Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Άλλοτε και τώρα

Νί­κη Τρουλ­λι­νού
«Το τε­λευ­ταίο κα­λο­καί­ρι
της α­θωό­τη­τας»
Εκδό­σεις Εστίας
Μάρ­τιος 2014

Η Νί­κη Τρουλ­λι­νού έ­χει ή­δη συ­μπλη­ρώ­σει εί­κο­σι συ­να­πτά έ­τη συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, κα­θώς το πρώ­το βι­βλίο της εκ­δό­θη­κε το 1995 αλ­λά πε­ριεί­χε πε­ζά ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Τον Μάρ­τιο του 2007, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε μία δια­φο­ρε­τι­κή ει­κο­σα­ε­τία, ε­κεί­νη της μά­χι­μης δι­κη­γο­ρίας, και το γρά­ψι­μο α­να­βαθ­μι­ζό­ταν γι’ αυ­τήν α­πό ε­ρα­σι­τε­χνι­κή σε κύ­ρια ε­να­σχό­λη­ση, δή­λω­νε σε συ­νέ­ντευ­ξή της ό­τι “α­γα­πά το διή­γη­μα”. Πρό­σθε­τε, μά­λι­στα, πως νο­μί­ζει ό­τι ται­ριά­ζει στον χα­ρα­κτή­ρα της, το­νί­ζο­ντας, “Εί­ναι τα μι­κρά πράγ­μα­τα που προ­τι­μώ”. Κι ό­μως, πα­ρ’ ελ­πί­δα, το ε­πό­με­νο βι­βλίο, που εκ­δό­θη­κε Ια­νουά­ριο 2009, ή­ταν μυ­θι­στό­ρη­μα. Με αυ­τό φαί­νε­ται πως ά­νοι­ξαν οι πόρ­τες του με­γά­λου εκ­δο­τι­κού οί­κου, που “δύ­σκο­λα εκ­δί­δει διη­γή­μα­τα”, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σε στην προ­α­να­φερ­θεί­σα συ­νέ­ντευ­ξη. Οπό­τε, βρέ­θη­κε κι αυ­τή, έ­στω και λί­γο κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, “στον α­στε­ρι­σμό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος”, που τό­τε πί­στευε και ορ­θά ό­τι ζού­σα­με. Αν ως κρι­τή­ριο λη­φθεί η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή, αυ­τή η πρώ­τη με­τα­πή­δη­ση α­πό το διή­γη­μα στο μυ­θι­στό­ρη­μα θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ε­πι­τυ­χη­μέ­νη. 
Ωστό­σο, πα­ρό­τι το ε­πό­με­νο βι­βλίο της, με τα τρέ­χο­ντα στά­ντα­ρ, σχε­τι­κά αρ­γεί, εκ­δί­δε­ται ε­φέ­τος, δη­λα­δή με­τά πέ­ντε έ­τη, χρο­νι­κή α­πό­στα­ση που προοιω­νί­ζε­ται μυ­θι­στό­ρη­μα, αυ­τό εί­ναι συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Όπου, και πά­λι αλ­λά­ζει ο εκ­δό­της. Αυ­τήν τη φο­ρά, η  υ­πο­δο­χή υ­περ­βαί­νει σε θέρ­μη ό­λες τις προ­η­γού­με­νες, ε­κεί­νης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης. Μέ­χρι που εκ­φρά­στη­κε η ά­πο­ψη ό­τι πρό­κει­ται για μα­κράν το κα­λύ­τε­ρο βι­βλίο της, ε­νώ η ί­δια α­να­φέ­ρε­ται πλέ­ον με­τα­ξύ των α­να­γνω­ρι­σμέ­νων μα­στό­ρων του εί­δους διή­γη­μα, διεκ­δι­κώ­ντας σχε­δόν τη μο­νο­κρα­το­ρία της θή­λειας μα­στό­ρισ­σας. Νεό­κο­πη κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας, μά­λι­στα, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει τη συλ­λο­γή στις λι­γο­στές που “α­να­νεώ­νουν την ε­μπι­στο­σύ­νη μας στο εί­δος του διη­γή­μα­τος”. Βε­βαίως, στον και­ρό της κρί­σης, το κέ­λευ­σμα του “positive thinking” και ως έ­ξω­θεν ερ­χό­με­νο, βρί­σκει με­γά­λη α­πή­χη­ση, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για συγ­γρα­φείς που έ­χουν ε­παι­νε­θεί στο πα­ρελ­θόν, ο­πό­τε ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής που ε­πεί­γε­ται δια­βά­ζει τις κρι­τι­κές α­ντί του έρ­γου. Ωστό­σο, κα­τά μία άλ­λη α­νά­γνω­ση, η ε­πι­στρο­φή της Τρουλ­λι­νού στο διή­γη­μα, ό­πως ε­πι­γρά­φει τα πε­ζά της, προ­βλη­μα­τί­ζει. Κα­τ’ αρ­χήν, μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για ε­πι­στρο­φή αλ­λά πε­ρί α­γρα­νά­παυ­σης, εν α­να­μο­νή α­νά­κτη­σης της γο­νι­μο­ποιού δύ­να­μης, που α­παι­τεί έ­νας μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός διά­πλους. Άλλω­στε, α­πό τα συ­νο­λι­κά 21 πε­ζά, τα εν­νέα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί ε­ντός της εν­διά­με­σης πε­ντα­ε­τίας, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την ε­πο­μέ­νη της έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εί­ναι κι αυ­τός έ­νας τρό­πος να δια­τη­ρεί κά­ποιος συγ­γρα­φέ­ας την α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά του. 
Κυ­ρίως, ό­μως, προ­βλη­μα­τί­ζει το κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για διη­γή­μα­τα, ό­πως ή­ταν τα προ­η­γού­με­να δι­κά της πε­ζά, και ό­χι για ι­στο­ρίες, α­πό αυ­τές που βγαί­νουν στα α­πό­νε­ρα ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Οπό­τε α­να­φύε­ται και το γε­νι­κό­τε­ρο ε­ρώ­τη­μα, αν εί­ναι δυ­να­τόν έ­νας συγ­γρα­φέ­ας να πα­λιν­δρο­μεί α­νά­με­σα στις δυο φόρ­μες. Με το πρό­σφα­το βι­βλίο της, η Τρουλ­λι­νού α­ριθ­μεί 50 διη­γή­μα­τα και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα 29 προ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοι­ρα­σμέ­να σε τρεις συλ­λο­γές, τα 21 με­τά, σε μία συλ­λο­γή. Θα δια­κιν­δυ­νεύα­με την ά­πο­ψη πως πρό­κει­ται για ι­στο­ρίες. Μά­λι­στα, θα προ­χω­ρού­σα­με στην υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας ό­τι αυ­τό εί­ναι ε­πα­κό­λου­θο της συγ­γρα­φής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Με άλ­λα λό­για, δια­τει­νό­μα­στε, ό­τι ά­παξ και κά­ποιος εν­δώ­σει στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, η ε­πι­στρο­φή στο διή­γη­μα εί­ναι δύ­σκο­λη.
Η Τρουλ­λι­νού, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με με α­φορ­μή την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, εί­χε δεί­ξει ό­τι δια­θέ­τει αί­σθη­μα α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας διη­γη­μα­το­γρά­φου. Το κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ή­ταν ο βρα­χύς λό­γος, που δη­μιουρ­γεί α­τμό­σφαι­ρα και με­τα­κε­νώ­νει αι­σθή­μα­τα, έ­τσι ό­πως πυ­κνώ­νει τις πε­ρι­γρα­φές με το ρή­μα ή το ου­σια­στι­κό στα νοού­με­να, ή γέρ­νει προς τη με­τα­φο­ρι­κή ση­μα­σία των λέ­ξεων, α­φή­νο­ντας τε­λι­κά αί­σθη­ση έλ­λει­ψης. Με το μυ­θι­στό­ρη­μα πέ­ρα­σε σε έ­να λό­γο α­να­λυ­τι­κό. Η χρή­ση πα­ρό­μοιου λό­γου, που εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρα στον κοι­νό τρό­πο δια­τύ­πω­σης, κα­τά κα­νό­να πα­γιώ­νε­ται και ως ευ­χε­ρέ­στε­ρη. Εξ ου, και οι α­πώ­λειες σε διη­γη­μα­το­γρά­φους, ε­φό­σον εν­δώ­σουν στις σει­ρή­νες της α­γο­ράς. Στη συ­νέ­χεια, μπο­ρεί να γρά­φουν σύ­ντο­μα πε­ζά, αλ­λά αυ­τά εί­ναι “short stories”, που δια­φέ­ρουν α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα μό­νο ως προς την έ­κτα­ση. 
Στα πρό­σφα­τα πε­ζά της Τρουλ­λι­νού, οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι εί­ναι μεν δια­φο­ρε­τι­κοί, αλ­λά δεί­χνουν δου­λε­μέ­νοι. Με το κα­τάλ­λη­λο μο­ντά­ρι­σμα των ε­πι­μέ­ρους σκη­νών, α­πο­φεύ­γο­νται πλα­τεια­σμοί και συ­γκι­νη­σια­κά κρε­τσέ­ντα. Αυ­τή η συρ­ρα­φή, που ε­πι­τρέ­πει χρο­νι­κά πη­δή­μα­τα, δί­νει αί­σθη­ση πύ­κνω­σης, δια­φο­ρε­τι­κού, ό­μως, τύ­που α­πό ε­κεί­νη του διη­γή­μα­τος. Εδώ, πρό­κει­ται μάλ­λον για ε­πι­νοή­μα­τα μο­ντερ­νί­στι­κης μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας. Ένα πα­ρά­δειγ­μα ε­πι­τυ­χη­μέ­νου μο­ντα­ρί­σμα­τος συ­νι­στά το ο­μό­τιτ­λο, πρώ­το στην πα­ρά­τα­ξη, διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Σε άλ­λα, ό­πως το «Σκο­τει­νός θά­λα­μος», η τε­χνι­κή δεί­χνει να πά­σχει στην ε­κτέ­λε­σή της. Αλλά και το σχή­μα λό­γου της με­τα­φο­ράς δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Στο διή­γη­μα, εί­ναι σύν­δρο­μο στοι­χείο της ελ­λει­πτι­κής α­φή­γη­σης, ε­νώ, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, συμ­βάλ­λει στην εκ­φρα­στι­κή δύ­να­μη των πε­ρι­γρα­φών, που κερ­δί­ζει έ­να πλα­τύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Ένα πα­ρά­δειγ­μα πα­ρό­μοιου φορ­τι­σμέ­νου λό­γου α­πό το «Πά­με μια βόλ­τα στο Κα­τίν»: “Οι ορ­γα­νώ­σεις, που εί­χαν α­λω­νί­σει κιό­λας τα στά­χυα της νιό­της τους”, γρά­φει για τις κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με την ο­πτι­κή ε­νός, πε­ρα­σμέ­να τα πε­νή­ντα, “δρα­πέ­τη στον λει­μώ­να των ε­ξο­μο­λο­γή­σεων που α­να­μό­χλευε πα­λιές ι­στο­ρίες”. Τον ί­διο στό­χο έ­χουν και τα εμ­φα­τι­κά ξε­κι­νή­μα­τα ο­ρι­σμέ­νων ι­στο­ριών, ό­πως το “Ήταν ο θά­να­τος που μας έ­φε­ρε πά­λι κο­ντά” στο «Με­τα­φυ­σι­κές α­κρο­βα­σίες». Όσο για την αί­σθη­ση της έλ­λει­ψης, που α­φή­νει το διή­γη­μα, ου­δό­λως σχε­τί­ζε­ται με το “α­νοι­χτό τέ­λος”, κι αυ­τό έ­να μο­ντερ­νί­στι­κο στοι­χείο, που προ­τι­μά­ται σε  ο­ρι­σμέ­να πε­ζά της συλ­λο­γής. Κυ­ρίως ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν α­φη­γη­μα­τι­κές πα­ρεκ­βά­σεις ή ε­πει­σό­δια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­πι­κε­ντρω­μέ­να σε δευ­τε­ρεύο­ντες χα­ρα­κτή­ρες. Ή και κά­ποια άλ­λα, με δο­μή σκα­ρι­φή­μα­τος, που θα μπο­ρού­σαν να α­πλω­θούν σε νου­βέ­λα ή, α­κό­μη, και σε μυ­θι­στό­ρη­μα.
Πι­θα­νώς και να μα­κρη­γο­ρού­με γύ­ρω α­πό την ει­δο­λο­γι­κή δια­φο­ρά διη­γή­μα­τος και ι­στο­ρίας, αλ­λά ο σκο­πός εί­ναι κα­λός. Αν με­τρια­στεί ο μύ­θος πε­ρί νέ­ας άν­θη­σης του διη­γή­μα­τος, μπο­ρεί και να α­να­χαι­τι­στεί κά­πως η πρό­σφα­τη μό­δα της διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Κι αυ­τό, ε­πει­δή, με τα ψέ­μα­τα και τα πες πες, τε­λι­κά θα πι­στέ­ψου­με ό­τι ζού­με στον φω­τει­νό α­στε­ρι­σμό του διη­γή­μα­τος. Κα­τά τα άλ­λα, έ­χουν και οι ι­στο­ρίες, ό­πως κά­θε άλ­λο λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, ποιο­τι­κή δια­βάθ­μι­ση. Υπάρ­χουν ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, που βρα­βεύ­τη­καν για τις ι­στο­ρίες τους. Λ.χ., ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας και η Ρέα Γα­λα­νά­κη. Το ί­διο μπο­ρεί να συμ­βεί με την πε­ρί­πτω­ση της Τρουλ­λι­νού, που με τις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, ε­κεί­νες με τα διη­γή­μα­τα, έ­μει­νε στους ε­πι­λα­χό­ντες της βρα­χείας λί­στας. Άλλω­στε, οι ι­στο­ρίες, τό­σο με τον τρό­πο γρα­φής ό­σο και με την σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νη υ­πό­θε­ση, έ­χουν το α­τού να ελ­κύουν πλα­τύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Γε­γο­νός, που ε­πη­ρεά­ζει τους κρι­τές, κα­θώς ε­πι­ζη­τούν για τις ε­πι­λο­γές τους την έ­ξω­θεν κα­λή μαρ­τυ­ρία. Αν και τε­λι­κά, μία κα­θο­ρι­στι­κή πα­ρά­με­τρος εί­ναι το θέ­μα του προς βρά­βευ­ση βι­βλίου. 
Το θέ­μα στα βι­βλία της Τρουλ­λι­νού πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρό. Ού­τε στο πρό­σφα­το αλ­λά­ζει. Εί­ναι ο ε­πι­λε­κτι­κός και πε­ρί­πλο­κος τρό­πος που δου­λεύει η μνή­μη, με μό­νι­μο δρο­μο­δεί­χτη το συ­ναί­σθη­μα. Μό­νο που στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ό­πως και στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η μνή­μη ε­στιά­ζει σε συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, τα τέ­λη της Δι­κτα­το­ρίας και την αρ­χή της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Ού­τε ο α­φη­γη­τής αλ­λά­ζει, πα­ρό­λο που η α­φή­γη­ση δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Άλλο­τε σε πρώ­το και άλ­λο­τε σε τρί­το πρό­σω­πο, με τον λό­γο να μοι­ρά­ζε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κές γυ­ναί­κες και άν­δρες, αυ­τοί λι­γό­τε­ροι, ό­λοι τους πα­ρα­πλή­σιας η­λι­κίας. Ωστό­σο, υ­πάρ­χει πά­ντα σαν προέ­κτα­ση της δι­κής τους φω­νής, ε­κεί­νη του α­φη­γη­τή, που α­πο­τι­μά και α­σκεί κρι­τι­κή. Αυ­τό το διευ­κο­λύ­νει η δο­μή αρ­κε­τών ι­στο­ριών σε δυο χρο­νι­κά ε­πί­πε­δα, το τό­τε της νεό­τη­τας και το τώ­ρα. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, ω­στό­σο, σαν να αλ­λά­ζει η σχέ­ση α­φη­γη­τή και προ­σώ­πων, κα­θώς ε­κεί­νος προ­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό­λυ­τος. Εί­τε ε­ξω­ραΐζει εί­τε κα­τα­δι­κά­ζει κα­τα­στά­σεις το κά­νει με­τ’ ε­πι­τά­σεως. Πα­ρά­δειγ­μα: Προς η­ρωο­ποίη­ση χρη­σι­μο­ποιεί­ται μία φρά­ση κλι­σέ, “Οι πα­λιοί, οι μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νοι του Πο­λυ­τε­χνείου”. Προς χλεύη ε­πι­στρα­τεύο­νται πε­ρι­γε­λα­στι­κά ε­πί­θε­τα, “Το άγ­γιγ­μα των Αγίων Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων τα στρί­μω­ξε ό­λα στα με­τα­μο­ντέρ­να πα­πού­τσια.” Κα­τα­λή­γει, ω­στό­σο, ει­ρω­νεία, η κρι­τι­κή να έρ­χε­ται α­πό τη γε­νιά που πρω­τα­γω­νί­στη­σε στα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. 
Γνω­στά πρό­σω­πα, ό­πως “ο σκη­νο­θέ­της των με­γά­λων πλά­νων που ε­πέ­με­νε να χώ­νει τα δά­χτυ­λα στον τύ­πο των ή­λων της Ιστο­ρίας”, και κυ­ρίως, οι τό­ποι δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται, αλ­λά δη­λώ­νο­νται πε­ρι­φρα­στι­κά πλην ό­μως πε­ντα­κά­θα­ρα. Στον α­να­γνώ­στη μυ­θι­στο­ρη­μά­των και ι­στο­ριών δεν α­ρέ­σουν οι λο­γο­τε­χνί­ζου­σες νύ­ξεις. Οι ε­κτε­νέ­στε­ρες πε­ρι­γρα­φές α­φο­ρούν τό­πους, με πρώ­τη και κα­λύ­τε­ρη την Κρή­τη, γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως. Εδώ, η α­φή­γη­ση γί­νε­ται μα­κρο­πε­ρίο­δη, μό­νο που δεν έ­χει τη φι­δί­σια χά­ρη των αλ­λο­τι­νών πε­ρι­γρα­φών. Η πα­ρά­τα­ξη των προ­τά­σεων έ­χει έ­ναν τυ­πο­ποιη­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα, σχε­δόν μη­χα­νι­στι­κό, με συν­δε­τι­κό τις ά­νω τε­λείες. Συ­νή­θως, και πά­λι προς με­γέ­θυν­ση των ε­ντυ­πώ­σεων, χρη­σι­μο­ποιεί­ται ο πλη­θυ­ντι­κός, κα­τα­λή­γο­ντας σε ξε­φτι­σμέ­νες φρά­σεις. Λ.χ., “κι η για­γιά, γυ­ναί­κα τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη α­πό Κα­το­χές και Δι­κτα­το­ρίες, α­πό διώ­ξεις και συμ­βι­βα­σμούς...”
Εκτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που συγ­γε­νεύουν με το μυ­θι­στό­ρη­μα, υ­πάρ­χει μία “σύ­ντο­μη ι­στο­ρία” γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία με δο­σμέ­νο το θέ­μα και αρ­κε­τές άλ­λες, που, εν μέ­ρει ή α­πο­κλει­στι­κά, α­ντα­να­κλούν την ο­πτι­κή του ση­με­ρι­νού ευαι­σθη­το­ποιη­μέ­νου πο­λί­τη. Στην κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ζη­τή­θη­κε πε­ζό έως 300 λέ­ξεις που να στε­γά­ζε­ται κά­τω α­πό τον γε­νι­κό τίτ­λο «Η δι­κή μας Ελλά­δα». Κα­τά την συ­νο­δευ­τι­κή ε­πε­ξή­γη­ση του πα­ραγ­γε­λιο­δό­τη, που ή­ταν η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, θα έ­πρε­πε, εν έ­τει 2012, “να δεί­χνει πως η χώ­ρα μας έ­χει και τις φω­τει­νές της πλευ­ρές, έ­χει δη­λα­δή τις α­ντι­στά­σεις της, την ι­διαί­τε­ρη ψυ­χή της”. Το πε­ζό της Τρουλ­λι­νού, «Τα πορ­το­κά­λια του Δαι­δά­λου», εί­ναι μια ου­το­πι­κή φα­ντα­σίω­ση αλ­λη­λέγ­γυας συ­μπε­ρι­φο­ράς. Την προ­κά­λε­σε έ­να τυ­χαίο συμ­βάν, που έ­κα­νε τους αν­θρώ­πους “να κοι­τα­χτούν χω­ρίς τε­θλα­σμέ­νες”. Έχει τη χροιά πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­μυ­θιού. Μό­νο που ού­τε καν μι­κρά παι­διά δεν θα το πί­στευαν. Βε­βαίως, το­πο­θε­τεί­ται σε ε­μπο­ρι­κό πε­ζό­δρο­μο της πό­λης του Ηρα­κλείου, που ο­δη­γεί στην πλα­τεία Λιο­ντα­ριών, ό­που μπο­ρεί οι άν­θρω­ποι να προ­στρέ­χουν α­κό­μη σε βοή­θεια.    
Κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζού εί­ναι έ­νας α­χθο­φό­ρος, πι­θα­νώς πα­ρα­γιός μα­νά­βη, που α­να­φέ­ρε­ται ως “παι­δί, χω­ρίς ό­νο­μα, χω­ρίς τό­πο προέ­λευ­σης”. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, κύ­ριο μέ­λη­μα της συγ­γρα­φέως φαί­νε­ται να εί­ναι τα κοι­νω­νι­κά προ­τάγ­μα­τα, α­πό την προ­στα­σία των ζώων μέ­χρι τη συ­μπα­ρά­στα­ση στους με­τα­νά­στες. Σε έ­να διή­γη­μα («Η Τό­ντο»), κυ­ριαρ­χεί το σοκ που προ­κα­λεί βιαιο­πρα­γία κα­τά γά­τας, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τή κα­τού­ρη­σε τον θύ­τη. Σε έ­να άλ­λο («Σί­δε­ρα, πα­λιο­σί­δε­ρα και άλ­λα συ­να­φή»), σκύ­λος εμ­φα­νί­ζε­ται ως νοή­μο­νας σύ­ντρο­φος και τη­λε­θε­α­τής, πα­ρα­κα­θή­με­νος του α­φη­γη­τή. Με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η πα­ρου­σία των με­τα­να­στώ­ν: σε τρία διη­γή­μα­τα πρω­τα­γω­νι­στούν και σε τέσ­σε­ρα εμ­φα­νί­ζο­νται ως δευ­τε­ρα­γω­νι­στές. Ο α­γλαϊσμός τους πλη­σιά­ζει ε­κεί­νον των η­ρώων του Πο­λυ­τε­χνείου, αν δεν τον υ­περ­βαί­νει, ό­ταν γί­νο­νται συ­γκρί­σεις με τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ντό­πιων, ό­πως στο «Ακορ­ντεόν α­νά­πη­ρο» ή στο «Η ξέ­νη», που έ­χουν στό­χο να ε­ξά­ρουν την α­ξιο­πρε­πή και φι­λι­κή στά­ση τους. Στην κα­τα­κλεί­δα ε­νός άλ­λου διη­γή­μα­τος («Μι­κρές ι­στο­ρίες για ό­νει­ρα»), δί­νο­νται σχε­δόν ε­πι­κές δια­στά­σεις στην “Αλβα­νή πα­ρα­δου­λεύ­τρα, που με τα πό­δια εί­χε πε­ρά­σει βου­νά και διά­σε­λα κά­που στα 1990” 
Σε αυ­τά τα διη­γή­μα­τα, η συ­γκί­νη­ση α­φή­νε­ται α­νε­ξέ­λε­γκτη, α­ντα­μεί­βο­ντας ό­σες α­γό­ρα­σαν το βι­βλίο χά­ριν του τίτ­λου του, που υ­πό­σχε­ται τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση του μπε­στ σέ­λερ. Αν και το βούρ­κω­μα θα το φέ­ρει η ι­στο­ρία του τυ­φλού με­τα­νά­στη στη Γερ­μα­νία α­πό την Ανα­το­λία και της Γερ­μα­νί­δας πόρ­νης. Ένας λό­γος πα­ρα­πά­νω, για­τί αγ­γί­ζει μία άλ­λη ευαί­σθη­τη χορ­δή, κα­θώς τιτ­λο­φο­ρεί­ται «1989» και το­πο­θε­τεί­ται στο Κρόϊτ­σ­μπερ­γκ, προά­στιο του Δυ­τι­κού Βε­ρο­λί­νου που κυ­κλω­νό­ταν α­σφυ­κτι­κά α­πό το Τεί­χος. Κα­τά μία ά­πο­ψη, πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες εί­ναι α­να­με­νό­με­νες α­πό μία συγ­γρα­φέα α­ρι­στε­ρών κα­τα­βο­λών, ό­πως η Τρουλ­λι­νού. Με τον ε­ξό­φθαλ­μο, ό­μως, τρό­πο, που στή­νο­νται, α­φή­νουν την ε­ντύ­πω­ση ε­νός νέ­ου τύ­που δι­δα­κτι­σμού. Κά­πο­τε, φτά­νουν να α­πο­δυ­να­μώ­νουν και το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα. Μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ι­στο­ρίες της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Η φω­το­γρα­φία», θα μπο­ρού­σε να μεί­νει α­νοι­χτή σε δια­φο­ρε­τι­κές α­να­γνώ­σεις, αν δεν την πε­ριό­ρι­ζε η συγ­γρα­φέ­ας στο γέ­νος των Εβραίων, με το ό­νο­μα της η­ρωί­δας και μια κα­τα­κλεί­δια α­να­φο­ρά. Έτσι, πά­ντως, το θε­μα­τι­κό φά­σμα της συλ­λο­γής με­γα­λώ­νει, ε­ξι­σορ­ρο­πώ­ντας τα αλ­λο­τι­νά δει­νά με τις ση­με­ρι­νές ευαί­σθη­τες πε­ριο­χές α­ντι­πα­ρά­θε­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/9/2014.
Φωτογραφία: Ηράκλειο. Η Πλατεία Λιονταριών, εδώ προβάλλει η οδός Δαιδάλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: