Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Ο φωτογράφος του χωριού

«Φω­το­γρα­φείον
“Το Μά­νε­σι” Ιω. Π. Κα­ρα­μά­νου»
Επι­μέ­λεια Βά­λια Κα­ρα­μά­νου
Έκδο­ση Δή­μος Μι­δέ­ας -
Γα­βριη­λί­δης, 2009

Το θέ­μα “φω­το­γρα­φία” στη χώ­ρα μας εί­ναι αρ­κε­τά πα­ρε­ξη­γη­μέ­νο. Ενώ λει­τουρ­γούν πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές φω­το­γρα­φίας και τα τε­λευ­ταία 10-20 χρό­νια γκα­λε­ρί και μου­σεία κα­τα­κλύ­ζο­νται α­πό έ­να πλή­θος φω­το­γρα­φι­κών εκ­θέ­σεων, βι­βλιο­γρα­φι­κά το πα­ρελ­θόν της ελ­λη­νι­κής φω­το­γρα­φίας βρί­σκε­ται σε δυ­σα­νά­λο­γα χα­μη­λή στάθ­μη. Μα­ζί με α­να­δρο­μι­κές ή α­το­μι­κές εκ­θέ­σεις φω­το­γρά­φων εκ­δί­δο­νται, βε­βαίως, σχε­τι­κές μο­νο­γρα­φίες, αλ­λά δεν εί­ναι πα­ρά κόκ­κος άμ­μου μέ­σα στην α­νε­ξε­ρεύ­νη­τη έ­ρη­μο της γη­γε­νούς φω­το­γρα­φίας. Όσον α­φο­ρά το πα­ρελ­θόν της, το ο­ποίο και πά­σχει, οι πά­ντες κα­τα­φεύ­γουν προς ε­νη­μέ­ρω­ση στην «Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας 1839-1970» του Άλκη Ξ. Ξαν­θά­κη. Εί­ναι η μό­νη υ­πάρ­χου­σα και πα­ρά τις α­δυ­να­μίες της θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως μια πρώ­τη ει­σα­γω­γή στο θέ­μα. Σ’ αυ­τό το πα­ρά­δο­ξο έρ­χε­ται να προ­στε­θεί ο δο­κι­μιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα σχο­λια­σμός γύ­ρω α­πό τη φω­το­γρα­φία, ο ο­ποίος, σε α­ντί­θε­ση προς την αρ­χεια­κή έ­ρευ­να, βρί­σκε­ται σε πλή­ρη άν­θη­ση. Τι α­κρι­βώς λει­τουρ­γεί ως α­ντι­πε­ρι­σπα­σμός, λ.χ. στις πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τις α­να­χαι­τί­ζει στην ε­ξε­ρεύ­νη­ση του φω­το­γρα­φι­κού πα­ρελ­θό­ντος, πα­ρα­μέ­νει ζη­τού­με­νο. Πά­ντως, η πλέ­ον α­δι­κη­μέ­νη σ’ αυ­τόν τον το­μέα εί­ναι η πε­ρι­φέ­ρεια. Μπο­ρεί α­φο­ρι­στι­κή ως δια­τύ­πω­ση, ω­στό­σο ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την τρέ­χου­σα εκ­θε­σια­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στις πο­λυά­ριθ­μες φω­το­γρα­φι­κές εκ­θέ­σεις των τε­λευ­ταίων ε­τών μό­νο δύο εκ­θέ­σεις, ευ­τυ­χώς υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών, μπο­ρού­με να μνη­μο­νεύ­σου­με για α­φα­νείς φω­το­γρά­φους ε­κτός Αθη­νών. Η πρώ­τη, με τίτ­λο «Φω­το­γρα­φι­κά πορ­τρέ­τα α­πό την Κα­στο­ριά και την πε­ριο­χή της την πε­ρίο­δο του Μα­κε­δο­νι­κού Αγώ­να», ό­που ε­κτέ­θη­καν φω­το­γρα­φίες α­πό γυά­λι­νες πλά­κες του κα­στο­ρια­νού φω­το­γρά­φου Λεω­νί­δα Πα­πά­ζο­γλου (1872-1918), ορ­γα­νώ­θη­κε στο Μου­σείο Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λο­νί­κης (27/10-5/12/04) α­πό τον πρό­σφα­τα θα­νό­ντα συλ­λέ­κτη-ε­ρευ­νη­τή Γιώρ­γο Γκο­λο­μπία. Εί­χε το ε­πι­πλέ­ον προ­σόν να συ­νο­δεύε­ται με υ­πο­δειγ­μα­τι­κή στην τεκ­μη­ρίω­σή της έκ­δο­ση (κα­τά­λο­γο). Επρό­κει­το, εν ο­λί­γοις, για ε­ντυ­πω­σια­κή α­πο­κά­λυ­ψη ε­νός ε­ντε­λώς ά­γνω­στου φω­το­γρά­φου του βο­ρειο­ελ­λα­δι­κού χώ­ρου. Η δεύ­τε­ρη πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα (13/12/06 - 14/1/07) στο Μου­σείο Μπε­νά­κη. Έφε­ρε τον τίτ­λο «Πά­νος Ηλιό­που­λος. Η πε­ρι­πέ­τεια της ζωής και η ποίη­ση της φω­το­γρα­φίας» και α­φο­ρού­σε πά­λι έ­ναν εν α­φα­νεία ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο α­πό τα Φι­λια­τρά Μεσ­ση­νίας, ο ο­ποίος ερ­γά­στη­κε τη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο 1934-1964, δια­τη­ρώ­ντας για έ­να διά­στη­μα φω­το­γρα­φείο και στην Κυ­πα­ρισ­σία. Τον ε­πί­σης άρ­τια τεκ­μη­ριω­μέ­νο κα­τά­λο­γο της έκ­θε­σης συ­νό­δευε Αυ­το­βιο­γρα­φία του Ηλιό­που­λου, στην ο­ποία α­φη­γεί­ται τα ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν στην προ φω­το­γρα­φίας πε­ρίο­δο της ζωής του. Σύμ­φω­να με την αυ­το­βιο­γρα­φία του, ή­ταν γό­νος πάμ­φτω­χης α­γρο­τι­κής οι­κο­γέ­νειας α­πό ο­ρει­νό χω­ριό της Μεσ­ση­νίας και υ­πη­ρέ­τη­σε ως κλη­ρω­τός (1917), φτά­νο­ντας (1919-22) μέ­χρι το Σαγ­γά­ριο, ε­νώ με­τά την α­πό­λυ­σή του βρέ­θη­κε λα­θραία με­τα­νά­στης στο Ντι­τρόιτ των Η­ΠΑ. Εκεί έ­μα­θε φω­το­γρα­φία σε σχο­λή του Σι­κά­γου, αλ­λά λό­γω της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης ε­πι­στρέ­φει (1830) και α­νοί­γει φω­το­γρα­φείο στα Φι­λια­τρά. Εδώ α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται το κρυ­φό νή­μα που τον συν­δέει με τον φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νο, ε­πί­σης Πε­λο­πον­νή­σιο, αλ­λά α­πό το χω­ριό Μά­νε­ση Αργο­λί­δος και με αρ­κε­τά πιο πρώι­μη εμ­φά­νι­ση (1915) στη φω­το­γρα­φία. Στα μη κοι­νά με­τα­ξύ τους πρέ­πει να προ­στε­θεί το ε­ξαι­ρε­τι­κά τολ­μη­ρό για την ε­πο­χή του ό­τι ερ­γά­ζε­ται, ό­χι σε α­στι­κό κέ­ντρο, αλ­λά σε α­πό­κε­ντρο η­μιο­ρει­νό χω­ριό με “κά­που τριά­ντα κα­λυ­βό­σπι­τα”. Εάν γυ­ρί­σου­με σ’ ε­κεί­να τα χρό­νια, δη­λα­δή στις αρ­χές του 20ου αι. και λά­βου­με υ­πό­ψη τις συ­νή­θειες που ε­πι­κρα­τού­σαν, μοιά­ζει ε­ντε­λώς ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό. Διό­λου α­πί­θα­νο να μην υ­πάρ­χει άλ­λη α­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση τό­σο πρώι­μου φω­το­γρά­φου στον ελ­λη­νι­κό α­γρο­τι­κό χώ­ρο.
Ποια, ό­μως, εί­ναι τα δύο βα­σι­κά κοι­νά ση­μεία, τα ο­ποία τους συν­δέ­ου­ν; Την α­πό­φα­ση να α­σχο­λη­θεί ε­παγ­γελ­μα­τι­κά με τη φω­το­γρα­φία, ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος την πή­ρε στα εί­κο­σι πέ­ντε του χρό­νια, μό­λις εί­χε γυ­ρί­σει α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους. Ωστό­σο, λί­γα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, θέ­λο­ντας να ξε­φύ­γει α­πό την α­θλιό­τη­τα της α­γρο­τι­κής ζωής, βρέ­θη­κε μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του με­τα­νά­στης στο Πόρτ­λα­ντ του Όρε­γκον. Εργα­ζό­ταν, ό­πως ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των τό­τε με­τα­να­στών, στο στρώ­σι­μο σι­δη­ρο­δρο­μι­κών γραμ­μών. Φύ­σει κοι­νω­νι­κός και πα­ρά το κυ­νη­γη­τό του πα­τέ­ρα του, ξα­νοί­χτη­κε ε­κεί σε συ­να­να­στρο­φές, κα­τα­φέρ­νο­ντας, ε­κτός α­πό το να παί­ζει α­κορ­ντεόν και μπου­ζού­κι, να βγά­ζει και φω­το­γρα­φίες. Αυ­τή ή­ταν η αρ­χή, ό­πως ε­κεί­νη του Ηλιό­που­λου και μιας σει­ράς άλ­λων φω­το­γρά­φων, που ε­πέ­στρε­ψαν ύ­στε­ρα α­πό φω­το­γρα­φι­κή μα­θη­τεία σε α­στι­κά κέ­ντρα των Η­ΠΑ. Ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στο πρώ­το με­γά­λο κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης στην Αμε­ρι­κή. Επέ­στρε­ψε μα­ζί με άλ­λους για να κα­τα­τα­γεί ε­θε­λο­ντής στους πο­λέ­μους 1912-13. Εν ο­λί­γοις, ο πό­λε­μος και η μα­θη­τεία τους στην Αμε­ρι­κή, αλ­λά κα­τά α­ντί­στρο­φη διά­τα­ξη, εί­ναι τα κοι­νά τους ση­μεία. Από ε­κεί και με­τά, ο έ­νας νω­ρί­τε­ρα και ο άλ­λος λί­γο αρ­γό­τε­ρα, βη­μα­τί­ζουν στα­θε­ρά στο πε­δίο της ε­παρ­χια­κής φω­το­γρα­φίας
Στο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό του ξε­κί­νη­μα ο Γιάν­νης Κα­ρα­μά­νος - χω­ρίς πο­τέ να ε­γκα­τα­λεί­ψει τις α­γρο­τι­κές του ερ­γα­σίες - άρ­χι­σε να α­πο­κο­μί­ζει κά­ποια οι­κο­νο­μι­κά κέρ­δη ως φω­το­γρά­φος α­πό το 1916 και με­τά. Αυ­τό συ­νέ­βη, ό­ταν ξαφ­νι­κά ε­πι­κρά­τη­σε η συ­νή­θεια να φω­το­γρα­φί­ζουν, κά­νο­ντας μά­λι­στα κο­ντι­νές λή­ψεις, τους νε­κρούς κα­τά την ώ­ρα της κη­δείας. Σ’ αυ­τό προ­στέ­θη­καν τα δη­μο­τι­κά σχο­λεία και οι νεό­πα­ντροι της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής, που α­πλώ­νε­ται με­τα­ξύ Αρα­χναίου ό­ρους και Φί­χτια. Δού­λευε, δη­λα­δή, ως πλα­νό­διος φω­το­γρά­φος και μά­λι­στα η ζή­τη­ση ή­ταν σχε­τι­κά με­γά­λη, α­φού ε­κεί­να τα μα­κρι­νά χρό­νια δεν υ­πήρ­χε άλ­λος στην αρ­γο­λι­κή αυ­τή πε­ριο­χή. Εί­ναι η “η­ρωι­κή” ε­πο­χή με τις βα­ριές μη­χα­νές και τα γυά­λι­να αρ­νη­τι­κά των 13Χ18 εκ., α­πό τα ο­ποία γί­νο­νταν, εάν βε­βαίως ζη­τού­ντο, και οι με­γε­θύν­σεις. Στις δύο προ­η­γού­με­νες κα­τη­γο­ρίες πε­λα­τών ήρ­θε, προς τα τέ­λη της ε­πό­με­νης δε­κα­ε­τίας, να προ­στε­θεί και μια τρί­τη. Ένα διά­ταγ­μα (1928;) δέ­σμευε τους κα­πνο­πα­ρα­γω­γούς και τους υ­πο­χρέω­νε να κα­πνί­ζουν τον κα­πνό τους μό­νο με ά­δεια της Πε­ρι­φε­ρεια­κής Εφο­ρίας Κα­πνού. Προς έκ­δο­ση της ά­δειας χρειά­ζο­νταν δύο φω­το­γρα­φίες 3Χ4 εκ., οι ο­ποίες έ­πρε­πε να α­να­νεώ­νο­νται κά­θε διε­τία. Στά­θη­κε η πλέ­ον προ­σο­δο­φό­ρα πη­γή για τον φω­το­γρά­φο, α­φού ό­λα τα χω­ριά της γύ­ρω πε­ριο­χής δια­τη­ρού­σαν ως κύ­ρια γεωρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα την κα­πνο­καλ­λιέρ­γεια. Μπαί­νο­ντας στη δε­κα­ε­τία του ’30, αρ­χί­ζουν να γί­νο­νται μό­δα οι με­γε­θύν­σεις. Κοι­νο­τι­κά συμ­βού­λια ζη­τούν φω­το­γρά­φι­ση σε στιγ­μή συ­νε­δρίας, για­τί θέ­λουν να α­ναρ­τή­σουν φω­το­γρα­φίες στα κοι­νο­τι­κά γρα­φεία, ε­νώ συγ­γε­νείς προ­σώ­πων που σκο­τώ­θη­καν στους Βαλ­κα­νι­κούς ή και κα­τά την Μι­κρα­σια­τι­κή Εκστρα­τεία κά­νουν το ί­διο. Γε­νι­κώς, η φω­το­γρα­φία αυ­τήν την πε­ρίο­δο α­να­βαθ­μί­ζε­ται και ό­πως αλ­λού στην Ελλά­δα, ε­πέρ­χε­ται αύ­ξη­ση στη ζή­τη­ση με­γε­θύν­σεων, κα­θώς στη νέα μό­δα μπαί­νουν οι ο­μα­δι­κές φω­το­γρα­φίες της κά­θε οι­κο­γέ­νειας ως α­πα­ραί­τη­το στό­λι­σμα στο “κα­λό δω­μά­τιο” του σπι­τιού. Με­τά τα μι­σά της δε­κα­ε­τίας του ’30, οι φαν­φά­ρες του με­τα­ξι­κού κα­θε­στώ­τος έ­δω­σαν α­κό­μη μια ώ­θη­ση στις φω­το­γρα­φι­κές πα­ραγ­γε­λίες. Η κοι­νω­νι­κή ζωή, α­γρο­τι­κή και α­στι­κή, α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση. Παίρ­νει πο­μπώ­δη χα­ρα­κτή­ρα και ό­λες α­νε­ξαι­ρέ­τως οι δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις, οι ο­ποίες δεν ή­ταν και λί­γες, ε­ξυ­μνούν την 4η Αυ­γού­στου και α­πα­θα­να­τί­ζο­νται για προ­πα­γαν­δι­στι­κούς σκο­πούς.
Τα με­τα­ξι­κά χρό­νια ταυ­τί­ζο­νται με την τε­λευ­ταία φά­ση της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ακ­μής του Γιάν­νη Κα­ρα­μά­νου. Στον πό­λε­μο και στα χρό­νια της Κα­το­χής, που α­κο­λού­θη­σαν, η φω­το­γρα­φία με­τα­βάλ­λε­ται σε πο­λυ­τέ­λεια. Ποιος, άλ­λω­στε, έ­χει διά­θε­ση να πο­ζά­ρει και μά­λι­στα μπρο­στά στην “ε­βδο­μα­διαία” μη­χα­νή! Το μό­νο που α­πο­μέ­νει εί­ναι οι μι­κρές φω­το­γρα­φίες των ταυ­το­τή­των. Έτσι, α­π’ ό­λα τα σύ­νερ­γα του φω­το­γρά­φου γλι­τώ­νει το ξε­πού­λη­μα μό­νο η “στιγ­μιαία”. Με αυ­τήν τη μη­χα­νή θα ε­πι­χει­ρή­σει α­κό­μη δυο-τρεις ε­ξορ­μή­σεις, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νά­γκη, μή­πως βγει κά­τι φα­γώ­σι­μο, α­φού συ­μπί­πτουν με την τρα­γι­κή πε­ρίο­δο της με­γά­λης πεί­νας (1941). Κα­τα­πτο­η­μέ­νος και με χα­μέ­νη την πα­λιά διά­θε­ση, νιώ­θει τό­τε και την α­νά­γκη ε­νός βο­η­θού. Εμπι­στεύε­ται γι’ αυ­τόν τον ρό­λο και τον α­να­θέ­τει στον δεύ­τε­ρο γιο του, τον δε­κα­πε­ντά­χρο­νο Γιώρ­γο, που έ­χει ή­δη μυη­θεί στη φω­το­γρα­φία. Έτσι, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό την τε­λευ­ταία φω­το­γρα­φι­κή ε­ξόρ­μη­ση, του πα­ρα­χω­ρεί εν λευ­κώ τη μη­χα­νή. Αν και το βά­ρος της εί­ναι α­σή­κω­το για τους ε­φη­βι­κούς του ώ­μους, τη δου­λεύει μέ­χρι το 1949, που φεύ­γει στρα­τιώ­της. Στο με­τα­ξύ, πριν α­πό την στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, προ­σπα­θώ­ντας να ρι­ζώ­σει ε­παγ­γελ­μα­τι­κά στην Αθή­να, ερ­γά­ζε­ται έ­να διά­στη­μα ως βο­η­θός στους α­δελ­φούς Γα­ζιά­δη, στους ο­ποίους ε­πα­νέρ­χε­ται και με­τά την α­πό­λυ­σή του. Αυ­τήν την πε­ρίο­δο εμ­φα­νί­ζο­νται στους κε­ντρι­κούς δρό­μους της Αθή­νας, ό­πως και των άλ­λων με­γα­λου­πό­λεων, οι “στρα­σα­δό­ροι”, που φω­το­γρα­φί­ζουν εν κι­νή­σει α­νώ­νυ­μα πρό­σω­πα, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλα­στι­κά φιλμ με δυ­να­τό­τη­τα 36 λή­ψεων. Γο­η­τευ­μέ­νος α­πό την νέα τε­χνι­κή, χα­ρί­ζει τη “στιγ­μιαία” μη­χα­νή και ε­φο­διά­ζε­ται με μια “τρια­ντα­ε­ξά­ρα” Κό­ντακ Ρε­τί­να. Με αυ­τήν κα­τέ­φυ­γε, γύ­ρω στα 1952 και δού­λε­ψε έ­να μι­κρό διά­στη­μα στη Νί­καια του Πει­ραιά. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι οι γε­νι­κό­τε­ρες συν­θή­κες, ο χα­ρα­κτή­ρας και κά­ποιοι άλ­λοι προ­σα­να­το­λι­σμοί δεν τον ά­φη­σαν να ρι­ζώ­σει ως φω­το­γρά­φος στην Αθή­να. Επι­στρέ­φει στην πα­τρί­δα του και κα­θώς με­ρι­κά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα έ­χει αρ­χί­σει να φλερ­τά­ρει με τη δη­μο­σιο­γρα­φία, το 1956 α­να­λαμ­βά­νει α­ντα­πο­κρι­τής της Ακρό­πο­λις και της Απο­γευ­μα­τι­νής για την Αργο­λί­δα. Και ό­πως γρά­φει ο ί­διος στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα του τό­μου: «Συ­νε­χί­ζω τη φω­το­γρα­φι­κή για λί­γο α­κό­μη, αλ­λά, σαν έ­χω τυ­πώ­σει πα­ράλ­λη­λα και τα πρώ­τα βι­βλία μου, έ­χω ξα­νοι­χτεί σε άλ­λο κε­φά­λαιο που με α­πο­μα­κρύ­νει πλέ­ον α­πό την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή φω­το­γρα­φία, για να πα­ρα­μεί­νω έως και σή­με­ρα πε­ρι­στα­σια­κός ε­ρα­σι­τέ­χνης.»
Η θη­τεία του Γιώρ­γου Κα­ρα­μά­νου στη λο­γο­τε­χνία και ι­δίως στο ευ­θυ­μο­γρά­φη­μα, εί­ναι έ­να άλ­λο, ξε­χω­ρι­στό και εν­δια­φέ­ρον κε­φά­λαιο. Πριν α­πό λί­γα χρό­νια δη­μο­σιεύ­τη­κε στην Ε­ΠΟ­ΧΗ (1 Φεβ. 2004) ο­λο­σέ­λι­δη πα­ρου­σία­ση-κρι­τι­κή για την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του «Γυ­ρεύο­ντας το πρό­σω­πο». Εδώ, ό­μως, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νούς α­να­φο­ράς στη συγ­γρα­φι­κή του πα­ρου­σία. Πρέ­πει, ω­στό­σο, να ση­μειω­θεί, ό­τι έ­να α­πό τα 11 συ­νο­λι­κά βι­βλία του, η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτ­λο «Ο φω­το­γρά­φος του χω­ριού» (1984), η ο­ποία έ­γι­νε και με­γά­λη τη­λε­ο­πτι­κή ε­πι­τυ­χία α­πό την κρα­τι­κή τη­λεό­ρα­ση, δια­σώ­ζει συμ­βά­ντα και λε­πτο­μέ­ρειες α­πό τον φω­το­γρα­φι­κό βίο του πα­τέ­ρα του κυ­ρίως, αλ­λά και του ι­δίου ως πα­ρα­τη­ρη­τή ή συ­νερ­γού. Μέ­σα α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κή α­νά­πλα­ση α­να­δύο­νται με σπαρ­τα­ρι­στούς τό­νους ά­φθο­να στοι­χεία, κα­θώς και νοο­τρο­πίες γύ­ρω α­πό την ε­παρ­χια­κή φω­το­γρα­φία, ό­ταν η κά­θε φω­το­γρά­φι­ση έ­φτα­νε να α­πο­τε­λεί στις α­γρο­τι­κές κοι­νό­τη­τες, ό­χι α­διά­φο­ρο, αλ­λά ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός.
Επί πολ­λά χρό­νια δού­λευε, ε­τοι­μά­ζο­ντας την έκ­δο­ση αυ­τού του λευ­κώ­μα­τος ο Γιώρ­γος Κα­ρα­μά­νος. Δεν έ­μελ­λε, ό­μως, να το ο­λο­κλη­ρώ­σει. “Μι­κρό κα­νό­νι ε­κρέ­πα­ρε, μα ξαρ­μα­τώ­θει κά­στρο”, α­πο­φαί­νε­ται έ­να μα­νιά­τι­κο μοι­ρο­λόι. Εγκα­τέ­λει­ψε τον ε­γκό­σμιο βίο, α­φή­νο­ντας τα­ξι­νό­μη­ση και τεκ­μη­ρίω­ση του πο­λύ­τι­μου φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού, τα ο­ποία μό­νο ε­κεί­νος γνώ­ρι­ζε, μι­σο­τε­λειω­μέ­να. Έτσι, χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά η πα­τρό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων φω­το­γρα­φιών, η α­κρι­βής χρο­νο­λό­γη­σή τους και, ε­πί­σης, η α­να­γνώ­ρι­ση προ­σώ­πων. Ο κλή­ρος για να πά­ρει το λεύ­κω­μα τη ση­με­ρι­νή του μορ­φή, έ­πε­σε στην κό­ρη του, Βά­λια Κα­ρα­μά­νου.
Πα­τέ­ρας και γιός μοι­ρά­ζο­νται σχε­δόν εξ η­μι­σείας τις σε­λί­δες του τό­μου, ε­νώ τα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να στον κα­θέ­να, ό­πως και ο­ρι­σμέ­νες ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κές λε­ζά­ντες, α­πο­τε­λούν μέ­ρος της προ­ε­τοι­μα­σίας που ά­φη­σε ο δεύ­τε­ρος. Μέ­σα α­πό τις 150 πε­ρί­που ασ­πρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φίες πα­ρε­λαύ­νουν “βα­σα­νι­σμέ­να” πρό­σω­πα της αρ­γο­λι­κής υ­παί­θρου, α­φού η αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία εί­ναι πα­ντού πα­ρού­σα. Κα­τα­λαμ­βά­νει δε­σπό­ζου­σα θέ­ση, ε­νώ, α­ντί­στρο­φα η φύ­ση ή, σω­στό­τε­ρα, το το­πίο μέ­νει κα­τά κα­νό­να ως δια­κο­σμη­τι­κό φό­ντο. Τό­σο οι λή­ψεις του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­σο και ε­κεί­νες κα­τά τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, προ­σφέ­ρουν ό­ψεις της ελ­λη­νι­κής υ­παί­θρου α­πό μια ά­γνω­στη ε­πο­χή. Με άλ­λα λό­για, εί­ναι α­πει­κο­νί­σεις, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα οι φου­στα­νε­λο­φό­ροι του α­γρο­τι­κού χώ­ρου, που προσ­λαμ­βά­νουν σή­με­ρα μυ­θι­κή χροιά.
Ο χώ­ρος της φι­λό­ξε­νης σε­λί­δας ξο­δεύ­τη­κε με το πλη­ρο­φο­ρια­κό μέ­ρος του λευ­κώ­μα­τος και κα­θώς εί­ναι με α­κρί­βεια λέ­ξεως με­τρη­μέ­νος, δεν α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια ε­κτε­νέ­στε­ρης α­να­φο­ράς στις φω­το­γρα­φίες. Το να γυ­ρέ­ψου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο χώ­ρο, εί­ναι μάλ­λον α­γέ­νεια. Πό­σο τώ­ρα, που οι πά­ντες και τα πά­ντα φλέ­γο­νται μέ­σα στον προ­ε­κλο­γι­κό πυ­ρε­τό. Έτσι, ο σχο­λια­σμός τους μέ­νει η­μι­τε­λής. Σώ­ζε­ται, πά­ντως, στον σκλη­ρό δί­σκο του Η/Υ και ί­σως με κά­ποιο πρό­σχη­μα να ε­πα­νέλ­θου­με.
Κω­στής Λιό­ντης

Δεν υπάρχουν σχόλια: