Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Πάσχα ρωμέϊκο

Το διήγημα «Ο Αντίκτυπος του νου»,
σε εικονογράφηση
του Παύλου Βαλασάκη,
από τις εκδόσεις Κουτσουμπός.


Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν ή­ταν ό­πως οι ση­με­ρι­νοί ε­τε­ρο­δη­μό­τες ή και γε­νι­κό­τε­ρα, οι ση­με­ρι­νοί μέ­τοι­κοι της Αθή­νας, που το Πά­σχα το περ­νούν στην ι­διαί­τε­ρη πα­τρί­δα τους. Εγκα­τε­στη­μέ­νος στην Αθή­να ε­πί 34 χρό­νια, μό­νο δυο Πά­σχα πέ­ρα­σε στη Σκιά­θο. Το πρώ­το Πά­σχα, που γιόρ­τα­σε στην Αθή­να, ή­ταν το 1874 ως τε­λειό­φοι­τος του Βαρ­βα­κείου. Όσο για το τε­λευ­ταίο, θα πρέ­πει να ή­ταν ε­κεί­νο του 1907. Σώ­θη­κε ε­πι­στο­λή με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο το Χρι­στός Ανέ­στη προς τις α­δελ­φές του.

Αθη­ναϊκά και ε­ορ­τα­στι­κά

Εί­ναι γνω­στή η α­να­ντι­στοι­χία με­τα­ξύ των ε­τών, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­ζη­σε στην Αθή­να, και των διη­γη­μά­των, που ε­μπνεύ­σθη­κε α­πό τις α­θη­ναϊκές του ε­μπει­ρίες. Άπα­ντα τα διη­γή­μα­τα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του προ τριε­τίας ε­ντο­πι­σθέ­ντος, εί­ναι 170. Από αυ­τά, σύμ­φω­να με τον κα­τά­λο­γο του Αλέ­ξαν­δρου Κοτ­ζιά, τα 46 εί­ναι α­θη­ναϊκά. Στο βι­βλίο του, «Τα α­θη­ναϊκά διη­γή­μα­τα», που εκ­δό­θη­κε πριν α­πό εί­κο­σι χρό­νια, λί­γο πριν τον α­δό­κη­το θά­να­τό του, στις 19 Σεπ. 1992, ε­ξη­γεί ό­τι συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, ε­κτός α­πό τα διη­γή­μα­τα, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται στο α­θη­ναϊκό ά­στυ, τη «Βλα­χο­πού­λα», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε κο­ντι­νό χω­ριό και σή­με­ρα πλέ­ον προά­στιο της πρω­τεύου­σας, και το «Πτε­ρό­ε­ντα δώ­ρα», ό­που α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως μια πρω­τεύου­σα, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι η ο­ποια­δή­πο­τε, ω­στό­σο η έ­μπνευ­ση εί­ναι προ­φα­νώς α­θη­ναϊκή. Σε αυ­τά, η Αλί­κη Σπυ­ρο­πού­λου, στην εν­δια­φέ­ρου­σα με­λέ­τη, που ε­ξέ­δω­σε πρό­περ­σι, α­πό­το­κο της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της, «Μορ­φές κα­τοί­κη­σης στην Αθή­να κα­τά τα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Αρχι­τε­κτο­νι­κός χώ­ρος και Λο­γο­τε­χνία», προ­σθέ­τει έ­να άρ­θρο του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Αι Αθή­ναι ως α­να­το­λι­κή πό­λις», που εί­ναι και το μο­να­δι­κό που α­φο­ρά την Αθή­να.
Εμείς θα προ­σθέ­τα­με έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, το «Μι­κρά ψυ­χο­λο­γία». Το ε­ντάσ­σουν στα σκια­θί­τι­κα, ό­που και κυ­ρίως δια­δρα­μα­τί­ζε­ται, ω­στό­σο α­νοί­γει με μια α­θη­ναϊκή σκη­νή, στην ο­ποία ο α­φη­γη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται κα­τά το κλεί­σι­μο. Αυ­τή η σκη­νή το­πο­θε­τεί­ται εις “την ο­δό Σ...εις τας Αθή­νας, κα­τά την νο­τιο­δυ­τι­κήν ε­σχα­τιάν της πό­λεως” και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “ε­πί του μαρ­μα­ρί­νου κα­τω­φλίου, εις την ε­ξώ­πορ­ταν μιάς οι­κίας”. Πα­ρό­μοιες σκη­νές εν­δια­φέ­ρουν, ό­ταν η λο­γο­τε­χνία χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως πη­γή πλη­ρο­φο­ριών για την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων χρο­νι­κών πε­ριό­δων, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Σπυ­ρο­πού­λου, που αν­τλεί στοι­χεία για τον αρ­χι­τε­κτο­νι­κό χώ­ρο και τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις. Στο κε­φά­λαιο της με­λέ­της της, για “το α­στι­κό μέ­γα­ρο”, δί­πλα στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου και του Νί­κου Σπαν­δω­νή, παίρ­νει θέ­ση και το εν λό­γω διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς προ­σφέ­ρει πλη­ρο­φο­ρίες για μια με­γα­λο­α­στι­κή κα­τοι­κία σε δια­φο­ρε­τι­κή πε­ριο­χή της Αθή­νας, ε­κεί­νη της ο­δού Σ., ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης α­πο­κα­λεί κρυ­πτι­κά την ο­δό Σαρ­ρή.
Μια δια­φο­ρε­τι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των διη­γη­μά­των, που προ­τι­μού­σαν οι πα­λαιό­τε­ροι αν­θο­λό­γοι, εί­ναι αυ­τή των δια­φό­ρων ε­ορ­τα­στι­κών. Εί­κο­σι πέ­ντε διη­γή­μα­τα α­να­φέ­ρο­νται εξ ο­λο­κλή­ρου ή εν μέ­ρει στην πε­ρίο­δο των Χρι­στου­γέν­νων, της Πρω­το­χρο­νιάς και των Φώ­των και έ­ντε­κα στο Πά­σχα. Αυ­τό ση­μαί­νει 36 ε­ορ­τα­στι­κά, α­πό τα ο­ποία μό­νο πέ­ντε εί­ναι τα α­θη­ναϊκά. Ένα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο, έ­να πρω­το­χρο­νιά­τι­κό και τρία πα­σχα­λιά­τι­κα. Εκτός κι αν συ­μπε­ρι­λά­βου­με στα ε­ορ­τα­στι­κά και τα δυο α­πο­κριά­τι­κα, που εί­ναι αμ­φό­τε­ρα α­θη­ναϊκά.
Συ­μπέ­ρα­σμα: Οι 32 η­μέ­ρες της Λα­μπρής συν οι 32 Εβδο­μά­δες των Πα­θών και οι άλ­λες τό­σες της Δια­και­νη­σί­μου, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης πέ­ρα­σε στην Αθή­να, του ε­νέ­πνευ­σαν μό­λις τρία διη­γή­μα­τα. Το έ­να, μά­λι­στα, α­πό αυ­τά, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, το­πο­θε­τεί­ται ε­κτός ά­στεως. Πα­ρό­λο που τα ε­κτός του ά­στεως Πά­σχα, που γιόρ­τα­σε, φαί­νε­ται να ή­ταν μό­νο ε­κεί­να στο Χαρ­βά­τι και να μην υ­περ­βαί­νουν τα πέ­ντε με έ­ξι, ο α­φη­γη­τής στο «Πά­σχα ρω­μέϊκο» καυ­χιέ­ται ό­τι “ε­ορ­τά­ζει ε­κτός του Άστεως το ά­γιον Πά­σχα α­πό πολ­λών ε­τώ­ν”. Όπως και να έ­χει, σε έ­να μό­νο α­πό τα τρία πα­σχα­λιά­τι­κα, το «Χω­ρίς στε­φά­νι», που εί­ναι και το με­λαγ­χο­λι­κό­τε­ρο, κά­νει λό­γο για τα πα­σχα­λιά­τι­κα έ­θι­μα και πε­ρι­γρά­φει σκη­νές α­πό τον Επι­τά­φιο και τη δεύ­τε­ρη α­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γία.

Λαν­θά­νον πα­σχα­λιά­τι­κο

Κι ό­μως, τα πα­σχα­λιά­τι­κα α­θη­ναϊκά διη­γή­μα­τά του δεν εί­ναι τρία αλ­λά τέσ­σε­ρα. Ένα διή­γη­μα φαί­νε­ται σαν να διέ­λα­θε. Πρό­κει­ται για το «Ο Αντί­κτυ­πος του νου». Εί­ναι το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, που έ­στει­λε ο ί­διος ο Πα­πα­δια­μά­ντης προς δη­μο­σίευ­ση. Για την α­κρί­βεια, έ­στει­λε έ­να πρώ­το μέ­ρος του, το ο­ποίο και πι­θα­νώς πρό­λα­βε να δει δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πέ­μπτο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Χα­ραυ­γή» της Μυ­τι­λή­νης. Αν το συ­μπε­ρι­λά­βου­με στα ε­ορ­τα­στι­κά, τό­τε ο Πα­πα­δια­μά­ντης αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει τη διη­γη­μα­το­γρα­φία του με ε­ορ­τα­στι­κά. Και μά­λι­στα, με δυο ι­διόρ­ρυθ­μα ε­ορ­τα­στι­κά, κα­θώς ε­στιά­ζο­νται σε ε­γκλη­μα­τι­κές ε­νέρ­γειες με θύ­μα­τα α­θώους: «Το χρι­στό­ψω­μο», δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 26 Δεκ. 1887 και το πρώ­το μέ­ρος α­πό το «Ο Αντί­κτυ­πος του νου», στις 15 Δεκ. 1910. Αντί­στοι­χα, αρ­χί­ζει και τε­λειώ­νει τα α­θη­ναϊκά του με δυο πα­σχα­λιά­τι­κα, ό­που ε­δώ, το πρώ­το εί­ναι το «Πά­σχα ρω­μέϊκο», το τρί­το στη σει­ρά πα­σχα­λιά­τι­κο, δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 20 Απρ. 1891. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ό­τι αυ­τά τα δυο α­θη­ναϊκά και μα­ζί πα­σχα­λιά­τι­κα, καί­τοι αυ­το­τε­λή, α­πο­τε­λούν δί­πτυ­χο ή και έ­να διή­γη­μα σε δυο συ­νέ­χειες. Έχουν τον ί­διο κε­ντρι­κό ή­ρωα, τον μπάρ­μπα-Πύ­πη ή και σε ε­λα­φρά πα­ραλ­λα­γή στο δεύ­τε­ρο, τον μπάρ­μπα-Πού­πη. Συ­να­ντιού­νται θε­μα­τι­κά και δεί­χνουν να έ­χουν γρα­φεί το έ­να με­τά το άλ­λο, σε μι­κρή χρο­νι­κή α­πό­στα­ση, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τους α­πο­μα­κρυ­σμέ­νους χρό­νους πρώ­της δη­μο­σίευ­σης.
Ο μπάρ­μπα-Πύ­πης εί­ναι έ­νας Ιτα­λο­κερ­κυ­ραίος, “Ελλη­νί­δος μη­τρός”, που ο Πα­πα­δια­μά­ντης πε­ρι­γρά­φει σαν έ­ναν άν­θρω­πο με ι­σχυ­ρές προ­κα­τα­λή­ψεις, κυ­ρίως στο θέ­μα της θρη­σκείας. “Κα­τε­φέ­ρε­το πο­λύ κα­τά των δυ­τι­κώ­ν” αλ­λά “δεν ε­χώ­νευε­ν” ού­τε τους Λε­βα­ντί­νους, ού­τε τους Αρμε­νίους ού­τε τους Εβραίους. Το θέ­μα του δί­πτυ­χου των διη­γη­μά­των εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τές οι προ­κα­τει­λημ­μέ­νες κρί­σεις του και οι συ­να­κό­λου­θες εχ­θρι­κές του δια­θέ­σεις. Στο πρώ­το διή­γη­μα ε­στιά­ζει στη σχέ­ση ορ­θό­δο­ξης και κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας την ι­διαί­τε­ρη ο­πτι­κή γω­νία του ή­ρωα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται πο­λύ υ­πε­ρή­φα­νος για τον γε­νέ­θλιο τό­πο του. Ενώ, στο δεύ­τε­ρο, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στα “ε­βραϊκά” της Κέρ­κυ­ρας κα­τά το Πά­σχα του 1891, μέ­σα α­πό την α­ντι­πα­λό­τη­τα του ή­ρωα με έ­ναν ε­βραίο συ­μπα­τριώ­τη του.
Σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­μπλου­τί­ζει τα βιο­γρα­φι­κά του μπάρ­μπα-Πύ­πη. Το 1891, ε­κεί­νος εί­ναι ε­βδο­μη­κο­ντού­της και έ­χει “τριά­ντα χρό­νους να πα­τή­ση εις την πα­τρί­δα του”, που ση­μαί­νει ό­τι έ­φυ­γε α­πό την Κέρ­κυ­ρα πε­ρί το 1860. Στο πρώ­το, α­να­φέ­ρει ό­τι “έ­λει­πεν υ­πέρ τα εί­κο­σι έ­τη εκ του τό­που της γεν­νή­σεώς του” και το κυ­ρίως διή­γη­μα το­πο­θε­τεί­ται “την ε­σπέ­ραν του Με­γά­λου Σαβ­βά­του του έ­τους 188...” Το συ­νη­θί­ζει ο Πα­πα­δια­μά­ντης να προσ­διο­ρί­ζει μό­νο τη δε­κα­ε­τία. Ωστό­σο, το πα­ρόν της α­φή­γη­σης το­πο­θε­τεί­ται κά­ποιους χρό­νους αρ­γό­τε­ρα, με τον α­φη­γη­τή να περ­νά το Πά­σχα ε­κτός ά­στεως. Κα­τά τα άλ­λα, στο πρώ­το διή­γη­μα α­να­φέ­ρε­ται ως τό­πος συ­νά­ντη­σης της πα­ρέ­ας “το γει­το­νι­κόν πα­ντο­πω­λείο­ν”, ε­νώ στο δεύ­τε­ρο, “το μπα­κά­λι­κον του Καρ­μά­νη”. Αν συν­δυά­σου­με τα βιο­γρα­φι­κά του μπάρ­μπα-Πύ­πη με ε­κεί­να του Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι τα χρό­νια, που συ­χνά­ζει στο μπα­κά­λι­κο του Κα­χρι­μά­νη και πη­γαί­νει το Πά­σχα στο Χαρ­βά­τι. Δη­λα­δή, κο­ντά στο χρό­νο δη­μο­σίευ­σης του διη­γή­μα­τος, που εί­ναι το Με­γά­λο Σάβ­βα­το του 1891.
Το πρώ­το διή­γη­μα, το «Πά­σχα ρω­μέϊκο», δη­μο­σιεύε­ται στο πε­ριο­δι­κό «Αττι­κόν Μου­σείον», σε έ­να τεύ­χος με πα­σχα­λιά­τι­κη ει­κο­νο­γρά­φη­ση και θε­μα­το­γρα­φία. Ανοί­γει με ποίη­μα του Αρ. Προ­βε­λέγ­γιου «Εις τον Γολ­γο­θάν» και με­τά το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, α­κο­λου­θεί το πρώ­το πα­σχα­λιά­τι­κο του Μω­ραϊτί­δη, «Ο μπάρ­μπα Κώ­στας ο Ολλα­ντέ­ζος». Το πι­θα­νό­τε­ρο, ο Πα­πα­δια­μά­ντης να έ­γρα­ψε αυ­τό το διή­γη­μα κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ό­πως και το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο του 1890, που εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο ί­διο πε­ριο­δι­κό. Εκεί­νο τον Απρί­λιο, η «Εφη­με­ρίς» του Κο­ρο­μη­λά και η «Ακρό­πο­λις» του Γα­βριη­λί­δη, οι δυο ε­φη­με­ρί­δες, με τις ο­ποίες συ­νερ­γά­ζε­ται ο Πα­πα­δια­μά­ντης, δη­μο­σιεύουν ει­δή­σεις α­πό τα “ε­βραϊκά” στην Κέρ­κυ­ρα και με­τά στην Ζά­κυν­θο. Και συ­νε­χί­ζουν την Με­γά­λη Εβδο­μά­δα, ι­διαί­τε­ρα το Με­γά­λο Σάβ­βα­το, κα­λύ­πτο­ντας τα έκ­τρο­πα κα­τά την πε­ρι­φο­ρά του Επι­τα­φίου, ε­νώ ο ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κός α­πό­η­χος φθά­νει μέ­χρι και τα τέ­λη Μαΐου. Κα­θό­λου α­πί­θα­νο, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, έ­χο­ντας μό­λις τε­λειώ­σει το «Πά­σχα ρω­μέϊκο» και έ­χο­ντας έ­τοι­μο ή­ρωα, να στή­νει τον α­θη­ναϊκό κα­βγά, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο διή­γη­μα «Ο Αντί­κτυ­πος του νου», στον α­ντί­κτυ­πο των “ε­βραϊκώ­ν”.
Αν, ό­μως, το διή­γη­μα γρά­φτη­κε εν θερ­μώ, ά­νοι­ξη 1891, για­τί έ­μει­νε στο συρ­τά­ρι; Μή­πως λει­τούρ­γη­σε α­να­σταλ­τι­κά το διή­γη­μα «Σκιά έρ­γου», που ο Ξε­νό­που­λος δη­μο­σίευ­σε στα τέ­λη Ιουλ. 1891, στο πε­ριο­δι­κό «Εστία», με το ο­ποίο ε­πί­σης συ­νερ­γα­ζό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης; Ο Ξε­νό­που­λος, με τις ε­νο­χές του Ζα­κύν­θιου, υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται στο διή­γη­μα το δί­καιο των Εβραίων, διεκ­τρα­γω­δώ­ντας την κα­κή τους τύ­χη. Ανα­σταλ­τι­κά μπο­ρεί να λει­τούρ­γη­σαν και τα άλ­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα κα­θώς και βι­βλία που α­κο­λού­θη­σαν μέ­σα στο έ­τος. Ύστε­ρα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης φαί­νε­ται να α­πέ­φευ­γε την ε­πι­και­ρο­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να α­να­σύ­ρει το διή­γη­μα, με­τά την ε­πι­στο­λή που του έ­στει­λε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού «Χα­ραυ­γή» στις 30 Οκτ. 1910, ζη­τώ­ντας έ­να με­γά­λο διή­γη­μα, πολ­λά εί­χαν αλ­λά­ξει. Αυ­τό το δεί­χνουν οι με­τα­βο­λές που ε­πέ­φε­ρε στο πρώ­το μέ­ρος του διη­γή­μα­τος, ε­κεί­νο που έ­στει­λε στο πε­ριο­δι­κό.
Κα­τ’ αρ­χήν, οι δια­φο­ρο­ποιή­σεις στη γλώσ­σα του πρω­τό­τυ­που, η ο­ποία α­νή­κει στο λε­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον των διη­γη­μά­των της πρώ­της πε­ριό­δου. Ενδια­μέ­σως, ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­χει δη­μο­σιεύ­σει, το 1905, έ­να διή­γη­μα στη δη­μο­τι­κή και σε κα­το­πι­νή ε­πι­στο­λή του στον Βλα­χο­γιάν­νη α­να­φέ­ρει ό­τι γρά­φει και έ­να δεύ­τε­ρο. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, σε αυ­τήν την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, α­πο­φεύ­γει τους α­κραίους κα­θα­ρευ­σιά­νι­κους τύ­πους. Αυ­τό φαί­νε­ται ή­δη με την αλ­λα­γή της πρώ­της φρά­σης του διη­γή­μα­τος: «Εις του Καρ­μά­νη...» γί­νε­ται «Στου Καρ­μά­νη...». Επί­σης, ε­πι­φέ­ρει αλ­λα­γές στον τρό­πο πα­ρου­σία­σης του Εβραίου. Απο­φεύ­γει την ευ­θεία α­να­φο­ρά σε ε­βραϊκά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Αντι­κα­θι­στά την ε­θνο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά με το ό­νο­μα του ή­ρωα, α­πα­λεί­φει προσ­διο­ρι­σμούς, ό­πως Λευΐς ή Φά­σκα για το ε­βραϊκό Πά­σχα, κα­θώς και φρά­σεις της μορ­φής, «Δεν η­ρώ­τα αν το κρέ­ας ή­τον τρο­φάς ή κα­σέρ...» ή «Ενίο­τε ε­γεύε­το και χοι­ρι­νά». Και βε­βαίως, ε­πει­δή ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν έ­μει­νε στά­σι­μος ως διη­γη­μα­το­γρά­φος, αλ­λά η μα­στο­ρι­κή του ε­ξε­λί­χτη­κε, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, η α­φή­γη­ση α­πο­κτά ει­ρω­νι­κές α­πο­χρώ­σεις, ε­νώ, στις πε­ρι­γρα­φές των γευ­μά­των, δα­νεί­ζε­ται φρά­σεις α­πό διη­γή­μα­τα, που έ­γρα­ψε εν­δια­μέ­σως.
Ολό­κλη­ρο το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­θη­κε στο πα­νη­γυ­ρι­κό τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Μπου­κέ­το», το 1929. Όχι, ό­μως, σύμ­φω­να με το χει­ρό­γρα­φο, το ο­ποίο εί­χε δια­σω­θεί στα κα­τά­λοι­πα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Το πρώ­το μέ­ρος πάρ­θη­κε α­πό το δη­μο­σίευ­μα στην «Χα­ραυ­γή» και μό­νο το υ­πό­λοι­πο, που εί­ναι και το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα, α­πό το χει­ρό­γρα­φο. Σε αυ­τό το δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ό­πως δεί­χνει η σύ­γκρι­ση με το χει­ρό­γρα­φο, του ο­ποίου φω­το­τυ­πία δη­μο­σιεύ­τη­κε στα Άπα­ντα του Δό­μου, υ­πάρ­χουν πολ­λά πα­ρα­τυ­πώ­μα­τα. Πά­ντως, σε αυ­τήν τη μορ­φή, δη­λα­δή της συρ­ρα­φής με τα τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη στο δεύ­τε­ρο κομ­μά­τι, α­να­πα­ρήχ­θη στα Άπα­ντα Βα­λέ­τα, Σε­φερ­λή, Φυ­τρά­κη-Κου­τσου­μπού, κα­θώς και στα πρό­σφα­τα, του ΔΟ­Λ, ό­που, ό­μως, το δεύ­τε­ρο μέ­ρος διορ­θώ­θη­κε με βά­ση το χει­ρό­γρα­φο.
Όσο α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο τμή­μα του διη­γή­μα­τος, το χει­ρό­γρα­φο εί­ναι κο­λο­βό. Γε­γο­νός που ο­δή­γη­σε στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι πρό­κει­ται για έ­να η­μι­τε­λές διή­γη­μα. Δη­λα­δή, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης, εί­τε έ­γρα­ψε το διή­γη­μα στα τέ­λη του 1910 και λό­γω της α­σθέ­νειας και του θα­νά­του του πο­τέ δεν το ο­λο­κλή­ρω­σε, εί­τε το έ­γρα­ψε νω­ρί­τε­ρα, αλ­λά το ε­γκα­τέ­λει­ψε στη μέ­ση. Ωστό­σο η φω­το­τυ­πία του χει­ρο­γρά­φου έ­χει την τε­λευ­ταία σε­λί­δα πλή­ρως γραμ­μέ­νη, με η­μι­τε­λή την τε­λευ­ταία φρά­ση να τε­λειώ­νει με κόμ­μα. Δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ό­μως, ό­ταν κά­ποιος φτά­νει στο τέ­λος της σε­λί­δας, να α­φή­νει τη φρά­ση του στη μέ­ση για να την συ­μπλη­ρώ­σει αρ­γό­τε­ρα. Επί­σης, η τε­λευ­ταία σε­λί­δα φαί­νε­ται τσα­λα­κω­μέ­νη. Με άλ­λα λό­για, έ­χου­με τρεις του­λά­χι­στον εν­δεί­ξεις πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν έ­πα­σχε α­πό έλ­λει­ψη έ­μπνευ­σης αλ­λά μάλ­λον α­πω­λέ­σθη­σαν οι σε­λί­δες του χει­ρο­γρά­φου. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­κό­μη κι αν το διή­γη­μα εί­ναι η­μι­τε­λές, θα πρέ­πει να εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρες σε­λί­δες α­πό ό­σες οι σω­ζό­με­νες. Πά­ντως, στο δη­μο­σίευ­μα του «Μπου­κέ­του» και σε ό­σες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις στη­ρί­χτη­καν σε αυ­τό, ε­κτός ε­κεί­νης του ΔΟ­Λ, η μι­σο­τε­λειω­μέ­νη φρά­ση έ­χει α­φαι­ρε­θεί. Η αυ­θαι­ρε­σία, θα λέ­γα­με ό­τι εί­ναι κά­τι το σύ­νη­θες σε έ­να ε­βδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως το διή­γη­μα, χω­ρίς τη μι­σή φρά­ση, δεί­χνει ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο. Άρα­γε πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση ή μή­πως εί­ναι πα­ρέμ­βα­ση του κα­τό­χου του χει­ρο­γρά­φου, του Κων­στα­ντί­νου Φαλ­τάϊτς; Όντας ο ί­διος συγ­γρα­φέ­ας, θα μπο­ρού­σε να εί­χε φρο­ντί­σει α­ντί­στοι­χα την α­ντι­γρα­φή του χει­ρο­γρά­φου, που έ­δω­σε στο πε­ριο­δι­κό, ώ­στε να προ­κύ­πτει έ­να ο­λο­κλη­ρω­μέ­νο διή­γη­μα.
Ακέ­ραιο το κεί­με­νο του χει­ρο­γρά­φου, με την η­μι­τε­λή φρά­ση, δη­μο­σιεύ­τη­κε μό­νο στα Άπα­ντα του Δό­μου. Εί­ναι η μό­νη δη­μο­σίευ­ση, που μας δί­νει το διή­γη­μα, ό­πως γρά­φτη­κε, με ε­νιαία γλώσ­σα και α­ντι­με­τώ­πι­ση των ε­βραϊκών. Η λύ­ση, που δό­θη­κε στα Άπα­ντα του ΔΟ­Λ, να νο­θευ­τεί το αυ­το­τε­λές διή­γη­μα του 1891 με έ­να μπά­λω­μα, που έ­γι­νε εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πει­δή αυ­τό το μπά­λω­μα εί­ναι ξα­να­δου­λε­μέ­νο και ά­ρα κρί­νε­ται ε­ντε­λέ­στε­ρο, μας φαί­νε­ται ά­στο­χη. Οι ε­βραιο­λό­γοι, πά­ντως, α­πο­φαι­νό­με­νοι για τα αι­σθή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πέ­να­ντι στους Εβραίους, το­πο­θε­τούν τη συγ­γρα­φή του διη­γή­μα­τος το 1910 και βιά­ζουν -πά­ντο­τε κα­τά τη γνώ­μη μας - τα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι δεν λαμ­βά­νουν υ­πό­ψη, στο πρώ­το μέ­ρος, την αλ­λα­γή των α­πο­χρώ­σεων με­τα­ξύ των δυο γρα­φών. Όπως και κά­ποιες δια­γρα­φές στο χει­ρό­γρα­φο, που δεί­χνουν πι­θα­νώς αμ­φι­τα­λά­ντευ­ση κα­τά τη μυ­θο­πλα­στι­κή α­νά­πλα­ση των γε­γο­νό­των. Ύστε­ρα, δεν δί­νουν ση­μα­σία στο χώ­ρο, στον ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται ο κα­βγάς. Το μπα­κά­λι­κο του Καρ­μά­νη ή Κα­χρι­μά­νη βρι­σκό­ταν στην ο­δό Σαρ­ρή, μέ­σα στην ε­βραϊκή συ­νοι­κία. Δί­πλα, αν δεν σφάλ­λου­με, ή­ταν το αρ­χο­ντι­κό του Ντα­βί­ντ Πα­τσί­φι­κο, ό­που έ­λα­βαν χώ­ρα τα μό­να α­θη­ναϊκά “ε­βραϊκά”, ε­κεί­να του 1847. Βε­βαίως, ε­κεί­νη ή­ταν μια πα­λιά ι­στο­ρία, αλ­λά ό­ταν πρό­κει­ται για προ­κα­τα­λή­ψεις, δεν μπο­ρού­με να δια­γρά­φου­με τις πα­λιές ι­στο­ρίες. Όσο για ε­μάς τους ση­με­ρι­νούς Αθη­ναίους, “ως πί­θη­κοι” της κα­λο­πέ­ρα­σης, κα­τα­πώς α­πο­κα­λεί τους συγ­χρό­νους του ο Πα­πα­δια­μά­ντης, θα κά­νου­με Πά­σχα και “αλ­λα-Φρά­γκα” και “αλ­λα-Γκρέ­κα”. Ή, σω­στό­τε­ρα, Πά­σχα υ­πό τη βα­ριά σκιά της Τρόϊκα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/4/2012.

Ο άλλος Κάλβος

Δη­μή­τρης Δ. Αρβα­νι­τά­κης
«Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας.
Ένα α­φε­λές κεί­με­νο
του Ανδρέα Κάλ­βου»
Έκδο­ση:
Βι­βλιο­θή­κη Μου­σείου Μπε­νά­κη
Ια­νουά­ριος 2012


Κατά φαντασία πορτραίτο
του Ανδρέα Κάλβου
από τον Οδυσσέα Ελύτη.



Με το τέ­λος του μη­νός Μαρ­τίου, συ­μπλη­ρώ­θη­καν με­τά βε­βαιό­τη­τας 220 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ανδρέα Κάλ­βου. Γρά­φου­με με­τά βε­βαιό­τη­τας, για­τί το μό­νο σί­γου­ρο εί­ναι ο μή­νας. Γεν­νή­θη­κε Μάρ­τιο 1792. Προ­σώ­ρας, η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία λαν­θά­νει. Προ­σώ­ρας, για­τί δεν α­πο­κλείε­ται, αύ­ριο με­θαύ­ριο, κά­ποιος ε­ρευ­νη­τής να ε­ντο­πί­σει την η­μέ­ρα, α­κό­μη κι αν ή­ταν ξη­μέ­ρω­μα, με­ση­μέ­ρι ή τις προ­με­σο­νύ­κτιες ώ­ρες, ό­ταν η Αντρια­νού­λα Ρου­κά­νη- Κάλ­βου έ­φε­ρε στον κό­σμο το πρώ­το της παι­δί. Η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του ποιη­τή εί­ναι μια πρώ­τη α­πό τις πολ­λές ελ­λεί­που­σες ψη­φί­δες στο παζλ του Κάλ­βου. Το μυ­στή­ριο που θάλ­λει γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του φαί­νε­ται να ελ­κύει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τον ί­διο τον ποιη­τή Κάλ­βο. Ένα μυ­στή­ριο, που εί­ναι συ­σχε­τι­σμέ­νο και με “τον άλ­λο Κάλ­βο”, ό­πως έ­χει α­πο­κα­λέ­σει ο βι­βλιο­γρά­φος του, Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, τον, πέ­ραν του ποιη­τή, πο­λυ­με­ρή συγ­γρα­φέα Κάλ­βο.
Αυ­τός “ο άλ­λος Κάλ­βος” εν­δια­φέ­ρει και τον Δη­μή­τρη Αρβα­νι­τά­κη, θεω­ρώ­ντας τον α­πα­ραί­τη­το για την κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση του ποιη­τή. Γι’ αυ­τό και ε­πι­κε­ντρώ­νει την έ­ρευ­νά του σε μια πρώι­μη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Εκεί­νη του νε­α­ρού Ζα­κύν­θιου, που φθά­νει δε­κα­ε­τής στην Ιτα­λία και ε­κεί εκ­κο­λά­πτε­ται ως δρα­μα­τουρ­γός και ποιη­τής της ι­τα­λι­κής γλώσ­σας. Αλλά και την λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρη, του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου Κάλ­βου, του μό­λις α­φιχ­θέ­ντος στο Λον­δί­νο γραμ­μα­τέα του Ού­γο Φώ­σκο­λο, που συγ­χρω­τί­ζε­ται με τους ε­κεί ι­τα­λούς ε­ξό­ρι­στους. Ο Αρβα­νι­τά­κης έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­σα σε ε­νά­μι­σι χρό­νο, δυο πο­λυ­σέ­λι­δες μο­νο­γρα­φίες. Αμφό­τε­ρες α­φο­ρούν ι­τα­λι­κά κεί­με­να του Κάλ­βου και έ­χουν ως στό­χο να φω­τί­σουν τους τρό­πους που δια­μορ­φώ­θη­κε πνευ­μα­τι­κά ο με­τέ­πει­τα θεω­ρού­με­νος ως ε­θνι­κός ποιη­τής, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στο χρό­νο και τους χώ­ρους που αυ­τή η διά­πλα­ση έ­λα­βε χώ­ρα.
Η πρώ­τη έ­ρευ­να α­φο­ρού­σε πι­θα­νο­λο­γού­με­νες συ­νερ­γα­σίες του Κάλ­βου στο ι­τα­λι­κό πε­ριο­δι­κό, «L’ Ape italiana a Londra», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στο Λον­δί­νο το 1819. Εκεί­νο που κέ­ντρι­σε τον Αρβα­νι­τά­κη ή­ταν η α­δυ­να­μία των με­λε­τη­τών να ε­ντο­πί­σουν το πε­ριο­δι­κό αλ­λά και να συ­γκε­ντρώ­σουν στοι­χεία για τον εκ­δό­τη του, του ο­ποίου γνώ­ρι­ζαν μό­νο το ό­νο­μα. Τε­λι­κά, ε­ντό­πι­σε το πε­ριο­δι­κό και κα­τήρ­τι­σε το βιο­γρα­φι­κό ό­χι μό­νο του εκ­δό­τη αλ­λά και ε­κεί­να των συ­νερ­γα­τών του πε­ριο­δι­κού, ω­στό­σο η έ­ρευ­να στά­θη­κε ά­γο­νη. Ο Κάλ­βος δεν συ­νερ­γά­στη­κε σε κα­νέ­να α­πό τα δώ­δε­κα τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, που εκ­δό­θη­καν α­πό 15 Απρι­λίου μέ­χρι 30 Σε­πτεμ­βρίου 1819. Κι ό­μως, πα­ρά την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί το αρ­νη­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ο τό­σος κό­πος δεν πή­γε χα­μέ­νος. Δεν ή­ταν “για έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μέ­σω της πα­ρου­σία­σης του πε­ριο­δι­κού, ο με­λε­τη­τής συ­μπλη­ρώ­νει ψη­φί­δες για τα τρει­σή­μι­σι χρό­νια της πρώ­της δια­μο­νής του Κάλ­βου στο Λον­δί­νο και πα­ράλ­λη­λα, συλ­λο­γά­ται τις τύ­χες των ποιη­τών και την ε­πο­χή τους, φι­λο­σο­φώ­ντας για τις πα­τρί­δες, χα­μέ­νες, ε­θνι­κές, με ή και χω­ρίς σύ­νο­ρα.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ο Αρβα­νι­τά­κης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει εκ προοι­μίου, με τον υ­πό­τιτ­λο που ε­πι­λέ­γει, ό­τι κα­τα­πιά­στη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά με “έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μπο­ρεί, βε­βαίως, στην πο­ρεία να προ­κύ­πτει ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­φε­λές” για το κεί­με­νο του Ανδρέα Κάλ­βου, που φέ­ρε­ται με τον ελ­λη­νι­κό τίτ­λο «Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας», α­νή­κει σε άλ­λους και ό­τι αυ­τός συ­γκε­ντρώ­νει ε­πι­χει­ρή­μα­τα προς κα­τάρ­ρι­ψή του, ω­στό­σο το γε­γο­νός ό­τι τον πα­ρα­θέ­τει στον υ­πό­τιτ­λο χω­ρίς α­νω­φε­ρή ει­σα­γω­γι­κά προς δή­λω­ση ό­τι πρό­κει­ται για δά­νειο, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τον υιο­θε­τεί ως ά­μυ­να ή ί­σως, και για να προ­κα­λέ­σει το α­να­γνω­στι­κό εν­δια­φέ­ρον. Όπως και να έ­χει, το εν λό­γω κεί­με­νο, το ο­ποίο πα­λαιό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως α­νά­ξιο λό­γου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια φαί­νε­ται πως ε­πα­νε­κτι­μά­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, το 2009, στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού, «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», για τα «140 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του ποιη­τή των Ωδών», το σχο­λιά­ζει ο νεό­τε­ρος ζα­κύν­θιος ποιη­τής Ζα­χα­ρίας Στου­φής. Ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, η Αγγε­λι­κή Γιώ­τη, στο πε­ριο­δι­κό «Κον­δυ­λο­φό­ρος» (ό­χι «Μα­ντα­το­φό­ρος», ό­πως εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­γρά­φε­ται στη με­λέ­τη), ε­ξε­τά­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψη του Κάλ­βου α­πό τη γε­νιά του ’30, δια­κρί­νει τον τρό­πο που α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Κάλ­βο ο υ­περ­ρε­α­λι­στής ποιη­τής Νι­κό­λας Κά­λας, α­να­φε­ρό­με­νη και στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρί αυ­το­κτο­νίας κεί­με­νο του Κάλ­βου.
Αυ­τά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, κα­θώς και άλ­λες α­να­φο­ρές, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τό­σο ο τίτ­λος του κει­μέ­νου ό­σο και η πα­τρό­τη­τά του εί­ναι δε­δο­μέ­να. Ει­κό­να που α­να­τρέ­πει η ι­στο­ρία του χει­ρο­γρά­φου, ό­πως την πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το κε­φά­λαιο ο Αρβα­νι­τά­κης. Εκεί δεί­χνει, με τον διε­ξο­δι­κό και γλα­φυ­ρό α­φη­γη­μα­τι­κό του τρό­πο, ό­τι πρό­κει­ται για “έ­να αι­νιγ­μα­τι­κό χει­ρό­γρα­φο, που χά­θη­κε”. Αι­νιγ­μα­τι­κό, α­φού ού­τε τίτ­λος ού­τε υ­πο­γρα­φή υ­πάρ­χουν και ο ι­τα­λός με­λε­τη­τής τού Ού­γο Φώ­σκο­λο, που το πρω­το­δη­μο­σίευ­σε το 1916, πα­ρα­λεί­πει να δια­βε­βαιώ­σει ό­τι ο γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας εί­ναι του Κάλ­βου, ό­πως κά­νει για το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο που πα­ρου­σιά­ζει στην ί­δια δη­μο­σίευ­ση. Επί­σης, σή­με­ρα πλέ­ον, θεω­ρεί­ται χα­μέ­νο, α­φού η βι­βλιο­θή­κη του Λι­βόρ­νο, στην ο­ποία δό­θη­καν τα καλ­βι­κά χει­ρό­γρα­φα βομ­βαρ­δί­στη­κε στον πό­λε­μο και ο φά­κε­λος ε­ξα­φα­νί­στη­κε. Οι δυο έλ­λη­νες με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, που εί­δαν το χει­ρό­γρα­φο, ο Γέωρ­γιος Ζώ­ρας, που το με­τέ­φρα­σε και το δη­μο­σίευ­σε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά το 1937, και ο Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης, δεί­χνουν να υ­πεκ­φεύ­γουν ή και να αυ­θαι­ρε­τούν κα­τά την πα­ρου­σία­σή του ως κεί­με­νο αυ­τα­πό­δει­κτα του Κάλ­βου, που φέ­ρει τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τίτ­λο. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γεί ο σχο­λια­σμός του Αρβα­νι­τά­κη για τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Εκεί­νο, ό­μως, το στοι­χείο, που κα­θι­στά πράγ­μα­τι αι­νιγ­μα­τι­κό το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι έ­φε­ρε την ε­πι­κε­φα­λί­δα, «Στον Α. Κάλ­βο», και ό­τι ο τίτ­λος που ε­πι­κρά­τη­σε δό­θη­κε α­πό τους με­λε­τη­τές ως ε­πι­γραμ­μα­τι­κή πε­ρί­λη­ψη του πε­ριε­χο­μέ­νου του. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η ε­πι­κε­φα­λί­δα, που έ­χει τη μορ­φή α­φιέ­ρω­σης του κει­μέ­νου στον Κάλ­βο, δεν ο­δή­γη­σε στην ει­κα­σία ό­τι πρό­κει­ται για κεί­με­νο φί­λου, που δό­θη­κε στον Κάλ­βο ή που του ε­στά­λη, πι­θα­νώς ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­πι­στο­λής, α­φού, μά­λι­στα, στον φά­κε­λο με τα δυο κεί­με­να υ­πήρ­χαν και ε­πι­στο­λές προς αυ­τόν. Αντ’ αυ­τού, ο Τω­μα­δά­κης θεώ­ρη­σε ό­τι η α­φιε­ρω­μα­τι­κή φρά­ση γρά­φτη­κε α­πό τον Κάλ­βο και την ερ­μή­νευ­σε ως ι­σο­δύ­να­μη της έκ­φρα­σης «Εις ε­αυ­τόν». Κα­τά το σκε­πτι­κό του, με αυ­τήν την ε­πι­κε­φα­λί­δα ο συγ­γρα­φέ­ας στο­χεύει στη δη­μιουρ­γία α­πό­στα­σης α­πό το κεί­με­νό του. Υπό­θε­ση, που θα εί­χε κά­ποια α­λη­θο­φά­νεια, αν του­λά­χι­στον πα­ρε­τί­θε­το α­κέ­ραιο το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και ό­χι το αρ­χι­κό του μι­κρού ο­νό­μα­τος.
Σε αυ­τό το ση­μείο, πά­ντως, α­φού ο Αρβα­νι­τά­κης α­να­κι­νεί το θέ­μα του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν μια έ­στω και ε­πί τρο­χά­δην α­να­ζή­τη­ση πι­θα­νών συγ­γρα­φέων του α­νά­με­σα στους α­πο­στο­λείς των ε­πι­στο­λών του φα­κέ­λου ή και α­νά­με­σα στους άλ­λους αλ­λη­λο­γρά­φους του Κάλ­βου και τα πρό­σω­πα του στε­νό­τε­ρου πε­ρι­βάλ­λο­ντός του. Προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση του α­να­γνώ­στη, του ο­ποίου έ­χει υ­πο­δαυ­λί­σει την πε­ριέρ­γεια, πα­ρα­κά­μπτει την πε­ραι­τέ­ρω ε­ξέ­τα­ση και περ­νά στο χρό­νο γρα­φής του κει­μέ­νου και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στον τό­πο γρα­φής του. Στην πρώ­τη ελ­λη­νι­κή δη­μο­σίευ­σή του, ο Ζώ­ρας γρά­φει: «Δεν γνω­ρί­ζο­με ε­πί­σης την α­κρι­βή χρο­νο­λο­γίαν της συγ­γρα­φής. Το πρω­τό­τυ­πο δεν πα­ρέ­χει ου­δε­μίαν σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρία. Πά­ντως ε­γρά­φη προ της α­να­χω­ρή­σεως του Κάλ­βου εξ Ιτα­λίας, ή­τοι προ του 1818.» Ο Αρβα­νι­τά­κης δέ­χε­ται αυ­τήν την υ­πό­θε­ση, διορ­θώ­νο­ντας μό­νο ως τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος το έ­τος και το­πο­θε­τώ­ντας το πριν α­πό το 1816. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί πριν α­πό τις 27 Μαΐου 1816, ό­ταν ο Κάλ­βος α­να­χώ­ρη­σε α­πό το Μι­λά­νο για την Γε­νεύη. Ενώ, α­πορ­ρί­πτει την υ­πό­θε­ση του Τω­μα­δά­κη, ό­τι γρά­φτη­κε τον χει­μώ­να 1820-1821, που ο Κάλ­βος εί­χε ε­πι­στρέ­ψει στην Ιτα­λία. Κι αυ­τό, για­τί η ε­κτί­μη­ση του Τω­μα­δά­κη ό­τι το κεί­με­νο πρέ­πει να γρά­φτη­κε προ της Ελλη­νι­κής Επα­να­στά­σεως, κα­θώς “ο ποιη­τής το 1821 βρή­κε τον σκο­πό της ζωής του στρε­βλώ­νει το νό­η­μα του κει­μέ­νου”. Ακρι­βώς, η α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρέ­βλω­σης συ­νι­στά την πε­μπτου­σία της δι­κής του με­λέ­της, που ε­ντάσ­σει το κεί­με­νο στη με­γά­λη ευ­ρω­παϊκή συ­ζή­τη­ση πε­ρί αυ­το­κτο­νίας και στο κλί­μα της α­φυ­πνι­ζό­με­νης Ιτα­λίας κα­τά τη να­πο­λεό­ντεια ε­πο­χή. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι αυ­τή η ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή εί­ναι ε­κτε­νέ­στε­ρη α­πό ό­σο θα χρεια­ζό­ταν. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι για την συ­νο­λι­κή ευ­ρω­παϊκή ει­κό­να υ­πάρ­χουν οι μο­νο­γρα­φίες του Ζωρζ Μι­νουά, «Ιστο­ρία της αυ­το­κτο­νίας» του 1995 και «Η α­θεΐα στον Δυ­τι­κό κό­σμο» του 1998. Και οι δυο έ­χουν με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά, η πρώ­τη, της ο­ποίας η πα­ρα­πο­μπή έ­χει πα­ρα­πέ­σει, το 2006 α­πό τις εκ­δό­σεις Πο­λύ­τρο­πον.
Όσο α­φο­ρά τη χρο­νο­λό­γη­ση του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν να λη­φθεί υ­πό­ψη και έ­να άλ­λο terminus ante quem. Το κεί­με­νο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε πριν α­πό τη μύη­ση του Κάλ­βου στην ε­πα­να­στα­τι­κή α­δελ­φό­τη­τα των Καρ­μπoνά­ρων. Στην περ­σι­νή με­λέ­τη της, η Αθη­νά Γεωρ­γα­ντά το­πο­θε­τεί την στρά­τευ­σή του στην πε­ρίο­δο της πα­ρα­μο­νής του στο Λον­δί­νο, δη­λα­δή α­πό τις 11 Σε­πτεμ­βρίου 1816 και μέ­χρι, το αρ­γό­τε­ρο, το 1819, ό­ταν συγ­γρά­φει την λαν­θά­νου­σα μέ­χρι το 2003 ω­δή «Ελπίς πα­τρί­δος». Ο Αρβα­νι­τά­κης δεν α­να­φέ­ρει τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ού­τε τον α­πα­σχο­λεί ο Καρ­μπο­νά­ρος Κάλ­βος. Μό­νο στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, μνη­μο­νεύο­ντας “μι­κρές και με­γα­λύ­τε­ρες ψη­φί­δες για τον μη ελ­λη­νι­κό κό­σμο του Κάλ­βου”, που προ­στέ­θη­καν “α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1930 και με­τά”, α­να­φέ­ρει και “την α­να­κά­λυ­ψη α­πό τον Κ. Πορ­φύ­ρη της συμ­με­το­χής του στο κί­νη­μα των Καρ­μπο­νά­ρων της Το­σκά­νης(1820-1821)”. Οπό­τε, θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι θεω­ρεί την έ­ντα­ξη στον καρ­μπο­να­ρι­σμό ή και γε­νι­κό­τε­ρα σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή ορ­γά­νω­ση α­διά­φο­ρη σε μια συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό την “κλα­σι­κή” αυ­το­κτο­νία, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται η αυ­το­κτο­νία για την πα­τρί­δα. Όπως και να έ­χει, το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δύ­σκο­λα α­πο­δί­δε­ται σε έ­ναν Καρ­μπο­νά­ρο. Πέ­ραν αυ­τού, α­πό τον Κάλ­βο, που εί­ναι μεν ι­τα­λο­θρεμ­μέ­νος αλ­λά στρέ­φε­ται συ­νε­χώς προς την αρ­χαία Ελλά­δα, σε έ­να λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό της αυ­το­κτο­νίας πιο δό­κι­μο θα ή­ταν να μνη­μο­νεύει ως κο­ρυ­φαίο πα­ρά­δειγ­μα ε­κεί­νη του ο­μη­ρι­κού Αία­ντα και ό­χι του Κά­τω­να.
Πα­ρα­τη­ρού­με, πά­ντως, ό­τι οι δυο πρό­σφα­τες με­λέ­τες, της Γεωρ­γα­ντά και του Αρβα­νι­τά­κη, συ­νο­μι­λούν α­κό­μη και εις πεί­σμα των συγ­γρα­φέων τους. Και στις δυο σχο­λιά­ζε­ται η α­ντι­με­τώ­πι­ση του θα­νά­του α­πό τον Κάλ­βο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ποίη­ση του Φώ­σκο­λο και κα­τα­λή­γο­ντας στην ω­δή «Εις θά­να­τον». Ο Αρβα­νι­τά­κης ε­πι­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο στο “μυ­θι­στό­ρη­μα-ο­ρό­ση­μο” του Φώ­σκο­λο, «Τε­λευ­ταίες ε­πι­στο­λές του Γιά­κο­πο Όρτις», με­τα­φρά­ζο­ντας και πα­ρα­θέ­το­ντας σε πα­ράρ­τη­μα ε­πι­στο­λή του Φώ­σκο­λο στον φί­λο του Γιά­κο­μπ Σά­λο­μον Μπαρ­τόλ­ντυ για τα στά­δια της σύν­θε­σης. Ενώ, δεν α­να­φέ­ρει τον Καρ­μπο­νά­ρο Φώ­σκο­λο ού­τε ερ­μη­νεύει την ω­δή «Εις θά­να­τον» με τους συμ­βο­λι­σμούς του καρ­μπο­να­ρι­σμού, ό­πως κά­νει η Γεωρ­γα­ντά. Αντ’ αυ­τού, προ­τεί­νει μια βή­μα προς βή­μα πα­ρα­κο­λού­θη­ση “της οι­κο­δό­μη­σης του ποιη­τή-πο­λί­τη”. Οι δυο με­λε­τη­τές φαί­νε­ται να συμ­φω­νούν ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος μύη­σης και να α­πορ­ρί­πτουν την ά­πο­ψη της “στιγ­μιαίας, λό­γω της ε­θνι­κής ε­πα­νά­στα­σης, έ­κλαμ­ψης”.
Ένα ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της του Αρβα­νι­τά­κη, που πα­ρα­τί­θε­ται ως ει­σα­γω­γι­κό στην ερ­μη­νεία της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας», α­φο­ρά τον α­ντί­κτυ­πο που εί­χε το κεί­με­νο στη γε­νιά του με­σο­πο­λέ­μου. Η δη­μο­σίευ­ση της με­τά­φρα­σής του έ­γι­νε την 1η Οκτω­βρίου 1937, λί­γες μέ­ρες με­τά την αυ­το­κτο­νία του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή, στις 22 Σε­πτεμ­βρίου. Δεν φαί­νε­ται να πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση, δε­δο­μέ­νου ό­τι το κεί­με­νο του Ζώ­ρα προ­τάσ­σε­ται στο τεύ­χος, ε­νώ στη ρου­μπρί­κα «Το δε­κα­πεν­θή­με­ρον» δη­μο­σιεύε­ται νε­κρο­λο­γία του Ν. Ι. Λού­βα­ρη για τον Συ­κου­τρή. Διό­λου α­πί­θα­νο, χω­ρίς την αυ­το­κτο­νία Συ­κου­τρή, να αρ­γού­σε η δη­μο­σίευ­ση, κα­θώς ο Ζώ­ρας, στο προ­λο­γι­κό του ση­μείω­μα, σπεύ­δει να πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι “δεν πα­ρου­σιά­ζει μέ­γα εν­δια­φέ­ρον, ού­τε τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα εί­ναι πο­λύ σπου­δαία, τό­σον α­πό θε­ο­λο­γι­κής ό­σον και α­πό κοι­νω­νι­κής α­πό­ψεως· α­κό­μη δε μι­κρο­τέ­ρα εί­ναι η ση­μα­σία του έρ­γου α­πό λο­γο­τε­χνι­κής α­πό­ψεως”. Πά­ντως, η συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό το κεί­με­νο άρ­γη­σε να ξε­κι­νή­σει. Ο Αρβα­νι­τά­κης σχο­λιά­ζει σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, σταθ­μί­ζο­ντας τις α­πο­χρώ­σεις μιας γε­νι­κό­τε­ρα α­πορ­ρι­πτι­κής στά­σης, κα­θώς το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δεν συμ­φω­νού­σε με τη θε­με­λιω­μέ­νη ά­πο­ψη του πο­λι­τι­κού ποιη­τή Κάλ­βου. Οι μό­νοι, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νταν μια δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να του Κάλ­βου, ή­ταν ο νέ­ος αι­σθη­τι­κός Δη­μή­τρης Κα­πε­τα­νά­κης και ο Κά­λας. Μό­νο που και οι δύο εί­χαν μορ­φώ­σει αυ­τήν την ει­κό­να πριν δια­βά­σουν το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας. Η Γιώ­τη α­να­φέ­ρει κά­ποιες ση­μειώ­σεις, που ο Κά­λας άρ­χι­σε να κρα­τά, το πι­θα­νό­τε­ρο με­τά την α­νά­γνω­ση, με την ο­πτι­κή μιας με­λέ­της πε­ρί Κάλ­βου. Ού­τε ε­κεί­νη ού­τε ο Αρβα­νι­τά­κης πα­ρου­σιά­ζουν αυ­τές τις ση­μειώ­σεις, πα­ρό­τι δί­νουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στις α­πό­ψεις του υ­περ­ρε­α­λι­στή ποιη­τή. Εκτός κι αν αμ­φό­τε­ροι ε­τοι­μά­ζουν δη­μο­σιεύ­σεις. Οψό­με­θα. Όπως και να έ­χει, με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο βι­βλίο του συ­ντο­πί­τη του Κάλ­βου, ο ε­ορ­τα­σμός του ε­πε­τεια­κού 2012 μό­λις που ξε­κί­νη­σε.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 8/4/2012.