Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Συγ­γρα­φείς τα­χείας ω­ρί­μαν­σης

Γιάν­νης Τσίρ­μπας
«Η Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει»
Εκδό­σεις Νε­φέ­λη
Σε­πτέμ­βριος 2013

Προ­βλη­μα­τι­σμό ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­κα­λεί η χρή­ση με­θό­δων γε­νε­τι­κής βελ­τίω­σης των φυ­τών, πα­ρά την συ­νε­χή, πα­γκο­σμίως, ε­ξά­πλω­σή τους. Το βα­σι­κό­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα, κά­πο­τε α­κα­τα­μά­χη­το, μίας γε­νε­τι­κής ε­πέμ­βα­σης εί­ναι η τα­χύ­τη­τα με την ο­ποία προ­κύ­πτουν οι τρο­πο­ποιη­μέ­νοι ορ­γα­νι­σμοί. Ου­δε­μία σύ­γκρι­ση υ­πάρ­χει με την μα­κρο­χρό­νια δια­δι­κα­σία  των πα­ρα­δο­σια­κών τρό­πων βελ­τίω­σης. Όπως πέ­ραν πά­σης συ­γκρί­σεως εί­ναι και τα  εμ­φα­νι­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των νέων φυ­τών, κυ­ρίως το μέ­γε­θος και το χρώ­μα, που α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις α­παι­τή­σεις της α­γο­ράς. Ενώ, το βα­σι­κό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, η ε­πι­τά­χυν­ση της ω­ρί­μαν­σης των φυ­τών, έ­χει ά­με­σο οι­κο­νο­μι­κό ό­φε­λος. Τώ­ρα, θα μου πεί­τε, τι μας εν­δια­φέ­ρουν τα με­ταλ­λαγ­μέ­να τρό­φι­μα. Αυ­τά βλά­πτουν μό­νο το σαρ­κίο. Ο βε­βια­σμέ­νος, ό­μως, τρό­πος, με τον ο­ποίο προ­κύ­πτουν, δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό πρα­κτι­κές χει­ρα­γώ­γη­σης, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια κερ­δί­ζουν έ­δα­φος στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. 
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει έ­να κεί­με­νο με τίτ­λο «Ο βια­σμός του συγ­γρα­φέ­α», με α­φορ­μή, πα­ραγ­γε­λία ε­φη­με­ρί­δας σε γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες για τη συγ­γρα­φή διη­γή­μα­τος 300 λέ­ξεων. Στο εν­διά­με­σο, αυ­τό που ε­μείς εί­χα­με α­πο­κα­λέ­σει βια­σμό κα­τέ­λη­ξε κυ­ρίαρ­χος κα­νό­νας. Οι συγ­γρα­φείς γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, ε­νώ οι α­να­γνώ­στες ε­θί­ζο­νται στην γρή­γο­ρη τρο­φή που τους σερ­βί­ρουν. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, δεν γεν­νά­ται θέ­μα με­τάλ­λα­ξης, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση εί­ναι ή­δη δια­μορ­φω­μέ­νη και το κυ­ρίως έρ­γο, κα­τά κα­νό­να, δεν ε­πη­ρεά­ζε­ται. Η πα­ραλ­λη­λία με τις γε­νε­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις στα φυ­τά α­πο­κα­θί­στα­ται στην πε­ρί­πτω­ση ε­πί­δο­ξων συγ­γρα­φέων, που άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν ε­ντυ­πω­σια­κά. 
Το θέλ­γη­τρο της δη­μο­σιό­τη­τας, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέως, ελ­κύει μία ευ­ρύ­τε­ρη ο­μά­δα, το συ­χνό­τε­ρο, με α­νώ­τα­τη παι­δεία και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που τους νέ­ους συγ­γρα­φείς τους προω­θεί το στα­ρ-σύ­στεμ. Με α­πο­τέ­λε­σμα, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι να παίρ­νουν στο πε­δίο της λο­γο­τε­χνίας δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Κα­τά κα­νό­να ε­πεί­γο­νται, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς η α­νά­δει­ξή τους στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό στη νεό­τη­τα. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, υ­πάρ­χει ό­ριο η­λι­κίας στην ταυ­τό­τη­τα του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Γε­γο­νός που τους κα­θι­στά ε­πι­δε­κτι­κούς σε τα­χύρ­ρυθ­μες με­θό­δους βελ­τίω­σης, ό­πως οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, που, με­τριο­πα­θέ­στε­ρα, α­πο­κα­λού­νται Εργα­στή­ρια ή και Σε­μι­νά­ρια. Το 2006 εμ­φα­νί­στη­κε το πρώ­το Εργα­στή­ριο υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., χά­ρις σε έ­ναν πρώ­το Έλλη­να δά­σκα­λο που με­τα­λα­μπά­δε­ψε τα φώ­τα α­πό τις Η­ΠΑ στα κα­θ’ η­μάς. Μέ­σα σε ε­πτά χρό­νια, οι Σχο­λές πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν.
Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά προς τις Σχο­λές λει­τουρ­γούν οι δια­γω­νι­σμοί διη­γή­μα­τος, που ε­πί­σης πλη­θαί­νουν. Σχε­δόν οι πά­ντες προ­κη­ρύσ­σουν δια­γω­νι­σμούς. ι­δρύ­μα­τα, εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, πε­ριο­δι­κά, λέ­σχες α­νά­γνω­σης, δή­μοι, κοι­νό­τη­τες, ε­ται­ρείες πά­σης φύ­σεως. Αυ­τοί οι δια­γω­νι­σμοί πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον για ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, κα­θώς ε­ξα­σφα­λί­ζουν μία κά­ποια δη­μο­σιό­τη­τα και το κυ­ριό­τε­ρο, το διή­γη­μά τους, αν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα, εκ­δί­δε­ται σε συλ­λο­γι­κό τό­μο. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, συ­νι­στούν μέ­θο­δο μα­θη­τείας στη γρα­φή συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που διη­γή­μα­τος, με δο­σμέ­νο θέ­μα, συ­γκε­κρι­μέ­νο α­ριθ­μό λέ­ξεων και προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο πε­ριε­χό­με­νο, ώ­στε να συ­νά­δει με το ε­πι­κρα­τούν πο­λι­τι­κώς ορ­θό και τα τρέ­χο­ντα γού­στα. Αυ­τό το πε­ριο­ρι­στι­κό πλαί­σιο φέρ­νει το υ­πο­βαλ­λό­με­νο διή­γη­μα εγ­γύ­τε­ρα στην έκ­θε­ση ι­δεών των πα­νελ­λή­νιων ε­ξε­τά­σεων. Όπως στις ει­σα­γω­γι­κές, βαθ­μο­λο­γεί­ται με ά­ρι­στα ο­ρι­σμέ­νος τύ­πος έκ­θε­σης, τον ο­ποίο ο μα­θη­τής έ­χει δι­δα­χθεί στο φρο­ντι­στή­ριο, πα­ρο­μοίως στον δια­γω­νι­σμό βρα­βεύε­ται διή­γη­μα συ­γκε­κρι­μέ­νων προ­δια­γρα­φών, για το ο­ποίο προ­ε­τοι­μά­ζουν τα σε­μι­νά­ρια γρα­φής.
Συ­χνά οι δια­γω­νι­σμοί προ­κη­ρύσ­σο­νται α­πό φο­ρείς, με στό­χο την αυ­το­δια­φή­μι­σή τους, ο­πό­τε ο προσ­διο­ρι­σμός του θέ­μα­τος γί­νε­ται α­κό­μη πιο πε­ριο­ρι­στι­κός. Άλλο­τε πά­λι, οι διορ­γα­νω­τές του δια­γω­νι­σμού, ε­πι­ζη­τώ­ντας πρω­τό­τυ­πα θέ­μα­τα, κα­τα­λή­γουν σε προ­κρού­στειες λύ­σεις. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρει η­λεκ­τρο­νι­κός δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, με τίτ­λο «Λό­γω Τέ­χνης», που ξε­κί­νη­σε το 2010. Σε αυ­τόν, α­ντί θέ­μα­τος, ο­ρί­ζε­ται το διή­γη­μα  να πε­ριέ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Λ.χ., στο δια­γω­νι­σμό του 2012, οι λέ­ξεις ή­ταν οι ε­ξής 11: θά­λασ­σα, χε­λι­δό­νι, άμ­μος, κου­τί, τρια­ντά­φυλ­λο, χώ­μα, ρο­λόι, η­συ­χία, σε­λί­δα, αέ­ρας, γά­λα. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, τα 40 κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ε­πί συ­νό­λου 1911(!), εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο, με τίτ­λο, «11 λέ­ξεις». Από τους συγ­γρα­φείς αυ­τού του συλ­λο­γι­κού τό­μου, ε­νός μό­νο έ­χου­με πε­ζο­γρα­φι­κό δείγ­μα, ώ­στε να μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει κά­ποια σύ­γκρι­ση με το κα­τά πα­ραγ­γε­λία.
Πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη Τσίρ­μπα, που πή­ρε στον εν λό­γω δια­γω­νι­σμό τον τρί­το έ­παι­νο, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­κτη θέ­ση, με το διή­γη­μα «Θερ­μο­κοι­τί­δα». Μέ­σα στο έ­τος, εκ­δό­θη­κε το πρώ­το ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο του. Σε αυ­τό συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το διή­γη­μα, πα­ρό­λο που δεν πρό­κει­ται για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των αλ­λά, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του συγ­γρα­φέα, για νου­βέ­λα. Το διή­γη­μα συ­νί­στα­ται στην προ­φο­ρι­κή α­φή­γη­ση  μιας γυ­ναί­κας, που την ε­γκα­τέ­λει­ψε ο ά­ντρας της με τέσ­σε­ρις κό­ρες, με­τά την τε­λευ­ταία γέν­να. Για έ­να διά­στη­μα, ε­κεί­νος σπί­τω­σε άλ­λη, δυο δρό­μους  πα­ρα­κά­τω. Αργό­τε­ρα, ε­πέ­στρε­ψε στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία. Στην πα­λαιό­τε­ρη η­θο­γρα­φία εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο θέ­μα η γυ­ναί­κα, που γί­νε­ται θύ­μα συ­ζυ­γι­κής βίας και ε­γκα­τά­λει­ψης. Στην ι­στο­ρία, ό­μως, του Τσίρ­μπα προ­στί­θε­νται πα­ρά­ται­ρες πε­ρι­γρα­φές, ό­πως η ε­κτε­νής πε­ρί αυ­το­σχέ­διας θερ­μο­κοι­τί­δας για να σω­θεί η πρόω­ρα γεν­νη­μέ­νη τέ­ταρ­τη κό­ρη ή ε­κεί­νες για τη φυ­γή του μη­χα­νό­βιου συ­ζύ­γου και την εμ­φά­νι­ση του κου­μπά­ρου. Σε πα­ρό­μοιες η­θο­γρα­φί­ζου­σες ι­στο­ρίες, εμ­φα­νί­ζο­νται κου­μπά­ροι, προ­σφυώς ό­μως ε­μπλε­κό­με­νοι, ό­πως, λ.χ., στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Πα­τέ­ρας στο σπί­τι!». Βε­βαίως, ό­λα μπο­ρούν να χω­ρέ­σουν σε μια α­φή­γη­ση. Εδώ, πά­ντως, χά­ρις σε αυ­τά τα μέ­ρη, χρη­σι­μο­ποιού­νται οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Και πά­λι, μό­νο οι δέ­κα. Λεί­πει η λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Αρχι­κά, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι οι κρι­τές στά­θη­καν ε­πιει­κείς. Ότι, ί­σως και αρ­γά, κα­τά­λα­βαν πως έ­ντε­κα λέ­ξεις, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν προέρ­χο­νται α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νη εν­νοιο­λο­γι­κή ε­νό­τη­τα, εί­ναι δύ­σκο­λο σταυ­ρό­λε­ξο. Λαν­θα­σμέ­νη ει­κα­σία. Το διή­γη­μα στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του στο συλ­λο­γι­κό τό­μο έ­χει και μία πρό­τα­ση με τη λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Την α­φαί­ρε­σε ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο και κα­λά έ­κα­νε. Πα­ραή­ταν γλα­φυ­ρή η πα­ρο­μοίω­ση της ε­πι­στρο­φής του ά­πι­στου συ­ζύ­γου με χε­λι­δό­νι. Αντ’ αυ­τής, συ­γκε­κρι­με­νο­ποίη­σε την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία στην ο­δό Φυ­λής, ώ­στε το διή­γη­μα να δέ­νει με τη θε­μα­τι­κή του βι­βλίου του. 
Αν δεν σφάλ­λου­με, ο Τσίρ­μπας εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 2007, στο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, με θέ­μα «Εί­μα­στε ό­λοι με­τα­νά­στες». Εκεί­νο το διή­γη­μά του, με τίτ­λο, «Ρου Που», δεν εν­σω­μα­τώ­θη­κε στο πρό­σφα­το βι­βλίο. Ού­τε το διή­γη­μα του ε­πό­με­νου δια­γω­νι­σμού, στον ο­ποίο έ­λα­βε μέ­ρος δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­κεί­νον του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε ως θέ­μα, «Φα­ντα­στεί­τε το μέλ­λον σας σε μία πό­λη που αλ­λά­ζει». Ωστό­σο, το βι­βλίο του, του­λά­χι­στον ο βα­σι­κός κορ­μός, συ­νε­νώ­νει τα θέ­μα­τα των δυο δια­γω­νι­σμών, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι αλ­λη­λέν­δε­τα. Η Βι­κτώ­ρια του τίτ­λου δεν εί­ναι κά­ποια γυ­ναί­κα, αλ­λά η Βα­σί­λισ­σα Βι­κτω­ρία της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας, το ό­νο­μα της ο­ποίας δό­θη­κε στην πλα­τεία Κυ­ρια­κού. Συ­νοι­κία, δη­λα­δή διοι­κη­τι­κή πε­ριο­χή, Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει. Υπάρ­χει πε­ριο­χή Κυ­ρια­κού, στην ο­ποία α­νή­κει η με­το­νο­μα­σθεί­σα το 1943 πλα­τεία.
Άρα, κυ­ριο­λε­κτεί ο τίτ­λος του βι­βλίου, που αν­τλεί­ται α­πό τον ι­σχυ­ρι­σμό ε­νός α­πό τους δυο συ­νο­μι­λού­ντες ή­ρωες. Τρό­πος του λέ­γειν συ­νο­μι­λού­ντες. Ο έ­νας μι­λά­ει και ο άλ­λος α­κούει. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο α­φη­γη­τής. Μό­λις που πε­τά­ει κα­μία ε­ρώ­τη­ση, η ο­ποία με­τα­φέ­ρε­ται σε πλά­γιο λό­γο μα­ζί με τις σκέ­ψεις του. Από­πει­ρα συ­νο­μι­λίας γί­νε­ται με α­φορ­μή την ύ­παρ­ξη ή μη πε­ριο­χής Βι­κτώ­ριας. Για τον α­φη­γη­τή, που έ­χει με­γα­λώ­σει στην Αγία Πα­ρα­σκευή, πε­ριο­χή με αυ­τό το ό­νο­μα δεν υ­πάρ­χει. Για τον άλ­λο, ό­μως,  εί­ναι ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών του χρό­νων. Γεν­νη­μέ­νος μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70, πρό­λα­βε τις γει­το­νιές, αυ­τές τις στε­νά δε­μέ­νες κοι­νω­νι­κές μο­νά­δες, που, σή­με­ρα, του­λά­χι­στον στο κέ­ντρο της Αθή­νας, έ­χουν ε­κλεί­ψει. Και η συ­γκε­κρι­μέ­νη γει­το­νιά έ­χει μα­κριά λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία, κυ­ρίως ως πλα­τεία Κυ­ρια­κού, χά­ρις στους συγ­γρα­φείς που με­γά­λω­σαν ε­κεί στη δε­κα­ε­τία του ’40 και τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον το βι­βλίο του Τσίρ­μπα, γέν­νη­μα θρέμ­μα της πλα­τείας, ό­πως ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή και ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος. Απο­τε­λεί έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο στις ι­στο­ρίες του πρώ­του και τους στί­χους του δεύ­τε­ρου. 
Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­να­φέ­ρει τον Πα­πα­δό­που­λο, με α­φορ­μή το ά­γαλ­μα της πλα­τείας, που ε­κεί­νος το έ­κα­νε τρα­γού­δι. Με να­του­ρα­λι­στι­κή πι­στό­τη­τα δί­νει τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να, α­να­κα­λώ­ντας α­ντι­στι­κτι­κά πα­λαιό­τε­ρες ει­κό­νες α­πό τα α­γα­πη­μέ­να του στέ­κια. Ο οιο­νεί μο­νό­λο­γος, σε φω­νο­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση της εκ­φο­ράς του τρέ­χο­ντος ι­διό­λε­κτου, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τους νέ­ους κα­τοί­κους που έ­φε­ραν τις με­γά­λες αλ­λα­γές. Με άλ­λα λό­για, τις αλ­λε­πάλ­λη­λες φυ­λές με­τα­ να­στών που ε­γκα­τα­στά­θη­καν α­πό το 1990 και ύ­στε­ρα, με τα εν­δυ­μα­το­λο­γι­κά και άλ­λα συ­νή­θειά τους  και τους ποι­κί­λους τρό­πους ε­πι­βίω­σης. Αντα­να­κλά τα αι­σθή­μα­τα του γη­γε­νούς, που πρέ­πει να ε­πι­βιώ­σει μέ­σα σε αυ­τό το ε­τε­ρό­κλη­το πλή­θος, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κά. Η στε­νο­χώ­ρια που νιώ­θει, προ­σο­μοιά­ζει με του Έλλη­να που βρί­σκε­ται α­να­γκα­σμέ­νος να κα­τοι­κή­σει στο α­σφυ­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε α­σια­τι­κής ή α­φρι­κά­νι­κης με­γα­λού­πο­λης, ό­πως, λ.χ., το Κάϊρο. Εδώ, προ­στί­θε­ται το αί­σθη­μα α­δι­κίας, για­τί αυ­τός πέ­νε­ται και οι ξέ­νοι στον δι­κό του τό­πο κα­λο­περ­νούν. Του έρ­χε­ται να τους δεί­ρει.
Μό­νο που ο ή­ρωας το κά­νει πρά­ξη. Όπως φτά­νει να σκε­φτεί τρό­πους ε­ξό­ντω­σης των ει­σβο­λέων. Άλλο, ό­μως, να νιώ­θεις δυ­στυ­χής στη γει­το­νιά σου, για­τί έ­κλει­σε το Λε Παλ­μιέ και το Μα­ξίμ της πλα­τείας και ά­νοι­ξε το Γκού­ντυς που θέ­λει κω­δι­κό για τη χρή­ση της τουα­λέ­τας, για­τί τα σκάμ­μα­τα με άμ­μο έ­γι­ναν τσι­μέ­ντο ή για­τί τον ρα­κο­συλ­λέ­κτη πα­λαιάς κο­πής ε­κτό­πι­σαν οι με­λαμ­ψοί με τα κα­ρο­τσά­κια που ψά­χνουν για μέ­ταλ­λα και άλ­λο να βλέ­πεις τον ξέ­νο σαν πο­ντι­κό και να ε­μπνέε­σαι τρό­πους θα­νά­τω­σής του, χω­ρίς χη­μι­κά και διά­φο­ρα άλ­λα που εί­ναι ευ­κό­λως α­νι­χνεύ­σι­μα. Την α­πό­στα­ση την α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ο οιοσ­δή­πο­τε που βρί­σκε­ται στη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, ό­πως ο κυ­ρι­λέ Αγιο­πα­ρα­σκευιώ­της συ­ντα­ξι­διώ­της του. Μή­πως, ό­μως, αυ­τή η α­πό­στα­ση δεν εί­ναι και τό­σο με­γά­λη για τον γη­γε­νή κά­τοι­κο της πλα­τείας, που νιώ­θει α­πει­λού­με­νος και με τραυ­μα­τι­σμέ­νη την α­ξιο­πρέ­πειά του, κα­θώς δεν έ­χει ού­τε τα ε­λά­χι­στα, για βεν­ζί­νη, για έ­να πα­γω­τό ή και για τσι­γά­ρο ό­χι μαϊμού. Τον γη­γε­νή που με­γά­λω­σε, υ­πε­ρη­φα­νευό­με­νος για την πα­τρί­δα του, τη θρη­σκεία του και τον αν­δρι­σμό του. Ο μο­νό­λο­γος α­να­δει­κνύει αυ­τό το κομ­βι­κό ση­μείο, α­σχέ­τως αν το α­πο­τέ­λε­σμα πι­στεύου­με πως θα γι­νό­ταν πει­στι­κό­τε­ρο, με πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κούς και λι­γό­τε­ρο κραυ­γά­ζο­ντες α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Αν ο ρε­α­λι­σμός δεν εί­χε τό­ση ω­μό­τη­τα, αν οι κα­τα­στά­σεις δεν σπρώ­χνο­νταν σε α­κραίες εκ­φάν­σεις, αν οι τό­νοι κλι­μα­κώ­νο­νταν. 
Οι δυο χα­ρα­κτή­ρες σκια­γρα­φού­νται σύμ­φω­να με το α­ντι­θε­τι­κό σχή­μα του άσ­πρου μαύ­ρου. Ο έν­δον λό­γος του συ­νε­πι­βά­τη – α­κρο­α­τή δεί­χνει τον πο­λι­τι­κώς ορ­θά σκε­πτό­με­νο σε θέ­μα­τα ό­πως οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι και οι με­τα­νά­στες. Σε έ­να ση­μείο, μά­λι­στα, που α­να­φέ­ρε­ται στο ρό­λο της τη­λεό­ρα­σης, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με α­πό­σπα­σμα α­πό κοι­νω­νιο­λο­γί­στι­κη α­νά­λυ­ση. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό τον κυ­ρίως κορ­μό, που εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, χω­ρι­σμέ­νη σε έ­ξη κε­φά­λαια, και πέ­ντε α­κό­μη, αυ­το­τε­λείς και με ι­διαί­τε­ρο τίτ­λο ι­στο­ρίες, που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται με­τα­ξύ των κε­φα­λαίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως τις συ­μπε­ριέ­λα­βε για να δεί­ξει ό­τι υ­πήρ­χαν κα­τα­στά­σεις ε­γκλει­σμού και υ­πό­γειας βίας και πριν ξε­κι­νή­σει η μα­ζι­κή ε­γκα­τά­στα­ση με­τα­να­στών και η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Από μία ά­πο­ψη, κά­τι αυ­το­νό­η­το. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεί­χνει με μια ι­στο­ρία στην πε­ρίο­δο της Απρι­λια­νής Δι­κτα­το­ρίας,  και α­κό­μη τέσ­σε­ρις, για έ­ναν φυ­λα­κι­σμέ­νο, έ­ναν ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη της δε­κα­τιάς του ’60, έ­ναν ά­πο­ρο και την ε­γκα­τα­λει­φθεί­σα σύ­ζυ­γο. Εδώ, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής, που α­να­φέ­ρα­με, με στα­θε­ρό τον πρω­το­πρό­σω­πο λό­γο (σε μία ι­στο­ρία δο­κι­μά­ζε­ται το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο), γί­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα έκ­δη­λα. 
Ο Τσίρ­μπας εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός της ο­μά­δας των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων. Άνθι­σε στα νεό­κο­πα φυ­τώ­ρια, που α­ντι­κα­τέ­στη­σαν ε­κεί­να των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, και οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι του α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πιο ευ­διά­κρι­της Σχο­λής γρα­φής, που προέ­κυ­ψε α­πό τα Σε­μι­νά­ρια και τους Δια­γω­νι­σμούς. Σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως η δι­κή του, η χρή­ση με­θό­δων βελ­τίω­σης προ­βλη­μα­τί­ζει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει α­φη­γη­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες, μέ­νει ζη­τού­με­νο, διά της φυ­σιο­λο­γι­κής ω­ρί­μαν­σης, τι θα προέ­κυ­πτε.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/2/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: