­γελ­μα­τίας συγ­γρα­φέ­ας, δεν α­θέ­τη­σε ού­τε ε­φέ­τος το ο­κτω­βρια­νό ρα­ντε­βού του με τους α­να­γνώ­στες. Απλώς, το βι­βλίο του διέ­λα­θε α­πό τους “100 νέ­ους τίτ­λους του φθι­νο­πώ­ρου”, κα­θώς δεν υ­πά­γε­ται στη συ­νή­θη δυα­δι­κή τα­ξι­νό­μη­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τα-δο­κί­μια. Πα­ρά τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά του στοι­χεία και τη δο­κι­μια­κή του χροιά, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό τις δυο κα­τη­γο­ρίες. Αλλά και σε πεί­σμα του υ­πό­τιτ­λου, ού­τε στα χρο­νι­κά μπο­ρεί να συ­μπε­ρι­λη­φθεί, α­φού πόρ­ρω α­πέ­χει μιας λε­πτο­με­ρούς ε­ξι­στό­ρη­σης γε­γο­νό­των σε κά­ποια χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες, κα­θί­στα­ται εμ­φα­νές ό­τι της εύ­τα­κτης α­νά­πτυ­ξης υ­πε­ρι­σχύει η συ­νειρ­μι­κή α­να­δρο­μή, ε­νώ η ε­ξι­στό­ρη­ση ε­στιά­ζε­ται στο ε­πί μέ­ρους, φω­τί­ζο­ντας πλα­γίως τη συ­νο­λι­κή ει­κό­να. Και τα δυο αυ­τά συ­νι­στούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μάλ­λον μυ­θι­στο­ρή­μα­τος πα­ρά χρο­νι­κού. Πλην, ό­μως, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λος, ε­δώ πρό­κει­ται για “έ­να ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό”, που, με τη ση­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης ελ­λη­νι­κός α­πό τους λοι­πούς Ευ­ρω­παίους, μπο­ρεί να ση­μαί­νει και τρε­λό, με την έν­νοια του πα­ρά­λο­γου, που ε­νυ­πάρ­χει κά­πο­τε στις μυ­θο­πλα­σίες.
Στον πρό­λο­γο, πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ό­τι πρό­θε­σή του ή­ταν “να γρά­ψει το χρο­νι­κό της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, την ο­ποία το­πο­θε­τεί στο τε­λευ­ταίο έ­τος της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης ΠΑ­ΣΟΚ και στο ξε­κί­νη­μα της δεύ­τε­ρης. Κα­τά τα άλ­λα, λαμ­βά­νει ως δε­δο­μέ­νο, ό­τι ό­σοι α­νοί­ξουν το βι­βλίο γνω­ρί­ζουν τι εί­ναι αυ­τό το «Τέ­ταρ­το». Ο ί­διος το α­να­φέ­ρει σαν έ­να πε­ριο­δι­κό, που “δεν έ­γρα­ψε Ιστο­ρία”, ού­τε “ση­μά­δε­ψε τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα του τό­που”. Προ­χω­ρά­ει, ω­στό­σο, και δι­καιο­λο­γεί την πρό­θε­σή του. Όταν α­να­φέ­ρε­ται στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”, δεν εν­νο­εί αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, ως έ­να πε­ριο­δι­κό υ­ψη­λής στάθ­μης, α­φού, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, ού­τε καν κοί­τα­ξε τα τεύ­χη, αλ­λά το πώς αυ­τό προέ­κυ­ψε και μπή­κε σε εκ­δο­τι­κή πο­ρεία. Κι αυ­τό, για­τί τον εν­δια­φέ­ρουν τα πρό­σω­πα και οι κα­τα­στά­σεις, με ε­πί­κε­ντρο τη σύ­γκρι­ση τού τό­τε με το σή­με­ρα. Τον εν­δια­φέ­ρουν, κυ­ρίως, οι δυο βα­σι­κοί ε­μπλε­κό­με­νοι στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”. Ο διευ­θυ­ντής του, Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις και ο εκ­δό­της του, Γιώρ­γος Κο­σκω­τάς. Και πά­λι, ό­μως, ό­χι σαν α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, αλ­λά σαν εκ­πρό­σω­ποι δυο εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­των α­ντι­λή­ψεων. Κα­τά τον συγ­γρα­φέα, έ­κα­στος α­πο­τέ­λε­σε κά­τι σαν σή­μα κα­τα­τε­θέν μιας ο­ρι­σμέ­νης νοο­τρο­πίας. 

Ακρι­βώς μια γε­νιά

Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη νοο­τρο­πία, η ο­ποία ε­στιά­ζε­ται στον τρό­πο του σκέ­πτε­σθαι, α­πο­φεύ­γο­ντας τη λέ­ξη η­θι­κή, που εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με τους κα­νό­νες συ­μπε­ρι­φο­ράς. Κι ό­μως, ε­πι­διώ­κει να θέ­σει τον δά­κτυ­λο εις τον τύ­πον των ή­λων, ζη­τώ­ντας τα συ­μπτώ­μα­τα της ελ­λη­νι­κής “με­τάλ­λα­ξης”, που έ­λα­βε χώ­ρα στη διάρ­κεια μιας γε­νιάς. Αν ε­μείς, κά­πως αυ­θαί­ρε­τα, με­τρή­σου­με τη γε­νιά α­πό την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, την η­με­ρο­μη­νία ε­πί­ση­μης έ­ντα­ξης της Ελλά­δας στην Ευ­ρω­παϊκή Κοι­νό­τη­τα, και την ε­πε­κτεί­νου­με στο κο­ντι­νό μέλ­λον, μέ­χρι την αρ­χή του 2014, ο­πό­ταν ο­ρι­σμέ­νοι προ­φή­τες κα­κών το­πο­θε­τούν την κα­τάρ­ρευ­ση, θα έ­χου­με μια α­κέ­ραια γε­νιά, 33 ε­τών. Έτσι, πι­θα­νώς και να α­να­δει­κνύε­ται πλη­ρέ­στε­ρα το κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, που ό­λοι βιώ­νου­με και για το ο­ποίο οι ει­δι­κοί ε­πι­στρα­τεύουν αυ­τόν τον δά­νειο α­πό τη βιο­λο­γία ό­ρο. Ωστό­σο, ό­ποιος κά­νει λό­γο για “με­τάλ­λα­ξη”, δη­λα­δή  τρο­πο­ποίη­ση της κλη­ρο­νο­μι­κής σύ­στα­σης ε­νός κυτ­τά­ρου, που κα­τα­λή­γει σε γε­νε­τι­κή αλ­λα­γή του ορ­γα­νι­σμού, α­πο­δέ­χε­ται πως το εν λό­γω κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο έ­χει δυο βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.
Πρώ­τον, ό­τι, κα­τά την εκ­κί­νη­ση, υ­πε­ρί­σχυε, ως κλη­ρο­νο­μι­κή ι­διο­συ­στα­σία, η α­το­μι­κή η­θι­κή και αν πρό­κει­ται για πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς, η ευαι­σθη­σία, η ο­ποία και κυ­ρίως εκ­φρα­ζό­ταν με την καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία. Και δεύ­τε­ρον, ό­τι, στην τε­λι­κή φά­ση, έ­χει πα­ρα­με­ρι­στεί η προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη και έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί η δη­μο­κρα­τία των μέ­σων ό­ρων ή και “μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία”. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­στιά­ζο­ντας στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι, για το τι συ­νι­στά έρ­γο τέ­χνης, μπο­ρεί να α­πο­φαί­νε­ται ο κα­θέ­νας. Γεν­νά­ται, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο συμ­φω­νεί ο συγ­γρα­φέ­ας ό­τι αυ­τό το δεύ­τε­ρο στοι­χείο α­πο­τε­λεί ση­μείο κα­τά­πτω­σης του ση­με­ρι­νού κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Από την ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του, ό­πως, λ.χ., σχε­τι­κά με τα χρυ­σαυ­γί­τι­κα στο Χυ­τή­ριο, κά­τι τέ­τοιο δεν εί­ναι σα­φές. Κά­πο­τε, φαί­νε­ται να πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τις α­πό­ψεις των πε­πτω­κό­των δια­νοού­με­νων, ό­πως ο ί­διος ο­ρί­ζει εύ­στο­χα τους “κουλ­του­ριά­ρη­δες”. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο α­φη­γη­τής υ­πεκ­φεύ­γει.

Ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες

Πέ­ραν του προ­λό­γου και των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων, το βι­βλίο θα ι­κα­νο­ποιή­σει ό­σους γνω­ρί­ζουν μέ­σες ά­κρες “την πε­ρι­πέ­τεια του «Τέ­ταρ­του»”, αλ­λά και ό­σους δεν το έ­χουν ού­τε α­κου­στά. Τους πρώ­τους, α­φού τους δί­νει την ευ­και­ρία να ρί­ξουν μια μα­τιά στο πα­ρα­σκή­νιο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν, ξε­κι­νώ­ντας την α­νά­γνω­ση, πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν σε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Τους δεύ­τε­ρους, για­τί θα πά­ρουν μια γεύ­ση για το πώς λει­τουρ­γού­σε ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος πριν κο­ντά τώ­ρα τριά­ντα χρό­νια. Άλλω­στε, α­κό­μη και να θέ­λουν να ε­ξα­κρι­βώ­σουν την α­λή­θεια ή το α­νυ­πό­στα­το ό­σων ε­ξι­στο­ρού­νται, τα ί­χνη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν σχε­δόν α­πα­λει­φθεί. Στις δυο πρό­σφα­τες δε­κα­ε­τίες, κα­τά το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, υ­πο­τι­μή­θη­κε το πα­ρελ­θόν έ­να­ντι του πα­ρό­ντος και κυ­ρίως, του μέλ­λο­ντος. Ποιος θα α­σχο­λη­θεί με τον Τύ­πο α­πό την Με­τα­πο­λί­τευ­ση και ε­δώ­θε. Όσο για το Δια­δί­κτυο, που α­πο­τε­λεί την κυ­ρίαρ­χη πλέ­ον πη­γή ε­νη­μέ­ρω­σης, στο ε­ρώ­τη­μα, πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το», δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το πα­τρι­νό free press «Τέ­ταρ­το».
Το πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του βι­βλίου βρί­σκε­ται μάλ­λον στο ά­τυ­πο α­πο­μνη­μό­νευ­μα πα­ρά στο τεκ­μη­ριω­μέ­νο δο­κί­μιο. Άλλω­στε, τον χα­ρα­κτή­ρα του “memoir”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σε ευ­ρω­παΐζων κρι­τι­κός, προ­δί­δουν και τα α­πο­κα­λού­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, με πρώ­το τη φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου. Πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας δη­μο­σιευ­μέ­νης στο τεύ­χος του Ιου­νίου 1985, το ο­ποίο θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά τις ε­κλο­γές της 2ας Ιου­νίου, που έ­φε­ραν έ­να ΠΑ­ΣΟΚ του 46%, μείον μό­λις δυο μο­νά­δες α­πό την θριαμ­βι­κή εί­σο­δό του δυό­μι­σι και κά­τι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Αυ­τό προ­δί­δει το “editorial” του Χατ­ζι­δά­κι, με τίτ­λο, «Μια μωβ σκιά Μαΐου». Μπο­ρεί το πε­ριε­χό­με­νο του να μην α­να­φέ­ρε­ται στην πο­λι­τι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, ω­στό­σο κα­τα­λή­γει με “την μωβ σκιά” της ε­κλο­γι­κής νί­κης. Η μα­σκα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φία συ­γκρα­τεί δυο μό­νο πρό­σω­πα, τους πρω­τα­γω­νι­στές του “memoir”. Τον συγ­γρα­φέα και τον Χατ­ζι­δά­κι, σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη στά­ση. Με­τω­πι­κά, χα­μο­γε­λα­στούς, με σταυ­ρω­μέ­να στο στή­θος τα χέ­ρια, σαν έ­τοι­μους για κά­ποια α­να­μέ­τρη­ση. Πρό­κει­ται για την τυ­πο­ποιη­μέ­νη φω­το­γρα­φι­κή πό­ζα πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας πριν τον α­γώ­να. 
Η φω­το­γρα­φία εί­ναι α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του «Φα­ντα­στι­κού κα­φε­νείου» ε­κεί­νου του τεύ­χους, που ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στο πο­δό­σφαι­ρο. Η εν λό­γω ρου­μπρί­κα ή­ταν μια α­πό τις πρω­τό­τυ­πες ή και ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες του Χατ­ζι­δά­κι. Εκεί­νος ό­ρι­ζε το θέ­μα, ε­πέ­λε­γε τους συ­νο­μι­λη­τές και συμ­με­τεί­χε ως κο­ρυ­φαίος, προ­σπα­θώ­ντας να στή­σει “κα­φε­νεια­κή κου­βέ­ντα”. Ως σύλ­λη­ψη στό­χευε να εί­ναι ο α­ντί­λο­γος της νεό­κο­πης α­κό­μη τό­τε τη­λε­ο­πτι­κής “στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας”. Στην πρά­ξη, ό­μως, η ι­δέα θα πρέ­πει να α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κή, α­φού πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν μό­λις πέ­ντε πα­ρό­μοιες συ­ζη­τή­σεις. Αλλά και ο­λό­κλη­ρο το «Τέ­ταρ­το» του Χατ­ζι­δά­κι, με μό­λις έ­ντε­κα τεύ­χη, μή­πως δεν α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κό. Το ρη­το­ρι­κό ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας στο ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, κα­τά πό­σο “ή­ταν κα­λό πε­ριο­δι­κό”, δεν εί­ναι το πιο πρό­σφο­ρο. Το πε­ριο­δι­κό έ­μει­νε ως μύ­θος στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού. Κά­τι σαν τον συγ­γρα­φέα του ε­νός αλ­λά ση­μα­δια­κού βι­βλίου. Ως α­νά­μνη­ση της ε­πο­χής πριν την “με­τάλ­λα­ξη”, ό­ταν η ποιό­τη­τα α­πο­τε­λού­σε α­κό­μη το κρι­τή­ριο ε­πι­λο­γών και πρά­ξεων.

Με την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή

Στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλία, συ­νη­θί­ζε­ται τε­λευ­ταία ο συγ­γρα­φέ­ας να ει­κο­νί­ζε­ται στο ε­ξώ­φυλ­λο. Εδώ, ω­στό­σο. ο α­φη­γη­τής πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο, με κά­ποιες γο­η­τευ­τι­κά α­ντι­φα­τι­κές ι­διό­τη­τες. Το δια­φο­ρε­τι­κό ι­σχύει και σε σχέ­ση με τους α­φη­γη­τές των μυ­θο­πλα­στι­κών και λοι­πών βι­βλίων του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. “Νο­μάς” αλ­λά και “ερ­γα­σιο­μα­νής”, μπλα­ζέ και “παι­δί του Δια­φω­τι­σμού”, αρ­χαιο­λά­τρης δια της γαλ­λι­κής καλ­λιέρ­γειας πα­ρα­κα­μπτη­ρίου, αν και κά­πο­τε χω­ρίς την αί­σθη­ση του μέ­τρου, πα­ρορ­μη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ως Βαλ­κά­νιος και συ­νά­μα, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, α­πρό­σμε­να φλεγ­μα­τι­κός. Ενδια­φέ­ρει ι­διαί­τε­ρα ως πρό­σω­πο, ό­πως άλ­λω­στε ό­λοι οι α­φη­γη­τές, α­φού τους άλ­λους ε­μπλε­κό­με­νους “στην πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού” τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τη δι­κή του “υ­πο­κει­με­νι­κώς α­ντι­κει­με­νι­κή” σκια­γρά­φη­ση.
Σε αυ­τόν, εμ­μέ­σως, πι­θα­νώς και να α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Όταν Χατ­ζι­δά­κις, Γκά­τσος και Θε­ο­δω­ρό­που­λος α­να­ζη­τού­σαν τίτ­λο για το πε­ριο­δι­κό, ο Χατ­ζι­δά­κις πρό­τει­νε «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το του ει­κο­στού», α­φού αυ­τό διή­νυαν. Ο Γκά­τσος α­πέρ­ρι­ψε τον τίτ­λο ως μα­κρι­νά­ρι. Σύμ­φω­να με τον α­φη­γη­τή, χά­ρις στην πα­ρέμ­βα­ση του τρί­του της πα­ρέ­ας, συ­ντο­μεύ­τη­κε στον τίτ­λο, «Το Τέ­ταρ­το», ώ­στε το πε­ριο­δι­κό να δεί­χνει ως δια­δο­χή του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου ρα­διο­φω­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, «Το Τρί­το», του Χατ­ζι­δά­κι. Κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, ε­κεί­νο το τέ­ταρ­το του αιώ­να ή­ταν το τέ­ταρ­το του βίου του Γκά­τσου, το τρί­το του Χατ­ζι­δά­κι, γεν­νη­μέ­νου το 1925, και το δεύ­τε­ρο του α­φη­γη­τή. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι δεν το έ­ζη­σαν μέ­χρι τέ­λους (1991 α­να­χώ­ρη­σε ο πρώ­τος, 1994 ο δεύ­τε­ρος). 
Σή­με­ρα, ο μι­κρό­τε­ρος πλη­σιά­ζει στην η­λι­κία, που εί­χε ο Χατ­ζι­δά­κις του «Τέ­ταρ­του», και ή­δη άγ­χε­ται α­πό το φό­βο του μοι­ραίου. Απο­κα­λύ­πτο­ντας μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή πτυ­χή, α­φιε­ρώ­νει έ­να κε­φά­λαιο στο θά­να­το του πα­τέ­ρα του σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία. Κά­που αλ­λού, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι του “α­ρέ­σει να γρά­φει υ­πό πίε­ση χρό­νου”. Κα­τά μια εκ­δο­χή, στο δι­κό του τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Εξ ου και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ά­νοιγ­μα. Πι­θα­νόν, η αί­σθη­ση ό­τι “ο χρό­νος τον πιέ­ζει” να α­πο­βεί και πε­ραι­τέ­ρω γο­νι­μο­ποιός. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι το βι­βλίο το α­φιε­ρώ­νει στην κό­ρη του, που προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση σαν το μο­να­δι­κό στα­θε­ρό ση­μείο του νο­μα­δι­κού του βίου και η ο­ποία γεν­νή­θη­κε στο ξε­κί­νη­μα “της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, Μάρ­τιο 1984. 

Προ­ξε­νη­τής

Στην εν λό­γω “πε­ρι­πέ­τεια”, ο α­φη­γη­τής εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο “εν­διά­με­σος” στη συ­νερ­γα­σία ή και ως προ­ξε­νη­τής στον εκ­δο­τι­κό “γά­μο”, Χατ­ζι­δά­κι-Κο­σκω­τά. Αφή­νο­ντας η­μι­τε­λές έ­να δι­δα­κτο­ρι­κό γύ­ρω α­πό τη γυ­ναί­κα και τη νό­σο στην ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία, νο­σού­ντος του ι­δίου α­πό έ­ρω­τα, α­κο­λου­θεί τη γυ­ναί­κα. Τε­λι­κά, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας Πα­ρί­σι, Νέα Υόρ­κη και γυ­ναί­κα, ε­πι­στρέ­φει και δη­μο­σιο­γρα­φεί σε πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης, που διευ­θύ­νει ε­πί τριε­τία ο Παύ­λος Μπα­κο­γιάν­νης, ο ο­ποίος, ε­πί­σης, έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει Μό­να­χο και Ρα­διο­φω­νία, α­κο­λου­θώ­ντας μια γυ­ναί­κα. Ο δεύ­τε­ρος, ό­μως, για κα­κό του κε­φα­λιού του, δεν α­πα­γκι­στρώ­νε­ται α­πό τη γυ­ναί­κα, λό­γος για τον ο­ποίο και α­πο­λύε­ται α­πό το πε­ριο­δι­κό. Κά­πως έ­τσι, ο α­φη­γη­τής βρί­σκε­ται με α­φε­ντι­κό τον Κο­σκω­τά. Επί Μπα­κο­γιάν­νη α­κό­μη, Πρω­το­χρο­νιά 1984, έ­χει γνω­ρί­σει τον Χατ­ζι­δά­κι ως σε­νε­ντευ­ξια­στής του. Εκεί­νος φαί­νε­ται ό­τι εξ αρ­χής έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει συ­νερ­γα­σία στο πε­ριο­δι­κό, που έ­χει κα­τά νου να εκ­δώ­σει. Στη συ­νέ­χεια, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται.
Αρχές κα­λο­και­ριού, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­τοι­μος να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη δη­μο­σιο­γρα­φία για την με­γά­λη ε­ρω­μέ­νη, τη συγ­γρα­φή, που έ­χει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία πα­ρα­με­λή­σει. Τό­τε, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Κο­σκω­τάς, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ει­σέλ­θει και στο χώ­ρο του Τύ­που με πε­ριο­δι­κό. Κι αυ­τός έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει να το α­να­λά­βει. Ο ί­διος, ω­στό­σο, καί­τοι γαλ­λο­τρα­φείς δια­νοού­με­νος, που ε­κεί­να του­λά­χι­στον τα χρό­νια σή­μαι­νε διά­νος φου­σκω­μέ­νος, δια­θέ­τει αυ­το­γνω­σία και ε­φαρ­μό­ζει το “στρί­βειν δια του αρ­ρα­βώ­νος”, ό­πως θα λέ­γα­με άλ­λο­τε. Μέ­σα σε λι­γό­τε­ρο α­πό ε­ξά­μη­νο, Πρω­το­χρο­νιά 1985, συμ­βάλ­λει στο να κλεί­σει η συμ­φω­νία  των δυο ε­πί­δο­ξων ερ­γο­δο­τών του για “μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό πο­λι­τι­κής και τέ­χνης”. Η τέως εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μπα­κο­γιάν­νη και ή­δη Κο­σκω­τά εί­ναι ο ι­διο­κτή­της, εκ­δό­της - διευ­θυ­ντής α­να­λαμ­βά­νει ο Χατ­ζι­δά­κις και ο “εν­διά­με­σος” εμ­φα­νί­ζε­ται ως “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης”.
Πέ­ντε τεύ­χη πα­ρέ­μει­νε στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού (Μάιο-Σε­πτ. 1985), για τα ε­πό­με­να έ­ξι του Χατ­ζι­δά­κι, “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης” δεν υ­πάρ­χει, με­τά τη θέ­ση αμ­φο­τέ­ρων κα­λύ­πτει πο­λυ­με­λής συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή, α­πό την ο­ποία, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, προ­κύ­πτει “υ­πεύ­θυ­νος για την έκ­δο­ση”. Τέσ­σε­ρα τα “σχό­λια της σύ­ντα­ξης” που υ­πο­γρά­φει, τα ο­ποία θα πρέ­πει να α­πο­τε­λούν το ε­ναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα του με­τέ­πει­τα ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση γί­νε­ται α­πό μνή­μης, ού­τε καν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις δεν ε­πι­κα­λεί­ται. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο α­φη­γη­τής ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι δεν θυ­μά­ται τίτ­λους πε­ριο­δι­κών και η­με­ρο­μη­νίες. Όσο για τα πρό­σω­πα, α­κο­λου­θεί την αρ­χή “ο­νό­μα­τα δεν λέ­με, οι­κο­γέ­νειες δεν θί­γου­με”. Μπο­ρεί, ό­μως, και να υιο­θε­τεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, ό­τι η Ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται με ο­νό­μα­τα. Μό­νο δυο συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού α­να­φέ­ρο­νται, κι αυ­τοί με ψευ­δώ­νυ­μα, τα ο­ποία, ό­μως, ο α­φη­γη­τής ε­πι­λέ­γει αρ­κού­ντως διά­φα­να για τους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον ό­τι ο μο­να­δι­κός α­πό το χώ­ρο του Τύ­που και των Γραμ­μά­των, που κα­το­νο­μά­ζε­ται, εί­ναι έ­νας κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πε­ρι­σχύει η συγ­γρα­φι­κή ψυ­χο­σύν­θε­ση, που, α­δυ­να­τώ­ντας να α­πο­δεχ­θεί τις τυ­χόν ε­πι­κρί­σεις του κρι­τι­κού, φα­ντα­σιώ­νε­ται πλεί­στους ό­σους ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς λό­γους. Κα­τά την ε­μπει­ρία μας, αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή α­γκύ­λω­ση δεν βελ­τιώ­νε­ται ού­τε με την η­λι­κία ού­τε με την καλ­λιέρ­γεια. 
Στην πε­ρι­γρα­φή των προ­σώ­πων, ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να α­να­συ­στή­σει τις πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις ε­κεί­νης της ε­πο­χής, α­πο­φεύ­γο­ντας το ρε­του­σά­ρι­σμα ή την α­μαύ­ρω­ση α­πό τον χρό­νο και την με­τέ­πει­τα πεί­ρα. Από το πώς πε­ρι­γρά­φει τα πρό­σω­πα, λ.χ. τον Χατ­ζι­δά­κι έ­να­ντι του Γκά­τσου, συ­μπλη­ρώ­νε­ται το δι­κό του προ­φίλ. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα προ­τι­μού­σα­με λι­γό­τε­ρη δο­κι­μια­κή χροιά στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου. Ο λό­γος της τρέ­χου­σας δια­νό­η­σης, που κα­ταγ­γέλ­λει ό­σα συμ­βαί­νουν σαν η ί­δια να μην συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους κα­τοί­κους της χώ­ρας, α­πο­μα­κρύ­νει τον α­να­γνώ­στη. Έτσι κι αλ­λιώς, τα κα­λύ­τε­ρα γρά­φο­νται ε­ρή­μην των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Εδώ, υ­πάρ­χει η α­φή­γη­ση, που κι­νεί­ται σε τε­θλα­σμέ­νη γραμ­μή και διαν­θί­ζε­ται με ο­ξείς συ­γκρί­σεις του τό­τε και του σή­με­ρα, αιφ­νι­διά­ζο­ντας με εύ­στο­χες πα­ρα­τη­ρή­σεις για κα­τα­στά­σεις και πρω­τό­τυ­πες χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κές α­πο­χρώ­σεις στις σκια­γρα­φή­σεις ε­πι­φα­νών.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου      

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/3/2013.

Μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία


«Εντευ­κτή­ριο», Δί­μη­νο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό,
Οκτώ­βριος 1987, τεύ­χος 1,
Διεύ­θυν­ση: Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης,
Γ. Σε­φέ­ρη 15, Σταυ­ρού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Ζω­γρα­φιά
του Μι­χά­λη
Μα­νου­σά­κη
α­πό την
ει­κο­νο­γρά­φη­ση
του τεύ­χους.








Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του πρώ­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι πρώ­το, δεν υ­πάρ­χει προοί­μιο για το τι εί­ναι, σε τι α­κρι­βώς στο­χεύει ή, τε­λο­σπά­ντων, κά­τι σαν δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, κα­τα­χω­ρού­νται τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά “των συ­νερ­γα­τώ­ν/συγ­γρα­φέων του τεύ­χους”. Εκεί πα­ρου­σιά­ζε­ται, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, και ο ά­γνω­στος, τό­τε, σε Αθη­ναίους και λοι­πούς Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες, διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό. Μα­θαί­νου­με ό­τι υ­πήρ­ξε συ­νερ­γά­της κα­τά την προ­η­γού­με­νη επτα­ε­τία (1979-1986) της ΕΡ­Τ-2 Θεσ­σα­λο­νί­κης ως πα­ρα­γω­γός εκ­πο­μπών και ό­τι έ­χει μια με­λέ­τη στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με τίτ­λο, «Τα μου­σεία της Θεσ­σα­λο­νί­κης». Η συ­νε­χής α­να­γνω­στι­κή συ­νά­φεια, ε­πί έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, με το πε­ριο­δι­κό του, δι­καίω­σε την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση ε­νός αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων, που α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι διέ­θε­τε ο­ρι­σμέ­νες πρό­σθε­τες ι­διό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γι­κός, ε­πί­μο­νος, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός.
Το πρώ­το τεύ­χος, ω­στό­σο, συ­νο­δευό­ταν α­πό δι­πλό δελ­τίο Τύ­που. Το έ­να πα­ρου­σία­ζε τα πε­ριε­χό­με­να του τεύ­χους και το άλ­λο, το εγ­χεί­ρη­μα της έκ­δο­σης. Αντι­γρά­φου­με ε­πι­λε­κτι­κά α­πό αυ­τό το δεύ­τε­ρο, που, ό­ντας έ­να δελ­τίο Τύ­που, μπο­ρεί και να μην δια­σώ­θη­κε. “Εί­ναι έ­νας έ­ντυ­πος χώ­ρος ό­που συ­να­ντώ­νται πρό­σω­πα και κεί­με­να... Δεν εί­ναι στε­νά λο­γο­τε­χνι­κό... φι­λο­δο­ξεί να γί­νει πε­ριο­δι­κό γε­νι­κής παι­δείας και πνευ­μα­τι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού... Δεν εί­ναι το­πι­κό πε­ριο­δι­κό. Ού­τε η θε­μα­το­γρα­φία του, ού­τε οι συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­ρί­ζο­νται στο χώ­ρο της Θεσ­σα­λο­νί­κης... φι­λο­δο­ξεί να δια­βά­ζε­ται με το ί­διο εν­δια­φέ­ρον σε ό­λη την Ελλά­δα...” Ευ­σε­βείς πό­θοι, θα έ­λε­γε κα­νείς, οι ο­ποίοι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι, λί­γο πο­λύ, ευο­δώ­θη­καν.
Ο διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, ή­δη α­πό το πρώ­το τεύ­χος, εί­χε προ­τι­μή­σει, α­ντί α­φιε­ρω­μα­τι­κών τευ­χών, να πα­ρα­χω­ρεί πε­ρισ­σό­τε­ρες ή λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε έ­να θέ­μα. Ως προς αυ­τό, ε­κεί­νο το πρώ­το τεύ­χος διεκ­δι­κεί μια μο­να­δι­κό­τη­τα. Δεν πι­στεύου­με να υ­πήρ­ξε πο­τέ άλ­λο λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που να ξε­κί­νη­σε το πρώ­το τεύ­χος του με σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στις συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τούν στις φυ­λα­κές. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό, ό­που το Γε­ντί Κου­λέ α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα ση­μεία α­να­φο­ράς της πό­λης. Όπως και να έ­χει, το τεύ­χος α­νοί­γει με “Σε­λί­δες για τη φυ­λα­κή”. Έναυ­σμα στά­θη­κε ο θό­ρυ­βος που εί­χε προ­κα­λέ­σει, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, η έκ­θε­ση της ει­σαγ­γε­λέως Χρυ­σού­λας Για­τα­γά­να για τις συν­θή­κες στη Δι­κα­στι­κή Φυ­λα­κή Επτα­πυρ­γίου. Στο πρώ­το κεί­με­νο, ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος πα­ρου­σιά­ζει έ­να βι­βλίο του 1921, «Από τον τά­φο των ζω­ντα­νών», του Γεωρ­γίου Ιορ­δά­νου. Κά­τι σαν χρο­νι­κό ή α­πο­μνη­μό­νευ­μα α­πό το Γε­ντί Κου­λέ του 1918. Για της φυ­λα­κής τα σί­δε­ρα γρά­φουν α­κό­μη, οι Ηλίας Πε­τρό­που­λος και Κώ­στας Τα­χτσής.

«Εντευ­κτή­ριο», Λο­γο­τε­χνι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Αύ­γου­στος - Οκτώ­βριος 2012, τεύ­χος 98, Εκδό­της - Διευ­θυ­ντής Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης, Underground Εντευ­κτή­ριο, Δε­σπε­ραί 9. 

Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του τρέ­χο­ντος τεύ­χους. Εί­ναι το τρί­το στη σει­ρά, που θυ­μί­ζει στο ε­ξώ­φυλ­λό του τη συ­μπλή­ρω­ση 25 χρό­νων συ­νε­χούς πα­ρου­σίας, χω­ρίς πε­ρίο­δο α­γρα­νά­παυ­σης ή ά­τα­κτης έκ­δο­σης. Ση­μά­δι ό­τι έ­χει κά­τι να πει και πως ο χαλ­κέ­ντε­ρος  εκ­δό­της του ού­τε κου­ρά­στη­κε ού­τε, το βα­σι­κό­τε­ρο, κού­ρα­σε. Όπως ση­μειώ­νε­ται ει­σα­γω­γι­κά, το πε­ριο­δι­κό άρ­χι­σε να ε­πι­χο­ρη­γεί­ται α­πό το Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη. Αυ­τή η χο­ρη­γία θα μπο­ρού­σε να στα­θεί α­φορ­μή για κά­ποιες σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία, που α­πο­τε­λεί το α­πο­κλει­στι­κό α­ντι­κεί­με­νο των εκ­δό­σεων του Ιδρύ­μα­τος. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι άλ­λοι εκ­δο­τι­κοί φο­ρείς την έ­χουν σχε­δόν ο­λο­σχε­ρώς ε­γκα­τα­λεί­ψει, ε­νώ το «Εντευ­κτή­ριο» πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στο πα­ρόν, έ­να με­γά­λο τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού α­γνο­εί τις σχε­τι­κές εκ­δό­σεις. Γι’ αυ­τό, πι­στεύου­με ό­τι θα ή­ταν κα­λή ι­δέα να κα­τα­χω­ρού­νται οι εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος στις σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού. Λ.χ., α­νοί­γο­ντας το τεύ­χος, ο α­να­γνώ­στης να α­ντι­κρί­ζει δυο, πι­θα­νώς, ά­γνω­στους σε αυ­τόν, αλ­λά κα­θό­λου τυ­χαίους, ό­πως ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας και ο Εμίλ Λε­γκράν, και η δια­φη­μι­στι­κή προ­βο­λή να κε­ντρί­ζει την πε­ριέρ­γειά του για την Αλλη­λο­γρα­φία τους, μια πρό­σφα­τη έκ­δο­ση του Ιδρύ­μα­τος, που δεν βρή­κε την α­ντί­στοι­χη α­ντα­πό­κρι­ση.   

Τα γε­νέ­θλιά του, πά­ντως, δη­λα­δή τη συ­μπλή­ρω­ση της ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τίας, το πε­ριο­δι­κό τα ε­ορ­τά­ζει με αυ­τό το τεύ­χος. Του Οκτω­βρίου 2012. Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ό­τι στην ταυ­τό­τη­τα δεν α­να­φέ­ρε­ται η πό­λη. Ποιος, α­λή­θεια, γνω­ρί­ζει πλην Θεσ­σα­λο­νι­κέων, την ο­δό Δε­σπε­ραί κι ας εί­ναι πα­ράλ­λη­λος της Αγγε­λά­κη, έ­να βή­μα α­πό τον Λευ­κό Πύρ­γο. Κά­ποιοι, ό­μως, θα πρέ­πει να έ­χουν α­κου­στά τον στρα­τη­γό Φραν­σαί Δε­σπε­ραί, που θριάμ­βευ­σε στο Μα­κε­δο­νι­κό Μέ­τω­πο τον Σε­πτέμ­βριο του 1918. Αυ­τό, σε συ­σχε­τι­σμό, με τις σε­λί­δες του τεύ­χους τις α­φιε­ρω­μέ­νες στην Γερ­τρού­δη Στάϊν και το διή­γη­μα του γάλ­λου πε­ζο­γρά­φου Ερβέ Λε Τε­λιέ, δί­νει στο τεύ­χος γαλ­λι­κό ά­ρω­μα. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο, κα­θώς δη­μο­σιεύο­νται, ε­πί­σης, πε­ζά Αμε­ρι­κα­νί­δας, Ούγ­γρου, Ισπα­νού, ποιή­μα­τα Τούρ­κων και φω­το­γρα­φίες Ελβε­τί­δας. Ύστε­ρα, στους συ­νερ­γά­τες υ­περ­τε­ρούν σα­φώς οι Αθη­ναίοι. Και δη, η α­φρό­κρε­μα του πνευ­μα­τι­κού μας χώ­ρου. Ο διευ­θυ­ντής φαί­νε­ται να ε­τοί­μα­σε με ι­διαί­τε­ρη μέ­ρι­μνα τη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων για το γε­νέ­θλιο τεύ­χος.  

Το τεύ­χος α­νοί­γει με έ­να διή­γη­μα. Όχι ι­στο­ρία, διή­γη­μα. Ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί ως προς τη μορ­φή. «Τρί­πτυ­χο». Απο­τε­λεί­ται α­πό τρεις μυ­θο­πλα­στι­κές συν­θέ­σεις, που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους δια μέ­σου του το­πι­κού τους στίγ­μα­τος. “Ένα με­γά­λο μπαλ­κό­νι”, που προ­βάλ­λει προ­στα­τευ­τι­κό ως μη­τρι­κός κόλ­πος. Οι δυο α­κραίες “ει­κό­νες” σαν να δι­πλώ­νο­νται προς αυ­τήν που βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο και να την κα­λύ­πτουν. Υπο­θε­τι­κός τίτ­λος αυ­τού του ε­πί μέ­ρους δί­πτυ­χου, “θη­λυ­κή πρό­κλη­ση”. Πε­ρι­γρά­φε­ται σε ό­λο της το με­γα­λείο η χά­ρις του αι­λου­ρο­ει­δούς. “Η ορ­θω­μέ­νη ου­ρά”, “τα μπρά­τσα και οι γά­μπες μαυ­ρι­σμέ­να α­πό τη θά­λασ­σα”. Μια α­λα­νιά­ρα γά­τα, έ­να θη­λυ­κό που δεν εν­δί­δει εύ­κο­λα. Συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία αι­σθη­σια­σμού. Τα αι­λου­ρο­ει­δή, α­νε­ξαρ­τή­τως εί­δους και ε­θνι­κό­τη­τας, δια­τη­ρούν “την α­ξιο­πρέ­πειά τους” και ε­πι­δει­κνύουν ε­ξαι­ρε­τι­κή α­ντο­χή. Ού­τε μια πε­ριτ­τή λέ­ξη, ού­τε αι­σθη­μα­το­λο­γι­κές ή άλ­λες πα­ρεκ­βά­σεις. “Η μνή­μη των σω­μά­τω­ν”, η μνή­μη των τό­πων. Τον Ευ­ρώ­τα θυ­μά­ται ο α­φη­γη­τής, την Άνω Τζου­μα­γιά η Βουλ­γά­ρα της με­σαίας “ει­κό­νας” του τρί­πτυ­χου, που “έρ­χε­ται κά­θε Τε­τάρ­τη”. 
Υπο­γείως ε­πε­τεια­κό το διή­γη­μα. Οι μά­χες Κρέσ­νας- Σι­μιτ­λή-Τζου­μα­γιάς, 11-15 Ιου­λίου 1913. “Δια της α­λώ­σεως των στε­νών της Κρέσ­νας, ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός ή­το ε­λεύ­θε­ρος να βα­δί­ση προς την Τζου­μα­γιάν... ε­στα­μά­τη­σεν εις τεσ­σά­ρων χι­λιο­μέ­τρων α­πό­στα­σιν και την εί­δε καιό­με­νη...”, κα­τά πα­λαιά χρο­νο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Η Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στίου τρά­βη­ξε την ο­ριο­θε­τι­κή γραμ­μή και η Άνω Τζου­μα­γιά πή­ρε το ό­νο­μα του Ντι­μι­τάρ Μπλα­γκό­εφ α­πό τη Ζα­γο­ρί­τσα­νη Κα­στο­ριάς. Ορα­μα­τι­στής κο­μου­νι­στής, ας ό­ψε­ται κι αυ­τός, που η Βουλ­γά­ρα ξε­νο­δου­λεύει στο Πα­γκρά­τι. Αυ­τά πί­σω α­πό τις γραμ­μές. Κα­τά τα άλ­λα, κυ­ρίαρ­χη κα­τα­λη­κτι­κή ε­ντύ­πω­ση, η α­πό­λαυ­ση της συ­νεύ­ρε­σης, ό­ταν του δι­ψα­σμέ­νου “μαρ­τυ­ρού­νε τα γό­να­τά του” για να φτά­σει τη δυσ­πρό­σι­τη πη­γή. Το διή­γη­μα α­ρι­στεύει α­πό μό­νο του, δεν χρειά­ζε­ται να το σπρώ­ξει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Έτσι κι αλ­λιώς, το βα­ρύ­γδου­πο, στις η­μέ­ρες μας, ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα του θα χα­λού­σε τους χα­μη­λούς τό­νους στο Εντευ­κτή­ριο. Άλλω­στε, το τεύ­χος κλεί­νει με πα­ρου­σία­ση του τε­λευ­ταίου βι­βλίου τού εν λό­γω μη ο­νο­μα­σθέ­ντος συγ­γρα­φέα, ό­που ορ­γιά­ζουν τα θαυ­μα­στι­κά ε­πί­θε­τα σε βαθ­μό α­νοι­κο­νό­μη­το.
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων, ο Τί­τος Πα­τρί­κιος και η Κι­κή Δη­μου­λά συ­νο­μι­λούν με τον Λευ­τέ­ρη Ξαν­θό­που­λο. Ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας γρά­φει κά­τι σαν η­με­ρο­λό­γιο για τον ε­ορ­τα­σμό των πε­νή­ντα χρό­νων πα­ρου­σίας του στα γράμ­μα­τα. Το κεί­με­νό του α­κο­λου­θεί, δί­κην συ­μπλη­ρώ­μα­τος, η ο­μι­λία της Αντι­γό­νης Βλα­βια­νού στην ε­πε­τεια­κή εκ­δή­λω­ση, που έ­λα­βε χώ­ρα στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Αθη­νών. Η με­λε­τή­τρια εκ­κι­νεί να “προ­σμε­τρά” πλεί­στα ό­σα, σε­νά­ριο, θε­α­τρι­κό, με­τα­φρά­σεις, δο­κι­μια­κά βι­βλία (έ­τσι α­πο­κα­λεί τις τρεις συ­να­γω­γές προ­σω­πι­κών κει­μέ­νων), για να συλ­λά­βει το συ­νο­λι­κό έρ­γο του. Κά­νει, μά­λι­στα, και μια πο­λύ πρω­τό­τυ­πη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Ένα έρ­γο με­γά­λο, α­κό­μη κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στα α­κραιφ­νώς λο­γο­τε­χνι­κά του κεί­με­να...” Δη­λα­δή, αν δια­βά­ζου­με σω­στά, την εκ­πλήσ­σει, έ­να έρ­γο λο­γο­τέ­χνη να εί­ναι με­γά­λο μό­νο με τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Όπως και να έ­χει, α­να­φέ­ρο­ντας α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μό­νο το μπε­στ σέ­λε­ρ, «Η φα­νέ­λα με το εν­νιά», και τα υ­πό­λοι­πα σω­ρευ­τι­κά μέ­σα α­πό αποφθεγματικές απο­φάνσεις και κρί­σεις Ευ­ρω­παίων και γη­γε­νών, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι ο λο­γο­τε­χνι­κός Κου­μα­ντα­ρέ­ας δια­φεύ­γει.         
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σέρ­χο­νται με πε­ζά πέ­ντε συγ­γρα­φείς (Γ. Ευ­στα­θιά­δης, Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή, Κ. Χα­ρί­τος, Κ. Αρκου­δέ­ας, Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου, κα­τά σει­ρά πα­ρά­τα­ξης). Και με ποιή­μα­τα, άλ­λοι πέ­ντε (Α. Μα­ρω­νί­τη, Βα­σί­λης Πα­πάς, Κ. Συ­φιλτ­ζό­γλου, Σω­τή­ρης Πα­στά­κας, Ν. Κυ­ρια­κί­δης). Σε αυ­τά προ­στί­θε­νται με­τα­φρά­σεις, θέ­α­τρο, κρι­τι­κή και το φω­το­γρα­φι­κό έν­θε­το «Camera Obscura». Η ζω­γρα­φι­κή του Μι­χά­λη Μα­νου­σά­κη συ­μπλη­ρώ­νει ει­κο­νο­γρα­φι­κά τη συ­νά­ντη­ση. 
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, υ­πάρ­χει έ­νας μο­να­δι­κός συ­νερ­γά­της του πρώ­του  τεύ­χους, που εμ­φα­νί­ζε­ται και στο γε­νέ­θλιο 98ο. Συμ­με­τέ­χει και τις δυο φο­ρές με πε­ζό, ό­που δια­κρί­νε­ται η ί­δια ευαι­σθη­σία, αλ­λά και η ε­ξέ­λι­ξη της γρα­φής. Ας α­φή­σου­με τα γνω­στά ο­νό­μα­τα σαν γρί­φο για τους φα­να­τι­κούς του Εντευ­κτη­ρίου. Ευ­χό­μα­στε μια δεύ­τε­ρη, ε­ξί­σου γό­νι­μη, ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Εί­θε, στο τέ­λος της, ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, που θα έ­χει φθά­σει τα χρό­νια του μέ­ντο­ρά του, να δια­τη­ρεί το δι­κό του σφρί­γος. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου



Το ίζημα

Tου Βασίλη Παπά

Βράχοι πελεκημένοι τραβερτίνης
τα τείχη που προστάτεψαν την πόλη.
Βούρκωνε, όμως, το έδαφος απ’ τα νερά
που χρόνια γλείφανε τις πέτρες
στο τέλος τις διαλύσανε.
Το ίζημα παχύ, πυκνό
κάθισε πάνω από τους δρόμους
και τα σπίτια
με τα σαγόνια της να τα μασήσει
η υγρασία σιωπηλά.
Καθώς όμως τα σκέπασε
κατέληξε στο τέλος να τα συντηρήσει.
Το ίζημα των στάσιμων νερών
όπως το ίζημα του χρόνου
όταν αρχίζει να λιμνάζει
στις επιφάνειες των πεπραγμένων
και η ζωή αποκτά κάποια στιγμή
το αρχαιολογικό δικό της πάρκο
και ξεκινούν άτακτες, τότε,
σωστικές ανασκαφές
μ’ ευρήματα, συνήθως, χρηστικά
ρουτίνας περισσότερο
με συλημένα όλα τα σπουδαία της σημεία
που γίνανε αιθέρας κι εξατμίστηκαν
έχοντας μόνο να αποδώσει πια
τα ανελαστικά και ογκώδη ερείπια
μιας καθημερινότητας.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/2/2013.