Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Συναξάρι αγίων και αμαρτωλών

Φοί­βος Ι. Πιο­μπί­νος
«Επί­σκε­ψη σε μιά έκ­θε­ση
και άλ­λα διη­γή­μα­τα»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Απρί­λιος 2015

Με το πέ­μπτο βι­βλίο, ο Φοί­βος Πιο­μπί­νος α­πο­τολ­μά   έ­να δεύ­τε­ρο πε­ζο­γρα­φι­κό εγ­χεί­ρη­μα. Αυ­τήν τη φο­ρά πρό­κει­ται για μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως συ­νέ­χεια του πρώ­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, που εί­χε εκ­δο­θεί το 1996. Εκεί­νο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σπου­δή θα­νά­του», τίτ­λος που το πρώ­το σκέ­λος του ε­μπε­ριέ­χει το στοι­χείο της δο­κι­μής προς βελ­τίω­ση των α­φη­γη­μα­τι­κών τρό­πων. Επι­προ­σθέ­τως, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί προ­σχέ­διο για κά­τι πιο σύν­θε­το και ε­κτε­νές. Κα­τά μία ά­πο­ψη, πι­θα­νώς μέ­σω του τίτ­λου, να υ­πο­δη­λώ­νε­ται μία φά­ση προ­ε­τοι­μα­σίας. Στο πρό­σφα­το, α­που­σιά­ζει η σε­λί­δα, α­ρι­στε­ρά της σε­λί­δας τίτ­λου, ό­που πα­ρα­τί­θε­νται με α­να­λυ­τι­κή ει­δο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά τα προ­η­γού­με­να βι­βλία του συγ­γρα­φέα, με α­πο­τέ­λε­σμα να πα­ρα­μέ­νει γρι­φώ­δης ο α­φη­γη­μα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ε­κεί­νης της πρώ­της «Σπου­δής θα­νά­του». Αντι­θέ­τως, ο τίτ­λος του πρό­σφα­του βι­βλίου προ­λαμ­βά­νει τις ό­ποιες ει­κα­σίες, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντας τα έ­ντε­κα συ­νο­λι­κά πε­ζά διη­γή­μα­τα. Σω­στό­τε­ρα, πρό­κει­ται, ως ε­πί το πλεί­στον, για ε­κτε­νή α­φη­γή­μα­τα, των ο­ποίων η έ­κτα­ση κυ­μαί­νε­ται α­πό πέ­ντε μέ­χρι και εί­κο­σι ε­πτά σε­λί­δες. Εκεί­νο πά­ντως, που, αυ­τήν τη φο­ρά, α­πο­κρύ­πτε­ται εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται και πά­λι για μία “σπου­δή θα­νά­του”, γραμ­μέ­νη σε πε­ρίο­δο συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας.
Ο Πιο­μπί­νος συ­νι­στά μία ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέα ευ­ρείας παι­δείας, εί­δος που τεί­νει να ε­κλεί­ψει. Αυ­τό εί­ναι έ­να στοι­χείο που δεν δια­κρί­νε­ται μέ­σα α­πό το βιο­γρα­φι­κό στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Αντι­θέ­τως, ε­κεί δί­νε­ται η ε­ντύ­πω­ση ε­νός συγ­γρα­φέα με σκευή και εν­δια­φέ­ρο­ντα θε­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Η γερ­μα­νι­κή γυ­μνα­σια­κή παι­δεία, οι πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές οι­κο­νο­μι­κών και η μα­κρό­χρο­νη τρα­πε­ζοϋπαλ­λη­λι­κή υ­πη­ρε­σία δεν συ­νά­δουν – φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον – με τα βι­βλία, που έ­χει κα­τά και­ρούς εκ­δώ­σει. Λί­γο πριν το ξε­κί­νη­μα του υ­παλ­λη­λι­κού στα­δίου του, εκ­δί­δει το «Έλλη­νες α­γιο­γρά­φοι μέ­χρι το 1821», ε­νώ, 25 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το «Στά­μος. Μία μαρ­τυ­ρία για τον ζω­γρά­φο».   Έρχε­ται έ­τσι να κα­λύ­ψει έ­να ευ­ρύ ει­κα­στι­κό φά­σμα, που ξε­κι­νά α­πό την με­τα­βυ­ζα­ντι­νή ζω­γρα­φι­κή και φθά­νει στον α­με­ρι­κα­νι­κό α­φαι­ρε­τι­κό εξ­πρε­σιο­νι­σμό.
Όσο α­φο­ρά τις με­τα­φρα­στι­κές του ε­να­σχο­λή­σεις, η α­να­φο­ρά στο βιο­γρα­φι­κό, ό­τι “με­τα­φρά­ζει γαλ­λι­κή, γερ­μα­νι­κή και ι­τα­λι­κή λο­γο­τε­χνία”, μέ­νει αό­ρι­στη και πι­στεύου­με πως δη­μιουρ­γεί λαν­θα­σμέ­νη ε­ντύ­πω­ση. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που έ­χουν πλη­θύ­νει ό­σοι με­τα­φρά­ζουν α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας γλώσ­σες και κα­τα­πιά­νο­νται με ποι­κί­λους συγ­γρα­φείς, συμ­μορ­φού­με­νοι με τις ε­πι­τα­γές των εκ­δο­τι­κών οί­κων, με τους ο­ποίους συ­νερ­γά­ζο­νται. Σι­γά-σι­γά ε­ξα­φα­νί­ζο­νται οι πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­φρα­στών α­φο­σιω­μέ­νων σε έ­ναν συγ­γρα­φέα ή, έ­στω, σε συγ­γρα­φείς κοι­νής αι­σθη­τι­κής. Ο Πιο­μπί­νος εί­ναι έ­νας α­πό τους με­τρη­μέ­νους με­τα­φρα­στές γαλ­λι­κής νου­βέ­λας και με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος με­τα­φρα­στής του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, οι αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις με­τα­φρά­σεων Μω­πασ­σάν δεν α­να­φέ­ρο­νται. Μία μο­να­δι­κή μνεία  συ­να­ντά­με στο ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα: “Όπως τα α­φη­γή­μα­τα του Γκυ ντε Μω­πασ­σάν δεν προέ­κυ­ψαν α­πό ε­πι­νό­η­ση της πλού­σιας φα­ντα­σίας του αλ­λά βα­σί­στη­καν σε πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, πράγ­μα που ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας δεν έ­πα­ψε πο­τέ να το­νί­ζει, πα­ρό­μοια κι ε­γώ ε­πι­θυ­μώ να διευ­κρι­νί­σω πως και στα δι­κά μου διη­γή­μα­τα, που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην πα­ρού­σα συλ­λο­γή, ό­λα τα ε­πι­μέ­ρους στοι­χεία τους έ­χουν αν­τλη­θεί μέ­σα α­πό τη ζωή και ε­πο­μέ­νως δεν α­πο­τε­λούν προϊό­ντα συγ­γρα­φι­κής ε­πι­νό­η­σης.” Μία πα­ρό­μοια ε­ξο­μο­λό­γη­ση συ­νι­στά μεν συγ­γρα­φι­κή ε­ντι­μό­τη­τα, αλ­λά, στις η­μέ­ρες μας, ξε­νί­ζει, αν δεν προ­δί­δει κιό­λας ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας  βρί­σκε­ται κά­τω α­πό τη βα­ριά σκιά του γάλ­λου διη­γη­μα­το­γρά­φου.
Όπως και να έ­χει, η ά­σκη­ση στη με­τά­φρα­ση δί­νει φτε­ρά στον διη­γη­μα­το­γρά­φο. Άλλω­στε, μία πα­ρό­μοια μα­θη­τεία πόρ­ρω α­πέ­χει α­πό την εκ­μά­θη­ση της διή­γη­σης στα τα­χύρ­ρυθ­μα σε­μι­νά­ρια των Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Εί­ναι προ­φα­νές πως, σή­με­ρα πια, ο Πιο­μπί­νος κα­τέ­χει την τέ­χνη τού πώς στή­νε­ται έ­να διή­γη­μα. Εί­τε πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα κλασ­σι­κού τύ­που εί­τε για μία κα­τά Μω­πασ­σάν “ι­στο­ριού­λα”, σύ­ντο­μη ή και ε­κτε­νή. Ιδιαί­τε­ρα στα διη­γή­μα­τα, που α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση νου­βέ­λας, προοι­κο­νο­μεί την α­φή­γη­ση – αν και σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις κα­θ’ υ­περ­βο­λή – ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία, με τις ε­πι­μέ­ρους ι­στο­ρίες να “χω­νεύο­νται” α­βία­στα στον α­φη­γη­μα­τι­κό ι­στό, υ­πο­βο­η­θώ­ντας την γρή­γο­ρη α­νέ­λι­ξη.
Βα­σι­κό στοι­χείο στο διή­γη­μα του Πιο­μπί­νου α­πο­βαί­νει ο α­φη­γη­τής, που πα­ρεμ­βαί­νει ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­πο­τε αυ­τή η πα­ρέμ­βα­ση ε­πε­κτεί­νε­ται, φθά­νο­ντας να προ­κα­τα­λαμ­βά­νει τον α­να­γνώ­στη. Μέ­σα, πά­ντως, α­πό την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή, σκι­τσά­ρο­νται τύ­ποι και πλά­θο­νται χα­ρα­κτή­ρες, προ­δια­θέ­το­ντας για το ποιόν τους και προ­δι­κά­ζο­ντας την κα­τά­λη­ξη. Στις μα­κριές προ­τά­σεις, με την ε­πι­δέ­ξια χρή­ση τής, κα­τά κα­νό­να, δυ­σκο­λο­χεί­ρι­στης ά­νω τε­λείας, ο α­φη­γη­τής εν­σω­μα­τώ­νει α­πό­ψεις και ε­κτι­μή­σεις μίας συ­γκε­κρι­μέ­νης θεώ­ρη­σης των πραγ­μά­των.
Χα­ρα­κτη­ρί­σα­με την πρό­σφα­τη συλ­λο­γή μία δεύ­τε­ρη “σπου­δή θα­νά­του”, κα­θώς ο μα­ρα­σμός και ο θά­να­τος, μα­ζί με τη δια­φο­ρο­ποίη­ση, έως και με­τάλ­λα­ξη, των κοι­νω­νι­κών η­θών, ε­πα­νέρ­χο­νται σε ό­λα τα α­φη­γή­μα­τα. Ακό­μη και ό­ταν δεν α­πο­τε­λούν το κυ­ρίως θέ­μα, συ­νι­στούν στα­θε­ρό μο­τί­βο. Ο τρό­πος που ο α­φη­γη­τής α­νι­στο­ρεί “τον βίο και την πο­λι­τεία” των η­ρώων – ε­νός ή και πε­ρισ­σό­τε­ρων σε κά­θε μία ι­στο­ρία – ε­ξαί­ρο­ντας τα πά­θη τους, πα­ρα­πέ­μπει σε α­φή­γη­ση συ­να­ξα­ρι­στή. Μό­νο που στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, πρό­κει­ται για συ­να­ξά­ρια σύγ­χρο­νων “α­γίω­ν” αλ­λά και “α­μαρ­τω­λώ­ν”. Συ­χνά, μά­λι­στα, αυ­τά των  δεύ­τε­ρων – υ­πό μία έν­νοια α­πό­βλη­των –  κα­τα­λή­γουν πλέ­ον συ­ναρ­πα­στι­κά. Πι­θα­νώς, για­τί ο α­φη­γη­τής δεν κρύ­βει πως “γέρ­νει” προς το μέ­ρος τους. Εκτός α­πό τις πε­ρι­πέ­τειες των κε­ντρι­κών χα­ρα­κτή­ρων, πα­ρα­θέ­τει εν συ­νό­ψει τους βίους των προ­σώ­πων που τους πε­ρι­βάλ­λουν, σε μία προ­σπά­θεια να χω­ρέ­σει ό­σο γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό έ­ναν κό­σμο που φεύ­γει: την Ελλά­δα του Με­σο­πο­λέ­μου μέ­χρι και των   τριών – τεσ­σά­ρων πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών.
Στο α­φη­γη­μα­τι­κό συ­να­ξά­ρι, ξε­χω­ρι­στή θέ­ση ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, την πρω­το­κα­θε­δρία, κα­τέ­χουν οι πρό­σφυ­γες α­πό την Μι­κρα­σία, που, στα α­στι­κά κέ­ντρα, Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη, α­να­μι­γνύο­νται, σε μία δύ­σκο­λη συμ­βίω­ση, με τους ε­σω­τε­ρι­κούς με­τα­νά­στες. Ένα δεύ­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του κα­τά Πιο­μπί­νου διη­γή­μα­τος α­πο­τε­λούν οι τίτ­λοι που ε­πι­λέ­γει. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι δεν στο­χεύει στους κρυ­πτι­κούς τίτ­λους με τις αμ­φί­ση­μες συν­δη­λώ­σεις, ού­τε σε ε­κεί­νους ποιη­τι­κής πνοής. Προ­τι­μά τίτ­λους, που, εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, α­πο­βαί­νουν, ό­μως, δη­λω­τι­κοί του θε­μα­τι­κού πυ­ρή­να. Με­τά την α­νά­γνω­ση των διη­γη­μά­των, γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή η χροιά ει­ρω­νείας, που λαν­θά­νει σε αυ­τήν την α­κρι­βο­λο­γία. Πα­ρά­δειγ­μα, ο τίτ­λος «Θε­ρι­νές δια­κο­πές» μίας ι­στο­ρίας συ­νε­πτυγ­μέ­νης σε διή­γη­μα α­λά Πόε. Το θέ­μα στο εν λό­γω διή­γη­μα εί­ναι οι “θε­ρι­νές δια­κο­πές” τριών γυ­ναι­κών, για τις ο­ποίες δια­κο­πές ε­λά­χι­στα μα­θαί­νου­με, α­φού δια­κό­πτο­νται πριν συ­μπλη­ρω­θεί το πρώ­το ει­κο­σι­τε­τράω­ρο. Φί­λες οι δυο, Αθη­ναίες, α­ντι­προ­σω­πεύουν τις τρέ­χου­σες κοι­νω­νι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές και νοο­τρο­πίες. Η τρί­τη, τυ­χαία γνω­ρι­μία των δυο πά­νω στο πλοίο, εί­ναι μία “ε­παρ­χιω­το­πού­λα”, α­πό φτω­χή, α­γρο­τι­κή οι­κο­γέ­νεια της ο­ρει­νής Κρή­της. Αυ­τή, χά­ρις στη στε­ρη­μέ­νη ζωή της, φαί­νε­ται να παίρ­νει θέ­ση στο “ει­κο­νο­στά­σι” του α­φη­γη­τή. Συ­νειρ­μό, που τον υ­πο­βάλ­λει ο συγ­γρα­φέ­ας με την τε­λευ­ταία σκη­νή του α­πρό­σμε­νου θα­νά­του της, ό­που α­να­κα­λεί τον ει­κο­νο­γρα­φι­κό α­να­γεν­νη­σια­κό τύ­πο της “πιε­τά”. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να α­δύ­να­μο ση­μείο σε αυ­τό το διή­γη­μα α­πο­τε­λεί η πε­ρι­γρα­φή του πλοίου και της α­να­χώ­ρη­σης α­πό τον Πει­ραιά για μι­κρό νη­σί των Δυ­τι­κών Κυ­κλά­δων. Δεί­χνει ως πε­ριτ­τός α­να­χρο­νι­σμός, κα­θώς πα­ρα­πέ­μπει σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές. Ίσως, αυ­τό να ο­φεί­λε­ται σε ί­χνος, που ά­φη­σε ε­κεί­νο το πρώ­το  “σχε­δία­σμα” του διη­γή­μα­τος, προ ει­κο­σα­ε­τίας. 
Η ει­κα­στι­κή μα­τιά του συγ­γρα­φέα προ­σθέ­τει και σε άλ­λα διη­γή­μα­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πι­νε­λιές. Για πα­ρά­δειγ­μα, στο κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα, με τον ε­πί­σης δη­λω­τι­κό τίτ­λο, «Η Μα­ντάμ Κε­τί», γύ­ρω α­πό “τον βίο και την πο­λι­τεία” δυο α­δελ­φών, γεν­νη­μέ­νων και με­γα­λω­μέ­νων στην “κο­σμο­πο­λί­τι­κη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη”, η μι­κρό­τε­ρη, που κα­τέ­λη­ξε η δια­ση­μό­τε­ρη “μα­ντά­μα” ο­λό­κλη­ρου του Λι­βά­νου, κά­θε βρά­δυ προ­σεύ­χε­ται σε ει­κό­να του “Εσταυ­ρω­μέ­νου”, α­ντί­γρα­φο πί­να­κα του προ­α­να­γεν­νη­σια­κού ι­τα­λού ζω­γρά­φου Τσι­μα­μπούε.
Οι “α­μαρ­τω­λοί” ή­ρωες το­νί­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω, κα­θώς, σε α­ντί­θε­ση με τους η­θι­κούς και φρό­νι­μους, ο­νο­μα­τί­ζουν με τα πα­ρω­νύ­μιά τους τα διη­γή­μα­τα. Η “μα­ντάμ Κε­τί”, ό­πως και η Παρ­θέ­να, που πή­ρε το ό­νο­μά της α­πό τον α­γιο­γρά­φο και ιε­ρο­μάρ­τυ­ρα Παρ­θέ­νιο αλ­λά ή­ταν γνω­στή με το πα­ρω­νύ­μιο η “Μά­να του Λό­χου”,  για­τί  βο­η­θού­σε α­φι­λο­κερ­δώς τη “φα­ντα­ρία” να ε­κτο­νώ­νε­ται, και τέ­λος, ο “Λά­κης απ’ το Χαϊδά­ρι”, που φα­ντά­ρος έ­ζη­σε το με­γά­λο έ­ρω­τα στις δια­τα­γές του διοι­κη­τή του στρα­το­πέ­δου, “τσα­τσά” στα ε­ξή­ντα του σε οί­κο α­νο­χής της πλα­τείας Βά­θης, εί­ναι οι τρεις αρ­τιό­τε­ρα πλα­σμέ­νοι χα­ρα­κτή­ρες. Έτσι, μά­λι­στα, ό­πως ο α­φη­γη­τής ε­ξι­στο­ρεί τα πά­θη τους, α­νυ­ψώ­νο­νται σε μάρ­τυ­ρες πα­λαιό­τε­ρων δύ­σκο­λων και­ρών. Συ­ντο­μό­τε­ρες εί­ναι οι α­φη­γή­σεις για τους “α­γίους” με τη βα­σα­νι­σμέ­νη ζωή. Εκεί­νους της πρώ­της γε­νιάς, ό­πως ο “μπάρ­μπα Προ­κό­πης”, που διαι­σθά­νε­ται το θά­να­το να έρ­χε­ται και σκη­νο­θε­τεί το «Ηλιο­βα­σί­λε­μα της ζωής» του στον Γα­λα­τά του Πό­ρου, ό­που ρί­ζω­σε φεύ­γο­ντας κυ­νη­γη­μέ­νος α­πό τα Βουρ­λά της Μι­κράς Ασίας. Αλλά και τους δεύ­τε­ρης γε­νιάς, κα­θώς ο Ανα­στά­σης, γιος πρό­σφυ­γα α­πό το Νέ­β-Σε­χίρ της Καπ­πα­δο­κίας, που, μέ­σα α­πό τη διή­γη­ση, δεί­χνει  να ε­πι­σπεύ­δει το θά­να­τό του. Για­τί σαν θεία τι­μω­ρία μοιά­ζει η α­να­κο­πή καρ­διάς, ό­ταν θέ­λη­σε να αλ­λά­ξει τους ρυθ­μούς της ζωής του, δί­νο­ντας α­ντι­πα­ρο­χή το “σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο πα­ρά­σπι­το”, κά­που στη δυ­τι­κή πε­ρι­φέ­ρεια της Θεσ­σα­λο­νί­κης για να κα­τοι­κή­σει κι αυ­τός «Στο και­νού­ριο δια­μέ­ρι­σμα». Άλλος έ­νας ει­ρω­νι­κός τίτ­λος, α­φού μό­νο με­ρι­κές ώ­ρες πέ­ρα­σε στο τεσ­σά­ρι του πέ­μπτου ο­ρό­φου. Σε αυ­τούς θα μπο­ρού­σε να στοι­χη­θεί και ο κυρ Βα­σί­λης, ε­σω­τε­ρι­κός με­τα­νά­στης α­πό την ο­ρει­νή Αρκα­δία, που βρή­κε μια “με­γα­λο­κο­πέ­λα”  –“τσο­πά­να” α­πό τα μέ­ρη του – για να του στα­θεί στα γε­ρά­μα­τα, αλ­λά, κα­τά τρα­γι­κή ει­ρω­νεία, έ­λα­χε σε αυ­τόν η «Γη­ρο­κό­μη­σή» της. Κα­τά τον ειρ­μό της διή­γη­σης, και ε­δώ, εί­ναι η αλ­λα­γή του ρυθ­μού της ζωής, που έ­φε­ρε το “βα­ρύ ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο”.
Οι βίοι “α­γίω­ν” και “α­μαρ­τω­λών” χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό ευ­ρη­μα­τι­κή πλο­κή, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, α­ντα­να­κλούν ε­πο­χές, α­να­σταί­νο­ντας αν­θρώ­πους και τό­πους. Σε δει­νό το­πιο­γρά­φο α­να­δει­κνύε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας, μό­νο που κά­πο­τε οι α­φη­γη­μα­τι­κοί χρω­μα­τι­σμοί γί­νο­νται πο­λύ έ­ντο­νοι. Κα­τ’ α­ντι­στοι­χία, σε ο­ρι­σμέ­να τμή­μα­τα διη­γη­μά­των, ο­δεύο­ντας προς το τέ­λος, τα αι­σθή­μα­τα α­πο­δί­δο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο δρα­μα­τι­κά του α­να­γκαίου. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, το διή­γη­μα «Η α­νε­πι­θύ­μη­τη», ό­που το “ψα­χνό” της ι­στο­ρίας το­πο­θε­τεί­ται στη δε­κα­ε­τία του ’40, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, στο κα­τα­λη­κτι­κό κομ­μά­τι, που εί­ναι σε πα­ρό­ντα χρό­νο, η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, με τον α­φη­γη­τή να σχο­λιά­ζει, υ­περ­βάλ­λο­ντας σε ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, το α­δι­κεί. Κα­τά τα άλ­λα, το α­φη­γη­μα­τι­κό σχή­μα, που δο­κι­μά­ζει σε αυ­τό το διή­γη­μα, ό­πως και στα συ­ντο­μό­τε­ρα, «Μα­ταιω­μέ­να γε­νέ­θλια» και  «Η φω­το­γρα­φία», α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας δυο χρό­νους, σε α­πό­στα­ση μίας γε­νιάς, δύ­σκο­λο να στη­θεί α­φη­γη­μα­τι­κά χω­ρίς να δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση του ζο­ρι­σμέ­νου, στην πε­ρί­πτω­ση των εν λό­γω διη­γη­μά­των α­πο­βαί­νει λει­τουρ­γι­κό.
Ο Πιο­μπί­νος δεν α­κο­λου­θεί μό­δες. Το διή­γη­μα «Η φω­το­γρα­φία» εί­χε “σχε­δια­στεί”, και αυ­τό, προ ει­κο­σα­ε­τίας.  Σή­με­ρα, οι πά­ντες, α­πό πο­λι­τι­κούς μέ­χρι τη­λε­στά­ρ, και α­πό  ει­κα­στι­κούς μέ­χρι συγ­γρα­φείς, δη­μο­σιεύουν πε­ρι­γρα­φές φω­το­γρα­φιών, ό­που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πο­πει­ρώ­νται να στή­σουν μυ­θο­ποιη­τι­κή διή­γη­ση. Ο α­φη­γη­τής του Πιο­μπί­νου το κα­τορ­θώ­νει στοι­χί­ζο­ντας δυο φω­το­γρα­φίες, μία πα­λαιό­τε­ρη τρα­βηγ­μέ­νη πριν την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή  στο Αϊβα­λί και μία δεύ­τε­ρη, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’50 στην Κοκ­κι­νιά. Ου­σια­στι­κά, το διή­γη­μα α­πο­βαί­νει σπου­δή προώ­ρως θα­νό­ντων.
Μέ­νει το πρώ­το διή­γη­μα, που α­πο­τε­λεί σί­γου­ρα το πιο φι­λό­δο­ξο μορ­φι­κά βή­μα στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πιο­μπί­νου, χω­ρίς, ω­στό­σο, οι δυο κύ­ριοι χα­ρα­κτή­ρες να α­πέ­χουν α­πό τους υ­πό­λοι­πους της συλ­λο­γής. Ο τίτ­λος του, ο ο­ποίος υιο­θε­τεί­ται και ως τίτ­λος της συλ­λο­γής, πα­ρα­πέ­μπει   στην πιο σύγ­χρο­νη ει­κα­στι­κή έκ­φαν­ση, αυ­τή των ει­κα­στι­κών δρώ­με­νων. Ακρι­βέ­στε­ρα, α­να­φέ­ρε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νη  ει­κα­στι­κή ε­γκα­τά­στα­ση, ό­που ο εκ­θε­σια­κός χώ­ρος α­πο­τε­λεί μέ­ρος του σκη­νο­γρα­φι­κού πλαι­σίου στο διή­γη­μα, ε­νώ το φι­νά­λε πα­ρου­σιά­ζε­ται ως προέ­κτα­ση της ί­διας της έκ­θε­σης. Διό­λου α­πί­θα­νο να α­πο­τε­λεί προάγ­γε­λο του ε­πό­με­νου  διη­γη­μα­τι­κού βη­μα­τι­σμού του Πιο­μπί­νου. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/9/2015.
Λεζάντα φωτογραφίας: Εσταυ­ρω­μέ­νος του Τσι­μα­μπούε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: