Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Περιπέτειες χειρογράφου



Σάν­νυ Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου
«Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου
“Η ζωή μου
με τον Κώ­στα Χατ­ζό­που­λο”»
Επι­μέ­λεια, σχό­λια, έ­ρευ­να
“Σάν­νυ και Σέ­ντα”
Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου
Έκδο­ση Λα­ο­γρα­φι­κό-
Ιστο­ρι­κό-Φι­λο­λο­γι­κό
Μου­σείο Αι­τω­λο­α­καρ­να­νίας
Αγρί­νιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος
σε σκίτσο του ζωγράφου
Σπύρου Βανδώρου.


Η βιο­γρα­φία κά­ποιου συγ­γρα­φέα δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον η κύ­ρια ο­δός στην προ­σέγ­γι­ση του έρ­γου του, ω­στό­σο η συμ­βο­λή της στη συ­ναρ­μο­γή των ε­πί μέ­ρους ψη­φί­δων πα­ρα­μέ­νει ση­μα­ντι­κή. Εξ ου και η σύν­θε­ση μιας α­ξιό­πι­στης βιο­γρα­φίας α­πο­τε­λεί πρω­ταρ­χι­κό αί­τη­μα. Αυ­τήν την α­νά­γκη, ω­στό­σο, δεν την σταθ­μί­ζουν πά­ντο­τε σω­στά ό­σοι συμ­βάλ­λουν στη συγ­γρα­φή της. Συ­χνά, ε­κεί­νοι που γνώ­ρι­σαν τον συγ­γρα­φέα πα­ραλ­λάσ­σουν τα γε­γο­νό­τα στις μαρ­τυ­ρίες τους, ε­νώ δεν εί­ναι και λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις με­λε­τη­τών που αλ­λοιώ­νουν κα­τά την έ­ρευ­νά τους τα δε­δο­μέ­να. Με άλ­λα λό­για, οι δυο αυ­τές βα­σι­κές ο­μά­δες, στις ο­ποίες στη­ρί­ζε­ται η σύν­θε­ση της βιο­γρα­φίας ε­νός συγ­γρα­φέα, συ­χνά συλ­λαμ­βά­νο­νται να προ­τάσ­σουν προ­σω­πι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Αυ­τός εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος που η βιο­γρα­φία κά­θε συγ­γρα­φέα δεν θα πρέ­πει πο­τέ να θεω­ρεί­ται ως τε­λειω­μέ­νο έρ­γο. Από τον νέο με­λε­τη­τή α­να­μέ­νε­ται, πέ­ρα α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές δια­νοί­ξεις, ο έ­λεγ­χος ό­πως και η α­πο­σα­φή­νι­ση ή έ­στω ο ε­ντο­πι­σμός σκο­τει­νών ση­μείων. Αυ­τό το δι­πλό στό­χο ε­πι­χει­ρεί να ε­πι­τύ­χει η Μαί­ρη Χρυ­σι­κο­πού­λου με το πρό­σφα­το βι­βλίο της για τον Κω­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο. 
Στο πρώ­το και κύ­ριο μέ­ρος του βι­βλίου, δη­μο­σιεύει την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διή­γη­ση της συ­ζύ­γου του, Σάν­νυς Χαί­γκμα­ν-Χατ­ζο­πού­λου και, εν συ­νε­χεία, πα­ρα­θέ­τει τα στοι­χεία που προέ­κυ­ψαν α­πό την έ­ρευ­νά της γύ­ρω α­πό την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα του κει­μέ­νου. Χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, ξε­δι­πλώ­νει τις πε­ρι­πέ­τειες ε­νός, σή­με­ρα πλέ­ον, χα­μέ­νου χει­ρο­γρά­φου. Πα­ρό­λα αυ­τά, α­φή­νει α­νοι­κτή την αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή να πρό­κει­ται για έ­να λαν­θά­νον χει­ρό­γρα­φο. Γε­γο­νός, πά­ντως, εί­ναι ό­τι το κεί­με­νο δη­μο­σιεύε­ται ε­πι­τέ­λους α­κέ­ραιο στα ελ­λη­νι­κά. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η με­τά­φρα­σή του α­πό την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, Σέ­ντα, ή­ταν δια­θέ­σι­μη α­πό το 1980, ε­πο­χή που ε­κεί­νη κα­τέ­θε­σε ο­λό­κλη­ρο το οι­κο­γε­νεια­κό αρ­χείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τό­τε, το κεί­με­νο α­πο­τέ­λε­σε δο­μι­κό στοι­χείο της βιο­γρα­φίας Χατ­ζό­που­λου. Απο­σπά­σμα­τα δη­μο­σιεύ­θη­καν σε με­λέ­τες, ε­νώ, το 2005, εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­κέ­ραιο στα γαλ­λι­κά, ως συ­νο­δευ­τι­κό σε με­τά­φρα­ση δυο διη­γη­μά­των του. Σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, η Χρυ­σι­κο­πού­λου συ­μπλη­ρώ­νει τα βιο­γρα­φι­κά του, δί­νο­ντας πλη­ρο­φο­ρίες σχε­τι­κές με τον τό­πο και την κα­τα­γω­γή του. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, συ­νε­χί­ζει να κα­τα­θέ­τει τη μαρ­τυ­ρία της α­πό την προ­νο­μιού­χο θέ­ση της συ­ντο­πί­τισ­σας, που εί­χε αρ­χί­σει προ ει­κο­σα­ε­τίας στο ε­πι­στη­μο­νι­κό συ­μπό­σιο, με τίτ­λο, «Ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ως συγ­γρα­φέ­ας και θεω­ρη­τι­κός», το ο­ποίο εί­χε διορ­γα­νώ­σει ο Φι­λο­λο­γι­κός Όμι­λος Αγρι­νίου, που φέ­ρει το ό­νο­μά του.

Το μυ­στή­ριο του χει­ρο­γρά­φου

Αν θέ­λου­με να α­να­τρέ­ξου­με στην α­φε­τη­ρία της συγ­γρα­φής τού αυ­το­βιο­γρα­φι­κού κει­μέ­νου της Χαί­γκμαν, θα πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με ως κι­νη­τή­ριο μο­χλό τον Γιώρ­γο Βα­λέ­τα. Μυ­τι­λη­νιός, φι­λό­λο­γος Μέ­σης Εκπαί­δευ­σης, μέ­λος της γε­νιάς του με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε βά­λει σκο­πό της ζωής του την κα­τάρ­τι­ση Απά­ντων ο­ρι­σμέ­νων πα­λαιό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, τα ο­ποία εί­χε προ­γραμ­μα­τί­σει να συ­νο­δεύο­νται α­πό βιο­γρα­φία και βι­βλιο­γρα­φία. Την σχε­τι­κή έ­ρευ­να και την πε­ρι­συλ­λο­γή του σκόρ­πιου υ­λι­κού τις εί­χε ξε­κι­νή­σει α­πό τον με­σο­πό­λε­μο. Ωστό­σο, τους α­να­γκαίους οι­κο­νο­μι­κούς πό­ρους άρ­γη­σε να τους ε­ξα­σφα­λί­σει. Έτσι οι πρώ­τοι τό­μοι της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Βι­βλιο­θή­κης του, ό­πως την α­πο­κά­λε­σε, εκ­δό­θη­καν στη δε­κα­ε­τία του ’50.
Ανά­με­σα στους πρώ­τους, που ήλ­κυ­σαν το εν­δια­φέ­ρον του φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν ο Χατ­ζό­που­λος. Ιδε­ο­λό­γος σο­σια­λι­στής και δη­μο­τι­κι­στής, θα πρέ­πει να α­πο­τε­λού­σε το ι­δα­νι­κό πρό­τυ­πο προ­γό­νου. Στο τρί­το α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού, αυ­τό της «Νέ­ας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα ει­κο­σά­χρο­να α­πό τον θά­να­τό του, ο Βα­λέ­τας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι το 1933 εί­χε γρά­ψει στην χή­ρα του Χατ­ζό­που­λου, ζη­τώ­ντας βιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Τε­λι­κά, η α­νταλ­λα­γή ε­πι­στο­λών και κυ­ρίως, η προ­θυ­μία της, του έ­δω­σαν την ι­δέα να την πα­ρο­τρύ­νει να α­φη­γη­θεί τις α­να­μνή­σεις της. Εκεί­νη, α­φο­σιω­μέ­νη δια βίου στη μνή­μη του Έλλη­να, κα­τα­πώς τον εί­χε αρ­χι­κά βα­φτί­σει, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα του έ­στει­λε “δυο τό­μους γερ­μα­νι­κά γραμ­μέ­νους”. Η πρώ­τη, α­ναμ­φι­βό­λως κα­λο­προ­αί­ρε­τη, αυ­θαι­ρε­σία του Βα­λέ­τα εί­ναι η αλ­λα­γή του τίτ­λου. Η Χαί­γκμαν τιτ­λο­φο­ρού­σε τη διή­γη­σή της «Οι α­να­μνή­σεις μου», ε­νώ ε­κεί­νος, στο δη­μο­σίευ­μα της «Νέ­ας Εστίας», ό­που και πα­ρα­θέ­τει δυο α­πο­σπά­σμα­τα, χρη­σι­μο­ποιεί τον μάλ­λον πα­ρά­ται­ρο τίτ­λο «Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά μου». Στη συ­νέ­χεια, δεν κα­τόρ­θω­σε να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση, που της εί­χε δώ­σει, δη­λα­δή να τα δη­μο­σιεύ­σει ως συ­νο­δευ­τι­κά στα Άπα­ντα  Χατ­ζό­που­λου, α­φού, μέ­χρι τον θά­να­τό της (13 Ιουλ. 1952), δεν εί­χε ε­ξευ­ρε­θεί εκ­δό­της.
Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, τα ί­χνη του χει­ρο­γρά­φου μπερ­δεύο­νται. Από δυο ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα προς Χαί­γκμαν των αρ­χών του 1937, συ­νά­γε­ται: Πρώ­τον, ό­τι Απρί­λιο 1935 της έ­στει­λε το χει­ρό­γρα­φο μέ­σω του Κώ­στα Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, πρώ­του ε­ξά­δελ­φου του Χατ­ζό­που­λου. Δεύ­τε­ρον, ό­τι το χει­ρό­γρα­φο δεν έ­φτα­σε τό­τε στα χέ­ριά της. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, με­τά το 1960, η Χρυ­σι­κο­πού­λου θυ­μά­ται τον Βα­λέ­τα να λέει ό­τι η κό­ρη τον κα­τη­γο­ρεί πως πα­ρα­κρά­τη­σε το χει­ρό­γρα­φο. Επί­σης, το 1984, σε ε­πι­στο­λή του προς την κό­ρη του Χατ­ζό­που­λου, της ζη­τά­ει ε­πί­μο­να συ­νά­ντη­ση, κα­θώς ε­κεί­νη δεν έ­δι­νε ά­δεια προς έκ­δο­ση των Απά­ντων Χατ­ζό­που­λου και των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της μη­τέ­ρας της. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι το 1978, η Σέ­ντα δί­νει με­τα­φρα­σμέ­να α­πο­σπά­σμα­τα της α­φή­γη­σης της μη­τέ­ρας της στην Κρί­στα Ανε­μού­δη-Αρζό­γλου, που α­σχο­λεί­ται με τα κρι­τι­κά κεί­με­να του Χατ­ζό­που­λου, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τα­θέ­τει τη με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του κει­μέ­νου, μα­ζί με τις σω­ζό­με­νες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολ­λές εί­ναι οι α­πο­ρίες, που γεν­νιού­νται και τις ο­ποίες συ­νο­ψί­ζει η Χρυ­σι­κο­πού­λου, α­φού, προ­η­γου­μέ­νως, ε­ρεύ­νη­σε ε­πί μα­ταίω πι­θα­νά αρ­χεία για τον ε­ντο­πι­σμό του χει­ρο­γρά­φου. Κα­τά μια εκ­δο­χή, σύμ­φω­νη με ό­σα υ­πο­στή­ρι­ζε ο Βα­λέ­τας, θα πρέ­πει το χει­ρό­γρα­φο να εί­χε ξε­μεί­νει στα χέ­ρια του Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου και να ε­στά­λη στη Σάν­νυ με­τά τις ε­πι­στο­λές του 1937. Αυ­τό τεκ­μαί­ρε­ται και α­πό το γε­γο­νός, ό­τι στο α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας», α­φε­νός μεν δη­μο­σιεύε­ται με­λέ­τη του Βα­λέ­τα που βιο­γρα­φεί τον Χατ­ζό­που­λο στη­ριγ­μέ­νη στο κεί­με­νό της, ό­που την μνη­μο­νεύει ως την υ­πέ­ρο­χη γυ­ναί­κα, που πραγ­μα­τι­κά έ­σω­σε το Χατ­ζό­που­λο και α­φε­τέ­ρου η ί­δια υ­πο­γρά­φει τη με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των. Οπό­τε, η κό­ρη θα πρέ­πει να ψεύ­δε­ται και ο λό­γος να εί­ναι η φη­μο­λο­γού­με­νη α­ντι­πά­θειά της για τον Βα­λέ­τα. Κα­τά την γαλ­λί­δα με­τα­φρά­στρια Νι­κόλ Λε Μπρι, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην κομ­μου­νι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γία, που φαί­νε­ται να του α­πο­δί­δουν. Ενώ, η Χρυ­σι­κο­πού­λου προ­σθέ­τει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι η Σέ­ντα εί­χε κά­νει δυο γά­μους, τον πρώ­το με φιν­λαν­δό α­ξιω­μα­τού­χο και ό­ταν χή­ρε­ψε, στη δε­κα­ε­τία του ’60, με τον δι­κη­γό­ρο Πε­ρι­κλή Δρί­βα, τον ο­ποίο χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­κρο­δε­ξιό. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, η Σέ­ντα αρ­νεί­το ό­τι ο πα­τέ­ρας της ή­ταν σο­σια­λι­στής. Στη με­τά­φρα­ση του κει­μέ­νου της μη­τέ­ρας της δεν α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ε­κεί­νος εί­χε με­τα­φρά­σει το Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο, ό­που μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για δι­κή της πα­ρέμ­βα­ση. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι η αι­σιό­δο­ξη εκ­δο­χή, για­τί ση­μαί­νει ό­τι με­τέ­φρα­σε α­πό το πρω­τό­τυ­πο, το ο­ποίο ε­πι­λε­κτι­κά, τρό­πον τι­νά, μπο­ρεί και να λο­γό­κρι­νε. Γι’ αυ­τό, πι­θα­νώς, και να μην το πα­ρέ­δω­σε μα­ζί με το υ­πό­λοι­πο αρ­χείο. Κα­τά αυ­τήν την εκ­δο­χή, θα πρέ­πει να ε­ξαί­ρε­σε και το σώ­μα των ε­πι­στο­λών Βα­λέ­τα. 
Κα­τά μια δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή, εί­ναι ο Βα­λέ­τας ε­κεί­νος που ψεύ­δε­ται. Αν, ό­μως, το γερ­μα­νι­κό χει­ρό­γρα­φο δεν ε­πι­στρά­φη­κε στη Σάν­νυ, α­πό ποιο χει­ρό­γρα­φο έ­γι­νε η με­τά­φρα­ση; Ήταν ε­κεί­νη τό­σο συ­στη­μα­τι­κή, ώ­στε να κρα­τή­σει α­ντί­γρα­φο; Εκτός κι αν δεν πρό­κει­ται για με­τά­φρα­ση, αλ­λά για κεί­με­νο, που  έ­γρα­ψε η Σέ­ντα. Θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς α­πό μνή­μης, αν και δεν εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο, ό­τι  εί­χε δια­βά­σει τη διή­γη­ση της μη­τέ­ρας της, α­φού τη δε­κα­ε­τία του ’30 εί­χε τη δι­κή της οι­κο­γέ­νεια και πι­θα­νώς, δεν κα­τοι­κού­σαν ού­τε καν στην ί­δια πό­λη. Το γε­γο­νός ό­τι δια­τη­ρεί­ται η αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των, δεί­χνει την ύ­παρ­ξη κά­ποιου πρω­τό­τυ­που κει­μέ­νου. Σύμ­φω­να με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό της ση­μείω­μα, εί­χε α­σχο­λη­θεί με τη με­τά­φρα­ση ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας και εί­χε εκ­δώ­σει ποιη­τι­κές συλ­λο­γές. Άρα, εί­χε συγ­γρα­φι­κές φι­λο­δο­ξίες. Αυ­τή εί­ναι η δυ­σά­ρε­στη εκ­δο­χή, για­τί η κό­ρη, ό­ταν πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας της ή­ταν δέ­κα ο­κτώ ε­τών, ο­πό­τε δια­τη­ρεί λι­γο­στές α­να­μνή­σεις α­πό τα πρώ­τα χρό­νια και γρά­φει με βά­ση διη­γή­σεις της μη­τέ­ρας της. 
Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη η τύ­χη του χει­ρο­γρά­φου. Ανά­με­σα στα αρ­χεία που ε­ρεύ­νη­σε η Χρυ­σι­κο­πού­λου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ε­κεί­νο της Σέ­ντας, που θα πρέ­πει να έ­μει­νε στους ό­ποιους κλη­ρο­νό­μους της. Εκεί, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει κά­ποιο γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα σώ­ζο­νται οι υ­πό­λοι­πες ε­πι­στο­λές Βα­λέ­τα. Με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το αρ­χείο Βα­λέ­τα. Σε αυ­τό, α­κό­μη κι αν δεν υ­πάρ­χει το γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο, θα πρέ­πει να σώ­ζο­νται ε­πι­στο­λές της Σάν­νυ, αλ­λά και κά­ποια με­τα­φρά­σμα­τα βά­σει του χει­ρο­γρά­φου. Πι­στεύου­με ό­τι μάλ­λον δεν δό­θη­κε η α­να­λο­γού­σα ση­μα­σία  στον σκιώ­δη τρί­το άν­θρω­πο. Όταν ο Βα­λέ­τας ζη­τού­σε με­τά ε­πι­μο­νής τις α­να­μνή­σεις της Σάν­νυ, θα πρέ­πει να εί­χε ή­δη κα­τά νου κά­ποιον γερ­μα­νο­μα­θή φί­λο, που θα του τα με­τέ­φρα­ζε προ­φο­ρι­κά, γρα­πτά, εν πε­ρι­λή­ψει, ε­πα­κρι­βώς, με κά­ποιο, πά­ντως, τρό­πο. Ακό­μη κι αν δε­χτού­με ό­τι ε­πέ­στρε­ψε το χει­ρό­γρα­φο, εί­ναι δυ­να­τόν ο ί­διος να μην κρά­τη­σε κά­ποιας μορ­φής α­ντί­γρα­φο; Πό­σο εύ­κο­λο, ό­μως, ή­ταν τό­τε και μά­λι­στα στη Μυ­τι­λή­νη, έ­να α­ντί­γρα­φο γερ­μα­νι­κού χει­ρο­γρά­φου; Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει η με­τά­φρα­ση των δυο α­πο­σπα­σμά­των του α­φιε­ρώ­μα­τος της «Νέ­ας Εστίας». Η Χρυ­σού­λα Σπυ­ρέ­λη, που συ­νει­σφέ­ρει στο βι­βλίο της Χρυ­σι­κο­πού­λου έ­να ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νο με­τα­θα­νά­τιο χρο­νο­λό­γιο Χατ­ζό­που­λου, το ο­ποίο κα­λύ­πτει τα 90 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του (1920-2010), υ­πο­θέ­τει ό­τι η με­τά­φρα­ση έ­γι­νε α­πό την Σάν­νυ και ό­τι πι­θα­νώς να την υ­πα­γό­ρευ­σε στον Βα­λέ­τα. Αν και δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­στεί το εν­δε­χό­με­νο να μην ε­νη­με­ρώ­θη­κε για το α­φιέ­ρω­μα, δε­δο­μέ­νου ό­τι κα­τοι­κού­σε στην Φιν­λαν­δία, που βρι­σκό­ταν υ­πό σο­βιε­τι­κή κα­το­χή.

Δυο με­τα­φρα­στές

Ο με­τα­φρα­στής των α­πο­σπα­σμά­των της «Νέ­ας Εστίας» εί­τε έ­χει έ­να γλα­φυ­ρό γερ­μα­νι­κό πρω­τό­τυ­πο εί­τε ε­κεί­νος το με­τα­πλά­θει σε γλα­φυ­ρή ε­ξι­στό­ρη­ση. Αυ­τό, ό­μως, το τε­λευ­ταίο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι έρ­γο του Βα­λέ­τα, αν δε­χτού­με την εκ­δο­χή της Σπυ­ρέ­λη ό­τι η με­τά­φρα­ση α­πό την Σάν­νυ ή­ταν προ­φο­ρι­κή κα­θ’ υ­πα­γό­ρευ­ση. Επί­σης, θα μπο­ρού­σε να ή­ταν έρ­γο του γερ­μα­νο­μα­θή φί­λου του. Πά­ντως, η τε­λι­κή με­τά­φρα­ση δεν έ­χει α­ντί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις. Εκεί­νο που α­νη­συ­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, εί­ναι η κά­ποια α­ο­ρι­στία, που πα­ρα­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή με­τά­φρα­ση, ό­σο α­φο­ρά συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, σε σύ­γκρι­ση με τα πριν δη­μο­σιευ­μέ­να α­πο­σπά­σμα­τα. Σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται τά­ση να στρογ­γυ­λευ­τούν τα συμ­βά­ντα, ε­νώ δη­μιουρ­γεί­ται η ε­ντύ­πω­ση ό­τι ο τρό­πος, που η γρά­φου­σα πε­ρι­γρά­φει τα αι­σθή­μα­τά της εί­ναι σχη­μα­τι­κός. Όπως και να έ­χει, χά­ρις στο πρό­σφα­το βι­βλίο, έ­χου­με μια κα­θα­ρό­τε­ρη ει­κό­να. Η έ­ρευ­να της Χρυ­σι­κο­πού­λου διορ­θώ­νει ο­ρι­σμέ­νες σκό­πι­μες πα­ρα­ποιή­σεις της Σέ­ντας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, α­πο­κρύ­βει πλη­ρο­φο­ρίες, ε­νώ φαί­νε­ται και η ση­μα­σία του αρ­χείου Βα­λέ­τα, που οι κλη­ρο­νό­μοι του δεν α­ξιο­ποιούν α­ντί­στοι­χα. Να προ­σθέ­σου­με, ό­τι, στο πρό­σφα­το βι­βλίο, δη­μο­σιεύε­ται έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός φω­το­γρα­φιών, που συ­νι­στούν τεκ­μή­ρια για τους δυο κό­σμους του συγ­γρα­φέα, τον πα­τρο­γο­νι­κό του Αγρι­νίου και τον φιν­λαν­δι­κό της συ­ζύ­γου και της κό­ρης του.
   Εκεί­νο, που έ­χει γε­νι­κό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, εί­ναι ό­τι η μνή­μη Χατ­ζό­που­λου συ­ντη­ρεί­ται τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες α­πό τους συ­ντο­πί­τες του. Δι­κό τους έρ­γο εί­ναι το Συ­μπό­σιο του 1993, η βρα­βευ­μέ­νη μο­νο­γρα­φία του Τά­κη Καρ­βέ­λη «Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος ο πρω­το­πό­ρος» και το πρό­σφα­το βι­βλίο. Όσο για την α­θη­ναϊκή φρο­ντί­δα, πε­ριο­ρί­στη­κε σε μια α­να­μνη­στι­κή πλά­κα στο σπί­τι του ε­πί της ο­δού Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Όχι, την πο­λυ­κα­τοι­κία στη γω­νία Ισαύ­ρων και Μαυ­ρο­μι­χά­λη, σε δια­μέ­ρι­σμα της ο­ποίας έ­μει­νε νιό­πα­ντρος και γεν­νή­θη­κε η κό­ρη του, αλ­λά στο δεύ­τε­ρο, που α­γό­ρα­σε στις αρ­χές του 1920. Σώ­ζε­ται, ό­πως το πε­ρι­γρά­φει η α­φή­γη­ση: τριώ­ρο­φο, με ω­ραία μπαλ­κό­νια. Μό­νο που δεν έ­ζη­σε σε αυ­τό πα­ρά λί­γους μή­νες. Στην ε­ντοι­χι­σμέ­νη α­να­μνη­στι­κή πλά­κα α­να­φέ­ρε­ται α­ο­ρί­στως ό­τι ε­κεί έ­ζη­σε, και ε­πι­πλέ­ον, α­να­γρά­φε­ται η ε­σφαλ­μέ­νη  πλη­ρο­φο­ρία ό­τι γεν­νή­θη­κε το 1871. Ποιος ε­πω­μί­στη­κε τα βά­ρη τό­σο με­γά­λης και α­ξιο­ζή­λευ­της φρο­ντί­δας, μέ­νει ά­γνω­στο.     

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Παρατεινόμενη σύγχυση


Το 1898 ο Κω­στα­ντί­νος Χατ­ζό­που­λος, πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νος α­πό μια ο­μά­δα άλ­λων νε­α­ρών, εκ­δί­δει το βρα­χύ­βιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλ­λά πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή, λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό «Η Τέ­χνη». Η ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού έ­χει διτ­τό χα­ρα­κτή­ρα. Απο­τε­λεί βή­μα ι­δεών της νε­α­ρής τό­τε σο­σια­λι­στι­κής δια­νό­η­σης και, ε­πί­σης, το πρώ­το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό που υιο­θε­τεί ε­ξαρ­χής και γρά­φε­ται στη δη­μο­τι­κή. Προ­κα­λεί, βε­βαίως, ο­ξυμ­μέ­νες α­ντι­δρά­σεις α­πό τους τό­τε συ­ντη­ρη­τι­κούς κύ­κλους, ι­δίως στη χρή­ση της δη­μο­τι­κής, Κα­θό­λου πα­ρά­δο­ξο. Υπήρ­χαν οι κα­θιε­ρω­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις ε­πί του γλωσ­σι­κού και κα­θώς το κί­νη­μα του Δη­μο­τι­κι­σμού βρί­σκε­ται α­κό­μη στα πρώ­τα του βή­μα­τα, στις με­τα­ξύ τους α­ψι­μα­χίες α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ως α­προ­σάρ­μο­στος προ­πέ­της. Στο κέ­ντρο της δια­μά­χης βρί­σκε­ται ο Ψυ­χά­ρης, ε­νώ α­νά­με­σα στους σθε­να­ρούς, που κρα­τούν τις προ­φυ­λα­κές του κι­νή­μα­τος, βρί­σκε­ται ο Χατ­ζό­που­λος. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, αλ­λά και εύ­στο­χο, ε­πί του γλωσ­σι­κού δι­χα­σμού εί­ναι αυ­τό που γρά­φει λί­γο αρ­γό­τε­ρα (8/1/1907) σε Γερ­μα­νό ελ­λη­νι­στή φί­λο του, ο ο­ποίος του ζη­τά ε­τυ­μο­λο­γι­κές διευ­κρι­νί­σεις: Μας κα­τή­ντη­σαν και η δη­μο­τι­κή και η κα­θα­ρεύου­σα ξέ­νες, πη­δού­με, σαν τό­πια, α­νά­με­σα σε δυο τοί­χους, α­πό τη μια στην άλ­λη.
 Σ’ αυ­τήν την πρώι­μη φά­ση της γλωσ­σι­κής δια­μά­χης, έ­νας α­πό τον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού, ο Κω­στής Πα­σα­γιάν­νης, δια­τη­ρού­σε πλού­σια μαλ­λιά και γέ­νια. Αυ­τόν εί­δε κά­ποιο βρά­δυ ο Γιάν­νης Κον­δυ­λά­κης στο κα­φε­νείο του Ζα­χα­ρά­του, ό­που σύ­χνα­ζαν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι λό­γιοι της ε­πο­χής, και δεί­χνο­ντάς τον σε φί­λους του, τον α­πο­κά­λε­σε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το ε­πί­θε­το, υ­περ­βαί­νο­ντας τις αρ­χι­κές προ­θέ­σεις του Κον­δυ­λά­κη, γε­νι­κεύ­τη­κε. Έγι­νε μό­δα στο στρα­τό­πε­δο των κα­θα­ρο­λό­γων και κα­τέ­λη­ξε σε συ­νώ­νυ­μο του χυ­δαϊστής ή ψυ­χα­ρι­στής. Χω­ρίς κα­μία α­να­στο­λή το υιο­θέ­τη­σαν αρ­γό­τε­ρα στην πο­λε­μι­κή τους και οι ί­διοι οι δη­μο­τι­κι­στές, κυ­ρίως α­πό το στε­νό πε­ρι­βάλ­λον του ΝΟΥ­ΜΑ, με­τριά­ζο­ντας με τη χρή­ση τον χλευα­στι­κό του τό­νο. Έτσι, α­πό έ­να τυ­χαίο συμ­βάν και μια έ­μπνευ­ση της στιγ­μής, που μοιά­ζουν με πα­ρα­φι­λο­λο­γία, προέ­κυ­ψε και έ­χει γραμ­μα­το­λο­γι­κά κω­δι­κο­ποιη­θεί, μα­ζί με τα πα­ρά­γω­γα, ο  πιο γνω­στός  χα­ρα­κτη­ρι­σμός του Δη­μο­τι­κι­σμού. Αντι­θέ­τως, το ί­διο το συμ­βάν και ο ο­νο­μα­το­θέ­της έ­χουν βυ­θι­στεί στην α­φά­νεια.  Λο­γι­κό, α­φού στη λο­γο­τε­χνία, ό­πως και ο­που­δή­πο­τε αλ­λού,  υ­πάρ­χει ο σκο­τει­νός βυ­θός.
 Κα­τά δαι­μο­νι­κή σύ­μπτω­ση, - αυ­τό ό­χι πα­ρα­φι­λο­λο­γία αλ­λά φι­λο­λο­γι­κό ζη­τού­με­νο - την η­μέ­ρα που η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία πεν­θεί το θά­να­το του Κον­δυ­λά­κη (25/7/1920), με κά­ποιες ώ­ρες δια­φο­ρά προς τα πί­σω (24/7), πεν­θεί και το θά­να­το του Χατ­ζό­που­λου. Εκεί­νος α­πε­βίω­σε εν πλώ προς Ιτα­λία και ε­ντα­φιά­σθη­κε πρό­χει­ρα στο Μπρί­ντι­ζι. Οι   α­σχο­λού­με­νοι με τον Χατ­ζό­που­λο, ό­σους του­λά­χι­στον ε­λέγ­ξα­με, δέ­σμιοι των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των της συ­ζύ­γου του, πέ­φτουν στην ε­πι­κίν­δυ­νη πα­γί­δα Πα­λαιού και Νέ­ου Ημε­ρο­λο­γίου, κα­τα­χω­ρώ­ντας ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του την πα­ρα­δι­δό­με­νη α­πό ε­κεί­νη: 5 Αυγ. 1920. Έχει ά­ρα­γε αυ­τό κα­μιά α­ξία; Μπο­ρεί ναι, μπο­ρεί και ό­χι. Εξαρ­τά­ται. Εάν, πά­ντως, γί­νει   α­πο­δε­κτή, τό­τε ο Χατ­ζό­που­λος α­πε­βίω­σε με­τά την υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης των Σε­βρώ­ν(28/7), με­τά την α­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νίας του Βε­νι­ζέ­λου στο Πα­ρί­σι (30/7) και με­τά τη δο­λο­φο­νία του Ίω­νος Δρα­γού­μη στην Αθή­να (31/7). Όλα, δη­λα­δή, αυ­τά τα βα­ρυ­σή­μα­ντα γε­γο­νό­τα, τα ο­ποία έ­χουν προ­η­γη­θεί του ξαφ­νι­κού θα­νά­του του, μέ­νουν, σύμ­φω­να με τα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, α­διά­φο­ρα και α­σχο­λία­στα α­πό τον Χατ­ζό­που­λο. Εί­ναι μεν προ­φα­νές, αλ­λά, ό­πως φαί­νε­ται, ό­χι αυ­το­νό­η­το. Ή, λοι­πόν, ό­λα πα­ρα­τάσ­σο­νται σε αρ­μο­νι­κή αλ­λη­λου­χία με το Πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο ή, δια­φο­ρε­τι­κά, ... α­νά­στα ο Κύ­ριος σε ό­σα έ­χουν συμ­βεί πριν και με­τά θά­να­τον. Εάν, μά­λι­στα, προς γε­νι­κό­τε­ρο συ­σχε­τι­σμό τον το­πο­θε­τή­σου­με στο κέ­ντρο, με­τα­ξύ αυ­τών που προ­η­γού­νται και ε­κεί­νων που έ­πο­νται του θα­νά­του, τό­τε η σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νε­ται. Όλα δια­τα­ράσ­σο­νται  και η  α­ντι­στοι­χία Χατ­ζό­που­λου με τα συμ­φρα­ζό­με­να της ε­πο­χής κα­τα­λή­γει πα­ρα­πλα­νη­τι­κή. Πρό­κει­ται, βέ­βαια, για α­κού­σιο λά­θος. Πα­ρό­λα αυ­τά, κα­λό εί­ναι να μη διαιω­νί­ζε­ται, του­λά­χι­στον στις τά­ξεις των φι­λο­λο­γού­ντων. Το ί­διο, ε­πί­σης, σε κά­θε εί­δους η­με­ρο­λο­για­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, θα λέ­γα­με κραυ­γα­λέ­ας α­να­κρί­βειας, η Χαί­γκμαν α­να­φέ­ρει στα Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ως θε­α­τρι­κή πρε­μιέ­ρα του Φά­ου­στ, έρ­γο υ­πο­δειγ­μα­τι­κής με­τά­φρα­σης α­πό τον Χατ­ζό­που­λο, την 18η Δεκ. 1904. Εί­ναι, ω­στό­σο, ε­ξα­κρι­βω­μέ­νο ό­τι η ε­πί­ση­μη ή πα­νη­γυ­ρι­κή πα­ρά­στα­ση στο Βα­σι­λι­κό Θέ­α­τρο δό­θη­κε  νω­ρί­τε­ρα, 27 Νοε. του ι­δίου έ­τους, ε­νώ ως πρώ­τη πα­ρά­στα­ση κα­τα­γρά­φε­ται ε­κεί­νη της 20ης Νοε. Συ­νε­πώς, ό­λες οι πλη­ρο­φο­ρίες πρέ­πει να ε­λέγ­χο­νται προς ε­ξά­λει­ψη πι­θα­νών λα­θών, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως αυ­τή του Χατ­ζό­που­λου, που δεν έ­χει βι­βλιο­γρα­φι­κά διε­ρευ­νη­θεί ό­σο της α­να­λο­γεί ως λο­γο­τε­χνι­κό α­νά­στη­μα.
 Χατ­ζό­που­λου θέ­λο­ντος, μπο­ρεί να ε­πα­νέλ­θου­με.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012.