Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Άλλος ένας Σαίξπηρ

Frank Kermode
«Όλος ο κό­σμος μια σκη­νή.
Η ε­πο­χή του Σαίξ­πηρ»
Με­τά­φρα­ση Λή­δα Φι­λιπ­πο­πού­λου
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Φε­βρουά­ριος 2011

Πο­λύς Σαίξ­πηρ προέ­κυ­ψε τον τε­λευ­ταίο και­ρό. Όπως φαί­νε­ται, ο Σαίξ­πηρ ε­ξα­κο­λου­θεί να εν­δια­φέ­ρει, μπο­ρεί και να συ­γκι­νεί, πα­ρά τη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση κο­ντά τεσ­σά­ρων αιώ­νων. Το 2014, θα ε­ορ­τά­ζο­νται τα 450 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, στις 23 Απρι­λίου 1564, και δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 2016, τα 400 α­πό το θά­να­τό του, στις 23 Απρι­λίου 1616. Πο­λύς Σαίξ­πη­ρ, λοι­πόν, τό­σο στο θέ­α­τρο, ό­σο και στο χώ­ρο του βι­βλίου. Στο θέ­α­τρο α­νε­βαί­νουν σαιξ­πη­ρι­κές πα­ρα­στά­σεις για ό­λα τα γού­στα. Κλα­σι­κές, ό­πως θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν «Το η­μέ­ρω­μα της στρίγ­γλας» α­πό το Κ.Θ.Β.Ε., με­τα­μο­ντέρ­νες, ό­πως το κο­λάζ σαιξ­πη­ρι­κών έρ­γων αγ­γλι­κής ε­μπνεύ­σεως «Ολό­κλη­ρος ο Σαίξ­πηρ σε μια πα­ρά­στα­ση», αλ­λά και υ­περ­πα­ρα­γω­γές, κα­τα­πώς α­πο­κα­λούν τον «Οθέλ­λο» των Κι­μού­λη-Μαρ­κου­λά­κη, που πρω­τα­γω­νι­στούν στους ρό­λους Οθέλ­λου-Ιά­γου, έ­χο­ντας δί­πλα τους ως Δυσ­δαι­μό­να την τη­λε­ο­πτι­κή σταρ Σμα­ρά­γδα Κα­ρύ­δη. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι το δί­δυ­μο των πρω­τα­γω­νι­στών α­να­λαμ­βά­νει α­πό κοι­νού με­τά­φρα­ση και σκη­νο­θε­σία. Φαί­νε­ται ό­τι έ­κρι­ναν α­νε­παρ­κείς ή και α­κα­τάλ­λη­λες τις με­τα­φρά­σεις των ποιη­τών Ερρί­κου Μπε­λιέ ή Διο­νύ­ση Κα­ψά­λη. Πό­σω μάλ­λον, τις πα­λαιό­τε­ρες Κώ­στα Καρ­θαίου και Βα­σί­λη Ρώ­τα.
Πε­ρισ­σό­τε­ρο, πά­ντως, εκ­πλήσ­σει η με­τά­φρα­ση βι­βλίων γύ­ρω α­πό τον Σαίξ­πηρ. Εκτός α­πό έ­να χα­ρι­τω­μέ­νο η­με­ρο­λό­γιο για το 2011 με σαιξ­πη­ρι­κές ρή­σεις και τίτ­λο, «Σαίξ­πη­ρ, το βή­μα του χρό­νου», κυ­κλο­φό­ρη­σαν και του­λά­χι­στον δυο με­τα­φρά­σεις σχε­τι­κά πρό­σφα­των αγ­γλι­κών βι­βλίων. Τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο εκ­δό­θη­κε η βιο­γρα­φία Σαίξ­πηρ α­πό τον Πή­τερ Ακρόϋντ, την ο­ποία εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει, και δύο μή­νες αρ­γό­τε­ρα, τον Φε­βρουά­ριο, η με­λέ­τη του Φρανκ Κέρ­μο­ντ. Το πρώ­το βι­βλίο εί­χε εκ­δο­θεί στο πρω­τό­τυ­πο το 2005 και το δεύ­τε­ρο, έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα. Πα­ρό­τι τα δυο βι­βλία έ­χουν ε­πι­κα­λύ­ψεις, πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­φέ­ρουν πα­ρά συμ­φω­νούν. Άλλω­στε, το ο­ποιο­δή­πο­τε βι­βλίο α­φο­ρά μεν έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα, αλ­λά ε­κεί­νο που πι­στά κα­θρε­φτί­ζει εί­ναι το ποιόν του συγ­γρα­φέα του. Από το ύ­φος του μέ­χρι το γνω­στι­κό του πε­δίο, αλ­λά και ε­κεί­νο το δυσ­προσ­διό­ρι­στο στοι­χείο, που α­πο­κα­λού­με, μάλ­λον α­σα­φώς, εμ­μο­νές. Ύστε­ρα, πρό­κει­ται μεν για δυο Άγγλους, κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, για δύο τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κούς συγ­γρα­φείς. Επαρ­χιώ­της ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό τη Νή­σο του Μαν, Λον­δρέ­ζος ο νεό­τε­ρος, με ση­μα­ντι­κή η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση, που φθά­νει το εύ­ρος μιας α­κέ­ραιας γε­νιάς. Το 1919 γεν­νή­θη­κε ο Κέρ­μο­ντ, το 1949 ο Ακρόϋντ. Στη δια­φο­ρά η­λι­κίας έρ­χε­ται να προ­στε­θεί το χά­σμα, που υ­πάρ­χει στις συγ­γρα­φι­κές τους ε­να­σχο­λή­σεις. Θεω­ρη­τι­κός και κρι­τι­κός της λο­γο­τε­χνίας ο πρε­σβύ­τε­ρος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ει­δι­κευ­μέ­νος στις βιο­γρα­φίες, ο νεό­τε­ρος. Επι­προ­σθέ­τως, δια­φέ­ρουν ως προς το ύ­φος. Στον Κέρ­μο­ντ βρί­σκου­με το γνω­στό βρε­τα­νι­κό χιού­μο­ρ, που κα­τα­λή­γει συ­χνά σε δει­κτι­κή ει­ρω­νεία, ε­νώ ο Ακρόϋντ φαί­νε­ται μάλ­λον να στε­ρεί­ται αυ­τού του βρε­τα­νι­κού χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού. Τέ­λος, μια πρό­σθε­τη δια­φο­ρά, ό­σο α­φο­ρά τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη, εί­ναι ό­τι ο μεν Ακρόϋντ πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­νας δη­μο­φι­λής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος με έ­ντε­κα βι­βλία του με­τα­φρα­σμέ­να μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, ε­νώ ο Κέρ­μο­ντ ως έ­νας πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος. Αν δεν σφάλ­λου­με, το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο του για τον Σαίξ­πηρ θα πρέ­πει να εί­ναι το πρώ­το που με­τα­φρά­ζε­ται. Γι’ αυ­τό και α­ξί­ζει πρό­σθε­τος έ­παι­νος στους υ­πεύ­θυ­νους του Μ.Ι.Ε.Τ, που το ε­πέ­λε­ξαν. Ακό­μη και ο θά­να­τος του Κέρ­μο­ντ, στις 17 Αυ­γού­στου 2010, πέ­ρα­σε στα ψι­λά. Κι αυ­τή η ε­λά­χι­στη μνεία ο­φει­λό­ταν σε ο­ρι­σμέ­νους πο­λι­τι­στι­κούς συ­ντά­κτες με σχε­τι­κή κα­τα­τό­πι­ση.
Όσο α­φο­ρά την ε­να­σχό­λη­ση των δυο Άγγλων συγ­γρα­φέων με τον Σαίξ­πη­ρ, έ­φθα­σαν σε αυ­τόν α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους και σε δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρίο­δο της ζωής τους. Όπως έ­χου­με ή­δη γρά­ψει, το πά­θος του Ακρόϋντ εί­ναι η πό­λη του, το Λον­δί­νο, και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους βιο­γρά­φη­σε, εί­τε εί­ναι Λον­δρέ­ζοι εί­τε έ­ζη­σαν στην πό­λη για τό­σο με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα ώ­στε να λο­γα­ριά­ζο­νται α­νά­με­σα στους συγ­γρα­φείς της. Πρώ­τα ε­ξέ­δω­σε τη βιο­γρα­φία του ί­διου του Λον­δί­νου και με­τά, του Σαίξ­πηρ. Αυ­τή η εμ­μο­νή του Ακρόϋντ εί­ναι εμ­φα­νής στη βιο­γρα­φία, ό­που δί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη έμ­φα­ση στον τό­πο πα­ρά στο πρό­σω­πο. Ακό­μη και η ε­πο­χή σκια­γρα­φεί­ται μέ­σα α­πό την ει­κό­να του Λον­δί­νου κα­τά το γύ­ρι­σμα του 16ου προς τον 17ο αιώ­να. Σε α­ντί­θε­ση με το βι­βλίο του Κέρ­μο­ντ, που α­φιε­ρώ­νει δυο α­πό τα εν­νέα κε­φά­λαια για το ι­στο­ρι­κό βά­θος πε­δίου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό την θρη­σκευ­τι­κή Με­ταρ­ρύθ­μι­ση και τον Οί­κο των Τυ­δόρ για να κα­τα­λή­ξει στην Αγγλία της Ελι­σά­βετ.
Το βα­σι­κό­τε­ρο στοι­χείο δια­φο­ρο­ποίη­σής τους εί­ναι ό­τι για τον Κέρ­μο­ντ ο Σαίξ­πηρ συ­νι­στά έ­να α­πό τα πρώ­τα ε­πι­στη­μο­νι­κά του εν­δια­φέ­ρο­ντα, ε­ντασ­σό­με­νο στην πρώι­μη φά­ση της πα­νε­πι­στη­μια­κής του στα­διο­δρο­μίας. Ήδη, στη δε­κα­ε­τία του ’60, εκ­δί­δει τέσ­σε­ρα βι­βλία γύ­ρω α­πό το σαιξ­πη­ρι­κό έρ­γο. Το θεω­ρού­με­νο ως έ­να α­πό τα θε­με­λιώ­δη συγ­γράμ­μα­τά του, «Η γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ», που ε­ξέ­δω­σε το 2000, δεί­χνει ό­τι ο Σαίξ­πηρ α­πο­τέ­λε­σε διά βίου ε­ρευ­νη­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο βιο­γρα­φι­κό του συγ­γρα­φέα, που πα­ρα­τί­θε­ται στα “αυ­τά­κια” του βι­βλίου, α­να­φέ­ρε­ται πως το 2002, με­τά το «Η γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ», εκ­δό­θη­κε το «Life after theory». Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, αυ­τό το δεύ­τε­ρο δεν εί­ναι βι­βλίο του Κέρ­μο­ντ αλ­λά μια συ­να­γω­γή συ­νε­ντεύ­ξεων, με θέ­μα το τέ­λος του θεω­ρη­τι­κού λό­γου κα­τά α­ντι­στοι­χία προς το τέ­λος του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού. Σε αυ­τό δη­μο­σιεύο­νται τέσ­σε­ρις συ­νε­ντεύ­ξεις, με­τα­ξύ των ο­ποίων και ε­κεί­νη του Κέρ­μο­ντ, δί­πλα στη συ­νέ­ντευ­ξη του γνω­στό­τε­ρου στα κα­θ’ η­μάς Ζακ Ντερ­ρι­ντά.
Στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση, ο τίτ­λος του πρω­τό­τυ­που έ­γι­νε πλα­γιό­τιτ­λος, ε­νώ ως τίτ­λος ε­πι­λέ­χτη­κε μια σαιξ­πη­ρι­κή φρά­ση. Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το βι­βλίο ευ­τυ­χεί με­τα­φρα­στι­κά. Μά­λι­στα, σε α­ντί­θε­ση με το προ­η­γού­με­νο, για την α­πό­δο­ση στα ελ­λη­νι­κά των α­πο­σπα­σμά­των α­πό τα θε­α­τρι­κά έρ­γα του Σαίξ­πηρ ε­πι­στρα­τεύ­θη­καν, πλην της με­τά­φρα­σης του Ρώ­τα, και άλ­λες νεό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις. Στο προ­η­γού­με­νο βι­βλίο κά­να­με την πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­τι θα χρειά­ζο­νταν πε­ρισ­σό­τε­ρες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις ι­στο­ρι­κής φύ­σεως. Το ί­διο πι­στεύου­με ό­τι ι­σχύει και για τη με­λέ­τη του Κέρ­μο­ντ, ό­που θα μπο­ρού­σαν να διορ­θω­θούν και κά­ποιες α­βλε­ψίες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Ιά­κω­βος Β΄, ο α­πο­κα­λού­με­νος και δού­κας της Υόρ­κης, που στά­θη­κε και ο τε­λευ­ταίος ρω­μαιο­κα­θο­λι­κός βα­σι­λιάς της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας ή­ταν δευ­τε­ρο­γε­νής υιός του Κα­ρό­λου Α΄ και ό­χι α­νι­ψιός του.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­πως προ­δια­θέ­τει και ο τίτ­λος, αυ­τό το βι­βλίο για τον Σαίξ­πηρ δί­νει λι­γό­τε­ρα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία α­πό ε­κεί­νο του Ακρόϋντ, το ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται βιο­γρα­φία. Ο Κέρ­μο­ντ, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του πρώ­του κε­φα­λαίου, που α­πο­τε­λεί και τον τίτ­λο ο­λό­κλη­ρου του βι­βλίου, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην ε­πο­χή του Σαίξ­πηρ και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στη μορ­φή του ε­λι­σα­βε­τια­νού θεά­τρου. Πα­ρου­σιά­ζει θιά­σους και θέ­α­τρα, α­πό τον θία­σο του Λόρ­δου Αρχι­θα­λα­μη­πό­λου και το θέ­α­τρο Σφαί­ρα μέ­χρι το κλει­στό θέ­α­τρο του Μπλακ­φράϊα­ρς. Ο κύ­ριος κορ­μός του βι­βλίου του εί­ναι τα σαιξ­πη­ρι­κά έρ­γα. Μέ­σα α­πό την α­νά­λυ­ση των έρ­γων δεί­χνει πό­σο άλ­λα­ξε η γρα­φή του Σαίξ­πηρ με την αλ­λα­γή του θε­α­τρι­κού χώ­ρου. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα κε­φά­λαια για “τον πρώι­μο Σαίξ­πη­ρ” και “τα θε­α­τρι­κά έρ­γα στη Σφαί­ρα”. Από το «Όπως α­γα­πά­τε», που ει­κά­ζε­ται ό­τι εί­ναι το πρώ­το έρ­γο το ο­ποίο α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο Σφαί­ρα, μέ­χρι τον «Κο­ριο­λά­νο», την τε­λευ­ταία α­πό τις τρα­γω­δίες που α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο Μπλακ­φράϊα­ρς. Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, εμ­φα­νί­ζε­ται ο εμ­βρι­θής με­λε­τη­τής του Σαίξ­πηρ και ταυ­τό­χρο­να, ο αυ­στη­ρός κρι­τι­κός α­πέ­να­ντι στους άλ­λους με­λε­τη­τές του Σαίξ­πηρ. Ερμη­νεύει τους χα­ρα­κτή­ρες, συ­γκρί­νει ή­ρωες δια­φο­ρε­τι­κών έρ­γων, α­πο­κω­δι­κο­ποιεί τους συμ­βο­λι­σμούς, και βε­βαίως, ε­πι­μέ­νει στη γλώσ­σα του Σαίξ­πηρ. Για πα­ρά­δειγ­μα, στον «Κο­ριο­λά­νο», ε­πι­ση­μαί­νει την εμ­μο­νή του Σαίξ­πηρ στη λέ­ξη “ό­νο­μα” και την καί­ρια θέ­ση που αυ­τή κα­τέ­χει στη γλώσ­σα του, με τις πα­ραλ­λα­γές της και τις δια­φο­ρε­τι­κές συν­δη­λώ­σεις της. Ακό­μη, δεί­χνει την μέ­ρι­μνα του Σαίξ­πηρ να δέ­σει θέ­μα­τα και χα­ρα­κτή­ρες, α­φε­νός μεν με την ε­πι­και­ρό­τη­τα του και­ρού του, α­φε­τέ­ρου με την Ιστο­ρία. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη ε­πα­νέρ­χε­ται στα δά­νεια του Σαίξ­πηρ α­πό την κλα­σι­κή ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Ο Κέρ­μο­ντ εί­ναι σύ­ντο­μος στις πε­ρι­γρα­φές, ε­νώ, στις πα­ρα­τη­ρή­σεις του, α­πο­βαί­νει συ­χνά δη­κτι­κός αλ­λά και καί­ριος.
Το βι­βλίο του δεν τε­λειώ­νει, ως εί­θι­σται, με το θά­να­το του Σαίξ­πη­ρ, τη δια­θή­κη του και την με­τέ­πει­τα τύ­χη του, αλ­λά με μια μα­κριά α­νά­λυ­ση του τε­λευ­ταίου θε­α­τρι­κού έρ­γου, που α­πο­δί­δε­ται πλή­ρως ή κα­τά μέ­γα μέ­ρος σε ε­κεί­νον, την «Τρι­κυ­μία». Ο Κέρ­μο­ντ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να “βι­βλιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα”, ό­που δί­νει ως βοή­θη­μα του α­να­γνώ­στη έ­ναν κα­τά­λο­γο με κα­τα­το­πι­στι­κά έρ­γα. Το ση­μείω­μα δεί­χνει πό­σο ε­νη­με­ρω­μέ­νος πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι τέ­λους γύ­ρω α­πό το θέ­μα Σαίξ­πηρ. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι πρό­κει­ται για βι­βλία, που δεν έ­χουν με­τα­φρα­στεί, ί­σως να χρεια­ζό­ταν έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλιο­γρα­φι­κό ση­μείω­μα της με­τα­φρά­στριας, με δυο-τρία κα­τα­το­πι­στι­κά βι­βλία για τον έλ­λη­να α­να­γνώ­στη. Βέ­βαια, δεν μπο­ρεί να γί­νει γε­νι­κό­τε­ρος λό­γος για σαιξ­πη­ρι­κή βι­βλιο­γρα­φία και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο για πα­ρα­στα­σιο­γρα­φία στα ελ­λη­νι­κά. Αυ­τά, α­κό­μη και ως σχό­λια, φα­ντά­ζουν εν Ελλά­δι πο­λυ­τέ­λειες. Πο­λυ­τέ­λειες για αρ­γό­σχο­λους ή για κλι­νι­κά μο­νο­μα­νείς.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα: Ο Λώρενς Ολιβιέ στο ρόλο του Ιάγου από παράσταση του «Οθέλλου», που δόθηκε στο Ολντ Βικ Θέατρο του Λονδίνου, το 1938.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/6/2011.

4 σχόλια:

Astradene είπε...

πολυτέλειες...έχεις δίκιο

Dionisis K είπε...

Καλησπέρα, σας ενημερώνω για τη δημιουργία ενός νέου ιστολογίου για την ελληνική λογοτεχνία

http://bibliokritika.blogspot.com/

Ευχαριστώ

irinivergopoulou είπε...

Πάντα με πολλή επιμέλεια γραμμένα τα κείμενά σου Μάρη, χαιρετώ ;-)))

Antzela είπε...

Tyxainai na to exo diavasei to vivlio... Poly wraio kai poli kalogrameni metafrasi