Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Καστοριανά ψήγματα χρυσού

Γιώρ­γος Γκο­λο­μπίας
«Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι»
Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2009

Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι της λο­γο­τε­χνίας κα­τα­στρέ­φου­με τα μά­τιά μας, ε­πι­βα­ρύ­νου­με γε­νι­κό­τε­ρα την υ­γεία μας και, το βα­σι­κό­τε­ρο ό­λων, χά­νου­με τον και­ρό μας. Ωστό­σο, θεω­ρη­τι­κώς, η κα­τερ­γα­σία της χρυ­σο­φό­ρου άμ­μου εί­ναι μια α­πλή δια­δι­κα­σία, κι αυ­τό, λό­γω της με­γά­λης δια­φο­ράς ως προς την πυ­κνό­τη­τα του με­τάλ­λου σε σχέ­ση με τα στεί­ρα υ­λι­κά. Πρα­κτι­κά, ό­μως, α­ντι­κρί­ζο­ντας κα­νείς τις ντά­νες των α­να­γνω­σμά­των στους πά­γκους των βι­βλιο­πω­λείων, τρο­μά­ζει. Ογκω­δέ­στα­τα τα στεί­ρα υ­λι­κά, κά­νουν να φαί­νε­ται ο δια­χω­ρι­σμός των ψηγ­μά­των χρυ­σού σχε­δόν α­δύ­να­τος.
«Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι» εί­ναι ο τίτ­λος και μιας συλ­λο­γής διη­γη­μά­των που τυ­πώ­θη­κε τον Μάιο, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, σε μό­λις 750 α­ριθ­μη­μέ­να α­ντί­τυ­πα, ε­κτός ε­μπο­ρίου. Κρα­τά­με στα χέ­ριά μας το α­ντί­τυ­πο με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό 703 και αι­σθα­νό­μα­στε ευ­γνώ­μο­νες, που μας ε­στά­λη. Πε­ρι­λαμ­βά­νει ε­πτά πα­ρά­ξε­νες ι­στο­ρίες, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας ψήγ­μα­τα χρυ­σού, που η βι­βλιο­κα­τε­βα­σιά του 2009 πο­λύ φο­βό­μα­στε πως δεν θα ε­πι­τρέ­ψει την πε­ρι­συλ­λο­γή τους. Η α­φή­γη­ση, στο σύ­νο­λο των διη­γη­μά­των, α­φή­νει να πλα­νιέ­ται α­βε­βαιό­τη­τα ως προς τον τό­πο και το χρό­νο. Επι­πλέ­ον, δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται εάν και κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για ε­λεύ­θε­ρους συ­νειρ­μούς ή για ε­νυ­πνια­κές κα­τα­βυ­θί­σεις. Αυ­τή η ρευ­στό­τη­τα προ­σθέ­τει, εκ προοι­μίου, μια σχε­δόν πα­ρα­μυ­θι­κή α­χλύ στα διη­γή­μα­τα. Ένας ε­νή­λι­κας α­να­τρέ­χει στα παι­δι­κά του χρό­νια. Η νο­σταλ­γία του δεν ο­μο­λο­γεί­ται, αλ­λά α­πο­τυ­πώ­νε­ται στις λε­πτο­με­ρείς πε­ρι­γρα­φές και α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, στις σκο­τει­νές νύ­ξεις. Προ­σπα­θεί να μη χά­σει τί­πο­τα και με­τά γε­λά με αυ­τή τη σκέ­ψη, για­τί ξέ­ρει ό­τι τα έ­χει χά­σει ό­λα.
Στο ο­μό­τιτ­λο με τη συλ­λο­γή διή­γη­μα, ο α­φη­γη­τής βλέ­πει τον ε­αυ­τό του παι­δί στο σπί­τι της για­γιάς του, στο χω­ριό. Εί­ναι η ε­πο­χή, που κυ­κλο­φο­ρεί το πε­ριο­δι­κό ο «Μι­κρός Σε­ρί­φης». Άρα, βρι­σκό­μα­στε κά­που στη δε­κα­ε­τία του ’60. Στην πλα­τεία του χω­ριού έ­παι­ζαν μια ται­νία, που μπο­ρεί να ή­ταν και του βω­βού κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ανα­κα­λεί τον α­δελ­φό του, μω­ρό α­κό­μη, και τη για­γιά του να λέει ι­στο­ρίες για τη μά­να του, που ή­ταν έ­να σκα­ντα­λιά­ρι­κο παι­δί και για μια ζωη­ρή κο­πέ­λα που την ε­κτέ­λε­σαν φα­ντά­ροι στο νε­κρο­τα­φείο. Ο συγ­γρα­φέ­ας την α­πο­κα­λεί Ωραιο­ζή­λη και την θυ­μά­ται να τρα­γου­δά, ό­πως και η α­γία Ωραιο­ζή­λη, που και ε­κεί­νη βρή­κε μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το, μό­νο που ε­κεί­νη ή­ταν α­πό την Πό­λη. Αμέ­σως με­τά, θυ­μά­ται μια ι­στο­ρία της για­γιάς α­πό τα παι­δι­κά της χρό­νια στη Ρω­σία. Μα­ζί με τις α­να­μνή­σεις έρ­χο­νται κά­ποιες α­προσ­διό­ρι­στες δι­κές του μνή­μες. Αυ­τές τις πα­ρα­θέ­τει ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως. Έχουν ό­λες να κά­νουν με κά­τι που σώ­θη­κε στη μνή­μη του ως δυσ­νό­η­το και φευ­γα­λέο. Σί­γου­ρα, ό­μως, θα πρέ­πει να ή­ταν κά­τι α­πει­λη­τι­κό, κα­θώς προ­βάλ­λει κα­θα­ρό το αί­σθη­μα του φό­βου. Ο συγ­γρα­φέ­ας το­πο­θε­τεί ό­λη την ε­ξι­στό­ρη­ση στην ώ­ρα του δει­λι­νού, σε έ­να σκο­τει­νια­σμέ­νο σκη­νι­κό, με μο­να­δι­κή φω­τει­νή ε­πι­φά­νεια μια παι­δι­κή φω­το­γρα­φία.
Αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι τα διη­γή­μα­τα α­πο­τυ­πώ­νουν συ­νειρ­μούς, τό­τε αυ­τοί θα μπο­ρού­σαν να ξε­κι­νούν α­πό κά­ποιες φω­το­γρα­φίες. Κι αυ­τές θα πρέ­πει να ή­ταν φω­το­γρα­φίες ε­πο­χής, για­τί στο ε­πό­με­νο διή­γη­μα προσ­διο­ρί­ζε­ται πως η φω­το­γρά­φι­ση έ­γι­νε “μπρο­στά σ’ έ­να κρε­μα­σμέ­νο φό­ντο”, ό­πως συ­νη­θι­ζό­ταν κά­πο­τε για τη δη­μιουρ­γία του κα­τάλ­λη­λου ντε­κόρ. Εί­ναι μία ε­φαρ­μο­γή που δια­τη­ρή­θη­κε α­πό τους φω­το­γρά­φους της ε­παρ­χίας μέ­χρι τη δε­κα­ε­τία του ’60, στην ο­ποία το­πο­θε­τεί­ται το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα σαν συ­νέ­χεια του πρώ­του. Αυ­τή τη φο­ρά, το παι­δί έ­χει κα­τέ­βει α­πό το βου­νό στην πό­λη. Μια πα­λιά πό­λη με τεί­χος και πέ­τρι­να σπί­τια δί­πλα σε μια λί­μνη. Στο διή­γη­μα υ­πάρ­χει η ί­δια βα­ριά ε­πί­φο­βη α­τμό­σφαι­ρα. Εδώ, δεν εί­ναι σού­ρου­πο, αλ­λά χει­μώ­νας, βα­ρύς, βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κος. «Χει­μώ­νας στις στέ­γες» εί­ναι ο τίτ­λος. Πα­ρό­τι προσ­διο­ρί­ζε­ται πως εί­ναι Απο­κριές, ο ε­νή­λι­κας α­να­κα­λεί το αλ­λο­τι­νό παι­δί, αν ό­χι θλιμ­μέ­νο, σί­γου­ρα σαν φο­βι­σμέ­νο.
Τα τρία σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα, που α­κο­λου­θούν, δεί­χνουν ευ­κρι­νέ­στε­ρα την ο­νει­ρι­κή τους υ­πό­στα­ση. Ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­φεύ­γει στην ε­νυ­πνια­κή κα­τά­στα­ση για να δεί­ξει, πί­σω α­πό τους φό­βους του παι­διού, τις κα­τα­χω­νια­σμέ­νες ε­πι­θυ­μίες. Στο έ­να, μό­λις ο­μο­λο­γη­μέ­νες, μέ­νουν με­τέω­ρες με­τα­ξύ εκ­πλή­ρω­σης και μα­ταίω­σης, ε­νώ δη­λώ­νο­νται πλα­γίως με τον τίτ­λο «Ο αρ­ρα­βω­νια­στι­κός». Στο δεύ­τε­ρο, «Η κα­τάρ­ρευ­ση», στο σχε­δόν ε­φιαλ­τι­κό το­πίο της έ­ρη­μης πα­ρα­λί­μνιας πό­λης, ο α­φη­γη­τής σκαρ­φα­λώ­νει σε μια γέ­φυ­ρα. Αυ­τή, ό­μως, κα­ταρ­ρέει, ό­ταν ε­κεί­νος βρί­σκε­ται στα μι­σά της και α­να­γκά­ζε­ται να πι­σω­γυ­ρί­σει. Τέ­λος, στο τρί­το διή­γη­μα, κα­τά τη γνώ­μη μας το κο­ρυ­φαίο της τριά­δας, ο α­φη­γη­τής νι­κά­ει στη μά­χη με το κα­κό, ε­νώ ο φί­λος του, δεν θέ­λει να σω­θεί. «Ο μο­να­χός Νή­φων» εί­ναι ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, η α­φή­γη­ση ε­δώ δεν εί­ναι στα­τι­κή, αλ­λά ξε­δι­πλώ­νει σε γρή­γο­ρο ρυθ­μό σκη­νές δρά­σης. Πρω­τα­γω­νι­στούν έ­νας μά­γκας, που φαί­νε­ται να βγαί­νει α­πό πα­λιά φω­το­γρα­φία, και έ­νας κα­λό­γε­ρος, με κρυμ­μέ­νη στο ρά­σο ξι­φο­λόγ­χη. Σε αυ­τό το διή­γη­μα, α­να­φέ­ρο­νται και δυο το­πω­νύ­μια, Αμυ­γδα­λεώ­νας και Κω­στα­ρά­ζι, προσ­διο­ρί­ζο­ντας ως τό­πο των διη­γη­μά­των την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Κα­στο­ριάς.
Γνω­στή η πό­λη της Κα­στο­ριάς για τη λί­μνη και τα αρ­χο­ντι­κά της ό­που και το­πο­θε­τού­νται τα δυο με­γα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο ως ά­νοιγ­μα και ως κλεί­σι­μο. Σε αυ­τά δια­κρί­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ρο­μα­ντι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία του συγ­γρα­φέα, που υ­φέρ­πει και στα ε­πτά διη­γή­μα­τα. Ρε­α­λι­στι­κή η α­φή­γη­ση α­πο­τυ­πώ­νει λε­πτο­με­ρεια­κά τα αρ­χο­ντι­κά. Όμως ο συγ­γρα­φέ­ας δεν εί­ναι α­πλώς έ­νας κα­λός γνώ­στης του τρό­που κα­τα­σκευής τους ή της ε­σω­τε­ρι­κής τους διαρ­ρύθ­μι­σης και δια­κό­σμη­σης. Εί­ναι, ε­πί­σης και κά­ποιος που συ­μπά­σχει με το ρή­μαγ­μά τους. Γι’ αυ­τό και τα σπί­τια πε­ρι­γρά­φο­νται σαν κά­τι το έμ­ψυ­χο. Ο τίτ­λος του ε­ναρ­κτή­ριου διη­γή­μα­τος, «Το άρ­ρω­στο σπί­τι», δη­λώ­νει την προ­σω­πο­ποίη­ση του αρ­χο­ντι­κού. Μέ­σω αυ­τής, η α­φή­γη­ση δια­φεύ­γει στο χώ­ρο του μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού. Στή­νε­ται έ­τσι μια ε­ντυ­πω­σια­κή σκη­νο­γρα­φία ε­ρει­πω­μέ­νων πραγ­μά­των, στην ο­ποία ε­κτυ­λίσ­σο­νται πα­ρά­πλευ­ρες ι­στο­ρίες με γε­ρό­ντισ­σες που πέ­θα­ναν μέ­σα σε αυ­τό. Το αρ­χο­ντι­κό εί­ναι έ­ρη­μο και ε­τοι­μο­θά­να­το. Πά­ει και­ρός που πα­ρου­σιά­στη­καν πλη­γές με πύον στους τοί­χους του. Εντο­πι­σμέ­νο μαύ­ρο έλ­κος πρώ­τα και με­τά, η λέ­πρα να α­πλώ­νε­ται. Ανα­με­νό­με­νο το τέ­λος, “χους ην και εις χουν α­πε­λεύ­ση­τω”. Απο­δί­δε­ται, ό­μως, υ­περ­ρε­α­λι­στι­κά, με το αρ­χο­ντι­κό να συρ­ρι­κνώ­νε­ται και να α­να­χω­νεύε­ται στο θε­μέ­λιο λί­θο του, ε­κεί ό­που εί­χαν κά­πο­τε σφά­ξει τον κό­κο­ρα.
Στο κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα, ε­πα­νέρ­χε­ται το σκη­νι­κό του αρ­χο­ντι­κού με τους σω­ρούς α­πό πα­λαιά πράγ­μα­τα, αλ­λά η α­να­πα­ρά­στα­ση α­το­νεί έ­να­ντι της υ­παρ­ξια­κής α­γω­νίας. Συ­να­ντά­με και πά­λι μια ο­νει­ρι­κή πε­ρι­πλά­νη­ση, με το παι­δί χα­μέ­νο σε έ­ναν ε­φιάλ­τη. Το σπί­τι έ­χει χω­ρι­στεί στα δυο, α­πο­μέ­νο­ντας μό­νο έ­νας διά­δρο­μος να συν­δέει με­τα­ξύ τους τα δύο τμή­μα­τα. Η ε­ρή­μω­ση του σπι­τιού τρο­μά­ζει το παι­δί πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το τε­ρά­τω­μα, έ­να εί­δος θη­λώ­μα­τος που εμ­φα­νί­ζε­ται αιφ­νι­δια­στι­κά στο σα­γό­νι του. Ο τίτ­λος του διη­γή­μα­τος, «Τον και­ρό της ε­ξό­δου», δεν πα­ρα­πέ­μπει στην έ­ξο­δο α­πό το σπί­τι, που φαί­νε­ται α­νέ­φι­κτη, ό­πως άλ­λω­στε συμ­βαί­νει κα­τά κα­νό­να στους ε­φιάλ­τες, αλ­λά στην έ­ξο­δο α­πό τα ε­γκό­σμια. Ο α­φη­γη­τής α­να­θυ­μά­ται ε­δώ και πε­ρι­γρά­φει τις τι­μω­ρίες των κο­λα­σμέ­νων κα­τά τη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία, ό­πως τις εί­χε δει στο νάρ­θη­κα πα­λιάς εκ­κλη­σίας.
Η α­να­ζή­τη­ση των ό­ποιων συγ­γρα­φι­κών κα­τα­βο­λών του Γιώρ­γου Γκο­λο­μπία και οι συ­γκρί­σεις θα μας πή­γαι­ναν μα­κριά. Αρκεί η δια­πί­στω­ση πως πρό­κει­ται για έ­ναν βο­ρειο­ελ­λα­δί­τη συγ­γρα­φέα και πως πρέ­πει να κρα­τά­ει α­πό το ί­διο κλω­νά­ρι που έ­δω­σε έ­ναν Ν. Γ. Πε­ντζί­κη. Ού­τως ή άλ­λως, αυ­τό εί­ναι το μο­να­δι­κό του βι­βλίο. Πρώ­τον, για­τί πέ­θα­νε στις τε­λευ­ταίες η­μέ­ρες του Απρι­λίου του 2009 και δεύ­τε­ρον, πι­θα­νώς το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, για­τί πο­τέ δεν θέ­λη­σε να εκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο. Έμει­νε γνω­στός ως συλ­λέ­κτης και ε­ρευ­νη­τής στο χώ­ρο κυ­ρίως της φω­το­γρα­φίας, ε­στιά­ζο­ντας στον βο­ρειο­δυ­τι­κό ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, με ομ­φα­λό την πε­ριο­χή της Κα­στο­ριάς, κα­θό­σον γεν­νη­μέ­νος στο Βο­γα­τσι­κό Κα­στο­ριάς. Ακό­μη και έ­να τε­λευ­ταίο βι­βλίο που σχε­δία­ζε και ά­φη­σε η­μι­τε­λές, α­φο­ρά τις ε­φη­με­ρί­δες της Κα­στο­ριάς μέ­χρι το 1961, έ­τος της γεν­νή­σεώς του.
Τα ε­πτά διη­γή­μα­τα τα δη­μο­σίευ­σε α­νά­με­σα στο φθι­νό­πω­ρο του 1988 και την ά­νοι­ξη του 1990, δη­λα­δή λί­γο πριν κλεί­σει τα τριά­ντα. Με­τά σιώ­πη­σε λο­γο­τε­χνι­κά, ε­κτός κι αν υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­να πε­ζά του στην ε­φη­με­ρί­δα της γε­νέ­τει­ράς του. Όπως φαί­νε­ται, φρό­ντι­σε πα­λαιούς φω­το­γρά­φους, με κο­ρυ­φαία πε­ρί­πτω­ση τον ά­γνω­στο Κα­στο­ρια­νό Λεω­νί­δα Πα­πά­ζο­γλου, κα­θώς και α­γιο­ρεί­τι­κα πα­λαιά χα­ρα­κτι­κά, ό­χι ό­μως τα διη­γή­μα­τά του. Η με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση ο­φεί­λε­ται σε πρω­το­βου­λία δύο φί­λων του, του διη­γη­μα­το­γρά­φου Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη και του Νώ­ντα Τσί­γκα, ο ο­ποίος γρά­φει και σύ­ντο­μο πρό­λο­γο. Εάν δεν ε­γκα­τέ­λει­πε τα ε­γκό­σμια, τα διη­γή­μα­τά του θα ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να λαν­θά­νουν στο πε­ριο­δι­κό, ό­που δη­μο­σιεύ­τη­καν μα­ζί με άλ­λα ψήγ­μα­τα χρυ­σού ζώ­ντων συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι ε­πί­σης ε­πέ­λε­ξαν να λη­σμο­νή­σουν τον πε­ζο­γρα­φού­ντα ε­αυ­τό τους. Ή του­λά­χι­στον, να μην τον δη­μο­σιο­ποιή­σουν. Το πε­ριο­δι­κό έ­φε­ρε τον πο­λύ­ση­μο τίτ­λο, «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», και κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό το Φθι­νό­πω­ρο του 1988 μέ­χρι τον Οκτώ­βριο του 1994, κλεί­νο­ντας με έ­να τεύ­χος α­φιε­ρω­μέ­νο στον Πε­ντζί­κη. Εκδό­της του ή­ταν έ­νας α­πό τους πα­ρα­μέ­νο­ντες σε α­φά­νεια, ο Δη­μή­τρης Πα­να­γιω­τό­που­λος.
Στο βι­βλίο, δεν κρα­τή­θη­κε η σει­ρά δη­μο­σίευ­σης, η ο­ποία, ω­στό­σο, πι­στεύου­με πως σκια­γρα­φεί τη σύ­ντο­μη συγ­γρα­φι­κή δια­δρο­μή του Γκο­λο­μπία: στο πρώ­το τεύ­χος δη­μο­σιεύε­ται το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, στο δεύ­τε­ρο το πρώ­το, στο τέ­ταρ­το, συ­νε­χό­με­να, το δεύ­τε­ρο και τρί­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής, και στο έ­κτο τα τρία ε­νύ­πνια, κα­τ’ α­ντί­στρο­φη, ό­μως, σει­ρά α­πό αυ­τήν της συλ­λο­γής. Επί­σης, στο πε­ριο­δι­κό, τα διη­γή­μα­τα εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κή ει­κο­νο­γρά­φη­ση, για την ο­ποία εί­χε φρο­ντί­σει ο συγ­γρα­φέ­ας. Ενώ, στο βι­βλίο, προ­τι­μή­θη­καν φω­το­γρα­φίες του Λεω­νί­δα Πα­πά­ζο­γλου, του ο­ποίου το έρ­γο α­νέ­δει­ξε ο Γκο­λο­μπίας. Η ει­κο­νο­γρά­φη­ση, ω­στό­σο, στο πε­ριο­δι­κό α­πο­τε­λεί ου­σια­στι­κό μέ­ρος της α­φή­γη­σης. Τέ­λος, η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου, πα­ρό­τι ση­μειώ­νε­ται πως προέρ­χε­ται α­πό τη συλ­λο­γή του συγ­γρα­φέα, φα­ντά­ζει μάλ­λον ξέ­νη με τα θέ­μα­τα και την α­τμό­σφαι­ρα των διη­γη­μά­των.
Να ση­μειώ­σου­με, α­κό­μη, πως η συμ­βο­λή του Γκο­λο­μπία στο πε­ριο­δι­κό δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στη δη­μο­σίευ­ση των διη­γη­μά­των. Έχει ει­κο­νο­γρα­φή­σει με φω­το­γρα­φίες του τα πρώ­τα ο­κτώ τεύ­χη και έ­χει δη­μο­σιεύ­σει τεκ­μή­ρια πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, ό­πως ε­πι­στο­λές, χρο­νι­κά και η­με­ρο­λό­για, με προ­λό­γους σχε­τι­κά με το ι­στο­ρι­κό της εύ­ρε­σής τους. Μά­λι­στα, σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις, δη­μο­σιεύει σε πα­ραλ­λη­λία τεκ­μή­ρια α­πό ε­πο­χές που α­πέ­χουν με­ρι­κές δε­κα­ε­τίες με­τα­ξύ τους, προ­βαί­νο­ντας σε εν­δια­φέ­ρου­σες συ­γκρί­σεις. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, φυλ­λο­με­τρώ­ντας τα τεύ­χη του «Πα­ρα­μι­λη­τού», βρή­κα­με και έ­να ό­γδοο διή­γη­μα, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο ό­γδοο τεύ­χος, με η­με­ρο­μη­νία γρα­φής, Μάιο 1990. Φέ­ρει τον τίτ­λο «Ο ά­γιος Ζα­μπλα­κάς» και ο Γκο­λο­μπίας ση­μειώ­νει πως εί­ναι πα­ραλ­λα­γή “α­πό πα­ρα­μύ­θι του λα­ού”. Πα­ρό­τι δεν γνω­ρί­ζου­με το πρω­τό­τυ­πο, η α­νά­πλα­σή του έ­χει ό­λα τα προ­σό­ντα ε­νός κα­λού διη­γή­μα­τος. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του διη­γή­μα­τος. Ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με σκί­τσα, που έ­χει α­ντι­γρά­ψει ο ί­διος α­πό τοι­χο­γρα­φι­κό διά­κο­σμο πα­λαιού κα­στο­ρια­νού να­ού.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 σχόλιο:

Νώντας Τσίγκας είπε...

O "Αγιος Ζαμπλακάς" παίρνει σιγά σιγά το δρόμο του Τυπογραφείου ως αυτόνομος.
(καλοκαιριάτικη μακαριά στο Γιώργο από τους ίδιους ...δύο υπόπτους)

ΥΓ. Το διήγημα έγινε και ...θεατρική παράσταση ήδη.
http://spasmenorodi.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html

Καλεσμένη μας το καλοκαίρι στο Βογατσικό για την επανάληψή της!