Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Ο φωτογράφος του χωριού

«Φω­το­γρα­φείον
“Το Μά­νε­σι” Ιω. Π. Κα­ρα­μά­νου»
Επι­μέ­λεια Βά­λια Κα­ρα­μά­νου
Έκδο­ση Δή­μος Μι­δέ­ας -
Γα­βριη­λί­δης, 2009

Το θέ­μα “φω­το­γρα­φία” στη χώ­ρα μας εί­ναι αρ­κε­τά πα­ρε­ξη­γη­μέ­νο. Ενώ λει­τουρ­γούν πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές φω­το­γρα­φίας και τα τε­λευ­ταία 10-20 χρό­νια γκα­λε­ρί και μου­σεία κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό έ­να πλή­θος φω­το­γρα­φι­κών εκ­θέ­σεων, βι­βλιο­γρα­φι­κά το πα­ρελ­θόν της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας βρί­σκε­ται σε δυ­σα­νά­λο­γα χα­μη­λή στάθ­μη. Μα­ζί με α­να­δρο­μι­κές ή α­το­μι­κές εκ­θέ­σεις φω­το­γρά­φων εκ­δί­δο­νται, βε­βαίως, σχε­τι­κές μο­νο­γρα­φίες, αλ­λά δεν εί­ναι πα­ρά κόκ­κος άμ­μου μέ­σα στην α­νε­ξε­ρεύ­νη­τη έ­ρη­μο της γη­γε­νούς φω­το­γρα­φίας. Όσον α­φο­ρά το πα­ρελ­θόν της, το ο­ποίο και πά­σχει, οι πά­ντες κα­τα­φεύ­γουν προς ε­νη­μέ­ρω­ση στην «Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας 1839-1970» του Άλκη Ξ. Ξαν­θά­κη. Εί­ναι η μό­νη υ­πάρ­χου­σα και πα­ρά τις α­δυ­να­μίες της θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως μια πρώ­τη ει­σα­γω­γή στο θέ­μα. Σ’ αυ­τό το πα­ρά­δο­ξο έρ­χε­ται να προ­στε­θεί ο δο­κι­μιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα σχο­λια­σμός γύ­ρω α­πό τη φω­το­γρα­φία, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση προς την αρ­χεια­κή έ­ρευ­να, βρί­σκε­ται σε πλή­ρη άν­θη­ση. Τι α­κρι­βώς λει­τουρ­γεί ως α­ντι­πε­ρι­σπα­σμός, λ.χ. στις πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τις α­να­χαι­τί­ζει στην ε­ξε­ρεύ­νη­ση του φω­το­γρα­φι­κού πα­ρελ­θό­ντος, πα­ρα­μέ­νει ζη­τού­με­νο. Πά­ντως, η πλέ­ον α­δι­κη­μέ­νη σ’ αυ­τόν τον το­μέα εί­ναι η πε­ρι­φέ­ρεια. Μπο­ρεί α­φο­ρι­στι­κή ως δια­τύ­πω­ση, ω­στό­σο ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την τρέ­χου­σα εκ­θε­σια­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στις πο­λυά­ριθ­μες φω­το­γρα­φι­κές εκ­θέ­σεις των τε­λευ­ταίων ε­τών μό­νο δύο εκ­θέ­σεις, ευ­τυ­χώς υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, μπο­ρού­με να μνη­μο­νεύ­σου­με για α­φα­νείς φω­το­γρά­φους ε­κτός Αθη­νών. Η πρώ­τη, με τίτ­λο «Φω­το­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα α­πό την Κα­στο­ριά και την πε­ριο­χή της την πε­ρίο­δο του Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να», ό­που ε­κτέ­θη­καν φω­το­γρα­φίες α­πό γυά­λι­νες πλά­κες του κα­στο­ρια­νού φω­το­γρά­φου Λεω­νί­δα Πα­πά­ζο­γλου (1872-1918), ορ­γα­νώ­θη­κε στο Μου­σείο Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λο­νί­κης (27/10-5/12/04) α­πό τον πρό­σφα­τα θα­νό­ντα συλ­λέ­κτη-ε­ρευ­νη­τή Γιώρ­γο Γκο­λο­μπία. Εί­χε το ε­πι­πλέ­ον προ­σόν να συ­νο­δεύε­ται με υ­πο­δειγ­μα­τι­κή στην τεκ­μη­ρίω­σή της έκ­δο­ση (κα­τά­λο­γο). Επρό­κει­το, εν ο­λί­γοις, για ε­ντυ­πω­σια­κή α­πο­κά­λυ­ψη ε­νός ε­ντε­λώς ά­γνω­στου φω­το­γρά­φου του βο­ρειο­ελ­λα­δι­κού χώ­ρου. Η δεύ­τε­ρη πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (13/12/06 - 14/1/07) στο Μου­σείο Μπε­νά­κη. Έφε­ρε τον τίτ­λο «Πά­νος Ηλιό­που­λος. Η πε­ρι­πέ­τεια της ζωής και η ποίη­ση της φω­το­γρα­φίας» και α­φο­ρού­σε πά­λι έ­ναν εν α­φα­νεία ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο α­πό τα Φι­λια­τρά Μεσ­ση­νίας, ο ο­ποίος ερ­γά­στη­κε τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο 1934-1964, δια­τη­ρώ­ντας για έ­να διά­στη­μα φω­το­γρα­φείο και στην Κυ­πα­ρισ­σία. Τον ε­πί­σης άρ­τια τεκ­μη­ριω­μέ­νο κα­τά­λο­γο της έκ­θε­σης συ­νό­δευε Αυ­το­βιο­γρα­φία του Ηλιό­που­λου, στην ο­ποία α­φη­γεί­ται τα ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν στην προ φω­το­γρα­φίας πε­ρίο­δο της ζωής του. Σύμ­φω­να με την αυ­το­βιο­γρα­φία του, ή­ταν γό­νος πάμ­φτω­χης α­γρο­τι­κής οι­κο­γέ­νειας α­πό ο­ρει­νό χω­ριό της Μεσ­ση­νίας και υ­πη­ρέ­τη­σε ως κλη­ρω­τός (1917), φτά­νο­ντας (1919-22) μέ­χρι το Σαγ­γά­ριο, ε­νώ με­τά την α­πό­λυ­σή του βρέ­θη­κε λα­θραία με­τα­νά­στης στο Ντι­τρόιτ των Η­ΠΑ. Εκεί έ­μα­θε φω­το­γρα­φία σε σχο­λή του Σι­κά­γου, αλ­λά λό­γω της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης ε­πι­στρέ­φει (1830) και α­νοί­γει φω­το­γρα­φείο στα Φι­λια­τρά. Εδώ α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται το κρυ­φό νή­μα που τον συν­δέει με τον φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νο, ε­πί­σης Πε­λο­πον­νή­σιο, αλ­λά α­πό το χω­ριό Μά­νε­ση Αργο­λί­δος και με αρ­κε­τά πιο πρώι­μη εμ­φά­νι­ση (1915) στη φω­το­γρα­φία. Στα μη κοι­νά με­τα­ξύ τους πρέ­πει να προ­στε­θεί το ε­ξαι­ρε­τι­κά τολ­μη­ρό για την ε­πο­χή του ό­τι ερ­γά­ζε­ται, ό­χι σε α­στι­κό κέ­ντρο, αλ­λά σε α­πό­κε­ντρο η­μιο­ρει­νό χω­ριό με “κά­που τριά­ντα κα­λυ­βό­σπι­τα”. Εάν γυ­ρί­σου­με σ’ ε­κεί­να τα χρό­νια, δη­λα­δή στις αρ­χές του 20ου αι. και λά­βου­με υ­πό­ψη τις συ­νή­θειες που ε­πι­κρα­τού­σαν, μοιά­ζει ε­ντε­λώς ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό. Διό­λου α­πί­θα­νο να μην υ­πάρ­χει άλ­λη α­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση τό­σο πρώι­μου φω­το­γρά­φου στον ελ­λη­νι­κό α­γρο­τι­κό χώ­ρο.
Ποια, ό­μως, εί­ναι τα δύο βα­σι­κά κοι­νά ση­μεία, τα ο­ποία τους συν­δέ­ου­ν; Την α­πό­φα­ση να α­σχο­λη­θεί ε­παγ­γελ­μα­τι­κά με τη φω­το­γρα­φία, ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος την πή­ρε στα εί­κο­σι πέ­ντε του χρό­νια, μό­λις εί­χε γυ­ρί­σει α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους. Ωστό­σο, λί­γα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, θέ­λο­ντας να ξε­φύ­γει α­πό την α­θλιό­τη­τα της α­γρο­τι­κής ζωής, βρέ­θη­κε μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του με­τα­νά­στης στο Πόρτ­λα­ντ του Όρε­γκον. Εργα­ζό­ταν, ό­πως ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των τό­τε με­τα­να­στών, στο στρώ­σι­μο σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών. Φύ­σει κοι­νω­νι­κός και πα­ρά το κυ­νη­γη­τό του πα­τέ­ρα του, ξα­νοί­χτη­κε ε­κεί σε συ­να­να­στρο­φές, κα­τα­φέρ­νο­ντας, ε­κτός α­πό το να παί­ζει α­κορ­ντεόν και μπου­ζού­κι, να βγά­ζει και φω­το­γρα­φίες. Αυ­τή ή­ταν η αρ­χή, ό­πως ε­κεί­νη του Ηλιό­που­λου και μιας σει­ράς άλ­λων φω­το­γρά­φων, που ε­πέ­στρε­ψαν ύ­στε­ρα α­πό φω­το­γρα­φι­κή μα­θη­τεία σε α­στι­κά κέ­ντρα των Η­ΠΑ. Ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στο πρώ­το με­γά­λο κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης στην Αμε­ρι­κή. Επέ­στρε­ψε μα­ζί με άλ­λους για να κα­τα­τα­γεί ε­θε­λο­ντής στους πο­λέ­μους 1912-13. Εν ο­λί­γοις, ο πό­λε­μος και η μα­θη­τεία τους στην Αμε­ρι­κή, αλ­λά κα­τά α­ντί­στρο­φη διά­τα­ξη, εί­ναι τα κοι­νά τους ση­μεία. Από ε­κεί και με­τά, ο έ­νας νω­ρί­τε­ρα και ο άλ­λος λί­γο αρ­γό­τε­ρα, βη­μα­τί­ζουν στα­θε­ρά στο πε­δίο της ε­παρ­χια­κής φω­το­γρα­φίας
Στο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό του ξε­κί­νη­μα ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος - χω­ρίς πο­τέ να ε­γκα­τα­λεί­ψει τις α­γρο­τι­κές του ερ­γα­σίες - άρ­χι­σε να α­πο­κο­μί­ζει κά­ποια οι­κο­νο­μι­κά κέρ­δη ως φω­το­γρά­φος α­πό το 1916 και με­τά. Αυ­τό συ­νέ­βη, ό­ταν ξαφ­νι­κά ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια να φω­το­γρα­φί­ζουν, κά­νο­ντας μά­λι­στα κο­ντι­νές λή­ψεις, τους νε­κρούς κα­τά την ώ­ρα της κη­δείας. Σ’ αυ­τό προ­στέ­θη­καν τα δη­μο­τι­κά σχο­λεία και οι νεό­πα­ντροι της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής, που α­πλώ­νε­ται με­τα­ξύ Αρα­χναίου ό­ρους και Φί­χτια. Δού­λευε, δη­λα­δή, ως πλα­νό­διος φω­το­γρά­φος και μά­λι­στα η ζή­τη­ση ή­ταν σχε­τι­κά με­γά­λη, α­φού ε­κεί­να τα μα­κρι­νά χρό­νια δεν υ­πήρ­χε άλ­λος στην αρ­γο­λι­κή αυ­τή πε­ριο­χή. Εί­ναι η “η­ρωι­κή” ε­πο­χή με τις βα­ριές μη­χα­νές και τα γυά­λι­να αρ­νη­τι­κά των 13Χ18 εκ., α­πό τα ο­ποία γί­νο­νταν, εάν βε­βαίως ζη­τού­ντο, και οι με­γε­θύν­σεις. Στις δύο προ­η­γού­με­νες κα­τη­γο­ρίες πε­λα­τών ήρ­θε, προς τα τέ­λη της ε­πό­με­νης δε­κα­ε­τίας, να προ­στε­θεί και μια τρί­τη. Ένα διά­ταγ­μα (1928;) δέ­σμευε τους κα­πνο­πα­ρα­γω­γούς και τους υ­πο­χρέω­νε να κα­πνί­ζουν τον κα­πνό τους μό­νο με ά­δεια της Πε­ρι­φε­ρεια­κής Εφο­ρίας Κα­πνού. Προς έκ­δο­ση της ά­δειας χρειά­ζο­νταν δύο φω­το­γρα­φίες 3Χ4 εκ., οι ο­ποίες έ­πρε­πε να α­να­νεώ­νο­νται κά­θε διε­τία. Στά­θη­κε η πλέ­ον προ­σο­δο­φό­ρα πη­γή για τον φω­το­γρά­φο, α­φού ό­λα τα χω­ριά της γύ­ρω πε­ριο­χής δια­τη­ρού­σαν ως κύ­ρια γεωρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα την κα­πνο­καλ­λιέρ­γεια. Μπαί­νο­ντας στη δε­κα­ε­τία του ’30, αρ­χί­ζουν να γί­νο­νται μό­δα οι με­γε­θύν­σεις. Κοι­νο­τι­κά συμ­βού­λια ζη­τούν φω­το­γρά­φι­ση σε στιγ­μή συ­νε­δρίας, για­τί θέ­λουν να α­ναρ­τή­σουν φω­το­γρα­φίες στα κοι­νο­τι­κά γρα­φεία, ε­νώ συγ­γε­νείς προ­σώ­πων που σκο­τώ­θη­καν στους Βαλ­κα­νι­κούς ή και κα­τά την Μι­κρα­σια­τι­κή Εκστρα­τεία κά­νουν το ί­διο. Γε­νι­κώς, η φω­το­γρα­φία αυ­τήν την πε­ρίο­δο α­να­βαθ­μί­ζε­ται και ό­πως αλ­λού στην Ελλά­δα, ε­πέρ­χε­ται αύ­ξη­ση στη ζή­τη­ση με­γε­θύν­σεων, κα­θώς στη νέα μό­δα μπαί­νουν οι ο­μα­δι­κές φω­το­γρα­φίες της κά­θε οι­κο­γέ­νειας ως α­πα­ραί­τη­το στό­λι­σμα στο “κα­λό δω­μά­τιο” του σπι­τιού. Με­τά τα μι­σά της δε­κα­ε­τίας του ’30, οι φαν­φά­ρες του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος έ­δω­σαν α­κό­μη μια ώ­θη­ση στις φω­το­γρα­φι­κές πα­ραγ­γε­λίες. Η κοι­νω­νι­κή ζωή, α­γρο­τι­κή και α­στι­κή, α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση. Παίρ­νει πο­μπώ­δη χα­ρα­κτή­ρα και ό­λες α­νε­ξαι­ρέ­τως οι δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις, οι ο­ποίες δεν ή­ταν και λί­γες, ε­ξυ­μνούν την 4η Αυ­γού­στου και α­πα­θα­να­τί­ζο­νται για προ­πα­γαν­δι­στι­κούς σκο­πούς.
Τα με­τα­ξι­κά χρό­νια ταυ­τί­ζο­νται με την τε­λευ­ταία φά­ση της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ακ­μής του Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νου. Στον πό­λε­μο και στα χρό­νια της Κα­το­χής, που α­κο­λού­θη­σαν, η φω­το­γρα­φία με­τα­βάλ­λε­ται σε πο­λυ­τέ­λεια. Ποιος, άλ­λω­στε, έ­χει διά­θε­ση να πο­ζά­ρει και μά­λι­στα μπρο­στά στην “ε­βδο­μα­διαία” μη­χα­νή! Το μό­νο που α­πο­μέ­νει εί­ναι οι μι­κρές φω­το­γρα­φίες των ταυ­το­τή­των. Έτσι, α­π’ ό­λα τα σύ­νερ­γα του φω­το­γρά­φου γλι­τώ­νει το ξε­πού­λη­μα μό­νο η “στιγ­μιαία”. Με αυ­τήν τη μη­χα­νή θα ε­πι­χει­ρή­σει α­κό­μη δυο-τρεις ε­ξορ­μή­σεις, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νά­γκη, μή­πως βγει κά­τι φα­γώ­σι­μο, α­φού συ­μπί­πτουν με την τρα­γι­κή πε­ρίο­δο της με­γά­λης πεί­νας (1941). Κα­τα­πτο­η­μέ­νος και με χα­μέ­νη την πα­λιά διά­θε­ση, νιώ­θει τό­τε και την α­νά­γκη ε­νός βο­η­θού. Εμπι­στεύε­ται γι’ αυ­τόν τον ρό­λο και τον α­να­θέ­τει στον δεύ­τε­ρο γιο του, τον δε­κα­πε­ντά­χρο­νο Γιώρ­γο, που έ­χει ή­δη μυη­θεί στη φω­το­γρα­φία. Έτσι, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό την τε­λευ­ταία φω­το­γρα­φι­κή ε­ξόρ­μη­ση, του πα­ρα­χω­ρεί εν λευ­κώ τη μη­χα­νή. Αν και το βά­ρος της εί­ναι α­σή­κω­το για τους ε­φη­βι­κούς του ώ­μους, τη δου­λεύει μέ­χρι το 1949, που φεύ­γει στρα­τιώ­της. Στο με­τα­ξύ, πριν α­πό την στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, προ­σπα­θώ­ντας να ρι­ζώ­σει ε­παγ­γελ­μα­τι­κά στην Αθή­να, ερ­γά­ζε­ται έ­να διά­στη­μα ως βο­η­θός στους α­δελ­φούς Γα­ζιά­δη, στους ο­ποίους ε­πα­νέρ­χε­ται και με­τά την α­πό­λυ­σή του. Αυ­τήν την πε­ρίο­δο εμ­φα­νί­ζο­νται στους κε­ντρι­κούς δρό­μους της Αθή­νας, ό­πως και των άλ­λων με­γα­λου­πό­λεων, οι “στρα­σα­δό­ροι”, που φω­το­γρα­φί­ζουν εν κι­νή­σει α­νώ­νυ­μα πρό­σω­πα, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλα­στι­κά φιλμ με δυ­να­τό­τη­τα 36 λή­ψεων. Γο­η­τευ­μέ­νος α­πό την νέα τε­χνι­κή, χα­ρί­ζει τη “στιγ­μιαία” μη­χα­νή και ε­φο­διά­ζε­ται με μια “τρια­ντα­ε­ξά­ρα” Κό­ντακ Ρε­τί­να. Με αυ­τήν κα­τέ­φυ­γε, γύ­ρω στα 1952 και δού­λε­ψε έ­να μι­κρό διά­στη­μα στη Νί­καια του Πει­ραιά. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι οι γε­νι­κό­τε­ρες συν­θή­κες, ο χα­ρα­κτή­ρας και κά­ποιοι άλ­λοι προ­σα­να­το­λι­σμοί δεν τον ά­φη­σαν να ρι­ζώ­σει ως φω­το­γρά­φος στην Αθή­να. Επι­στρέ­φει στην πα­τρί­δα του και κα­θώς με­ρι­κά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα έ­χει αρ­χί­σει να φλερ­τά­ρει με τη δη­μο­σιο­γρα­φία, το 1956 α­να­λαμ­βά­νει α­ντα­πο­κρι­τής της Ακρό­πο­λις και της Απο­γευ­μα­τι­νής για την Αργο­λί­δα. Και ό­πως γρά­φει ο ί­διος στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα του τό­μου: «Συ­νε­χί­ζω τη φω­το­γρα­φι­κή για λί­γο α­κό­μη, αλ­λά, σαν έ­χω τυ­πώ­σει πα­ράλ­λη­λα και τα πρώ­τα βι­βλία μου, έ­χω ξα­νοι­χτεί σε άλ­λο κε­φά­λαιο που με α­πο­μα­κρύ­νει πλέ­ον α­πό την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή φω­το­γρα­φία, για να πα­ρα­μεί­νω έως και σή­με­ρα πε­ρι­στα­σια­κός ε­ρα­σι­τέ­χνης.»
Η θη­τεία του Γιώρ­γου Κα­ρα­μά­νου στη λο­γο­τε­χνία και ι­δίως στο ευ­θυ­μο­γρά­φη­μα, εί­ναι έ­να άλ­λο, ξε­χω­ρι­στό και εν­δια­φέ­ρον κε­φά­λαιο. Πριν α­πό λί­γα χρό­νια δη­μο­σιεύ­τη­κε στην Ε­ΠΟ­ΧΗ (1 Φεβ. 2004) ο­λο­σέ­λι­δη πα­ρου­σία­ση-κρι­τι­κή για την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του «Γυ­ρεύο­ντας το πρό­σω­πο». Εδώ, ό­μως, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς στη συγ­γρα­φι­κή του πα­ρου­σία. Πρέ­πει, ω­στό­σο, να ση­μειω­θεί, ό­τι έ­να α­πό τα 11 συ­νο­λι­κά βι­βλία του, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτ­λο «Ο φω­το­γρά­φος του χω­ριού» (1984), η ο­ποία έ­γι­νε και με­γά­λη τη­λε­ο­πτι­κή ε­πι­τυ­χία α­πό την κρα­τι­κή τη­λεό­ρα­ση, δια­σώ­ζει συμ­βά­ντα και λε­πτο­μέ­ρειες α­πό τον φω­το­γρα­φι­κό βίο του πα­τέ­ρα του κυ­ρίως, αλ­λά και του ι­δίου ως πα­ρα­τη­ρη­τή ή συ­νερ­γού. Μέ­σα α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κή α­νά­πλα­ση α­να­δύο­νται με σπαρ­τα­ρι­στούς τό­νους ά­φθο­να στοι­χεία, κα­θώς και νοο­τρο­πίες γύ­ρω α­πό την ε­παρ­χια­κή φω­το­γρα­φία, ό­ταν η κά­θε φω­το­γρά­φι­ση έ­φτα­νε να α­πο­τε­λεί στις α­γρο­τι­κές κοι­νό­τη­τες, ό­χι α­διά­φο­ρο, αλ­λά ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός.
Επί πολ­λά χρό­νια δού­λευε, ε­τοι­μά­ζο­ντας την έκ­δο­ση αυ­τού του λευ­κώ­μα­τος ο Γιώρ­γος Κα­ρα­μά­νος. Δεν έ­μελ­λε, ό­μως, να το ο­λο­κλη­ρώ­σει. “Μι­κρό κα­νό­νι ε­κρέ­πα­ρε, μα ξαρ­μα­τώ­θει κά­στρο”, α­πο­φαί­νε­ται έ­να μα­νιά­τι­κο μοι­ρο­λόι. Εγκα­τέ­λει­ψε τον ε­γκό­σμιο βίο, α­φή­νο­ντας τα­ξι­νό­μη­ση και τεκ­μη­ρίω­ση του πο­λύ­τι­μου φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού, τα ο­ποία μό­νο ε­κεί­νος γνώ­ρι­ζε, μι­σο­τε­λειω­μέ­να. Έτσι, χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά η πα­τρό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων φω­το­γρα­φιών, η α­κρι­βής χρο­νο­λό­γη­σή τους και, ε­πί­σης, η α­να­γνώ­ρι­ση προ­σώ­πων. Ο κλή­ρος για να πά­ρει το λεύ­κω­μα τη ση­με­ρι­νή του μορ­φή, έ­πε­σε στην κό­ρη του, Βά­λια Κα­ρα­μά­νου.
Πα­τέ­ρας και γιός μοι­ρά­ζο­νται σχε­δόν εξ η­μι­σείας τις σε­λί­δες του τό­μου, ε­νώ τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να στον κα­θέ­να, ό­πως και ο­ρι­σμέ­νες ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κές λε­ζά­ντες, α­πο­τε­λούν μέ­ρος της προ­ε­τοι­μα­σίας που ά­φη­σε ο δεύ­τε­ρος. Μέ­σα α­πό τις 150 πε­ρί­που ασ­πρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φίες πα­ρε­λαύ­νουν “βα­σα­νι­σμέ­να” πρό­σω­πα της αρ­γο­λι­κής υ­παί­θρου, α­φού η αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία εί­ναι πα­ντού πα­ρού­σα. Κα­τα­λαμ­βά­νει δε­σπό­ζου­σα θέ­ση, ε­νώ, α­ντί­στρο­φα η φύ­ση ή, σω­στό­τε­ρα, το το­πίο μέ­νει κα­τά κα­νό­να ως δια­κο­σμη­τι­κό φό­ντο. Τό­σο οι λή­ψεις του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­σο και ε­κεί­νες κα­τά τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, προ­σφέ­ρουν ό­ψεις της ελ­λη­νι­κής υ­παί­θρου α­πό μια ά­γνω­στη ε­πο­χή. Με άλ­λα λό­για, εί­ναι α­πει­κο­νί­σεις, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα οι φου­στα­νε­λο­φό­ροι του α­γρο­τι­κού χώ­ρου, που προσ­λαμ­βά­νουν σή­με­ρα μυ­θι­κή χροιά.
Ο χώ­ρος της φι­λό­ξε­νης σε­λί­δας ξο­δεύ­τη­κε με το πλη­ρο­φο­ρια­κό μέ­ρος του λευ­κώ­μα­τος και κα­θώς εί­ναι με α­κρί­βεια λέ­ξεως με­τρη­μέ­νος, δεν α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νέ­στε­ρης α­να­φο­ράς στις φω­το­γρα­φίες. Το να γυ­ρέ­ψου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο χώ­ρο, εί­ναι μάλ­λον α­γέ­νεια. Πό­σο τώ­ρα, που οι πά­ντες και τα πά­ντα φλέ­γο­νται μέ­σα στον προ­ε­κλο­γι­κό πυ­ρε­τό. Έτσι, ο σχο­λια­σμός τους μέ­νει η­μι­τε­λής. Σώ­ζε­ται, πά­ντως, στον σκλη­ρό δί­σκο του Η/Υ και ί­σως με κά­ποιο πρό­σχη­μα να ε­πα­νέλ­θου­με.
Κω­στής Λιό­ντης

Ταπεινή της κόττας η λοφιά

Με­γά­λο κε­φά­λαιο οι προ­σφο­ρές για τις ε­φη­με­ρί­δες. Από τρο­χο­φό­ρα 4x4 και τα­χύ­πλοα μέ­χρι βι­βλία και σι­ντί, τεί­νουν να κα­λύ­ψουν το σύ­νο­λο των κα­τα­να­λω­τι­κών α­γα­θών. Το έ­να ε­κα­το­στό της ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τας που δεί­χνουν στον το­μέα των προ­σφο­ρών, αν διο­χέ­τευαν στην κα­τάρ­τι­ση της ύ­λης, μπο­ρεί να μην εί­χε α­πο­δε­κα­τι­στεί το α­να­γνω­στι­κό τους κοι­νό. Δεν θα πρέ­πει, ω­στό­σο, να βά­ζου­με ό­λες τις προ­σφο­ρές στο ί­διο τσου­βά­λι. Ιδιαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που πα­ρα­τη­ρεί­ται με­τα­τό­πι­ση α­πό τα α­μι­γώς κα­τα­να­λω­τι­κά α­γα­θά στα προ­σφέ­ρο­ντα πνευ­μα­τι­κή τρο­φή και πρω­τί­στως, στο βι­βλίο. Οι ε­φη­με­ρί­δες φαί­νε­ται να έ­χουν ε­πι­δο­θεί σε μια ευ­γε­νή ά­μιλ­λα ποια θα μορ­φώ­σει κα­λύ­τε­ρα το α­να­γνω­στι­κό της κοι­νό, κα­ταρ­τί­ζο­ντας πά­σης φύ­σεως σει­ρές. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε βι­βλία τέ­χνης, δη­λα­δή ό­τι δί­νουν βά­ρος στην αι­σθη­τι­κή καλ­λιέρ­γεια. Πι­θα­νώς και θεω­ρώ­ντας τη λο­γο­τε­χνι­κή κα­τάρ­τι­ση των α­να­γνω­στών τους ως δε­δο­μέ­νη. Όπως και να έ­χει, λι­γο­στές εί­ναι οι προ­σφο­ρές σει­ρών στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας και δη της ελ­λη­νι­κής. Σε αυ­τόν, α­κρι­βώς, τον το­μέα, λα­μπρή ε­ξαί­ρε­ση συ­νι­στά η ε­φη­με­ρί­δα «Το Βή­μα», που α­νέ­κα­θεν έ­δι­νε με­γά­λη ση­μα­σία στο ελ­λη­νι­κό βι­βλίο. Η τε­λευ­ταία προ­σφο­ρά της ε­φη­με­ρί­δας ή­ταν η Βι­βλιο­θή­κη Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας, που ξε­κί­νη­σε την ά­νοι­ξη και υ­πο­σχό­ταν να ε­πε­κτα­θεί και στους κα­λο­και­ρι­νούς μή­νες. Μά­λι­στα, αρ­κε­τοί λά­τρες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας εί­χαν ελ­πί­σει πως δεν θα χρεια­ζό­ταν να κου­βα­λή­σουν βι­βλία στον τό­πο του πα­ρα­θε­ρι­σμού και πως μό­λις με δυο ευ­ρώ θα κά­λυ­πταν τις α­νά­γκες ε­νη­μέ­ρω­σης και α­να­γνω­στι­κής α­πό­λαυ­σης. Ατύ­χη­σαν, ό­μως, κα­θώς οι ι­θύ­νο­ντες της ε­φη­με­ρί­δας α­πο­φά­σι­σαν πως η νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία και δη η πα­λαιό­τε­ρη, στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρω­νό­ταν η σει­ρά, θα έ­πε­φτε βα­ριά μέ­σα στο κα­τα­κα­λό­και­ρο. Χω­ρίς προ­ει­δο­ποίη­ση και πα­ρά τη δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια, που εί­χε προ­η­γη­θεί, για πλη­ρό­τη­τα της σει­ράς, στα μέ­σα Ιου­λίου την στα­μά­τη­σαν, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας την με πλέ­ον εύ­πε­πτα α­να­γνώ­σμα­τα. Ολί­γον Γιάν­νη Μα­ρή με ο­λί­γον Ζε­ράρ ντε Βιλ­λιέ. Όπως και να έ­χει, η σει­ρά έ­φτα­σε αι­σίως στον 56ο τό­μο με τις ι­στο­ρίες του Αργύ­ρη Εφτα­λιώ­τη. Στον εν λό­γω τό­μο, πι­θα­νώς προς πα­ρη­γο­ρία ό­σων α­να­γνω­στών τυ­χόν θα ή­θε­λαν να συ­νε­χί­σουν την ε­ντρύ­φη­ση στην πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση, δη­μο­σιεύ­τη­κε ο κα­τά­λο­γος της σει­ράς Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Γραμ­μα­τείας των εκ­δό­σεων Πε­λε­κά­νος, στην ο­ποία στη­ρί­χτη­καν οι α­να­δη­μο­σιεύ­σεις των τό­μων που πρό­σφε­ρε η ε­φη­με­ρί­δα. Ο εν λό­γω κα­τά­λο­γος φθά­νει τους 172 τό­μους, στους ο­ποίους πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα α­γω­νι­στών της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, που αυ­τά, σί­γου­ρα, θα έ­πε­φταν βα­ριά στο ση­με­ρι­νό α­να­γνω­στι­κό κοι­νό.
Αρκεί μια σύ­ντο­μη μα­τιά στις δυο σει­ρές, την “κου­τσή” του «Βή­μα­τος» και την “μη­τρι­κή” του «Πε­λε­κά­νου», για να φα­νεί η ε­ξέ­χου­σα θέ­ση που έ­δω­σε η ε­φη­με­ρί­δα στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Με αυ­τόν ε­πέ­λε­ξε να ξε­κι­νή­σει και ό­λους τους τό­μους Πα­πα­δια­μά­ντη της σει­ράς του «Πε­λε­κά­νου» τους α­να­τύ­πω­σε. Πλην δυο, με χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα και πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, δεν ται­ριά­ζουν στον νεό­κο­πο, μο­δά­το Πα­πα­δια­μά­ντη. Πρώ­τος τό­μος της σει­ράς του «Βή­μα­τος» εί­ναι «Η με­τα­νά­στις», α­κο­λου­θούν «Οι έ­μπο­ροι των ε­θνών», «Η φό­νισ­σα», «Η γυ­φτο­πού­λα» και έ­νας τε­λευ­ταίος, ο 51ος, ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης». Δη­λα­δή, ο­λό­κλη­ρος ο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός Πα­πα­δια­μά­ντης. Εν μέ­σω αυ­τών, πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­νας τό­μος με “23 α­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κά διη­γή­μα­τα” του Σκια­θί­τη. Βε­βαίως, το πα­πα­δια­μα­ντι­κό κεί­με­νο δει­νο­πα­θεί ε­λα­φρώς, κα­θώς α­φαι­ρού­νται κά­ποιοι πρό­λο­γοι, που ί­σως να δυ­σκό­λευαν τον α­να­γνώ­στη, ε­νώ πα­ρει­σφρέ­ουν ουκ ο­λί­γα τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη. Από την άλ­λη, α­φή­νε­ται να κο­λυ­μπή­σει μό­νο του. Ού­τε γλωσ­σά­ρι για τυ­χόν α­νε­ξοι­κείω­τους στην πα­πα­δια­μα­ντι­κή γλώσ­σα προ­βλέ­πε­ται ού­τε συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να ει­δη­μό­νων. Υπό αυ­τούς τους ό­ρους, ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης», που πολ­λοί θεω­ρούν νου­βέ­λα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα, δεν φτά­νει ού­τε για έ­να ι­σχνό το­μί­διο, ό­πως ε­κεί­νο της «Φό­νισ­σας». Γι’ αυ­τό προ­στί­θε­ται ως συ­νο­δευ­τι­κό έ­να διή­γη­μα α­πό “τα με­τά θά­να­το­ν” δη­μο­σιευ­μέ­να, «Ο Γά­μος του Κα­ραχ­μέ­τη». Το 1885, δυο χρό­νια πριν το πρώ­το κα­θα­ρό­αι­μο διή­γη­μα «Το Χρι­στό­ψω­μο», δη­μο­σιεύ­τη­κε ο «Χρή­στος Μη­λιό­νης», το 1910 πι­θα­νο­λο­γεί­ται πως γρά­φτη­κε «Ο Γά­μος του Κα­ραχ­μέ­τη». Η ε­πι­λο­γή του διη­γή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να ο­φεί­λε­ται στο χρό­νο δρά­σης. Και τα δυο δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια. Γε­γο­νός που δεν εκ­πλήσ­σει ό­σο α­φο­ρά τον «Χρή­στο Μη­λιό­νη», α­φού ό­λα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­κτυ­λίσ­σο­νται σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, οι ι­στο­ρίες, ό­μως, των διη­γη­μά­των εί­ναι οι πε­ρισ­σό­τε­ρες συ­γκαι­ρι­νές του Πα­πα­δια­μά­ντη, με ε­ξαί­ρε­ση κά­ποια α­πό τα ό­ψι­μά του, ό­πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο.
Κα­τά τα άλ­λα, και χω­ρίς να αμ­φι­σβη­τού­με τις α­ρε­τές του διη­γή­μα­τος, τολ­μού­με να ι­σχυ­ρι­στού­με πως συ­νι­στά κά­κι­στη ε­πι­λο­γή. Ό,τι εί­χε αρ­χί­σει να ε­δραιώ­νε­ται η φή­μη ε­νός πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νου Πα­πα­δια­μά­ντη, τό­σο με το χει­με­ρι­νό θε­α­τρι­κό δρώ­με­νο, ό­που σερ­βι­ρι­ζό­ταν σά­ντουι­τς με τον νο­μπε­λί­στα Μαρ­κές, ό­σο και με τα ποι­κί­λα δη­μο­σιεύ­μα­τα, που το­νί­ζουν, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και τον α­νε­ξί­θρη­σκο χα­ρα­κτή­ρα των διη­γη­μά­των του. Δεν χρεια­ζό­ταν να προ­βλη­θεί έ­να διή­γη­μα, που θα μπο­ρού­σε να του κο­στί­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του μι­σο­γύ­νη, α­κό­μη χει­ρό­τε­ρο και α­πό αυ­τόν του κο­σμο­κα­λό­γε­ρου, ο ο­ποίος, σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, ε­νέ­χει και μια δό­ση γρα­φι­κό­τη­τας. Και κα­θό­λου δεν τον σώ­ζει η δι­καιο­λο­γία που προ­βάλ­λει ο α­φη­γη­τής πως τά­χα­τες δεν εί­ναι δι­κής του έ­μπνευ­σης η ι­στο­ρία και πως αυ­τός α­πλώς την α­να­διη­γεί­ται ό­πως την ά­κου­σε. Οι α­να­γνώ­στριες, που θα ξε­κοκ­κα­λί­σουν το βι­βλίο του πα­ρά θι­ν’ α­λός εί­ναι δια­βα­σμέ­νες και δεν χά­φτουν πα­ρό­μοια μορ­φι­κά ε­φευ­ρή­μα­τα.
Μι­σο­γύ­νης, λοι­πόν, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, για­τί ναι μεν στα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια ί­σχυε η πλή­ρης “υ­πο­τα­γή της θη­λείας εις τον άρ­ρε­να”, αλ­λά ο ή­ρωάς του, ο Κου­μπής του Νι­κο­λέ­του το πα­ρά­κα­νε. Ευ­κα­τά­στα­τος Σκια­θί­της δε­σπο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, γύ­ρω στα πε­νή­ντα, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια πα­ντρε­μέ­νος με την σα­ρα­ντά­ρα Σε­ραϊνώ, δεν εί­χε α­πο­κτή­σει παι­διά. Στέρ­φα η Σε­ραϊνώ, ό­πως και η α­τυ­χής Δια­λε­χτή στο πρώ­το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Το Χρι­στό­ψω­μο». Εκεί­νη προ­σπά­θη­σε να την δη­λη­τη­ριά­σει η πε­θε­ρά της, την Σε­ραϊνώ την πε­ρι­ποιή­θη­κε ο σύμ­βιός της. Παλ­λα­κί­δα δεν α­πέ­κτη­σε, για­τί τι­μού­σε, λέει, το στε­φά­νι του. Στε­φα­νώ­θη­κε, ό­μως, με πα­πά και με κου­μπά­ρο την τρια­ντά­χρο­νη γει­τό­νισ­σά τους, την Λε­λού­δα, ό­νο­μα και πράγ­μα, χω­ρίς να χα­λά­σει το πρώ­το του στε­φά­νι. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ο α­θεό­φο­βος ως συ­νερ­γό την α­πο­νή­ρευ­τη Σε­ραϊνώ α­πή­γα­γε τη Λε­λού­δα, την “ε­πή­γε α­πά­νω στην φρε­γά­δα τη Τούρ­κι­κη, που ή­ταν α­ραγ­μέ­νη ε­κεί κά­τω, στο Μέ­γα-Για­λό, κ’ ε­πή­ρ’ έ­ναν πα­πά με το στα­νιό να τον στε­φα­νώ­σει”. Και ό­λα αυ­τά, για­τί τα εί­χε κα­λά με τον Κα­πε­τάν Πα­σά, τον Κα­ρά-Αχμέ­τι. Έτσι του βγή­κε και το πα­ρα­τσού­κλι Κα­ραχ­μέ­της, που έ­μει­νε και σε ο­λό­κλη­ρο το σόι του, κα­τα­πώς διη­γεί­ται ο μπάρ­μπα-Γιώρ­γης σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, «Τα Ρό­δι­ν’ α­κρο­γιά­λια», που δη­μο­σιεύ­τη­κε το 1908.
Όπως μας πλη­ρο­φο­ρεί η Μα­ρία Γκα­σού­κα, που έ­χει α­σχο­λη­θεί με την κοι­νω­νι­κή θέ­ση των γυ­ναι­κών στο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ι­σχύων, τό­τε, Ποι­νι­κός Νό­μος α­ντι­με­τώ­πι­ζε με ε­πιεί­κεια πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, πε­ριο­ρι­ζό­με­νος σε ε­πι­βο­λές μι­κρών χρη­μα­τι­κών προ­στί­μων. Κα­τά τα άλ­λα, ο α­φη­γη­τής τάσ­σε­ται με τη Σε­ραϊνώ, που ό­χι μό­νο, τα α­πο­δέ­χε­ται ό­λα αλ­λά και ζη­τά να πα­ρα­μεί­νει κά­τω α­πό την ί­δια στέ­γη για να του με­γα­λώ­σει τα παι­διά του, “Αγία ψυ­χή”, πα­ρα­δέ­χε­ται ο ί­διος ο Κου­μπής. Όχι μό­νο με­τα­φο­ρι­κώς, ό­πως ε­νίο­τε λέ­γε­ται για κά­ποιες γυ­ναί­κες μέ­χρι και σή­με­ρα, αλ­λά και κυ­ριο­λε­κτώ­ντας, α­φού πε­θαί­νει δέ­κα ή δώ­δε­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και κα­τά την α­να­κο­μι­δή των λει­ψά­νων της, τρία χρό­νια με­τά, “τα κόκ­κα­λά της εί­χαν ευω­διά­σει”. Αντι­θέ­τως, ο α­φη­γη­τής κα­θ’ ό­λη τη διή­γη­ση ει­ρω­νεύε­ται τον Κου­μπή και ου­δό­λως α­να­φέ­ρε­ται στο τέ­λος του. Ακρι­βώς, ό­πως α­πο­σιω­πά τι α­πέ­γι­νε ο ε­ξω­μό­της Κα­μπό­σος στον «Χρή­στο Μη­λιό­νη». Πά­για τα­κτι­κή του Πα­πα­δια­μά­ντη για τους δό­λιους ή αρ­νη­τι­κούς ή­ρωες, ό­πως λέ­με σή­με­ρα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­ξω­μό­της εί­ναι και ο κου­μπά­ρος στον γά­μο του Κα­ραχ­μέ­τη. Ένας έ­ξυ­πνος Γραι­κός, γραμ­μα­τέ­ας του Κα­πε­τάν Πα­σά, που τυ­χαί­νει Φα­να­ριώ­της. Πα­ρό­λο που το διή­γη­μα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν δρα­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, η σκη­νή του στε­φα­νώ­μα­τος πά­νω στη τουρ­κι­κή φρε­γά­δα εί­ναι μια α­πό τις α­πο­λαυ­στι­κό­τε­ρες του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Αυ­τή η με­τα­θα­νά­τια δι­καίω­ση της Σε­ραϊνώς μάλ­λον δεν θα α­πα­λύ­νει τη δυ­σά­ρε­στη ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται σα­φώς για έ­ναν μι­σο­γύ­νη συγ­γρα­φέα. Κά­πως έ­τσι, μια ση­με­ρι­νή α­να­γνώ­στρια, που θα ξε­κι­νή­σει το το­μί­διο α­πό το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, πα­ρα­κι­νη­μέ­νη α­πό τον τίτ­λο του αλ­λά και τη συ­ντο­μία του, το πι­θα­νό­τε­ρο να το πε­τά­ξει, χω­ρίς να δια­βά­σει την α­να­πλα­σμέ­νη ι­στο­ρία του κλέ­φτη της Ρού­με­λης, τον ο­ποίο ού­τε κα­τ’ ό­νο­μα δεν έ­χει α­κου­στά. Κι ό­μως, η η­ρωί­δα του «Χρή­στου Μη­λιό­νη», η Βα­σί­λω, η “α­να­δε­κτή” του Χρή­στου Μη­λιό­νη, ε­πι­δει­κνύει με­τά την αρ­πα­γή της α­πό τον Χα­λήλ Αγά τόλ­μη α­ντί­στοι­χη με αυ­τή που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­ναν ά­ντρα. Δεν δι­στά­ζει να με­ταμ­φιε­στεί σε Τούρ­κο έ­φη­βο και ό­χι μό­νο δρα­πε­τεύει α­πό το χα­ρέ­μι αλ­λά και μπαί­νει στο α­πό­σπα­σμα που κα­τα­δίω­κε το νο­νό της. Όπως και η γριά Σκεύω που ντύ­θη­κε ά­ντρας για να πά­ει “βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα” να πα­ρα­στα­θεί στο γιο της. Αν και θεω­ρη­τι­κώς ο­μι­λού­ντες, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί η Μαί­ρη Μι­κέ, που κα­τα­γρά­φει τις με­ταμ­φιέ­σεις στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία των δυο τε­λευ­ταίων αιώ­νων, στην πε­ρί­πτω­ση της Βα­σί­λως, η τόλ­μη πε­ρισ­σεύει, κα­θό­σον πρό­κει­ται πε­ρί “δι­πλής πα­ρεν­δυ­σίας”: α­πό γυ­ναί­κα σε ά­ντρα και α­πό Ελλη­νί­δα σε Τούρ­κο.
Τε­λι­κά, πι­στεύου­με πως ό­ποιος δια­βά­σει ο­λό­κλη­ρο το το­μί­διο θα θαυ­μά­σει τις Ρω­μιές του Πα­πα­δια­μά­ντη, που δεν έ­κα­ναν σκό­ντο στα αι­σθή­μα­τά τους προς ί­διον ό­φε­λος. “Κα­νέ­νας δεν μί­λη­σε για τη Ρω­μιά ό­πως ο Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης”, έ­γρα­φε ο Ζή­σι­μος Λο­ρε­ντζά­τος. Στο ο­μό­τιτ­λο δο­κί­μιό του, α­να­φέ­ρει λι­γο­στά ο­νό­μα­τα πα­πα­δια­μα­ντι­κών η­ρωί­δων, α­νά­με­σα σε αυ­τά και το Σε­ραϊνώ, που α­πα­ντά­ται μια μό­νο φο­ρά, στον «Γά­μο του Κα­ραχ­μέ­τη». Να δια­βά­ζου­με Άγγλους, Γάλ­λους, Πορ­το­γά­λους, α­κό­μη και σε δύ­σπε­πτες με­τα­φρά­σεις, ποιος λέει ό­χι! Να δια­βά­ζου­με τους νεό­τε­ρους Έλλη­νες, α­λί­μο­νο! Όμως και λί­γη πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρά­δο­ση δεν βλά­πτει. Αντι­θέ­τως, βο­η­θά τις συ­γκρί­σεις, σταθ­μί­ζο­ντας τις αλ­λα­γές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου