Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Ο άλλος Κάλβος

Δη­μή­τρης Δ. Αρβα­νι­τά­κης
«Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας.
Ένα α­φε­λές κεί­με­νο
του Ανδρέα Κάλ­βου»
Έκδο­ση:
Βι­βλιο­θή­κη Μου­σείου Μπε­νά­κη
Ια­νουά­ριος 2012


Κατά φαντασία πορτραίτο
του Ανδρέα Κάλβου
από τον Οδυσσέα Ελύτη.



Με το τέ­λος του μη­νός Μαρ­τίου, συ­μπλη­ρώ­θη­καν με­τά βε­βαιό­τη­τας 220 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ανδρέα Κάλ­βου. Γρά­φου­με με­τά βε­βαιό­τη­τας, για­τί το μό­νο σί­γου­ρο εί­ναι ο μή­νας. Γεν­νή­θη­κε Μάρ­τιο 1792. Προ­σώ­ρας, η α­κρι­βής η­με­ρο­μη­νία λαν­θά­νει. Προ­σώ­ρας, για­τί δεν α­πο­κλείε­ται, αύ­ριο με­θαύ­ριο, κά­ποιος ε­ρευ­νη­τής να ε­ντο­πί­σει την η­μέ­ρα, α­κό­μη κι αν ή­ταν ξη­μέ­ρω­μα, με­ση­μέ­ρι ή τις προ­με­σο­νύ­κτιες ώ­ρες, ό­ταν η Αντρια­νού­λα Ρου­κά­νη- Κάλ­βου έ­φε­ρε στον κό­σμο το πρώ­το της παι­δί. Η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του ποιη­τή εί­ναι μια πρώ­τη α­πό τις πολ­λές ελ­λεί­που­σες ψη­φί­δες στο παζλ του Κάλ­βου. Το μυ­στή­ριο που θάλ­λει γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του φαί­νε­ται να ελ­κύει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τον ί­διο τον ποιη­τή Κάλ­βο. Ένα μυ­στή­ριο, που εί­ναι συ­σχε­τι­σμέ­νο και με “τον άλ­λο Κάλ­βο”, ό­πως έ­χει α­πο­κα­λέ­σει ο βι­βλιο­γρά­φος του, Γιώρ­γος Ανδρειω­μέ­νος, τον, πέ­ραν του ποιη­τή, πο­λυ­με­ρή συγ­γρα­φέα Κάλ­βο.
Αυ­τός “ο άλ­λος Κάλ­βος” εν­δια­φέ­ρει και τον Δη­μή­τρη Αρβα­νι­τά­κη, θεω­ρώ­ντας τον α­πα­ραί­τη­το για την κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση του ποιη­τή. Γι’ αυ­τό και ε­πι­κε­ντρώ­νει την έ­ρευ­νά του σε μια πρώι­μη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο. Εκεί­νη του νε­α­ρού Ζα­κύν­θιου, που φθά­νει δε­κα­ε­τής στην Ιτα­λία και ε­κεί εκ­κο­λά­πτε­ται ως δρα­μα­τουρ­γός και ποιη­τής της ι­τα­λι­κής γλώσ­σας. Αλλά και την λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρη, του ει­κο­σι­τε­τρά­χρο­νου Κάλ­βου, του μό­λις α­φιχ­θέ­ντος στο Λον­δί­νο γραμ­μα­τέα του Ού­γο Φώ­σκο­λο, που συγ­χρω­τί­ζε­ται με τους ε­κεί ι­τα­λούς ε­ξό­ρι­στους. Ο Αρβα­νι­τά­κης έ­χει εκ­δώ­σει, μέ­σα σε ε­νά­μι­σι χρό­νο, δυο πο­λυ­σέ­λι­δες μο­νο­γρα­φίες. Αμφό­τε­ρες α­φο­ρούν ι­τα­λι­κά κεί­με­να του Κάλ­βου και έ­χουν ως στό­χο να φω­τί­σουν τους τρό­πους που δια­μορ­φώ­θη­κε πνευ­μα­τι­κά ο με­τέ­πει­τα θεω­ρού­με­νος ως ε­θνι­κός ποιη­τής, με την έμ­φα­ση να δί­νε­ται στο χρό­νο και τους χώ­ρους που αυ­τή η διά­πλα­ση έ­λα­βε χώ­ρα.
Η πρώ­τη έ­ρευ­να α­φο­ρού­σε πι­θα­νο­λο­γού­με­νες συ­νερ­γα­σίες του Κάλ­βου στο ι­τα­λι­κό πε­ριο­δι­κό, «L’ Ape italiana a Londra», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στο Λον­δί­νο το 1819. Εκεί­νο που κέ­ντρι­σε τον Αρβα­νι­τά­κη ή­ταν η α­δυ­να­μία των με­λε­τη­τών να ε­ντο­πί­σουν το πε­ριο­δι­κό αλ­λά και να συ­γκε­ντρώ­σουν στοι­χεία για τον εκ­δό­τη του, του ο­ποίου γνώ­ρι­ζαν μό­νο το ό­νο­μα. Τε­λι­κά, ε­ντό­πι­σε το πε­ριο­δι­κό και κα­τήρ­τι­σε το βιο­γρα­φι­κό ό­χι μό­νο του εκ­δό­τη αλ­λά και ε­κεί­να των συ­νερ­γα­τών του πε­ριο­δι­κού, ω­στό­σο η έ­ρευ­να στά­θη­κε ά­γο­νη. Ο Κάλ­βος δεν συ­νερ­γά­στη­κε σε κα­νέ­να α­πό τα δώ­δε­κα τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού, που εκ­δό­θη­καν α­πό 15 Απρι­λίου μέ­χρι 30 Σε­πτεμ­βρίου 1819. Κι ό­μως, πα­ρά την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, που δη­μιουρ­γεί το αρ­νη­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ο τό­σος κό­πος δεν πή­γε χα­μέ­νος. Δεν ή­ταν “για έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μέ­σω της πα­ρου­σία­σης του πε­ριο­δι­κού, ο με­λε­τη­τής συ­μπλη­ρώ­νει ψη­φί­δες για τα τρει­σή­μι­σι χρό­νια της πρώ­της δια­μο­νής του Κάλ­βου στο Λον­δί­νο και πα­ράλ­λη­λα, συλ­λο­γά­ται τις τύ­χες των ποιη­τών και την ε­πο­χή τους, φι­λο­σο­φώ­ντας για τις πα­τρί­δες, χα­μέ­νες, ε­θνι­κές, με ή και χω­ρίς σύ­νο­ρα.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ο Αρβα­νι­τά­κης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει εκ προοι­μίου, με τον υ­πό­τιτ­λο που ε­πι­λέ­γει, ό­τι κα­τα­πιά­στη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά με “έ­να που­κά­μι­σο α­δεια­νό”. Μπο­ρεί, βε­βαίως, στην πο­ρεία να προ­κύ­πτει ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­φε­λές” για το κεί­με­νο του Ανδρέα Κάλ­βου, που φέ­ρε­ται με τον ελ­λη­νι­κό τίτ­λο «Απο­λο­γία της αυ­το­κτο­νίας», α­νή­κει σε άλ­λους και ό­τι αυ­τός συ­γκε­ντρώ­νει ε­πι­χει­ρή­μα­τα προς κα­τάρ­ρι­ψή του, ω­στό­σο το γε­γο­νός ό­τι τον πα­ρα­θέ­τει στον υ­πό­τιτ­λο χω­ρίς α­νω­φε­ρή ει­σα­γω­γι­κά προς δή­λω­ση ό­τι πρό­κει­ται για δά­νειο, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τον υιο­θε­τεί ως ά­μυ­να ή ί­σως, και για να προ­κα­λέ­σει το α­να­γνω­στι­κό εν­δια­φέ­ρον. Όπως και να έ­χει, το εν λό­γω κεί­με­νο, το ο­ποίο πα­λαιό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως α­νά­ξιο λό­γου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια φαί­νε­ται πως ε­πα­νε­κτι­μά­ται. Για πα­ρά­δειγ­μα, το 2009, στο α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού, «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», για τα «140 χρό­νια α­πό τον θά­να­το του ποιη­τή των Ωδών», το σχο­λιά­ζει ο νεό­τε­ρος ζα­κύν­θιος ποιη­τής Ζα­χα­ρίας Στου­φής. Ένα χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, η Αγγε­λι­κή Γιώ­τη, στο πε­ριο­δι­κό «Κον­δυ­λο­φό­ρος» (ό­χι «Μα­ντα­το­φό­ρος», ό­πως εκ πα­ρα­δρο­μής α­να­γρά­φε­ται στη με­λέ­τη), ε­ξε­τά­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψη του Κάλ­βου α­πό τη γε­νιά του ’30, δια­κρί­νει τον τρό­πο που α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον Κάλ­βο ο υ­περ­ρε­α­λι­στής ποιη­τής Νι­κό­λας Κά­λας, α­να­φε­ρό­με­νη και στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρί αυ­το­κτο­νίας κεί­με­νο του Κάλ­βου.
Αυ­τά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, κα­θώς και άλ­λες α­να­φο­ρές, δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι τό­σο ο τίτ­λος του κει­μέ­νου ό­σο και η πα­τρό­τη­τά του εί­ναι δε­δο­μέ­να. Ει­κό­να που α­να­τρέ­πει η ι­στο­ρία του χει­ρο­γρά­φου, ό­πως την πα­ρα­θέ­τει στο πρώ­το κε­φά­λαιο ο Αρβα­νι­τά­κης. Εκεί δεί­χνει, με τον διε­ξο­δι­κό και γλα­φυ­ρό α­φη­γη­μα­τι­κό του τρό­πο, ό­τι πρό­κει­ται για “έ­να αι­νιγ­μα­τι­κό χει­ρό­γρα­φο, που χά­θη­κε”. Αι­νιγ­μα­τι­κό, α­φού ού­τε τίτ­λος ού­τε υ­πο­γρα­φή υ­πάρ­χουν και ο ι­τα­λός με­λε­τη­τής τού Ού­γο Φώ­σκο­λο, που το πρω­το­δη­μο­σίευ­σε το 1916, πα­ρα­λεί­πει να δια­βε­βαιώ­σει ό­τι ο γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας εί­ναι του Κάλ­βου, ό­πως κά­νει για το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο που πα­ρου­σιά­ζει στην ί­δια δη­μο­σίευ­ση. Επί­σης, σή­με­ρα πλέ­ον, θεω­ρεί­ται χα­μέ­νο, α­φού η βι­βλιο­θή­κη του Λι­βόρ­νο, στην ο­ποία δό­θη­καν τα καλ­βι­κά χει­ρό­γρα­φα βομ­βαρ­δί­στη­κε στον πό­λε­μο και ο φά­κε­λος ε­ξα­φα­νί­στη­κε. Οι δυο έλ­λη­νες με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, που εί­δαν το χει­ρό­γρα­φο, ο Γέωρ­γιος Ζώ­ρας, που το με­τέ­φρα­σε και το δη­μο­σίευ­σε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά το 1937, και ο Νι­κό­λα­ος Τω­μα­δά­κης, δεί­χνουν να υ­πεκ­φεύ­γουν ή και να αυ­θαι­ρε­τούν κα­τά την πα­ρου­σία­σή του ως κεί­με­νο αυ­τα­πό­δει­κτα του Κάλ­βου, που φέ­ρει τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τίτ­λο. Του­λά­χι­στον αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γεί ο σχο­λια­σμός του Αρβα­νι­τά­κη για τα δη­μο­σιεύ­μα­τά τους. Εκεί­νο, ό­μως, το στοι­χείο, που κα­θι­στά πράγ­μα­τι αι­νιγ­μα­τι­κό το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία ό­τι έ­φε­ρε την ε­πι­κε­φα­λί­δα, «Στον Α. Κάλ­βο», και ό­τι ο τίτ­λος που ε­πι­κρά­τη­σε δό­θη­κε α­πό τους με­λε­τη­τές ως ε­πι­γραμ­μα­τι­κή πε­ρί­λη­ψη του πε­ριε­χο­μέ­νου του. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η ε­πι­κε­φα­λί­δα, που έ­χει τη μορ­φή α­φιέ­ρω­σης του κει­μέ­νου στον Κάλ­βο, δεν ο­δή­γη­σε στην ει­κα­σία ό­τι πρό­κει­ται για κεί­με­νο φί­λου, που δό­θη­κε στον Κάλ­βο ή που του ε­στά­λη, πι­θα­νώς ως συ­νο­δευ­τι­κό ε­πι­στο­λής, α­φού, μά­λι­στα, στον φά­κε­λο με τα δυο κεί­με­να υ­πήρ­χαν και ε­πι­στο­λές προς αυ­τόν. Αντ’ αυ­τού, ο Τω­μα­δά­κης θεώ­ρη­σε ό­τι η α­φιε­ρω­μα­τι­κή φρά­ση γρά­φτη­κε α­πό τον Κάλ­βο και την ερ­μή­νευ­σε ως ι­σο­δύ­να­μη της έκ­φρα­σης «Εις ε­αυ­τόν». Κα­τά το σκε­πτι­κό του, με αυ­τήν την ε­πι­κε­φα­λί­δα ο συγ­γρα­φέ­ας στο­χεύει στη δη­μιουρ­γία α­πό­στα­σης α­πό το κεί­με­νό του. Υπό­θε­ση, που θα εί­χε κά­ποια α­λη­θο­φά­νεια, αν του­λά­χι­στον πα­ρε­τί­θε­το α­κέ­ραιο το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και ό­χι το αρ­χι­κό του μι­κρού ο­νό­μα­τος.
Σε αυ­τό το ση­μείο, πά­ντως, α­φού ο Αρβα­νι­τά­κης α­να­κι­νεί το θέ­μα του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν μια έ­στω και ε­πί τρο­χά­δην α­να­ζή­τη­ση πι­θα­νών συγ­γρα­φέων του α­νά­με­σα στους α­πο­στο­λείς των ε­πι­στο­λών του φα­κέ­λου ή και α­νά­με­σα στους άλ­λους αλ­λη­λο­γρά­φους του Κάλ­βου και τα πρό­σω­πα του στε­νό­τε­ρου πε­ρι­βάλ­λο­ντός του. Προς με­γά­λη α­πο­γοή­τευ­ση του α­να­γνώ­στη, του ο­ποίου έ­χει υ­πο­δαυ­λί­σει την πε­ριέρ­γεια, πα­ρα­κά­μπτει την πε­ραι­τέ­ρω ε­ξέ­τα­ση και περ­νά στο χρό­νο γρα­φής του κει­μέ­νου και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στον τό­πο γρα­φής του. Στην πρώ­τη ελ­λη­νι­κή δη­μο­σίευ­σή του, ο Ζώ­ρας γρά­φει: «Δεν γνω­ρί­ζο­με ε­πί­σης την α­κρι­βή χρο­νο­λο­γίαν της συγ­γρα­φής. Το πρω­τό­τυ­πο δεν πα­ρέ­χει ου­δε­μίαν σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρία. Πά­ντως ε­γρά­φη προ της α­να­χω­ρή­σεως του Κάλ­βου εξ Ιτα­λίας, ή­τοι προ του 1818.» Ο Αρβα­νι­τά­κης δέ­χε­ται αυ­τήν την υ­πό­θε­ση, διορ­θώ­νο­ντας μό­νο ως τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος το έ­τος και το­πο­θε­τώ­ντας το πριν α­πό το 1816. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί πριν α­πό τις 27 Μαΐου 1816, ό­ταν ο Κάλ­βος α­να­χώ­ρη­σε α­πό το Μι­λά­νο για την Γε­νεύη. Ενώ, α­πορ­ρί­πτει την υ­πό­θε­ση του Τω­μα­δά­κη, ό­τι γρά­φτη­κε τον χει­μώ­να 1820-1821, που ο Κάλ­βος εί­χε ε­πι­στρέ­ψει στην Ιτα­λία. Κι αυ­τό, για­τί η ε­κτί­μη­ση του Τω­μα­δά­κη ό­τι το κεί­με­νο πρέ­πει να γρά­φτη­κε προ της Ελλη­νι­κής Επα­να­στά­σεως, κα­θώς “ο ποιη­τής το 1821 βρή­κε τον σκο­πό της ζωής του στρε­βλώ­νει το νό­η­μα του κει­μέ­νου”. Ακρι­βώς, η α­πό­δει­ξη αυ­τής της στρέ­βλω­σης συ­νι­στά την πε­μπτου­σία της δι­κής του με­λέ­της, που ε­ντάσ­σει το κεί­με­νο στη με­γά­λη ευ­ρω­παϊκή συ­ζή­τη­ση πε­ρί αυ­το­κτο­νίας και στο κλί­μα της α­φυ­πνι­ζό­με­νης Ιτα­λίας κα­τά τη να­πο­λεό­ντεια ε­πο­χή. Αν και έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι αυ­τή η ι­στο­ρι­κή α­να­δρο­μή εί­ναι ε­κτε­νέ­στε­ρη α­πό ό­σο θα χρεια­ζό­ταν. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι για την συ­νο­λι­κή ευ­ρω­παϊκή ει­κό­να υ­πάρ­χουν οι μο­νο­γρα­φίες του Ζωρζ Μι­νουά, «Ιστο­ρία της αυ­το­κτο­νίας» του 1995 και «Η α­θεΐα στον Δυ­τι­κό κό­σμο» του 1998. Και οι δυο έ­χουν με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά, η πρώ­τη, της ο­ποίας η πα­ρα­πο­μπή έ­χει πα­ρα­πέ­σει, το 2006 α­πό τις εκ­δό­σεις Πο­λύ­τρο­πον.
Όσο α­φο­ρά τη χρο­νο­λό­γη­ση του χει­ρο­γρά­φου, θα α­να­με­νό­ταν να λη­φθεί υ­πό­ψη και έ­να άλ­λο terminus ante quem. Το κεί­με­νο θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε πριν α­πό τη μύη­ση του Κάλ­βου στην ε­πα­να­στα­τι­κή α­δελ­φό­τη­τα των Καρ­μπoνά­ρων. Στην περ­σι­νή με­λέ­τη της, η Αθη­νά Γεωρ­γα­ντά το­πο­θε­τεί την στρά­τευ­σή του στην πε­ρίο­δο της πα­ρα­μο­νής του στο Λον­δί­νο, δη­λα­δή α­πό τις 11 Σε­πτεμ­βρίου 1816 και μέ­χρι, το αρ­γό­τε­ρο, το 1819, ό­ταν συγ­γρά­φει την λαν­θά­νου­σα μέ­χρι το 2003 ω­δή «Ελπίς πα­τρί­δος». Ο Αρβα­νι­τά­κης δεν α­να­φέ­ρει τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ού­τε τον α­πα­σχο­λεί ο Καρ­μπο­νά­ρος Κάλ­βος. Μό­νο στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, μνη­μο­νεύο­ντας “μι­κρές και με­γα­λύ­τε­ρες ψη­φί­δες για τον μη ελ­λη­νι­κό κό­σμο του Κάλ­βου”, που προ­στέ­θη­καν “α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1930 και με­τά”, α­να­φέ­ρει και “την α­να­κά­λυ­ψη α­πό τον Κ. Πορ­φύ­ρη της συμ­με­το­χής του στο κί­νη­μα των Καρ­μπο­νά­ρων της Το­σκά­νης(1820-1821)”. Οπό­τε, θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι θεω­ρεί την έ­ντα­ξη στον καρ­μπο­να­ρι­σμό ή και γε­νι­κό­τε­ρα σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή ορ­γά­νω­ση α­διά­φο­ρη σε μια συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό την “κλα­σι­κή” αυ­το­κτο­νία, ό­πως α­πο­κα­λεί­ται η αυ­το­κτο­νία για την πα­τρί­δα. Όπως και να έ­χει, το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δύ­σκο­λα α­πο­δί­δε­ται σε έ­ναν Καρ­μπο­νά­ρο. Πέ­ραν αυ­τού, α­πό τον Κάλ­βο, που εί­ναι μεν ι­τα­λο­θρεμ­μέ­νος αλ­λά στρέ­φε­ται συ­νε­χώς προς την αρ­χαία Ελλά­δα, σε έ­να λό­γο υ­πε­ρα­σπι­στι­κό της αυ­το­κτο­νίας πιο δό­κι­μο θα ή­ταν να μνη­μο­νεύει ως κο­ρυ­φαίο πα­ρά­δειγ­μα ε­κεί­νη του ο­μη­ρι­κού Αία­ντα και ό­χι του Κά­τω­να.
Πα­ρα­τη­ρού­με, πά­ντως, ό­τι οι δυο πρό­σφα­τες με­λέ­τες, της Γεωρ­γα­ντά και του Αρβα­νι­τά­κη, συ­νο­μι­λούν α­κό­μη και εις πεί­σμα των συγ­γρα­φέων τους. Και στις δυο σχο­λιά­ζε­ται η α­ντι­με­τώ­πι­ση του θα­νά­του α­πό τον Κάλ­βο, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την ποίη­ση του Φώ­σκο­λο και κα­τα­λή­γο­ντας στην ω­δή «Εις θά­να­τον». Ο Αρβα­νι­τά­κης ε­πι­μέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο στο “μυ­θι­στό­ρη­μα-ο­ρό­ση­μο” του Φώ­σκο­λο, «Τε­λευ­ταίες ε­πι­στο­λές του Γιά­κο­πο Όρτις», με­τα­φρά­ζο­ντας και πα­ρα­θέ­το­ντας σε πα­ράρ­τη­μα ε­πι­στο­λή του Φώ­σκο­λο στον φί­λο του Γιά­κο­μπ Σά­λο­μον Μπαρ­τόλ­ντυ για τα στά­δια της σύν­θε­σης. Ενώ, δεν α­να­φέ­ρει τον Καρ­μπο­νά­ρο Φώ­σκο­λο ού­τε ερ­μη­νεύει την ω­δή «Εις θά­να­τον» με τους συμ­βο­λι­σμούς του καρ­μπο­να­ρι­σμού, ό­πως κά­νει η Γεωρ­γα­ντά. Αντ’ αυ­τού, προ­τεί­νει μια βή­μα προς βή­μα πα­ρα­κο­λού­θη­ση “της οι­κο­δό­μη­σης του ποιη­τή-πο­λί­τη”. Οι δυο με­λε­τη­τές φαί­νε­ται να συμ­φω­νούν ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος μύη­σης και να α­πορ­ρί­πτουν την ά­πο­ψη της “στιγ­μιαίας, λό­γω της ε­θνι­κής ε­πα­νά­στα­σης, έ­κλαμ­ψης”.
Ένα ση­μα­ντι­κό κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της του Αρβα­νι­τά­κη, που πα­ρα­τί­θε­ται ως ει­σα­γω­γι­κό στην ερ­μη­νεία της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας», α­φο­ρά τον α­ντί­κτυ­πο που εί­χε το κεί­με­νο στη γε­νιά του με­σο­πο­λέ­μου. Η δη­μο­σίευ­ση της με­τά­φρα­σής του έ­γι­νε την 1η Οκτω­βρίου 1937, λί­γες μέ­ρες με­τά την αυ­το­κτο­νία του Ιωάν­νη Συ­κου­τρή, στις 22 Σε­πτεμ­βρίου. Δεν φαί­νε­ται να πρό­κει­ται για σύ­μπτω­ση, δε­δο­μέ­νου ό­τι το κεί­με­νο του Ζώ­ρα προ­τάσ­σε­ται στο τεύ­χος, ε­νώ στη ρου­μπρί­κα «Το δε­κα­πεν­θή­με­ρον» δη­μο­σιεύε­ται νε­κρο­λο­γία του Ν. Ι. Λού­βα­ρη για τον Συ­κου­τρή. Διό­λου α­πί­θα­νο, χω­ρίς την αυ­το­κτο­νία Συ­κου­τρή, να αρ­γού­σε η δη­μο­σίευ­ση, κα­θώς ο Ζώ­ρας, στο προ­λο­γι­κό του ση­μείω­μα, σπεύ­δει να πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι “δεν πα­ρου­σιά­ζει μέ­γα εν­δια­φέ­ρον, ού­τε τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα εί­ναι πο­λύ σπου­δαία, τό­σον α­πό θε­ο­λο­γι­κής ό­σον και α­πό κοι­νω­νι­κής α­πό­ψεως· α­κό­μη δε μι­κρο­τέ­ρα εί­ναι η ση­μα­σία του έρ­γου α­πό λο­γο­τε­χνι­κής α­πό­ψεως”. Πά­ντως, η συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό το κεί­με­νο άρ­γη­σε να ξε­κι­νή­σει. Ο Αρβα­νι­τά­κης σχο­λιά­ζει σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, σταθ­μί­ζο­ντας τις α­πο­χρώ­σεις μιας γε­νι­κό­τε­ρα α­πορ­ρι­πτι­κής στά­σης, κα­θώς το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας δεν συμ­φω­νού­σε με τη θε­με­λιω­μέ­νη ά­πο­ψη του πο­λι­τι­κού ποιη­τή Κάλ­βου. Οι μό­νοι, που υ­πε­ρα­σπί­ζο­νταν μια δια­φο­ρε­τι­κή ει­κό­να του Κάλ­βου, ή­ταν ο νέ­ος αι­σθη­τι­κός Δη­μή­τρης Κα­πε­τα­νά­κης και ο Κά­λας. Μό­νο που και οι δύο εί­χαν μορ­φώ­σει αυ­τήν την ει­κό­να πριν δια­βά­σουν το κεί­με­νο της α­πο­λο­γίας. Η Γιώ­τη α­να­φέ­ρει κά­ποιες ση­μειώ­σεις, που ο Κά­λας άρ­χι­σε να κρα­τά, το πι­θα­νό­τε­ρο με­τά την α­νά­γνω­ση, με την ο­πτι­κή μιας με­λέ­της πε­ρί Κάλ­βου. Ού­τε ε­κεί­νη ού­τε ο Αρβα­νι­τά­κης πα­ρου­σιά­ζουν αυ­τές τις ση­μειώ­σεις, πα­ρό­τι δί­νουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στις α­πό­ψεις του υ­περ­ρε­α­λι­στή ποιη­τή. Εκτός κι αν αμ­φό­τε­ροι ε­τοι­μά­ζουν δη­μο­σιεύ­σεις. Οψό­με­θα. Όπως και να έ­χει, με το ρη­ξι­κέ­λευ­θο βι­βλίο του συ­ντο­πί­τη του Κάλ­βου, ο ε­ορ­τα­σμός του ε­πε­τεια­κού 2012 μό­λις που ξε­κί­νη­σε.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 8/4/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: